Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης): Οι Μακαρισμοί

(Ματθαίου κεφ. 5. Λουκᾶ 6)
Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀποστόλων του «καταβὰς μετ' αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ». Ὁ πεδινὸς οὗτος τόπος, ὅπου κατέβη ὁ Κύριος μετὰ τὴν εἰς ὑψηλότερον τούτου μέρος ἐκλογὴν τῶν Ἀποστόλων του, εἶναι ὀροπέδιον ἢ πλάτωμά τι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ὄρους, ὅπου ἐξέλεξε τοὺς μαθητάς του.

Τὸ ὄρος τοῦτο κεῖται Β. Δ. τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ οὐχὶ μακρὰν τῆς Καπερναούμ. Ἐκεῖ προσῆλθε κατὰ τὸν Λουκᾶν «ὄχλος πολὺς τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι Αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ἐνοχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐθεραπεύοντο καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτουν ἅπτεσθαι Αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ' αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας».

Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Μᾶρκον 3,17 ἡ συρροὴ τοῦ λαοῦ τούτου ἔγινε τὸ πρῶτον, ὅταν ὁ Κύριος εὑρίσκετο εἰς τὴν λίμνην Γεννησαρέτ. Ὁ λαὸς λοιπὸν οὗτος φαίνεται ὅτι ἠκολούθησε τὸν Χριστὸν εἰς τὸ ὄρος καὶ διὰ τοῦτο ἀναφέρεται αὕτη ὑπὸ τοῦ Λουκᾶ ὅτι ἔγινεν εἰς τὸ ὄρος. Ἡ ὁμιλία αὕτη τοῦ Κυρίου ἀπευθύνεται μέρος μὲν εἰς τοὺς Ἀποστόλους του καὶ εἰς τοὺς στενωτέρους μαθητάς, κατὰ δὲ τὰ ἄλλα εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἄλλο πλῆθος.

Ὁ Ματθαῖος μᾶς λέγει: «Ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος καὶ καθίσαντος Αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ». Ὁ Κύριος κάθηται ἐπὶ λόφου ἐν μέσῳ τῶν πρώτων μαθητῶν του. Ἀρκετὸς κόσμος τὸν περικυκλώνει. Τὰ βλέμματα ὅλων στρέφονται εἰς τὰ μάτια καὶ εἰς τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ. Κάποιος τὸν ἠρώτησεν ἴσως ποῖος θὰ κληρονομήσῃ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, περὶ τῆς ὁποίας τόσον συχνὰ ὡμίλει. Ὁ Κύριος «ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς» τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν του. Πόσον τρυφεροὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ οὗτοι τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τοῦ στόματος τοῦ Κυρίου!

Εἰσαγωγή, πρόναος, περιστύλιον λαμπρὸν ἀστραποβόλον τοῦ οἰκοδομήματος τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου εἶναι οἱ ὀκτὼ μακαρισμοί.

MAKAPIΣMOI

Ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει 8 μακαρισμούς, ὁ Λουκᾶς 4 ταλανισμοὺς ἀντίποδας τῶν μακαρισμῶν. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πλούσιοι καὶ πτωχοί, μορφωμένοι καὶ ἀμόρφωτοι, ἐγωϊσταὶ καὶ ταπεινοί, φιλόζωοι καὶ αὐτόχειρες, γλεντζέδες καὶ ἐγκρατεῖς κ.λπ. ζητοῦν τὴν μακαριότητά των, διαφέρουν μόνον κατὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐκλέγουν διὰ νὰ ἐπιτύχουν ταύτην. Ὁ Κύριος διὰ τῶν ὀκτὼ μακαρισμῶν παρέχει τὰ μέσα τῆς εὐτυχίας μας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰ κοσμικὰ μέσα τῆς εὐτυχίας, ὡς ἑξῆς.

Πρῶτος Μακαρισμός: Οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι.
«Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν», λέγει ὁ Ματθαῖος. «Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», «Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν», λέγει ὁ Λουκᾶς.

Ὁ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ εὑρισκόμενος κόσμος θεωρεῖ εὐτυχεῖς τοὺς πλουσίους, τοὺς σοφούς, καὶ γενικῶς τοὺς μὴ αἰσθανομένους ἔλλειψίν τινα ὑλικὴν ἢ πνευματικήν. Ὁ Χριστὸς ὅμως θεωρεῖ μακαρίους, εὐτυχεῖς τοὺς «πτωχοὺς τῷ πνεύματι».

Πτωχοὶ τῷ πνεύματι κατὰ λέξιν, ἂν λάβωμεν ὑπ' ὄψει μας καὶ τὸν Λουκᾶν, ὅστις λέγει μόνον «μακάριοι οἱ πτωχοί», εἶναι οἱ πτωχοὶ τῇ διαθέσει ἤτοι οἱ ἔχοντες διάθεσιν πτωχείας. Εὐτυχεῖς δηλαδὴ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὡς σκοπὸν καὶ τέλος τῆς ζωῆς των τὴν ἀπόκτησιν, κατοχὴν καὶ ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Καὶ πράγματι! Εὐτυχεῖς εἶναι ὄχι οἱ πλούσιοι ἢ οἱ πτωχοὶ ἀλλὰ οἱ ἔχοντες διάθεσιν πτωχείας εἴτε πλούσιοι εἶναι εἴτε πτωχοὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὁ ἔχων διάθεσιν πτωχείας, ἐὰν εἶναι πλούσιος, θὰ ἐλεῇ καὶ ἐκ τῆς ἐλεημοσύνης θὰ αἰσθάνεται μεγάλην χαράν.

Ἐὰν εἶναι πτωχὸς καὶ ἔχῃ ἐπίσης διάθεσιν πτωχείας, δὲν θὰ αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς πτωχείας του, θὰ ἀναπαύεται εἰς τὰ ὀλίγα καὶ θὰ ὑπομένῃ. Ἑπομένως ὁ ἔχων διάθεσιν πτωχείας, ἐὰν μὲν εἶναι πλούσιος, θὰ δίδῃ ὑλικὸν χρῆμα καὶ θὰ λαμβάνῃ χαράν, ἐὰν εἶναι πτωχός, θὰ ἔχῃ ὑπομονήν. Ἰδοὺ δύο χαρακτηριστικὰ τῆς εὐτυχίας, χαρὰ καὶ ὑπομονή.

Ὁ θεωρῶν ὅμως ὡς εὐτυχίαν τὸν πλοῦτον, ἐὰν μὲν εἶναι πλούσιος, θὰ εἶναι ἀνήσυχος εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ σκληρὸς εἰς τοὺς πτωχούς, ἐὰν δὲ εἶναι πτωχός, θὰ εἶναι καθημερινῶς στενοχωρημένος καὶ ἠφαίστειον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κάθηται ὁ πλούσιος. Ἰδοὺ ἑπομένως τὰ δύο χαρακτηριστικὰ τῆς δυστυχίας, τῆς θεοποιήσεως τοῦ πλούτου, σκληρότης τοῦ πλουσίου καὶ ἀγανάκτησις τοῦ πτωχοῦ!

