Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

"Λόγοι εις τους μακαρισμούς - Ζ΄ λόγος"


(Άγιος Γρηγόριος Νύσσης)

«Μακάριοι είναι όσοι ειρηνεύουν, γιατί αυτοί θα ονομασθούν παιδιά του Θεού». 

Παιδί του Θεού γίνεται η στάχτη και το χορτάρι 
1. Ο Μωυσής ήταν για τους Ισραηλίτες ο νομοθέτης που κατασκεύασε την ιερή σκηνή του μαρτυρίου, σύμφωνα με το υπόδειγμα που του έδειξε ο Θεός στο όρος. Σ' αυτήν ήταν άγιο κι ιερό το καθένα στοιχείο από όσα περικλείονταν μέσα με το σχοινί. Στο εσώτατο απ' αυτά δεν επιτρεπόταν η είσοδος. 

Ήταν άβατο και λεγόταν Άγια αγίων. Νομίζω ότι η ονομασία αυτή που λέγεται με τόση επίταση, δείχνει πως το τμήμα εκείνο της σκηνής δε μετέχει στην αγιότητα εξίσου με τα αλλά, αλλά πόσο διέφερε το αφιερωμένο κι άγιο, από το κοινό και το προορισμένο να πατιέται απ' όλους. 

Τόσο πολύ καθαρότερο κι ιερότερο ήταν το άβατο από τα άγια που ήταν γύρω από αυτό. Εξίσου άγια κι ιερά νομίζω πως είναι όλα, όσα μας παρουσίασε σ' αυτό το όρος των μακαρισμών ο Λόγος του Θεού πριν από λίγο. Αυτό όμως που πρόκειται τώρα να μελετήσουμε είναι πραγματικά άβατο κι άγιο των αγίων.


Γιατί αν η θέα του Θεού δεν έχει τίποτε που να την ξεπερνάει στο αγαθό, οπωσδήποτε το να γίνεις παιδί του Θεού είναι πάνω από κάθε επιτυχία καλού κλήρου. Γιατί ποιά φραστική επινόηση, ποιά σημασία λέξεων θα χωρέσει τη μεγάλη δωρεά της υπόσχεσης. 

Ό,τι και να βάλεις στο νου σου, τούτο που λέγει είναι παραπάνω από κείνο. Αν ονομάσεις αγαθό, ή πολύτιμο, ή υψηλό αυτό που θέτει ενώπιόν μας η υπόσχεση αυτού του μακαρισμού, είναι ανώτερο από τη σημασία των λέξεων αυτό που φανερώνεται. Η επιτυχία είναι ανώτερη από ό,τι κανείς θα ευχόταν. Το δώρο είναι πάνω από κάθε ελπίδα. Η χάρη είναι ανώτερη από τη φύση.

Τι είναι ο άνθρωπος, όταν τον συγκρίνεις με τη θεία φύση; Ποιου αγίου ν' αναφέρω το λόγο, με τον οποίο αποδεικνύεται η ανθρώπινη μηδαμινότητα; Κατά το λόγο του Αβραάμ ο άνθρωπος είναι γη και στάχτη (Γεν. 18, 27 ). Κατά τον Ησαΐα χορτάρι· κατά το Δαβίδ ούτε καν χορτάρι, αλλά μοιάζει με χορτάρι. Γιατί ο μεν λέγει: «κάθε άνθρωπος είναι χόρτος», ενώ ο άλλος λέγει: «ο άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι» (Ησ. 30, 6 και Ψαλ. 36,2). Κατά τον Σολομώντα «ματαιότης» (Έκκλησ. 1, 2), και κατά τον Παύλο: «ταλαιπωρία» (Ρωμ. 8, 24). Μ' αυτά δε που ονόμασε τον εαυτό του ο Απόστολος, με τα ίδια ελεεινολογεί όλο το ανθρώπινο γένος. Αυτά είναι ο άνθρωπος. 

