Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΝΗΨΕΩΣ" ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ π. ΒΑΡΝΑΒΑ ΓΙΑΓΚΟΥ

 

 

01_Η ΝΗΨΗ ΚΑΙ Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΗΣΥΧΙΑ 

02_Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ 

03_Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ 

04_Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ 

05_Η ΜΕ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ, Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ 

06_ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΥΔΩΡ, Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ 

07_Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 

08_ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΜΙΑΣ ΥΓΙΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΑΛΛΑΓΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ 

09_ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ Η ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ ΜΟΛΥΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΤΑΡΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ 

10_Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ 

11_ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ 

12_ΠΩΣ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΟΓΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ 

13_Η ΕΠΙΜΟΝΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ 

14_ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ  

15_Η ΝΗΨΗ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ 

16_ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΕΜΑ, Η ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 


17_Η ΑΓΑΘΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ (και ΠΕΡΙ ΕΥΧΗΣ και ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ)  

 

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2021

ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ (Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)




Ενθυμούμαι κάποιον αναχωρητή που πήγε σε έναν περίφημο Γέροντα, τον όσιο Ποιμένα. Έκανε ολόκληρο ταξίδι για να τον δη και να τον ακούση. Και όπως ήταν ο ίδιος καλλιεργημένος, άρχισε να μιλάη για την βασιλεία των ουρανών. Μόλις τον άκουσε ο όσιος Ποιμήν, έστρεψε αλλού το πρόσωπό του και στάθηκε ακίνητος, χωρίς να του πη τίποτε. Και ο επισκέπτης που είχε κάνει ολόκληρο ταξίδι έφυγε απογοητευμένος. Τελικώς όμως, επέστρεψε και λέγει στον όσιο: Πάτερ, θέλω να μου μιλήσης για τα πάθη. Και του απαντά ο όσιος: Εάν θέλεις να μιλήσωμε περί παθών, τότε μάλιστα, άνοιξε την καρδιά σου και θα σου την γεμίσω με αγαθά. Άνοιξε πραγματικά εκείνος την καρδιά του, τον άκουσε και φεύγοντας του είπε: Αλήθεια, αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στην βασιλεία των ουρανών. Σπανίως οι άνθρωποι σκέπτονται έτσι, αλλά όντως ο λόγος περί παθών οδηγεί στην βασιλεία του Θεού. Διότι τι είναι τα πάθη; Είναι αυτά που δημιουργήθηκαν, όπως ξέρετε, από την απώλεια της βασιλείας του Θεού. Για να καταλάβωμε λίγο καλύτερα τι είναι, θα κάνωμε μία μικρή αναδρομή, ίσως λίγο κουραστική, αλλά αναγκαία. Το θέμα μας είναι πολύ βαθύ. 

 

Α΄

Τα πάθη υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο. Ο Θεός βέβαια, προτού πλάση τον άνθρωπο, είχε φτιάξει τα πάντα «καλά λίαν», ώστε ο άνθρωπος να μπη μέσα σε έναν ωραιότατο κόσμο που να μην του λείπη τίποτε, να μην έχη καμία ανάγκη, για να μπορή να είναι ευτυχισμένος. Μέσα στον παράδεισο, κάθε πρωί και κάθε βράδυ αλλά και άλλες φορές, ο ίδιος ο Θεός περπατούσε μαζί με τον πρωτόπλαστο και έκαναν ωραιότατες συζητήσεις. Ο παράδεισος, ο τόπος των θείων συναντήσεων, ήταν το μέσο και το εργαλείο το οποίο θα υπηρετούσε τον άνθρωπο και θα τον βοηθούσε να γνωρίσει καλύτερα τον Θεόν και να μάθη πώς θα γίνει «κοινωνός θείας φύσεως».