Ἀλλὰ ἡ φράσις «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» ἔχει καὶ εὐρυτέραν ἔννοιαν. Ἐν τῇ εὐρυτέρα ταύτῃ ἐννοίᾳ «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» δὲν εἶναι οἱ ἀνόητοι (ὅπως ἐνόμισαν μερικοὶ ἀνόητοι, ὡς ἐὰν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσήρχοντο μόνον οἱ ἠλίθιοι) ἀλλὰ «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» εἶναι οἱ συναισθανόμενοι τὴν πτωχείαν τοῦ πνεύματός των τόσον εἰς τὸν νοῦν των ὅσον καὶ εἰς τὴν καρδίαν των, ὥστε νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὸν Θεόν, ὅ,τι καλὸν ἔχουν καὶ νὰ αἰσθάνωνται τὰς ἐλλείψεις των ὡς ἰδικάς των. Καὶ συγκεκριμένως:

Ὁ νοῦς εἶναι μέρος μόνον τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καὶ μέσον πρὸς ἐπίτευξιν τῆς εὐτυχίας μας, δὲν εἶναι δὲ οὗτος σκοπὸς οὐδὲ τὸ ὅλον τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως ὁ σκοπὸς τοῦ βίου μας δὲν εἶναι τὸ γέμισμα τοῦ νοῦ ἀπὸ γνώσεις. Ὁ νοῦς ὁσονδήποτε καὶ ἂν γεμίσῃ ἀπὸ γνώσεις, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τὸ τοῦ σοφοῦ Σωκράτους «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα». Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Πασκὰλ «νοῦς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔφθασεν εἰς τὴν γνῶσιν τῆς ἀδυναμίας του, δὲν ἔφθασεν εἰς τὴν πλήρη ἀνάπτυξίν του». Μόνη ἡ πολυγνωσία ὁδηγεῖ εἰς τὸν ἐγωϊσμόν. Ἡ συναίσθησις λοιπὸν τῆς ἀδυναμίας τοῦ νοῦ ὁδηγεῖ εἰς τὴν εὐτυχίαν, εἰς τὴν μακαριότητα, διότι ὁδηγεῖ εἰς τὴν ταπείνωσιν. Ἰδοὺ καὶ ἄλλο στοιχεῖον τῆς εὐτυχίας. Εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρωπίνου μυαλοῦ καὶ ἡ ἐκ ταύτης ταπείνωσις.

Οἱ θεωροῦντες ὅμως ὡς ὕψιστην εὐτυχίαν τὴν σοφίαν μόνην ὄχι μόνον πίπτουσιν εἰς ἐγωισμὸν εὐκόλως, ὄχι μόνον δὲν ἔχουσι φθάσει ἀκόμη κατὰ τὸν σοφὸν Πασκὰλ εἰς τὴν ὑψίστην ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπερτροφίας τοῦ νοῦ των διὰ διαφόρων γνώσεων καὶ διὰ τῆς ἐρημώσεως τῆς καρδίας ἐκ τῶν συναισθημάτων ἀγάπης, χαρᾶς, εἰρήνης ἐπιφέρουσι ψυχικὴν ἀνισορροπίαν μὲ ἀποτέλεσμα τὰς διαφόρους νευρασθενείας.

Τέλος ἐν εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» εἶναι οἱ συναισθανόμενοι τὰς ἠθικάς των ἐλλείψεις, τὰς κακίας των. Ἡ συναίσθησις τῶν ἐλλείψεών μας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς προόδου, τῆς βελτιώσεώς μας, ἐνῶ ἡ μὴ συναίσθησις τῶν ἐλλείψεών μας, οὐδὲ ἀρχὴν προόδου δίδει εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ τοὐναντίον στασιμότητα, ἂν μὴ ὀπισθοχώρησιν. Ἰδοὺ ἄλλο στοιχεῖον εὐτυχίας διὰ τοὺς πιστοὺς καὶ δυστυχίας διὰ τοὺς μὴ Χριστιανούς. Πρόοδος διὰ τοὺς μέν, στασιμότης διὰ τοὺς δέ. Ψυχὴ λοιπὸν συναισθανομένη τὴν ποικίλην ταύτην πτωχείαν ἀφοσιώνεται εἰς τὸν Θεὸν καὶ ζῇ ὑπερφυσικῶς.

Συμπέρασμα. «Οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» ἤτοι οἱ ἔχοντες διάθεσιν ὑλικῆς πτωχείας καὶ οἱ συναισθανόμενοι τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν αὐτῶν ἀδυναμίαν εἶναι εὐτυχεῖς, διότι ὡς εἴδομεν, ἔχουσι χαράν, ὑπομονήν, ταπείνωσιν, πρόοδον. Οἱ θεωροῦντες ὅμως ὡς εὐτυχίαν τὸν πλοῦτον, τὴν σοφίαν, τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν αὐτῶν ἐπάρκειαν ἔχουσι σκληρότητα, ἐγωϊσμόν, στασιμότητα. Τέλειον παράδειγμα τῆς τριπλῆς ταύτης πτωχείας εἶναι ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Οὗτος ἀκούσας τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ πλουσίου νεανίσκου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα» πωλεῖ τὴν περιουσίαν του καὶ διανέμει ταύτην εἰς τοὺς πτωχούς. Πόση διάθεσις πτωχείας! Ἦτο ἀγράμματος. Εἶχε συναίσθησιν τῆς πνευματικῆς του πτωχείας, διότι εἰς τοὺς ἐρχομένους πρὸς αὐτὸν φιλοσόφους ὡμολόγει τὴν ἀγραμματοσύνην του. Ζῇ ἀσκητὴς μέχρι ἡλικίας 105 ἐτῶν. Ὅτε ἀπέθνῃσκεν, ὁ Σατανᾶς λέγει πρὸς αὐτόν: «Ἀντώνιε, μᾶς ἐξέφυγες». Καὶ ὁ Ἅγιος ἀπαντᾷ: «Ὄχι ἀκόμη!» Πόση συναίσθησις ἠθικῆς πτωχείας του, διότι, παρ' ὅλους τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνας καὶ τὴν ἡλικίαν του, δὲν ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ἐκτὸς κινδύνου!

Ἰδοὺ ἡ εὐτυχία τῶν πιστῶν καὶ ἡ δυστυχία τῶν μὴ πιστῶν τῶν μὴ Χριστιανῶν.


Δεύτερος Μακαρισμός: Οἱ πενθοῦντες.

«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» καὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. Οὐαὶ οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε».

Ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας μακαρίζει τοὺς γλεντζέδες τῆς ζωῆς, ὁ Κύριος ὅμως τοὺς πενθοῦντας. Ποῖοι εἶναι οἱ πενθοῦντες; Πενθοῦντες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λυποῦνται διὰ τὴν μυστηριώδη δύναμιν τοῦ κακοῦ καὶ τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῷ κόσμῳ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰς δυστυχίας των δέχονται μετὰ ὑπομονῆς ὡς παραχώρησιν τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τὰς ἁμαρτωλὰς ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λυποῦνται διὰ τὰς ἰδικάς των καὶ διὰ τὰς ξένας ἁμαρτίας, καὶ γενικῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὴν ζωήν των σοβαρῶς ὄχι μποέμικα, ἀλλὰ ὡς ἀγῶνα καὶ προσπάθειαν. Οὗτοι ἔχουν τόσην στενοχώριαν, τόσον πένθος διὰ τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καὶ τὰς ἰδικάς των, ὥστε αἰσθάνονται συχαμάραν καὶ λύπην.