Κι ο Θεός τι είναι; Πώς όμως να πω το τι είναι αυτό που δεν είναι δυνατό να το δεις, ούτε στην ακοή χωράει, ούτε στην καρδιά έρχεται; Με ποιά λόγια να διαλαλήσω τη φύση; Ποιο παράδειγμα, από όσα γνωρίζουμε, να βρω γι' αυτό το αγαθό; Ποιες καινούργιες λέξεις να δημιουργήσω, για ν' αποδώσω τη σημασία εκείνου που δε λέγεται και δεν εκφωνείται; 

Γνωρίζω ότι η θεόπνευστη Γραφή χρησιμοποιεί μεγάλα ονόματα για τη θεία φύση. Τι είναι όμως αυτά μπροστά στην ίδια τη φύση; Γιατί όσο εγώ μπορούσα να δεχθώ, τόσο μόνο αποκάλυψε ο Λόγος, όχι όσο είναι αυτό που υποδηλώνει. Όπως δηλ. όσοι αναπνέουν τον αέρα, ανάλογα με την ευρυχωρία που έχει ο καθένας στον εαυτό του, άλλος μεν παίρνει περισσότερο αέρα, άλλος δε λιγότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνος που κρατάει τον περισσότερο αέρα στον εαυτό του, δέχεται μέσα του όλο το στοιχείο. 

Απλώς παίρνει κι αυτός από το όλο όσο μπορεί και το όλο παραμένει. Έτσι είναι κι οι διδασκαλίες της αγίας Γραφής για το Θεό, που μας παράδωσαν οι θεοφόροι εν αγίω Πνεύματι κι οι οποίες σχετικά με το μέτρο της δικής μας διάνοιας είναι υψηλές και μεγάλες και βρίσκονται πάνω από κάθε μέγεθος. Και δεν προσεγγίζουν το αληθινό μέγεθος. 

Γιατί όπως λέγει ο προφήτης: «Ποιος μέτρησε τον ουρανό με τη σπιθαμή και το νερό με το χέρι κι όλη τη γη με την παλάμη;» (Ησ. 40, 12). Βλέπεις τη μεγαλοφυία εκείνου που περιγράφει την απερίγραπτη δύναμη; Αλλά τι είναι αυτά σε σύγκριση με το όντως Ον ;

Γιατί ο προφητικός λόγος φανερώνει μ' αυτά τα εγκωμιαστικά λόγια ένα μέρος μόνο από τη θεία ενέργεια, ενώ για τη δύναμη από την οποία προέρχεται η ενέργεια, για να μην πω για τη φύση από την οποία απορρέει η δύναμη, ούτε λέγει τίποτα, ούτε διανοήθηκε να κάμει λόγο.

Αλλά και ελέγχει με το λόγο εκείνους που περιγράφουν τη θεότητα με συλλογισμούς, ερωτώντας ως εκπρόσωπος του Θεού το εξής: «Με ποιόν με παρομοιάζετε;» λέγει ο Κύριος (Ησ. 40, 25). Παρόμοια συμβουλή δίνει κι ο Σολομών με τα ίδια περίπου λόγια: «Μη σπεύσεις να προφέρεις λόγο για το πρόσωπο του Θεού, επειδή ο Θεός βρίσκεται πάνω στον ουρανό κι έεσύ είσαι κάτω στη γη» (Εκκλησ. 5, 1).

Και νομίζω ότι με την απόσταση των στοιχείων μεταξύ τους δείχνει πόσο ανώτερη είναι ως προς το μέγεθος η φύση του Θεού από τις γήινες σκέψεις. Κι όμως. Αυτός ο πραγματικά τόσο μεγάλος, που δεν μπορείς να τον δεις, ούτε να τον ακούσεις, ούτε να τον συλλογισθείς, δηλ. ο Θεός, δέχεται τον άνθρωπο, που δεν υπολογίζεται για τίποτε ανάμεσα στα αλλά όντα, δηλ. τη στάχτη, το χορτάρι, τη ματαιότητα, αυτό δέχεται ο Θεός των όλων και τον συγκαταλέγει στην τάξη του παιδιού του.

Τι μπορεί να βρεθεί αντάξιο για ευχαριστία γι' αυτή τη δωρεά; Ποιος λόγος, ποιά σκέψη, ποιά κίνηση της μνήμης με την οποία θα εξυμνήσει την υπερβολική δωρεά; Βγαίνει έξω από τη φύση του ο άνθρωπος και γίνεται από θνητός αθάνατος και από φθαρτός άφθαρτος κι από εφήμερος αιώνιος και γενικά από άνθρωπος θεός.

Κι εκείνος που αξιώνεται να γίνει παιδί του Θεού, αποκτάει ασφαλώς μέσα του την αξία του Πατέρα και κληρονομεί τα πατρικά αγαθά. Ω πόσο μεγάλη είναι η δωρεά του πλούσιου Δεσπότη! Πόσο ευρύχωρη η παλάμη! Πόσο μεγάλο το χέρι! Πόσα είναι τα χαρίσματα των μυστικών θησαυρών!