Όλα τα κτίσματα, και τότε και σήμερα, είχαν μόνον έναν σκοπό, την υπηρεσία του ανθρώπου. Καθ’ ευατά, δεν έχουν καμία αξία, καμία ποιότητα, καμία σχέσι με τον θάνατο ή την αθανασία. Όλα, και τα έμψυχα και τα άψυχα, είναι δοχεία γεμάτα από την αγάπη του Θεού. Είναι κάτοπτρα τα οποία συγκεντρώνουν μέσα τους φως από το φως της θεότητος και αντανακλούν την ωραιότητα, το μεγαλείο και την σοφία του Θεού. Ότι και αν κοιτάξει κανένας στην κτίσι, του δείχνει τον Θεόν. Πολύ δε περισσότερο κάτοπτρο του Θεού είναι ο άνθρωπος, ο μεγαλοπρεπέστατος αυτός βασιλεύς της φύσεως, που πλάσθηκε για να σκύβη το κεφάλι του μόνον στον βασιλέα των ουρανών. Ο άνθρωπος είναι η ωραιοτέρα αποκάλυψης του Θεού, της φιλανθρωπίας Του, της αγάπης Του και της δυνάμεώς Του. Την κοινωνία στην οποία ζούσε ο πρωτόπλαστος Αδάμ, την αποτελούσε αυτός και η Εύα – ο άνθρωπος -, ο Θεός και η άλογος φύσις. Επικοινωνούσε δε ο άνθρωπος και με τους αγγέλους, και έτσι ήταν πληρέστερη η κοινωνία του. 


Ο θεοχώρητος λοιπόν άνθρωπος, ο οποίος κάθε ημέρα αντήλλασε φως και ζωή με τον Θεόν, ήλθε μια στιγμή που προτίμησε να χάση τον Θεόν, για να γίνη θεός ο ίδιος. Δελεάσθηκε από την ωραιότητα την δική του, και η διάνοιά του συνέλαβε την σκέψι να γίνη ο ίδιος ένα είδωλο. Έγινε επομένως αυτοπλαστουργός, ένα αυτοείδωλο, το οποίο ήθελε να προσκυνήται. Εγκατέλειψε την ζωοποιό δύναμι και σχέσι με τον Θεόν και χωρίσθηκε παντελώς από αυτόν. 

 

Και έμεινε τώρα ο επαναστάτης Αδάμ – που είπε, γιατί να είσαι εσύ Θεός και να μην είμαι εγώ – μονώτατος, καλαμιά μέσα στον κάμπο, που αξίζει κανείς να την λυπάται. Έγινε αξιολύπητος από την στιγμή εκείνη ο πριν ευτυχής Αδάμ, ο συζητητής, ο σύντροφος, ο φίλος του Θεού, μακριά πλέον από τον Θεόν, χωρίς την παραμικρή προστασία. 

 

Έγινε επίσης περίφοβος, ένιωσε γυμνός και ξένος στον χώρο του παραδείσου. Τον παράδεισο, που τον δημιούργησε ο Θεός γι’ αυτόν, τον έχασε πια και έγινε τώρα έγκοπος. Για να πετύχη δηλαδή το κάθε τι, έπρεπε να κοπιάζη πολύ, να χύνη ποτάμια ιδρώτος. Και ενώ χύνει ποτάμια ιδρώτος, οι καρποί του είναι μηδαμινοί. Το πολύ πολύ σπέρνει λίγο χωράφι ή εφευρίσκει κάποιο εργαλείο και έχει κάποια επιτυχία, που δεν οδηγεί όμως πουθενά. 

 

Η σχέσις του με τον Θεόν έπαυσε να υπάρχη, και το κοίταγμα του Θεού ήταν πλέον νεκροποιό γι’ αυτόν, του χορηγούσε περισσότερη νέκρωσι. Μπήκε βέβαια μέσα στην καρδιά του μία μακρινή ελπίδα ότι κάποτε θα λυτρωθή, τώρα όμως έστενε, βογγούσε, πονούσε, και δεν υπήρχε τίποτα που να τον απαλλάξη από αυτή την θλίψι, διότι ζούσε ως θεός πλέον ο ίδιος και δεν υπήρχε κανένας ανώτερός του για να τον βοηθήσει. 

 

Η φύσις λοιπόν επανεστάτησε εναντίον του επαναστάτου ανθρώπου και το παν στρεφόταν εναντίον του. Η φύσις ένοιωθε ότι ο άνθρωπος, ο πρώην βασιλιάς της, έγινε ένας δήμιος. Η ασφάλεια, την οποία ένοιωθε προηγουμένως ο πρωτόπλαστος μέσα στον παράδεισο, και η τρυφή του παραδείσου αντικαταστάθηκαν με δύο άλλα πράγματα. Η μεν ασφάλεια με την αγωνία και την μέριμνα να δημιουργήση καινούργιο τρόπο ασφαλείας, η δε τρυφή με την οδύνη, με τον πόνο, με την θλίψι και το βογγητό. 

 

Κυριευμένος τώρα από την φαντασιόπληκτη ιδεοληψία της αυτοθεότητός του, από ένα ψεύτικο όνειρο, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σκιά, δεν έχει πλέον καμία αίσθηση ζωής μέσα του, και αυτή η πράξις του δεν έχει κανένα νόημα, δεν οδηγεί πουθενά. 