Συχαμάραν διὰ τὰς ἰδικάς των ἐλλείψεις, λύπην μέχρι πένθους διὰ τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων. Καὶ συγκεκριμένως. Ἐπειδὴ αἱ ἐλλείψεις μας εἶναι ὑλικαὶ καὶ πνευματικαί, οἱ λυπούμενοι διὰ τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λυποῦνται, πενθοῦν διὰ τὴν ὑλικὴν πτωχείαν τῶν ἄλλων, διὰ τὰς πλάνας τοῦ πνεύματός των καὶ διὰ τὰς κακίας τῆς ψυχῆς των. Συχαίνονται δὲ τὸν ἑαυτόν των οἱ πενθοῦντες μέχρι συχαμάρας, διὰ τὰς πλάνας τοῦ πνεύματός των καὶ τὰς ἰδικάς των κακίας, ὑποφέροντες τὰς ὑλικάς των ἐλλείψεις.

Ὅσοι αἰσθάνονται μέχρι λύπης καὶ πένθους τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καὶ μέχρι πένθους καὶ συχαμάρας τὰς ἰδικάς των ἐλλείψεις «παρακληθήσονται» θὰ παρηγορηθοῦν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Εἶναι παρατηρημένον ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πενθεῖ μέχρι συχαμάρας τὰς πνευματικὰς καὶ ἠθικάς του ἐλλείψεις ἤτοι τὰς πλάνας του καὶ τὰς κακίας του, φροντίζων νὰ διορθώσῃ ταύτας, δὲν τὸν συχαίνονται οἱ ἄλλοι. Τοὐναντίον μάλιστα. Ὅποιος ὁμολογεῖ τὰς πλάνας του γίνεται φῶς εἰς τοὺς ἄλλους καὶ ὅποιος συχαίνεται τὰς κακίας του ὄχι μόνον δὲν τὸν συχαίνονται οἱ ἄλλοι ἀλλὰ γίνεται παράδειγμα νὰ συχαθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἰδικάς των συχαμάρας.
Ὅσοι ἐπίσης λυποῦνται μέχρι πένθους διὰ τὰς ὑλικὰς πτωχείας, τὰς πλάνας, τὰς κακίας τῶν ἄλλων καὶ φροντίζουν νὰ ἀνακουφίσουν τὴν ὑλικὴν πτωχείαν τῶν ἄλλων, νὰ διαφωτίσωσι τὰς πνευματικὰς πλάνας καὶ νὰ διορθώσωσι τὰς ἠθικὰς ἐλλείψεις αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ «παρακληθήσονται» θὰ παρηγορηθῶσι, διότι θὰ ἔχωσι τὴν ἐσωτερικὴν ἀμοιβήν, ὅτι ἔκαμαν τὸ καθῆκον των καὶ ἐξωτερικὴν ἀμοιβήν, ἂν ὄχι ἐκ τῶν φωτισθέντων, ἴσως ἐξ ἄλλων ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς ὅμως ἐκ τοῦ Θεοῦ! Μικρὰ εἶναι αὕτη ἡ παρηγορία διὰ τὴν λύπην μας εἰς τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καὶ διὰ τὴν συχαμάραν εἰς τὰς ἰδικάς μας ἐλλείψεις; Κάθε ἄλλο! Ἰδοὺ τὸ πένθος καὶ ἡ παρηγορία τοῦ δευτέρου μακαρισμοῦ.

Τοὐναντίον ὅμως «οἱ γελῶντες νῦν» οἱ γλεντζέδες, οἱ μποέμηδες τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι ὡς εὐτυχίαν ἔχουσι τὴν ἀπόλαυσιν καὶ οὐχὶ τὴν ἀπόδοσιν, τὸ γλέντι καὶ οὐχὶ τὴν συμπόνιαν «πενθήσουσι καὶ κλαύσουσι». Θὰ δυστυχήσωσι, διότι ὁμοιάζουν πρὸς συχαμερὰς βδέλας καὶ δηλητηριώδη μανιτάρια, τὰ ὁποῖα ξέρουν μόνον νὰ ἀπορροφοῦν ἀπὸ ἄλλους αἷμα καὶ ζωτικότητα χωρὶς νὰ ἀποδίδουν οὐδὲν καλὸν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Ἰδοὺ καὶ ἡ δυστυχία τῶν γλεντζέδων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ ἀντίπους τῶν πενθούντων, τοῦ δευτέρου μακαρισμοῦ τοῦ Κυρίου. Ὁποία σοφία τοῦ Κυρίου εἰς τὸν μακαρισμὸν τοῦτον!

Παράδειγμα διδακτικώτατον μακαρισμοῦ πενθοῦντος εἶναι τὸ τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου. Οὗτος λόγῳ στάσεώς τινος ἐν Θεσσαλονίκῃ διέταξεν ἐν παραφορᾷ εὑρισκόμενος τὴν σφαγὴν πολλῶν ἀθώων ὑπάρξεων. Ὁ Ἐπίσκοπος Μεδιολάνου Ἀμβρόσιος ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τὴν προσέλευσίν του εἰς τὸν Ναὸν λόγῳ τῆς πράξεως ταύτης. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μέγας Θεοδόσιος εὑρίσκετο περίλυπος εἰς τὰ ἀνάκτορά του, διότι δὲν ἠδύνατο λόγῳ τοῦ κανόνος του νὰ ἐκκλησιασθῇ. Ὁ πρωθυπουργός του Ρουφῖνος μεσιτεύει παρὰ τῷ Ἐπισκόπῳ Ἀμβροσίῳ τὴν λύσιν τοῦ κανόνος τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ Ἐπίσκοπος ἀρνεῖται. Ὁ Μέγας Θεοδόσιος ἐμμείνας εἰς τὴν μετάνοιάν του καὶ συγχωρηθεὶς ἀπέθανε μετὰ 5 ἔτη εἰς τὰς χεῖρας του Ἁγίου Ἀμβροσίου. Πόσον μέγας ἐφάνη ὁ Αὐτοκράτωρ διὰ τὸ πένθος τῆς μετανοίας του! Μακάριοι οἱ πενθοῦντες!


Τρίτος Μακαρισμός: Οἱ πραεῖς.

«Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Οἱ Ἰουδαῖοι περιέμενον Μεσσίαν ὄχι πρᾶον ἀλλὰ δυναμικόν, κυρίαρχον ὄχι ψυχῶν ἀλλὰ σωμάτων. Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς δυναμικοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κατακτητάς, τοὺς ἄρχοντας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τρέμουσιν. Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει τοὺς πράους ὁμολογῶν, «ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Γῆ κατὰ λέξιν εἰς τὸν ψαλμὸν λστʹ «οἱ δὲ πραεῖς κληρονομήσουσι τὴν γῆν» εἶναι ἡ γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἡ Παλαιστίνη. Αὕτη ὅμως εἶναι σύμβολον τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἡ γῆ λοιπόν, τὴν ὁποίαν θὰ κληρονομήσωσιν οἱ πρᾶοι, εἶναι καὶ πάλιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ἐπίγειον καὶ οὐράνιον ὄψιν της.

Οἱ πρᾶοι εἶναι πράγματι εὐτυχεῖς, διότι μακρὰν τοῦ θυμοῦ τῶν ἀποτόμων ἐξάψεων καὶ τῶν ἀγόνων θυμῶν τῶν ἐπιγείων κατακτητῶν, οὗτοι ἔχουσιν ἐσωτερικὴν εἰρήνην, δὲν ἐμπνέουν εἰς τοὺς ἄλλους τὸν τρόμον, ὅπως oἱ κατακτηταί, ἀλλὰ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην, διότι οὗτοι ἐνίκησαν πρῶτον τὸν ἑαυτόν τους.