Από φιλανθρωπία επαναφέρει τον άνθρωπο στην ίδια σχεδόν με τον Εαυτό του τιμή, που εξαιτίας της αμαρτίας είχε χάσει. Γιατί αν ο Θεός χαρίζει στους ανθρώπους την οικείωση αυτού που ο ίδιος είναι κατά τη φύση, τι άλλο εκτός από ομοτιμία υπόσχεται με τη συγγένεια;


«Τι γλυκύτερον της ειρηνικής ζωής;»

2. Και το μεν βραβείο είναι τόσο μεγάλο. Αλλά ποιό είναι το αγώνισμα; Αν γίνεις ειρηνοποιός, λέγει, θα λάβεις ως στέφανο το δώρο της υιοθεσίας. Εγώ νομίζω ότι και το έργο, για το οποίο υπόσχεται τόσο μεγάλη αμοιβή, είναι ένα άλλο δώρο.

Γιατί τι είναι πιο γλυκό για ν' απολαύσει ο άνθρωπος, απ' όσα επιδιώκει στη ζωή, εκτός από την ειρηνική ζωή; Όποιο κι αν αναφέρεις από τα ευχάριστα της ζωής, έχει ανάγκη της ειρήνης για να είναι γλυκό.

Γιατί έστω κι αν υπάρχουν όλα όσα θεωρούνται πολύτιμα στη ζωή, όπως πλούτος, υγεία, σύζυγος, παιδιά, γονείς, υπηρέτες, φίλοι, η γη κι η θάλασσα για να πλουτίζει η καθεμιά με τα δικά της αγαθά, παραδεισένιοι κήποι, κυνήγια, λουτρά, γυμναστήρια και χώροι άσκησης, τόποι διασκέδασης και τρυφής για τους νέους, κι όλα εκείνα που είναι επινοήσεις της ηδονής.

Σ' αυτά πρόσθεσε και τα ευχάριστα θεάματα και τα μουσικά ακροάματα κι ό,τι άλλο με το οποίο γίνεται γλυκιά η ζωή των ανθρώπων της τρυφής. Αν υπήρχαν όλα αυτά, δεν υπήρχε όμως μαζί και το αγαθό της ειρήνης, ποιό θα ήταν το κέρδος από κείνα, αφού ο πόλεμος θα διέκοπτε την απόλαυση των αγαθών;

Συνεπώς η ειρήνη είναι κι η ίδια γλυκιά για όσους την απολαμβάνουν, αλλά και γλυκαίνει υπερβολικά όλα όσα θεωρούνται πολύτιμα στη ζωή. Αλλά κι αν μας βρει κάποια ανθρώπινη συμφορά, όταν ζούμε ειρηνικά, επειδή η συμφορά αυτή θα είναι ανάμικτη με το καλό, (που προέρχεται απ' την ειρηνική ζωή) θα είναι πιο εύκολο να την αντιμετωπίσουν αυτοί που θα την έχουν υποστεί (τη συμφορά).

Όταν η ζωή απειλείται από τον πόλεμο, γινόμαστε κατά κάποιο τρόπο αναίσθητοι σε παρόμοιες αφορμές λυπηρών. Γιατί η κοινή συμφορά του πολέμου ξεπερνάει τις επί μέρους θλίψεις. Κι όπως λένε οι γιατροί για τους σωματικούς πόνους, αν συμπέσουν χρονικά δυό πόνοι στο ίδιο σώμα, γίνεται αισθητός ο ισχυρότερος, γιατί υποκλέπτεται ως ένα βαθμό ασυναίσθητα ο πόνος της ελαφρότερης ασθένειας από την κυριαρχία του ισχυρότερου.

Έτσι και τα δεινά του πολέμου, που είναι από τα περισσότερο θλιβερά, κάνουν τους ανθρώπους να μην αισθάνονται τις δικές τους συμφορές ο καθένας χωριστά. Κι αν η ψυχή ναρκώνεται κάπως ως προς την αίσθηση των δικών της δοκιμασιών, επειδή είναι χτυπημένη απ' τα δεινά του πολέμου, που όλοι από κοινού υπομένουν, πως να αισθάνεται τα ευχάριστα;