 

Η μέριμνά του αποδεικνύεται εντελώς αδύναμη για να τον υποκινήση σε μία ουσιαστική πράξι, και καταλήγει σε πλήρη ματαιοπονία. Οι σχέσεις του με τα πράγματα και με τα ολισθηρά διανοήματα της καρδιάς του τού δημιουργούν ένα ασήκωτο βίωμα ενός μανιακού ριψίματος επάνω στη γη. Αφού Θεόν δεν είχε πλέον, ουρανό δεν ήλπιζε, η συντροφιά του έλειπε, το μόνον το οποίο είχε ήταν το χώμα της γης, που έπρεπε να το καλλιεργή. Η απώλεια δε αυτής της ισορροπίας, αυτής της χαράς, η απώλεια του Θεού, δεν ήταν μόνο απώλεια του Αδάμ, αλλά ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Ο άνθρωπος τώρα δεν έχει Θεόν, τον ξεχνάει, γίνεται δυστυχής και αμαρτωλός. Η αμαρτία του είναι αυτή η μοναξιά του, η μόνιμη στέρησις της συντροφιάς, το ότι είπε στον Θεόν: Κάθισε στην άκρη εσύ, είμαι αυτάρκης.

 

Επομένως, η σχέσις του ανθρώπου με τα έμψυχα και με τα άψυχα δεν τον οδηγεί πλέον σε κάποια κοοινωνία. Είναι απλώς μία προβολή των αναγκών του, μία νοητική και μία καρδιακή, ας πούμε, κίνησις προς τα έξω, η οποία δεν τον κάνει να αγκαλιάζη κάτι άλλο και μάλιστα τον Θεόν. Καθώς σκύβει τώρα ο άνθρωπος, βλέπει την απουσία παντός ετέρου, βλέπει την δική του ερημιά. Ο κόπος του γίνεται άστοχος και άκοπος, δεν στοχεύει πουθενά και δεν πετυχαίνει κανέναν σκοπό. 

 

Οι πράξεις του αρχίζουν επίσης να του δίνουν μια ταραχή, ένα θάμβος, έναν βραχνά μέσα στην ψυχή του. Όταν όμως κανείς κουράζεται έτσι, όταν βραχνιάζη η ψυχή του, παύει να έχει λογική, οπότε οι κινήσεις του και η λογική του απέκτησαν μία αλογία, μία παραλογία. Τα πάντα έγιναν μία φθίσις, ένα λειώσιμο, μία φθορά, που ωδηγούσε στον τάφο. Άλογος η σχέσις του με τους ανθρώπους, άλογο το μίσος του εναντίον του Θεού, άλογα τα πάντα, παράλογα, χωρίς να τον διευκολύνουν καθόλου. 

 

Αυτό σημαίνει πως ο Αδάμ ήταν τώρα ένας δέσμιος. Δεν μπορούσε να λυτρωθή, δεν μπορούσε να αγαπήση, δεν μπορούσε να μην αποθάνη, δεν μπορούσε να έχη Θεόν, δεν μπορούσε να κάνη αυτό που ήθελε. Έκανε εκείνο που δεν ήθελε. Έπεσε δηλαδή σε δύο λόγους μέσα του, έπαθε μία σχιζοείδεια. Σκορπίσθηκε η καρδιά του, η ζωή του, σαν το νερό που χύνεται και σκορπίζεται από εδώ και από εκεί. Έτσι σκορπιζόταν και έλειωνε καθημερινά η ζωή του, αφού είχε γίνει ένας σκλάβος, ένας ανελεύθερος. Και όσο τον περιέσφιγγαν τα λουριά της δουλείας του, τόσο εκείνος τα τραβούσε για να λυτρωθή, αλλά δενόταν πιο σφιχτά ακόμη. Και όσο έβλεπε την κατάντια του – έτσι γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις -, τόσο τον έπιανε και μία μανία εναντίον του Θεού, και ταυτόχρονα αισθανόταν ότι έχανε όλο και περισσότερο την δυνατότητα να κυβερνάη τον εαυτό του. 