Οἱ πρᾶοι εἶναι εὐτυχεῖς, διότι νικοῦν τοὺς ἄλλους ὄχι δι' ἐπαναστάσεων καὶ καταστροφῶν, ὅπως οἱ κατακτηταί, ἀλλὰ διὰ τῆς γλυκείας πραότητός των. Οἱ πρᾶοι εἶναι πράγματι εὐτυχεῖς, διότι ἡ πραότης εἶναι ἡ ἀρετὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία κατ' ἐξοχὴν φωτίζει τὴν σκέψιν καὶ τὴν γλῶσσαν τοῦ ὁμιλοῦντος, ὀμορφαίνει τὸ πρόσωπον καὶ ἰδίως τὸ βλέμμα τοῦ ἠρεμοῦντος, ἐμπνέει καὶ γαληνεύει τὸ περιβάλλον. Οἱ πρᾶοι εἶναι εὐτυχεῖς, διότι μὴ ἐξαπτόμενοι καὶ μὴ ἀφηνιάζοντες εἰς τὰ ἀπροσδόκητα ἀντίξοα γεγονότα τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ πράως δεχόμενοι αὐτὰ μαρτυροῦσιν, ὅτι πιστεύουσι καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει ταῦτα. Οἱ πρᾶοι εἶναι εὐτυχεῖς, διότι νικῶντες τὰς πρώτας ἐξάψεις καὶ ἀγόνους ἐκρήξεις τοῦ θυμοῦ των, κόπτουσι τὸ ἴδιον θέλημα, τὸν ἐγωισμὸν εἰς τὴν ρίζαν του καὶ εἶναι κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ των.

Ὁ πρᾶος εἶναι εὐτυχής, διότι διὰ τῆς πραότητος βοηθεῖ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς καρδίας του, συντελεῖ εἰς τὴν καλὴν χώνευσιν τοῦ στομάχου καὶ ἀφομοίωσιν τῶν τροφῶν καὶ γενικῶς προωθεῖ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ πρᾶος εἶναι εὐτυχής, διότι ἡ πραότης εἶναι εἰς ἄλλας μὲν νόσους ὁ πρῶτος καὶ εἰς ἄλλας ὁ μοναδικὸς ἰατρός. Οἱ πρᾶοι ἄνθρωποι ὁμοιάζουσι σὰν τὸ ἁπαλὸ εἰς τὸ χέρι, ἀθόρυβον εἰς τὸ αὐτί, δροσιστικὸν εἰς τὴν γεῦσιν, ὀλίγον εἰς ποσὸν ρέον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ὑποχωρεῖ εἰς μικρὰν ἀντίστασιν μικροῦ λίθου, εἶναι ὅμως διεισδυτικόν, ἤρεμον καὶ κατατρώγει διὰ τῆς ἠρέμου κινήσεώς του διὰ τῶν ἐλαχίστων σταγόνων τοὺς σκληροτέρους βράχους.

Ὅλως τοὐναντίον εἶναι οἱ ὀξύθυμοι. Οὗτοι μὲ τοὺς θυμούς των μαρτυροῦσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν πρέπουσαν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸν Θεόν, δὲν ἐνίκησαν τὸν ἑαυτόν τους, οὐδεμίαν ὀμορφιὰν ἔχει τὸ πρόσωπον, οἱ ὀφθαλμοί, οἱ λόγοι, αἱ σκέψεις αὐτῶν. Τὸ δὲ περιβάλλον των δηλητηριάζουν διὰ τῶν μικροβίων θυμοῦ. Δὲν ἐνίκησαν τὰς πρώτας ἐξάψεις των καὶ ἀγόνους ἐκρήξεις των, εἶναι νικημένοι καὶ ὄχι νικηταί. Οἱ ὀξύθυμοι οὗτοι δι' ὅλα αὐτὰ εἶναι δυστυχεῖς.

Ἡ δυστυχία τῶν ὀξυθύμων δὲν εἶναι μόνον θρησκευτικὴ ἀλλὰ καὶ ἠθικὴ καὶ σωματική. Μάτια κόκκινα, στόμα ἀφρισμένο, καρδιακὰ νοσήματα, θάνατος πολλάκις καὶ δηλητηριάσεις βρεφῶν ἀπὸ θηλαζούσας μητέρας εὑρισκομένας ἐν θυμῷ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὀξυθυμίας. Οὗτοι ὁμοιάζουσι πρὸς καταρρακτώδεις βροχάς, αἱ ὁποῖαι οὔτε τὸ ἔδαφος ποτίζουσιν ἐπαρκῶς καὶ πολλὰς καταστροφὰς ἐπιφέρουσιν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἤρεμον ὕδωρ, τοὺς πράους. Μικρὰ εἶναι αὐτὴ ἡ εὐτυχία τοῦ πράου ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δυστυχίαν τῶν ἀγόνων ἀποτόμων ἐξάψεων τοῦ δυναμικοῦ, τοῦ θυμώδους, ὁ ὁποῖος ἐμπνέει μόνον τρόμον, ἐπιφανειακὸν σεβασμὸν καὶ οὐχὶ ἀγάπην βαθεῖαν ὡς ὁ πρᾶος;

Ὁ περίφημος Ἱεραπόστολος τῆς Ἰαπωνίας Ξαβιέρος ἐκήρυττε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐμπρὸς σὲ πολὺν κόσμον. Ἕνας Ἰάπων προσποιήθηκεν, ὅτι θέλει κάτι νὰ τοῦ εἴπῃ. Ὁ Ἱεραπόστολος ἔσκυψεν. Ὁ Ἰάπων τὸν ἔπτυσεν. Ὁ Ἱεραπόστολος ἔβγαλε τὸ μανδῆλι του, ἐσκουπίσθηκε χωρὶς νὰ εἴπῃ λέξιν καὶ συνέχισε τὸ κήρυγμά του. Ὁ Διοικητὴς τῆς πόλεως ἰδὼν τὴν πραότητα ταύτην εἶπε: θρησκεία, ἡ ὁποία δίδει τέτοια πραότητα, εἶναι θεία.


Τέταρτος Μακαρισμός: Οἱ πεινῶντες τὴν δικαιοσύνην.

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται» καὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν «Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε». Ὁ κόσμος θεωρεῖ εὐτυχεῖς ἐκείνους, oἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν τάξει νομικῶς καὶ κοινωνικῶς ἤτοι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν φυλακὴν ὡς παραβάται τῶν ἐπιγείων νόμων ἢ εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν κοινωνικῶν ἐθιμοτυπιῶν. Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴν δικαιοσύνην.

«Δικαιοσύνη» εἶναι ἡ θεία δικαιοσύνη, ὁ θεῖος νόμος. «Δικαιοσύνη ἐστι πᾶσα ἀρετὴ» ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. «Πεῖνα καὶ δίψα» τῆς δικαιοσύνης ταύτης εἶναι ἡ βαθεῖα ἐπιθυμία, ὁ μεγάλος πόθος τῆς ἐφαρμογῆς ὁλοκλήρου τοῦ θείου νόμου. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπιγείων νόμων καὶ τῶν κοινωνικῶν ἐθιμοτυπιῶν μάρτυρες καὶ δικασταὶ εἶναι oἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἐπίγεια δικαστήρια. Μάρτυς ὅμως καὶ δικαστὴς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς θείας δικαιοσύνης, ὁλοκλήρου τοῦ θείου νόμου εἶναι ἡ συνείδησις ἑκάστου καὶ ὁ Θεός.