Φαντάσου να γίνεται μια μάχη όπου υπάρχουν τα όπλα και τα άλογα κι ο πυρακτωμένος σίδηρος κι η σάλπιγγα που αντηχεί και φάλαγγες που αναταράσσονται με τα δόρατα κι ασπίδες που δένονται σφιχτά και κράνη που γέρνουν μπροστά από τους σβέρκους φοβερά, ταυτόχρονες πτώσεις, σπρωξίματα, συμπλοκές, σκοτωμοί ανδρών, οπισθοχωρήσεις, καταδιώξεις, οδυρμοί, αλαλαγμοί, γη βρεμένη από τα αίματα, νεκροί που ποδοπατούνται, τραυματίες που έχουν εγκαταλειφθεί, και όλα όσα είναι μεταξύ των κακών συμπτωμάτων του πολέμου. Άραγε όποιος βρεθεί μέσα σ' αυτά τα δεινά θα μπορέσει να στρέψει ποτέ τη σκέψη του στην ανάμνηση εκείνων που ευφραίνουν;

Εάν δε η μνήμη εξαπατήσει την ψυχή με κάποιο από τα ευχάριστα, δε θα είναι πρόσθετη συμφορά το να υπεισέλθει στο νου η ανάμνηση των πολύ αγαπητών στην περίοδο των κινδύνων; Επομένως εκείνος που σε ανταμείβει, αν αποχωρισθείς από τα δεινά του πολέμου, σου έχει χαρίσει δυο δώρα. και το μεν ένα δώρο είναι το βραβείο, δηλ. η ειρήνη.

Το δε άλλο, αυτό το ίδιο το αγώνισμα. Ώστε αυτή η ίδια η ειρήνη για τον εαυτό της είναι προτιμότερη από κάθε άλλη επιδίωξη, για όσους βέβαια έχουν νου, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ελπίδα για κανένα απ' αυτά τα αγαθά. Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναγνωρίσουμε την υπερβολική φιλανθρωπία του Θεού, που χαρίζει τις αγαθές ανταμοιβές, όχι για κόπους και ιδρώτες, αλλά κατά κάποιο τρόπο για ανέσεις και χαρές.

Είναι, λοιπόν, η ειρήνη η κορωνίδα των τερπνών. Και ο Κύριος θέλει να υπάρχει στον καθένα, ώστε όχι μόνο ο ίδιος να την κατέχει, αλλά από το άφθονο απόκτημα, να μοιράζει και σε κείνους που δεν έχουν.


Ειρήνη και θυμός

3. «Μακάριοι, λέγει, είναι οι ειρηνοποιοί». Ειρηνοποιός είναι εκείνος που δίνει την ειρήνη στον άλλο. Αλλά κανείς δε θα μπορέσει να δώσει στον άλλο αυτό που ο ίδιος δεν έχει. Θέλει, λοιπόν, ο Κύριος να είσαι πρώτα συ γεμάτος από τα αγαθά της ειρήνης κι έπειτα να προσφέρεις αυτό το απόκτημα σε όσους το χρειάζονται.

Κι ας μη λεπτολογεί υπερβολικά ο λόγος τη βαθύτερη έννοια της λέξης. Γιατί κι η πρόχειρη κι επιφανειακή εξήγησή της μας είναι αρκετή για την απόκτηση του αγαθού.

Μακάριοι οι ειρηνοποιοί. Αυτός ο λόγος με τη συντομία του χαρίζει τη θεραπεία πολλών ασθενειών, επειδή σ' αυτή την περιληπτική και γενικότερη ονομασία περικλείει και τα επί μέρους καλά. Ας εννοήσουμε πρώτα τι είναι η ειρήνη.

Τι άλλο από κείνη την επιθυμία της αγάπης προς το συνάνθρωπο; Και τι είναι το αντίθετο προς την αγάπη; Το μίσος, η οργή, ο θυμός, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπόκριση, η πολεμική συμφορά. Βλέπεις πόσων και ποίων ασθενειών είναι αντίδοτο η μία λέξη;

Γιατί η ειρήνη αντικαθιστά εξίσου καθένα απ' όσα αναφέραμε, και με τη δική της παρουσία εξαφανίζει το κακό. Όπως δηλ. εξαφανίζεται η ασθένεια, όταν αποκατασταθεί η υγεία, κι όταν φανεί το φως, δεν παραμένει το σκοτάδι, έτσι κι όταν εμφανισθεί η ειρήνη, εξαφανίζονται όλα τα πάθη που αποτελούνται από το αντίθετο.

Πόσο σημαντικό είναι αυτό το αγαθό, νομίζω πως δεν χρειάζεται να το αναπτύξω εγώ με λόγια. Συ μόνος σου σκέψου πάνω σ' αυτό το θέμα, ποιά είναι η ζωή εκείνων που υποψιάζονται ο ένας τον άλλο και μισούνται μεταξύ τους.