 

Η ετεροκρατία του αυτή και η μανία του εναντίον του Θεού ήταν νέα πράγματα, χαρακτηριστικά της καινούργιας του ζωής, και δεν μπορούσε πλέον να λυτρωθή. Ότι και αν έκανε, ότι και αν έλεγε, του φαινόταν ότι ξερρίζωνε τα σωθικά του και τα πετούσε έξω. Οι εξωτερικές κινήσεις του ήταν και αυτές αντανακλαστικές του εσωτερικού του κόσμου, ήταν σύμφυτες με την καρδιά του, είχαν ζυμωθή με την ψυχή του, και ότι γινόταν ήταν ένα βγάλσιμο της ψυχής του. Μόνον έβγαζε και δεν είχε τίποτε να βάλη στη θέσι του. Έτσι διαλυόταν, και δεν είχε τίποτε με το οποίο θα μπορούσε να συνθέση την ζωή του. 

 

Τα δε πάθη του τον έκαναν ακόμη περισσότερο να μεριμνά, και αυτή η μέριμνα τον ανάγκαζε να μεγαλώνη την αντίστασί του εναντίον του Θεού, μη τυχόν και υποκύψη ο Θεός. Έτσι όμως η ζωή του έγινε πολύμοχθος και η αμαρτία του οριστικοποιήθηκε. Δεν υπήρχε πια τρόπος να λυτρωθή, διότι δεν μπορούσε να ζητήση την σωτηρία, αφού είχε αρνηθή τον Θεόν. Ως άνθρωπος δεν καταλάβαινε τον εαυτό του, διότι και η λογική του τώρα άλλαξε, ανετράπη, έμεινε χωρίς λογική. 

 

Η αμαρτία του έγινε κομμάτι της σάρκας του και της ψυχής του, τα δε πάθη του ήταν τα βογγητά, ο λόξυγκας, η βλέννα, ότι έβγαζε το είναι του, για να μπορέση να νοιώση λίγη ανακούφισι. Με τα πάθη προσπαθούσε να νοιώση ότι έχει και αυτός λίγη ζωή μέσα του. Όμως το πάθος δεν είναι ζωή, είναι θάνατος. Έτσι, η πόρτα της επιστροφής προς τον Θεόν είχε κλεισθή από τον ίδιο. 

 

Η μόνωσις τώρα, στην οποία είχε περιπέσει, και το πάθος που τον χαρακτήριζε, έκαναν την ζωή του κατάρα και συμφορά. Αν υπήρχε κάποιο ορόσημο μπροστά του, προς το οποίο έτεινε, αυτό ήταν η ημέρα και ο τόπος του θανάτου του. Μπροστά του δηλαδή έβλεπε μόνον τον χάρο. Οι νύκτες του ήταν πληγώματα και οι ημέρες του δάκρυα ατελείωτα. 

 

Πού είναι τα χαρίσματα που του είχε δώσει ο Θεός; Πού είναι οι χαρές του, πού είναι οι αποκαλύψεις που του έκανε ο Θεός, πού είναι οι ωραιότατες αναμνήσεις, που αντιφέγγιζαν την σοφία του ουρανού; Όλα χάθηκαν μαζί με τον Θεόν που ξεχάσθηκε. Τώρα «δέδεται αλύσεσι σκότους η ψυχή» του, όπως λέγει κάποιος Πατήρ, και είναι αδύνατον πλέον να λυθή. Δέθηκε με αλυσίδες, που έρριξαν την καρδιά του μέσα στα σκοτεινά. 

 

Το σώμα του, και αυτό δουλεύει τώρα στην αμαρτία, διότι το σώμα κάνει ότι το διατάζει η ψυχή. Και όχι μόνον αυτό, αλλά σπρώχνει την ψυχή ακόμη περισσότερο προς τον θάνατο. Ο ίδιος ο άνθρωπος έχει γίνει ένας διαρρήκτης της καρδιάς του, της έχει κλέψει τα μυστικά της, τις ομορφιές της, τις ελπίδες της.

 

 Και τώρα πώς θα σωθή ο άνθρωπος; πώς θα απαλλαγή από τα σκότη των παθών; Το πάθος του, όπως καταλάβατε, είναι το ότι δεν μπορεί να κάνη αυτό που πρέπει, ότι δεν κατανοεί και δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνη, η δε μόνωσις είναι ένας καταπέλτης που τον κτυπάει. Η απομόνωσις από τον Θεόν, η μοναξιά του, η απερίγραπτη αυτή φρίκη, τον εξηνάγκαζε να κτυπιέται. Για να λυτρωθή όμως από τα πάθη, έπρεπε να το θελήση, να λυτρωθή «ιδία βουλήσει». Διότι ο Θεός, όπως ξέρομε, από την αγάπη του γέννησε το πλάσμα του, το γέννησε δε ως άνθρωπο και όχι ως ζώο. Αγάπησε δηλαδή τον άνθρωπο πλούσιο ως προς την ελευθερία του και ουδέποτε έκανε κάτι χωρίς να το θέλη ο ίδιος ο άνθρωπος. Ουδέποτε ο Θεός εξηνάγκασε κανέναν, ουδέποτε μπήκε στην ζωή κάποιου ανθρώπου. 