Εὐτυχής, μακάριος εἶναι πράγματι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φροντίζει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν θεῖον τοῦτον νόμον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι ἐπιζητοῦσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὀλίγα πνευματικὰ ἀγαθά, εἰς ὀλίγας ψυχικὰς ἀρετάς. Διὰ τοῦτο οὗτοι βλέπουσι ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ τοὺς λείπουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν. Βλέπουν ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν. Οἱ ἀγαπῶντες ὅμως τὴν θείαν δικαιοσύνην ἔχουν ἀντίθετον νοοτροπίαν. Βλέπουν ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, βλέπουν ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ δὲν ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν. Ποῖοι ἐκ τῶν δύο εἶναι εὐτυχεῖς; Ἀπαντῶ. Οἱ κοσμικοί, βλέποντες ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ τοὺς λείπουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν, εὑρίσκονται πάντοτε ἐν ταραχῇ, διότι ὁσαδήποτε ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἂν ἀποκτήσουν πάντοτε κάτι θὰ τοὺς λείπῃ. Βλέποντες οἱ ἴδιοι ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, εὑρίσκονται πάντοτε εἰς πνευματικὴν στασιμότητα. Ἑπομένως οἱ ζητοῦντες τὴν ἐξωτερικὴν δικαιοσύνην νομικὴν καὶ κοινωνικὴν μόνον, ἔχουσι διαρκῶς ἀνησυχίαν καὶ στασιμότητα. Τοὐναντίον ὅμως συμβαίνει εἰς τοὺς ζητοῦντας τὴν θείαν δικαιοσύνην. Οὗτοι βλέποντες ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἔχουσι καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, εἶναι ἤρεμοι καὶ εὐγνώμονες. Βλέποντες δὲ ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ δὲν ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν εἶναι ταπεινόφρονες καὶ προοδευτικοί. Οὗτοι καὶ ἂν δὲν φθάσωσιν εἰς τὸ ἰδανικὸν καὶ τέλειον ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιδιώξεώς των καὶ πάλιν λαχταροῦντες τὸ τέλειον εἶναι εὐτυχεῖς μέσα εἰς τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν τοῦ τελείου τῆς θείας ταύτης δικαιοσύνης, τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς.

Ἰδοὺ ἡ εὐτυχία τῶν ἀγαπώντων καὶ διψώντων τὴν θείαν δικαιοσύνην, εἶναι ἡ ἠρεμία εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα τοὺς λείπουν, ἡ εὐγνωμοσύνη δι' ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν, ἡ πρόοδος καὶ ταπείνωσις διὰ τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα στεροῦνται. Οἱ ἀρκούμενοι ὅμως εἰς τὴν ἐξωτερικὴν δικαιοσύνην, τὴν νομικὴν καὶ κοινωνικὴν εἶναι δυστυχεῖς, διότι εἶναι ἀνήσυχοι ὡς εἴδομεν ἀνωτέρω καὶ στάσιμοι.


Πέμπτος Μακαρισμός: Οἱ ἐλεήμονες.

«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» καὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν «Οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι νῦν, ὅτι πεινάσετε». Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς ἔχοντας καὶ κατέχοντας ὑλικὰ ἀγαθὰ λέγων «μακάριοι οἱ κατέχοντες». Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει τοὺς ἐλεήμονας διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πλούσιος δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ὁ ἴδιος ὁ φιλάργυρος πλούσιος, ὁ ὁποῖος πάντοτε παραπονεῖται διὰ τὴν πτωχείαν του καὶ ὅταν τοῦ ζητήσῃς κάτι, σοῦ ἀπαντᾷ, δὲν ἔχω νὰ σοῦ δώσω! Ὁμολογεῖ ρητῶς τὴν πτωχείαν του.

Εἶναι εὐτυχεῖς ἐπίσης οἱ ἐλεήμονες, διότι οὗτοι «ἐλεηθήσονται» κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου. Καὶ πράγματι. Εἶναι παρατηρημένον, ὅτι τὸ κακὸν γεννᾷ τὸ κακὸν καὶ τὸ καλὸν ἐπίσης γεννᾷ τὸ καλόν. Ὁ ἰδικός σου θυμὸς γεννᾷ τοὺς θυμοὺς τῶν ἄλλων. Ἡ ἐλεημοσύνη γεννᾷ τὴν ἐλεημοσύνην. Ὁ Κύριος κατήργησε τὴν ἐκδίκησιν τοῦ κακοῦ ἤτοι τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν θυμὸν τοῦ ἄλλου διὰ τοῦ θυμοῦ τοῦ ἰδικοῦ σου, ἐπικυρώνει ὅμως τὴν ἐκδίκησιν τοῦ καλοῦ λέγων «οἱ ἐλεήμονες ἐλεηθήσονται». Ἤτοι ἠγάπησες; Θὰ ἀγαπηθῇς. Ἐβοήθησες; Θὰ βοηθηθῇς. Συνεχώρησες; Θὰ συγχωρηθῇς. Ἐλυπήθης διὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Θὰ ὑπάρχῃ καὶ διὰ σὲ οἶκτος καὶ συμπόνια. Ἐὰν δὲν σὲ βοηθήσῃ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐβοήθησες, ἐὰν δὲν σὲ ἀγαπήσῃ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἠγάπησες, θὰ ἀγαπηθῇς καὶ θὰ βοηθηθῇς, ἔσο βέβαιος, ἀπὸ ἄλλους. Ἐὰν δὲν συγχωρηθῇς ἀπὸ τοὺς ἄλλους, θὰ συγχωρηθῇς ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐὰν δὲν σὲ λυπηθοῦν οἱ ἄλλοι, θὰ σὲ λυπηθῇ ὁ Θεός. Τοὐναντίον ἡ δυστυχία τῶν μὴ ἐλεημόνων, ἐκείνων δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι δὲν βοηθοῦν, δὲν λυποῦνται, δὲν συγχωροῦν, εἶναι προφανής, διότι δὲν θὰ συγχωρηθοῦν, δὲν θὰ βοηθηθοῦν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ ἡ μακαριότης τῶν ἐλεημόνων καὶ ἡ δυστυχία τῶν μὴ ἐλεημόνων.

Παράδειγμα σπουδαιότατον ἐλεημοσύνης εἶναι ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων. Οὗτος, ἵνα δύναται νὰ ἐλεῇ περισσότερον, ἐτρέφετο λιτώτατα κοιμώμενος ἐπὶ σκληρᾶς κλίνης καὶ σκεπαζόμενος μὲ πτωχὸν σκέπασμα. Χριστιανός τις θέλων νὰ κάμῃ ἄνετον τὸν ὕπνον τοῦ Πατριάρχου ἐδώρησεν εἰς αὐτὸν σκέπασμα πολύτιμον. Ὁ Πατριάρχης τὸ ἐδέχθη. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ κοιμηθῇ, διότι ἤλεγχεν αὐτὸν ἡ συνείδησις μὲ τὴν σκέψιν ὅτι πολλοὶ πτωχοὶ θὰ ὑποφέρουν. Πωλεῖ τὸ σκέπασμα αὐτὸ! Κατὰ σύμπτωσιν διερχόμενος ἐκ τῆς ἀγορᾶς ὁ δωρήσας αὐτὸ καὶ ἰδὼν τοῦτο πωλούμενον, τὸ ἀγοράζει καὶ τὸ δίδει πάλιν εἰς τὸν Πατριάρχην. Ὁ Πατριάρχης καὶ πάλιν τὸ πωλεῖ ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀγοράζεται καὶ ἐπιστρέφεται ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς τὸν Πατριάρχην. Κατὰ τὴν τρίτην φορὰν ὁ Πατριάρχης ἠκούσθη λέγων, θὰ ἴδωμεν ποῖος θὰ κουρασθῇ, ἐγὼ πωλῶν ἢ ἐκεῖνος ἀγοράζων. Πόση λαχτάρα ἐλεημοσύνης ὑπῆρχε καὶ εἰς τοὺς δύο!