Δυσάρεστες οι συναντήσεις, αηδιαστικά γι' αυτούς όλα τα μεταξύ τους. Τα στόματα αμίλητα και τα βλέμματα στραμμένα στην άλλη πλευρά. Κι η ακοή φραγμένη για τη φωνή εκείνου που μισεί κι εκείνου που μισείται.

Ό,τι είναι αγαπητό στον καθένα απ' αυτούς, αυτό στον άλλο δεν είναι αγαπητό. Κι αντίθετα, κάθε εχθρικό και πολέμιο, αυτό είναι επιθυμητό στον εχθρό. Όπως τα ευώδη αρώματα γεμίζουν με την καλή τους μυρουδιά τον γύρω αέρα, έτσι θέλει ο Κύριος να πλεονάζει με αφθονία σε σένα το χάρισμα της ειρήνης, ώστε ο δικός σου τρόπος ζωής να γίνεται φάρμακο της ξένης ασθένειας.

Θ' αντιλαμβανόσουν καλύτερα πόσο μεγάλο είναι αυτό το αγαθό, αν υπολόγιζες τις συμφορές των παθών που σημειώνονται στην ψυχή του καθενός από την εχθρική διάθεση. Ποιος θα μπορούσε ν' αναπτύξει επάξια τα πάθη της οργής;

Ποιος λόγος θα περιγράψει την ασχήμια αυτής της αρρώστιας; Βλέπεις τα πάθη των δαιμονιζομένων που φαίνονται πάνω σε κείνους που έχουν κυριευθεί απ' το θυμό. Σκέψου τα συμπτώματα και του διαβόλου και του θυμού παράλληλα και ποιά η διαφορά τους.

Κατακόκκινο και γυρισμένο το μάτι των δαιμονιζομένων, παραφέρεται η γλώσσα, σκληρός ο λόγος, διαπεραστική κι όμοια με γαύγισμα σκύλου η φωνή. Αυτά τα γνωρίσματα είναι κοινά και του δαιμονιζομένου κι εκείνου που θυμώνει: τράνταγμα της κεφαλής, απερίσκεπτες κινήσεις των χεριών, αναβρασμός όλου του σώματος, ασταθή τα πόδια, μιά η περιγραφή μ' αυτά και των δύο ασθενειών.

Τόσο μόνο διαφέρουν μεταξύ τους το ένα από το άλλο, όσο το μεν ένα είναι εκούσιο κακό, ενώ το άλλο προσβάλλει χωρίς τη θέλησή τους εκείνους, στους οποίους παρουσιάζεται. Πόσο αθλιότερο είναι να βρεθείς θεληματικά σε συμφορά, από το να σε βρει αθέλητα!

Κι όποιος είδε την αρρώστια που προκαλεί ο δαίμονας οπωσδήποτε λυπήθηκε, ενώ την παραφροσύνη του θυμού, μόλις την είδε, αμέσως και τη μιμήθηκε, επειδή ξεχωρίζει τη βλάβη για να μην τον ξεπεράσει με το πάθος του εκείνος που πριν απ' αυτόν αρρώστησε.

Κι όταν ο δαίμονας διαστρεβλώνει το σώμα του αρρώστου, περιορίζει το κακό ως αυτό, τινάζοντας συνεχώς με ορμή στον αέρα άσκοπα τα χέρια του μανιακού. Ο δαίμονας όμως του θυμού δεν εκτελεί με αργό ρυθμό τις κινήσεις του σώματος.

Γιατί άμα κυριαρχήσει το πάθος και υπερθερμανθεί το γύρω από την καρδιά αίμα κι η μαύρη χολή, όπως λένε, διασκορπισθεί σ' ολόκληρο το σώμα με τη διάθεση του θυμού, τότε από τους ατμούς που συμπιέζονται στο εσωτερικό, στενοχωρούνται τα αισθητήρια που βρίσκονται γύρω απ' το κεφάλι.

Τα μάτια πετιούνται έξω απ' τα όρια των βλεφάρων και κυττάζουν ματωμένα κι όμοια με δράκου, προς αυτό που προκαλεί τη λύπη. Τα σπλάγχνα υποφέρουν από δύσπνοια. Φουσκώνουν οι φλέβες γύρω από τον αυχένα κι η γλώσσα γίνεται χονδρή κι η ομιλία θεληματικά οξεία, επειδή στενεύει η αρτηρία.

Αλλά και τα χείλη παγώνουν και μαυρίζουν γύρω-γύρω από τη διάχυση εκείνης της κρύας χολής. Δύσκολα κάνουν το φυσικό άνοιγμα και κλείσιμο, ώστε να μην μπορούν να συγκρατήσουν στο στόμα ούτε κι αυτό το πλεόνασμα του σάλιου, αλλά κι αυτό το βγάζουν μαζί με τις λέξεις, επειδή παράλληλα με τη βιαστική προφορά φτύνεται κι ο αφρός.