Ἕκτος Μακαρισμός: Οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ.

«Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»
.
Οἱ Φαρισαῖοι ἐμακάριζον τὸν ἑαυτόν των, διότι ἐπεδίδοντο εἰς ἐξωτερικοὺς νομικοὺς καθαρμοὺς καὶ ἠδιαφόρουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς καρδίας των. Σήμερον πολλοὶ ἐπιδίδονται εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν καὶ ἀδιαφοροῦσι διὰ τὸ περιεχόμενον. Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς ἀνθρώπους τοὺς φθάνοντας εἰς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους θέτουν ἀδιαφόρως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσουν καὶ τοὺς ὁποίους ὀνομάζει ἀριβίστας.

Ὁ Κύριος μακαρίζει «τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ». Ἀκάθαρτος τῇ καρδίᾳ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀναμιγνύει εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ θείου θελήματος ἀνοήτους ἐπιθυμίας, ἐπιγείους φιλοδοξίας, προσωπικὰς ἐγωϊστικὰς βλέψεις, παντὸς εἴδους σαρκικὰς ἐπιθυμίας, ὅπου κυλίεται καὶ συστρέφεται σὰν τὸ σκουλήκι καὶ τὸ ἔντομον εἰς τὰ ἀκάθαρτα μέρη. Οὗτος δὲν θὰ ἴδῃ ποτὲ τὸν Θεὸν κατὰ πρόσωπον, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν νὰ βυθισθῇ εἰς τὴν θείαν μεγαλοπρέπειαν καὶ λαμπρότητα εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Ἡ ἁγνότης τῶν διαθέσεών μας μακρὰν πάσης ὑστεροβουλίας καὶ φαρισαϊκῆς ὑποκρισίας εἶναι ἡ προϋπόθεσις νὰ ἴδῃ τις τὸν Θεὸν «καθώς ἐστι», κατὰ πρόσωπον, ὡς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ὅσον λεπτὴ καὶ βαθεῖα εἶναι ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ ἁγνότης τῶν ἐλατηρίων τῆς ζωῆς μας, τόσον ὑψηλὴ καὶ μεγαλοπρεπὴς θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή, ἡ μακαριότης τῆς ἀπολαύσεως τῆς θείας ὄψεως. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἀλλὰ εἰς τὸ βάθος. Δὲν εἶναι εἰς τὸ νὰ φαίνεσαι καλὸς ἀλλὰ εἰς τὸ νὰ εἶσαι καλός, δὲν εἶναι εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἔργου ἀλλὰ εἰς τὴν διάθεσιν, μὲ τὴν ὁποίαν πράττεις αὐτό. Ἡ ἀμοιβὴ τῶν μέχρι τοῦδε μακαρισμῶν ἦτο πνευματικὴ μέν, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ἐπιγεία. Ἡ ἀμοιβὴ ὅμως τοῦ μακαρισμοῦ τούτου, ἡ ὄψις δηλαδὴ τοῦ Θείου Προσώπου διὰ τῶν ἁγνῶν ὀμμάτων τῆς ψυχῆς μας, εἶναι τῆς μελλούσης ζωῆς.

Ὁποῖον μέγεθος ἀμοιβῆς! Ὁποῖον μέγεθος εὐτυχίας τοῦ μακαρισμοῦ τούτου! Ὅλως τοὐναντίον θὰ συμβῇ εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἀγνὰς διαθέσεις, εἰς τοὺς ἀριβίστας. Ὄχι μόνον δὲν θὰ ἴδουν τὸν Θεόν, ἀλλὰ εἶναι τόσον τυφλοί, ὥστε δὲν αἰσθάνονται τὴν τυφλότητά των, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς κρημνοὺς ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὰ καταφέρουν εἰς τὴν ἀπάτην.

Τρομερὸν παράδειγμα καθαρῶν καὶ ἀκαθάρτων διαθέσεων τῆς καρδίας εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Σωσάννης. Ἡ ἱστορία αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ 500 περίπου πρὸ Χριστοῦ οἱ Ἑβραῖοι εὑρίσκονται αἰχμάλωτοι ἐν Βαβυλῶνι. Τὸ σπίτι τῶν εὐσεβῶν συζύγων Ἰωακεὶμ καὶ Σωσάννης εἶχε παραχωρηθῇ καὶ ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς δικαστήριον τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν Ἑβραίων. Δύο γέροντες δικασταὶ μὴ σεβασθέντες τὴν φιλοξενίαν τοῦ εὐσεβοῦς ζεύγους καὶ μὴ λαβόντες ὑπ' ὄψιν τὴν δικαστικὴν θέσιν των οὐδὲ τὴν γεροντικήν των ἡλικίαν εἶδον μὲ πονηρὸν ὀφθαλμὸν τὴν Σωσάννην καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ἁμαρτήσωσι μαζί της. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκείνη δὲν ἐδέχθη, οἱ γέροντες οὗτοι δικασταὶ κατήγγειλαν αὐτήν, ὅτι ἡμάρτησε μετά τινος νέου. Ἡ Σωσάννη καταδικάζεται εἰς θάνατον. Ὅταν αὕτη ὡδηγεῖτο εἰς θάνατον, ὁ προφήτης Δανιὴλ φωνάζει ὅτι εἶναι ἀθῶος ἀπὸ τοῦ αἵματος τῆς γυναικὸς ταύτης. Ἡ δίκη ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐκ τῆς ἀντιφάσεως καὶ συγχύσεως, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν οἱ δύο οὗτοι συκοφάνται καὶ δικασταί, ἀθωώνεται ἡ Σωσάννη. Ὁποία ἀμοιβὴ τῶν ἁγνῶν διαθέσεων τῆς Σωσάννης καὶ ποία τιμωρία τῶν πονηρῶν διαθέσεων τῶν δύο γερόντων δικαστῶν! Ὡραιότατον ἐπίσης παράδειγμα καθαρῶν διαθέσεων τῆς καρδίας εἶναι τὸ ἑξῆς: Διάσημος ρήτωρ ὁ Γουλιέλμος Ζενὼ κατέπληττε τοὺς ἀκροατάς του διὰ τῶν ὡραίων του κηρυγμάτων. Κάποτε ἐκοπίασε πολὺ νὰ ἑτοιμάσῃ ἕνα λόγον του, ἵνα πείσῃ ἄπιστόν τινα περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐκφωνῶν ὅμως τὸν λόγον του αὐτὸν ἔπεσεν εἰς σύγχυσιν καὶ ἠναγκάσθη νὰ τὸν διακόψῃ, ἀφοῦ ἔκαμε προσευχήν τινα. Ὁ ἄπιστος ἰδὼν τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐσκέφθη ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπιτυχίαι τοῦ ἱεροκήρυκος προήρχοντο ἀπὸ κάποιαν ἄλλην δύναμιν. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ὤθησις πρὸς μετάνοιαν τοῦ ἀπίστου. Ὅ,τι δὲν ἔκαμεν ὁ λόγος, ἔκαμεν ἡ σιωπὴ τοῦ ἱεροκήρυκος, διότι ὑπῆρχε καὶ εἰς τοὺς δυὸ ἀγαθὴ διάθεσις, καθαρὰ καρδία.

Ἰδοὺ ἡ εὐτυχία τῶν ἁγνῶν καὶ ἡ δυστυχία τῶν ἀριβιστῶν!


Ἕβδομος Μακαρισμός: Οἱ εἰρηνοποιοί.

«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται».

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου εὐχαριστοῦνται μὲ τὰς φιλονικίας τῶν ἄλλων. Τὴν εὐχαρίστησιν ταύτην δὲν τὴν ὁμολογοῦν πάντοτε, τὴν αἰσθάνονται ὅμως βαθύτατα, κυρίως ὅταν οἱ φιλονικοῦντες εἶναι ἐχθροί των. Καὶ ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν, ὅταν βλέπουν δύο νὰ φιλονικοῦν, σπάζουν κέφι, ὅπως λέγουν κοινῶς, εἰς ἄλλους δὲ εἶναι τόσον βαθειὰ ριζωμένη εἰς τὴν ψυχήν των ἡ κακία, ὥστε νὰ μὴ εὐχαριστοῦνται μὲ τὴν νίκην τοῦ ἑνός, ἀλλὰ μὲ τὴν μάχην καὶ τῶν δύο, τὸ δὲ ἐνδιαφέρον αὐτῶν καὶ ἡ χαρὰ παύουσι μὲ τὴν νίκην τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν.

Ὁ Κύριος ὅμως θεωρεῖ μακαρίους τοὺς εἰρηνοποιούς. Εἰρηνοποιοὶ ἐνταῦθα δὲν εἶναι οἱ πρᾶοι, οἱ ὁποῖοι συνεφιλιώθησαν μὲ τὸν ἑαυτόν τους, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἔγινε λόγος εἰς τὸν τρίτον μακαρισμόν, ἀλλὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμφιλιώνουν τοὺς ἄλλους μὲ τὸν ἑαυτόν τους, μὲ τὸν πλησίον τους καὶ μὲ τὸν Θεόν τους. Καὶ πράγματι! Συμφιλίωσις τῶν ἄλλων μὲ τὸν ἑαυτόν των. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι μακρὰν τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τόσην μελαγχολίαν, ὥστε νιώθουν μέσα τους ψυχικὸν χάος καὶ ἀηδίαν διὰ τὴν ζωήν. Πόσην πράγματι εὐτυχίαν θὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ὁ εἰρηνοποιός, ὅταν κατορθώσῃ νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν ζωήν των ὁδηγῶν αὐτοὺς εἰς τὸν Χριστόν, τὸν ἀρχηγὸν τῆς εἰρήνης! Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἐγνώρισαν τὸν Χριστόν, ἀλλὰ συγχρόνως εὑρίσκονται εἰς διάστασιν μὲ τὸν ἀδελφόν των.

Ἂν κατορθώσῃ τις νὰ εἰρηνεύσῃ δύο χριστιανούς, ἡ εὐτυχία, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ, θὰ εἶναι μεγαλυτέρα τῆς προηγουμένης, διότι συνδέει δύο ἀδελφοὺς μεταξύ των. Ὁ εἰρηνεύων δὲ τὸν ἀδελφόν του μὲ τὸν Θεόν του, δίδει μεγάλην χαρὰν διότι ἑνώνει ἄνθρωπον καὶ Θεόν! Ἀλλὰ ἀφοῦ δίδομεν τόσην εὐτυχίαν εἰς τοὺς ἄλλους, πόσην εὐτυχίαν θὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς! Θὰ ὀνομασθῶμεν υἱοὶ τοῦ Θεοῦ! Πόσον μεγάλη εἶναι ἡ τιμὴ αὐτή! Ὁ Χριστὸς, ὁ κυρίως εἰρηνοποιός, ὀνομάζεται υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἑπομένως καὶ ἡμεῖς θὰ εἴμεθα ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ὅμως δὲν εἶναι εἰρηνοποιοί, ἀλλὰ σκανδαλοποιοί, ὑποδαυλίζοντες τὰς διαφορὰς τῶν ἀδελφῶν των, εἶναι υἱοὶ τοῦ διαβόλου.


Ὄγδοος Μακαρισμός: Οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν ρῆμα πονηρὸν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν». Ὁ δὲ Λουκᾶς προσθέτει: «Μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου˙ χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε˙ ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ˙ κατὰ ταῦτα γὰρ ἐποίουν τοὺς Προφήτας οἱ πατέρες αὐτῶν. Οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι. Κατὰ τὰ αὐτὰ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν».

Εἰς τὸν ἕβδομον μακαρισμὸν εἴδομεν τί πρέπει νὰ κάμνωμεν πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, εἰς τὸν ὄγδοον ὅμως τοῦτον μακαρισμὸν διδασκόμεθα τί πρέπει νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ πῶς νὰ δεχώμεθα αὐτούς. Καὶ συγκεκριμένως. Ὁ κόσμος μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινωνικὴν ὑπόληψιν δι' οἱουδήποτε μέσου. Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διωγμοὺς χάριν τοῦ ὀνόματός Του. Καὶ ποίους διωγμούς! Διωγμούς, οἱ ὁποῖοι ἀφῄρεσαν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον διὰ τῆς πείνης, τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ τὴν ἐλευθερίαν, τὸ θεῖον τοῦτο δῶρον, διὰ τῆς φυλακῆς, διωγμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο μόνον οἱ διώκοντες, ἀλλὰ ἤθελον νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν διὰ τοῦ ὀνειδισμοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ περιμένωμεν τὰς διαφόρους εἰρωνείας, συκοφαντίας, περιφρονήσεις ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερον κεντρὶ τοῦ διωγμοῦ δὲν εἶναι τὸ ὅτι οἱ διώκοντες ἡμᾶς θὰ πλήξωσι τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν μας, ἀλλὰ θὰ πράξωσιν αὐτὸ «ἕνεκεν δικαιοσύνης» ἡμῶν, διότι εἴμεθα ἐνάρετοι καὶ οἱ διῶκται θὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀρετήν, τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς κατηγοροῦν.

Ἄνθρωποι δηλ. οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι βουτηγμένοι μέσα εἰς τὴν κτηνωδίαν καὶ ἀποφασισμένοι νὰ μὴ ἐξέλθουν ἀπὸ ἐκεῖ, θὰ εὐχαριστῶνται νὰ μᾶς καταξεσχίζουν τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν, διότι ἠθελήσαμεν διὰ τοῦ λόγου καὶ τοῦ βίου μας νὰ τοὺς βγάλωμεν ἀπὸ τὸν βοῦρκον τῆς ἁμαρτίας των! Ἄνθρωποι—χοῖροι κυλιόμενοι εἰς τὸν βοῦρκον τῆς ἁμαρτίας θὰ μᾶς εὑρίσκουν ἀκαθάρτους! Κτήνη καὶ ἰδίως ὅσοι μὴ ἔχοντες κόκκον λογικῆς, θὰ μᾶς κατηγορήσουν ὡς ἠλιθίους! Κόρακες, οἱ ὁποῖοι τρώγουσι κάθε θνησιμαῖον, θὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ὅτι ἀναμασῶμεν πράγματα σάπια καὶ ἀπηρχαιωμένα! Τράγοι πλήρεις κακοσμίας θὰ μᾶς ἀποφεύγωσι, διότι ἡ παρουσία μας εἶναι δι' αὐτοὺς βρομιά! Ἔκλυτοι θὰ μᾶς κατηγορήσουν ὡς σκανδαλίζοντας τὴν ἠθικὴν δημοσίᾳ! Λησταὶ καὶ διαρρῆκται θὰ καταγγείλωσιν ἡμᾶς ὡς κλέπτας!