Τότε, λοιπόν, μπορείς να δεις να κινούνται τα χέρια από την αρρώστια, όπως επίσης και τα πόδια. και κινούνται τα μέλη αυτά, όχι πια άσκοπα, όπως συμβαίνει με τους δαιμονιζόμενους, αλλά για κακό σκοπό εκείνων που συμπλέκονται μεταξύ τους εξαιτίας της νόσου του θυμού.

Κι ευθύς αμέσως οι επιθέσεις εκείνων, που διαπληκτίζονται μεταξύ τους, στρέφονται προς τα πιο ευαίσθητα από τα αισθητήρια. Κι αν το στόμα πλησιάσει σώμα σε κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, δε μένουν αδρανή ούτε τα δόντια, αλλά μπήχνονται σαν του θηρίου σε κείνους που θα πλησιάσουν.

Και ποιος θα μπορούσε ν' αναφέρει το καθένα απ' τα κακά που προέρχονται απ' το θυμό; Εκείνος, λοιπόν, που εμποδίζει αυτή την ασχημία, δικαιολογημένα θα μπορούσε να ονομασθεί, για την υπερβολικά μεγάλη ευεργεσία, μακάριος και έντιμος.

Αν όμως, εκείνος που απομακρύνει τον άνθρωπο από κάποια σωματική δυσαρέσκεια είναι έντιμος, πολύ περισσότερο έντιμος θα θεωρηθεί από τους συνετούς ως ευεργέτης του βίου, εκείνος που ελευθερώνει την ψυχή απ' αυτή την αρρώστια. Γιατί όσο ανώτερη είναι η ψυχή από το σώμα, τόσο πιο πολύτιμος είναι αυτός που γιατρεύει τις ψυχές, από κείνους που γιατρεύουν τα σώματα.


Φοβερότερα τα κρυφά από τα φανερά

4. Κι ας μη φαντασθεί κανείς ότι απ' όλα τα κακά που προκαλούνται απ' το μίσος, θεωρώ πως το πάθος του θυμού είναι το φοβερότερο. Πιστεύω πως το πάθος του φθόνου και της υποκρισίας είναι πολύ φοβερότερο απ' αυτό που αναφέραμε, όσο είναι φοβερότερο το κρυμμένο απ' το φανερό.

Γιατί κι απ' τα σκυλιά προσέχουμε περισσότερο εκείνα που ούτε το γαύγισμα φανερώνει την αγριότητα, ούτε η κατά πρόσωπο επίθεση, αλλά με την πραότητα και την ηρεμία στη μορφή παραμονεύουν να μας βρουν απρόσεκτους και ξένοιαστους.

Τέτοιο είναι το πάθος του φθόνου και της υποκρισίας, για όσους υποβόσκει μέσα στο βάθος της καρδιάς το μίσος, σαν άλλη ξεχασμένη φωτιά που κρυφοκαίει, ενώ μεταμορφώνεται σε φίλο ως προς το παρουσιαστικό με την υποκρισία.

Όπως συμβαίνει και με τα άχυρα. Αν η φωτιά πιάσει από κάτω κρυφά, στην αρχή μεν κατατρώγει καίγοντας όσα βρίσκει γύρω, φλόγα όμως δεν βγαίνει στην επιφάνεια, αλλά ένας δυνατός καπνός πετάγεται βίαια, επειδή συμπιέζεται από μέσα.

Κι αν τύχει να φυσήξει κάποιο αεράκι, τότε ξαναζωηρεύει η φλόγα και γίνεται φανερή και λαμπερή. Έτσι κι ο φθόνος κατατρώγει μεν εσωτερικά την καρδιά, σαν τη φωτιά που κατακαίει κάποιο συμπιεσμένο σωρό από άχυρα.

Και κρύβει μεν από ντροπή την αρρώστια, αλλά δεν είναι δυνατός για να την κρύψει παντοτινά. Γιατί σαν άλλος δυνατός καπνός έρχεται στην επιφάνεια η πικρία από το φθόνο με τις εκδηλώσεις στο παρουσιαστικό.

Αν συμβεί μάλιστα να βρει συμφορά εκείνον που φθονείται, τότε ξεσκεπάζει το πάθος, με το να βρίσκει τη λύπη του άλλου ευκαιρία χαράς και αγαλλίασης. Κατακρίνει τα απόκρυφα πάθη, για όσο χρόνο νομίζει ότι ξεφεύγει την προσοχή των άλλων με τα φανερά σημάδια στο πρόσωπο.

Όμως τα σημεία που προδίδουν τον επικείμενο θάνατο εκείνων για τους οποίους έχει χαθεί κάθε ελπίδα ζωής, είναι αυτά που πολλές φορές εμφανίζονται σ' αυτόν που λιώνει από το φθόνο. Είναι δηλ. τα σβηστά μάτια, που βαθουλώνουν από τα αποξεραμένα βλέφαρα, φρύδι πεσμένο μαζί με τα βλέφαρα, κόκκαλα που διακρίνονται από την έλλειψη σαρκών.

Και ποιά είναι η αιτία της αρρώστιας; Το να ζει λυπημένα ο αδελφός ή ο οικείος, ή ο γείτονας. Ω τι πρωτοφανή αδικήματα είναι αυτά! Θεωρεί έγκλημα το ότι δε δυστυχεί εκείνος, για τις επιτυχίες του οποίου υποφέρει.

Και δεν κρίνει την αδικία με κριτήριο κάποιο κακό, από κείνα που έπαθε εξαιτίας του, αλλά με βάση αυτά που εκείνος χωρίς καμιά αδικία ζει μέσα στις επιτυχίες. Θα έλεγα σ' αυτόν: Ταλαίπωρε, τι έπαθες; Για ποιό λόγο υποφέρεις και λιώνεις, βλέποντας με δυσπιστία και με θλίψη τις επιτυχίες του γείτονα; Για ποιό πράγμα μπορείς να τον κατηγορήσεις; Μήπως είναι κομψός στο σώμα εκείνος; Μήπως έχει το χάρισμα του λόγου; Μήπως είναι ανώτερος ως προς την καταγωγή; Μήπως φαίνεται σπουδαίος με το αξίωμα σε κάποια εξουσία; Μήπως απόκτησε κάποια οικονομική άνεση; Μήπως είναι μετρημένος στα λόγια εξαιτίας της φρόνησης; Μήπως έγινε πασίγνωστος εξαιτίας της αγαθοεργίας; Μήπως χαίρεται για τα παιδιά του; Μήπως ζει ευτυχισμένος με τη σύζυγό του; Μήπως δοξάζεται όταν εισέρχεται στο σπίτι του; Αυτά γιατί τ' αφήνεις να πληγώνουν την καρδιά σου σαν τις αιχμές των βελών; Χτυπάς τις παλάμες, συμπλέκεις τα δάχτυλα, στενοχωρείσαι με τους λογισμούς, αρχίζεις να στενάζεις για κάτι το μύχιο κι οδυνηρό.

Σου προκαλεί αηδία η απόλαυση των αγαθών που έχεις. Θλίψη σε γεμίζει το τραπέζι. Σκυθρωπή η μορφή. Πρόθυμο το αυτί για ν' ακούσει τη συκοφαντία για κείνον που ευτυχεί. Αν όμως λεγόταν κάτι από τα ευχάριστα, έχει κλεισθεί η ακοή στο λόγο.

Κι όταν βρίσκεσαι σ' αυτή την ψυχική κατάσταση προς τι να προσπαθείς με την υποκρισία να συγκαλύψεις την αρρώστια; Πώς να πέσει πάνω στο πρόσωπό σου η μάσκα της φιλίας με την υπερβολικά πλασματική επίδειξη εύνοιας;

Τι νόημα έχει να εύχεσαι χαρά και υγεία στους άλλους με τα κατάλληλα επαινετικά λόγια, όταν καταριέσαι τ' αντίθετα στα βάθη τη ψυχής σου; Τέτοιος υπήρξε ο Κάϊν, που παραφρόνησε εξαιτίας της ευτυχίας του Άβελ. Από μέσα ο φθόνος προέτρεπε για τη δολοφονία.

Κι η προτροπή γίνεται δολοφόνος, με κείνο το φιλικό κι ευπροσήγορο ύφος που πήρε κι οδήγησε στο χωράφι, μακριά από την προστασία των γονέων. Κι έπειτα, έτσι με το έγκλημα αποκάλυψε το φθόνο (Γεν. 4, 3-8).