Ὁ Κύριος μέσα εἰς τοὺς μεγάλους τούτους διωγμοὺς διατάσσει τὸ ἑξῆς: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἡ χαρὰ εἶναι ἐσωτερικὸν φαινόμενον. Ἡ ἀγαλλίασις ἐξωτερικὴ ἐκδήλωσις τῆς χαρᾶς. Ἡ ἀμοιβὴ τῶν ὑπομενόντων τοὺς διωγμοὺς τούτους εἶναι μεγίστη. Χαρὰ ἐδῶ καὶ ἀγαλλίασις, μισθὸς πολὺς ἐκεῖ! Ἡ ὕβρις τῶν κακῶν κάμνει περισσότερον ἱεροὺς τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἡ λάσπη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτοξεύσουν οἱ ἀκάθαρτοι, θὰ εἶναι δεῖγμα τῆς καθαρότητος αὐτῶν. Καὶ πράγματι! Πόσην διαφορὰν ἔχει ἡ εὐτυχία τοῦ Χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος μέσα εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς διωγμοὺς εὑρίσκει ὄχι μόνον χαρὰν, ἀλλὰ καὶ ἀγαλλίασιν, ἐνῶ ὁ κοσμικὸς εὐτυχὴς εὑρίσκει χαρὰν μόνον εἰς τὴν χαράν! Καὶ καλύτερον. Ὁ Χριστιανὸς εὑρίσκει τὴν χαρὰν ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν χαρὰν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λύπην, ὥστε ἀπὸ τὴν βαθεῖαν λύπην νὰ ἐξέρχεται ξελαμπικαρισμένη ἡ χαρά. Τοὐναντίον ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἐξάγει λύπην ὄχι μόνον ἀπὸ τὰς λύπας τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἀπὸ πολλὰς χαρὰς λόγῳ τῶν κακιῶν του.

Ὄχι μόνον ἐδῶ αἰσθάνονται τὴν χαρὰν ταύτην οἱ πιστοί, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Τόση πρέπει νὰ εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς χάριν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε οὗτοι πρέπει νὰ θεωροῦσι τοὺς διωγμοὺς ἰδιαιτέραν καὶ ἀνωτέραν δωρεὰν τοῦ Χριστοῦ πρὸς αὐτούς. «Μεταξὺ τῶν τόσων δωρεῶν, τὰς ὁποίας παραχωρεῖ ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς φίλους του», λέγει κάποιος μεγάλος Χριστιανός, «ἡ μεγίστη δωρεὰ εἶναι νὰ νικήσῃ τις τὸν ἑαυτόν του καὶ νὰ ὑπομείνῃ μὲ χαρὰν τοὺς διωγμούς, τὰς ὕβρεις, τὰς συκοφαντίας, τοὺς ἐμπαιγμούς, τοὺς βασανισμοὺς τῶν ἄλλων, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Αἱ ἄλλαι δωρεαὶ τοῦ Θεοῦ πλὴν τῶν θλίψεων δὲν μᾶς στολίζουν τόσον, διότι δὲν εἶναι ἰδικαί μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Αἱ θλίψεις ὅμως, οἱ ἐμπαιγμοὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἰδικαί μας καὶ δύνανται νὰ μᾶς δοξάσωσι περισσότερον τῶν ἄλλων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ».

Καὶ ἂν φονευθῶσιν οἱ πιστοὶ οὗτοι ἄνθρωποι δὲν θὰ σιωπήσωσι, διότι ἡ φωνή των πολλαπλασιαζομένη μὲ τὸν ἀντίλαλον τοῦ βαράθρου τοῦ θανάτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκρημνίσθησαν, θὰ ἀντηχῇ εἰς ὅλας τὰς γλώσσας καὶ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.


Γενικὸν συμπέρασμα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν.

Ἑπομένως βάσει τῶν λεχθέντων, εὐτυχεῖς ὁ κόσμος νομίζει τοὺς φουσκωμένους πλουσίους καὶ σοφούς, τοὺς αὐταρέσκους καὶ ἐγωϊστάς, τοὺς σκληροὺς δυναμικούς, τοὺς ἀναισθήτους γλεντζέδες καὶ μποέμηδες, τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους τοὺς ἱκανοποιουμένους μὲ ὀλίγα πνευματικὰ ἀγαθὰ καὶ πολλὰ ὑλικά, τοὺς λαμβάνοντας καὶ ὄχι τοὺς δίδοντας, τοὺς καταφερτζῆδες, τοὺς παλικαράδες καὶ χαιρεκάκους, τοὺς εὐϋπολήπτους κοινωνικῶς. Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς τοιούτους ἄλλοτε θαυμάζων καὶ ἄλλοτε μιμούμενος, ἔστω καὶ ἂν καταφέρεται πολλάκις κατ' αὐτῶν.

Ὁ Κύριος ὅμως ὁ ὁποῖος ἀρχίζει τοὺς μακαρισμοὺς τούτους ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τελειώνει αὐτοὺς μὲ τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου, μακαρίζει τοὺς ἔχοντας διάθεσιν πτωχείας, τοὺς ταπεινούς, τοὺς πράους, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν τὸν ἑαυτόν των, τοὺς ἐλεήμονας, οἵτινες ἐβοήθησαν τοὺς ἄλλους, τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ, οἵτινες ἐκαθάρισαν τὸ βάθος των, τοὺς εἰρηνοποιούς, οἵτινες συνδέουν τοὺς ἄλλους μὲ τὸν ἑαυτόν των καὶ μὲ τὸν Θεόν, τοὺς ὑπομένοντας μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν τοὺς διωγμούς, ἑπομένως ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνικήθησαν ὑπὸ τῶν ἄλλων. Μὲ δύο λόγια εὐτυχεῖς θεωρεῖ ὁ Κύριος ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν καὶ μετεμόρφωσαν τὸν ἑαυτόν τους, ἐνίκησαν καὶ ἐβοήθησαν τοὺς ἄλλους!
--------------------------------------------------------------

Επίσης μπορείτε να διαβάσετε: 

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Α΄ λόγος εις τους μακαρισμούς

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Β΄ λόγος εις τους μακαρισμούς

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Γ΄ λόγος εις τους μακαρισμούς

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Δ΄ λόγος εις τους μακαρισμούς

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Ε΄ λόγος εις τους μακαρισμούς

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Στ΄ λόγος εις τους μακαρισμούς

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Ζ΄ λόγος εις τους μακαρισμούς

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: Η΄ λόγος εις τους μακαρισμούς


πηγή:  Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης), Ἡ Ζωὴ τοῦ Χριστοῦ (τόμος τρίτος, τεῦχος Α), 1996.
πηγή ηλεκτρονικού κειμένου: agiazoni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......