Εκείνος, λοιπόν, που διώχνει αυτή την αρρώστια από την ανθρώπινη ζωή και με την αγάπη και την ειρήνη συνδέει το ανθρώπινο γένος και οδηγεί τους ανθρώπους σε φιλική συμφωνία, δεν επιτελεί άραγε έργο πραγματικά θεϊκής δύναμης, όταν απ' το ένα μέρος περιορίζει τις ανθρώπινες κακίες, κι από τ' άλλο βάζει στη θέση τους τη μετοχή των αγαθών; Να για ποιό λόγο αποκαλεί τον ειρηνοποιό παιδί του Θεού. Επειδή γίνεται μιμητής του αληθινού Θεού, που χαρίζει αυτά τα αγαθά στη ζωή των ανθρώπων.

Μιμητής των χαρισμάτων του Χριστού

5. «Μακάριοι, λοιπόν, είναι οι ειρηνοποιοί, γιατί αυτοί θα ονομασθούν παιδιά του Θεού». Και ποιοι είναι αυτοί; Όσοι απομιμούνται τη φιλανθρωπία του Θεού. Αυτοί που δείχνουν στο δικό τους βίο το ιδιαίτερο γνώρισμα της θεϊκής ενέργειας.

Ο Κύριος των αγαθών που είναι ευεργετικός, εκτοπίζει γενικά και εξαφανίζει καθετί που είναι αλλόφυλο και ξένο προς το αγαθό. Αυτή την ενέργεια νομοθετεί και για σένα. Να διώχνεις δηλ. το μίσος, να σταματάς τον πόλεμο, να εξαφανίζεις το φθόνο, ν' αποτρέπεις τη διαμάχη, να ξεσκεπάζεις την υποκρισία, να σβήνεις από την καρδιά σου τη μνησικακία που κρυφοκαίει εσωτερικά.

Να βάζεις μέσα στην καρδιά σου, αντί γι' αυτά όλα εκείνα που με την αφαίρεση των αντιθέτων παίρνουν τη θέση τους. Κι όπως με την υποχώρηση του σκότους επακολουθεί το φώς, έτσι και σ' αντικατάσταση του καθενός απ' αυτά, εισχωρεί ο καρπός του Πνεύματος, που είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η καλοσύνη, η μακροθυμία κι όλος ο κατάλογος των αγαθών που αναφέρεται από τον Απόστολο (Γαλ. 5,22).

Πώς, λοιπόν, να μην είναι μακάριος εκείνος που μοιράζει τα θεϊκά δώρα; Εκείνος που μιμείται τα χαρίσματα του Θεού; Εκείνος που εξομοιώνει τις δικές του αγαθοεργίες με τις μεγάλες θεϊκές δωρεές; Είναι όμως πιθανόν αυτός ο μακαρισμός να μην αποβλέπει μόνο στο καλό το ξένο, δηλ. στην ειρήνευση των άλλων.

Γιατί πιστεύω ότι στην κυριολεξία ειρηνοποιός λέγεται κείνος, που φέρνει σε ειρηνική συμφωνία την επανάσταση, που κάνει μέσα του η σάρκα κατά του πνεύματος κι ο εσωτερικός πόλεμος της ανθρώπινης φύσης.

Κι αυτό κατορθώνεται, όταν πλέον μένει ανενέργητος ο νόμος του σώματος, που αντιμάχεται το νόμο του πνεύματος, κι όταν υποταχθεί στην ανώτερη βασιλεία, υπηρετεί τις θεϊκές παραγγελίες. Κυρίως όμως μας συμβουλεύει ο μακαρισμός να μην πιστεύσουμε τούτο, το ότι δηλ. ο βίος των εναρέτων είναι διπλός, σωματικός και πνευματικός.

Γιατί όταν φύγει από τη μέση ο μεσότοιχος της κακίας, που τώρα μας εμποδίζει, γίνονται κι οι δυό ένας, αφού συναφθούν με την ανάμιξη προς το ανώτερο. Επειδή, λοιπόν, καθώς έχουμε πιστέψει, είναι απλό κι ασύνθετο και χωρίς σχήμα το θείο, κατά συνέπεια κι ο άνθρωπος όταν βρεθεί μ' αυτή την ειρηνοποιία έξω από τη διπολικότητα σώματος και ψυχής και ξαναγυρίσει τελείως στο αγαθό, θα γίνει αληθινά ένας απλός και χωρίς σχήμα, ώστε αυτός που φαίνεται, να είναι ο ίδιος με τον κρυπτόμενο κι ο κρυπτόμενος με τον φαινόμενο.

Τότε επικυρώνεται αληθινά ο μακαρισμός. Κι αυτοί κυριολεκτικά ονομάζονται παιδιά του Θεού, αφού χαρακτηρίστηκαν μακάριοι, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......