 

Γνωρίζομε ότι τρία χρόνια ζούσε ο Χριστός μαζί με τον Ιούδα που θα τον πρόδιδε. Το ήξερε ο παντογνώστης Κύριος, και όμως ούτε μία φορά δεν του είπε: Εσύ, που σε διάλεξα ως διάλεξα ως απόστολό μου, καταλαβαίνεις τι ετοιμάζεις να κάνης; Μόνον με αγάπη του μιλούσε. Του είχε δώσει ακόμη και χρήματα για να τα κρατή, αν και ήξερε πως ήταν κλέπτης, μόνο και μόνο για να του δώση την δυνατότητα να νοιώση την συντροφιά Του, να νοιώση την αγάπη Του, τον σεβασμό Του προς αυτόν, και να μπορέση να ανυψωθή στο ύψος του Θεανθρώπου. Μόνος του διάλεξε ο προδότης την κατάρα, Μόνος του την είχε διαλέξει και ο πρώτος άνθρωπος, γι’ αυτό έπρεπε ο ίδιος να ζητήση και την σωτηρία του. Όμως δεν μπορούσε, δεν ήξερε πως να το κάνει. 

 

Και τι σοφίζεται ο Θεός; Ο ίδιος ο Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος. Ο Χριστός, ο τέλειος άνθρωπος – ως άνθρωπος δεν είχε καμία αμαρτία -, εκλέγει και προτιμά την σωτηρία και την ελευθερία του ανθρωπίνου γένους. Αρπάζει την ανθρώπινη φύσι και την ανεβάζει επάνω στον ουρανό. Έχασε τον επίγειο παράδεισο ο άνθρωπος, αλλά ο Χριστός του προσφέρει τώρα ουράνιο παράδεισο. Σαρκώθηκε ο Θεός, για να μπορή ο άνθρωπος να αποκτήση την θεότητα του Ιησού Χριστού. 

 

Έπρεπε να βρεθή ένας άνθρωπος που να ζητήση την σωτηρία του ανθρώπου και την έξοδό του από το χάος της καταστροφής, και βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Από τότε, η ελευθερία και η σωτηρία του ανθρώπου είναι πολύ εύκολο να κερδηθή. Λαχείο είναι, που το δίδει στο χέρι του ανθρώπου ο Θεός, και οποιαδήποτε στιγμή θέλει, το παίρνει και κερδίζει, διότι τραπεζίτης είναι ο ίδιος ο Θεός. 

 

Επομένως, πάθος είναι η φρικτή αδυναμία του ανθρώπου να κάνη κάτι εφικτό, δυνατό. Τέτοια πάθη που μας δυναστεύουν, και από τα οποία θέλομε να απαλλαγούμε, έχομε όλοι μας πολλά. Εφ’ όσον όμως με το πάθος του μας ελευθέρωσε ο Κύριος, μας ωδήγησε στην απάθεια, σημαίνει ότι και εμείς μπορούμε να απελευθερωθούμε από τα δικά μας πάθη, και να οδεύσωμε προς την απάθεια. Αλλά πώς; πώς είναι δυνατόν να επιτύχωμε προσωπικά αυτή την κάθαρσι; 

 

Β΄ 

Πρώτα από όλα, όπως λέγαμε προηγουμένως, πρέπει να θέλη ο άνθρωπος, για να τον βοηθήσης σε κάτι. Συνεπώς, αρχή καθάρσεως από τα πάθη μας είναι η πλήρης και τελεία θέλησις της καρδιάς μας. Εάν δεν θέλω να λυτρωθώ από το πάθος, είναι αδύνατον να μου φύγη. Το «θέλειν είναι η αρχή της σωτηρίας», λέγει ο αββάς Δωρόθεος, είναι η προϋπόθεσις, για να βαδίσωμε προς τον Θεόν. 

 

Γιατί όμως χρειάζεται η δική μας θέλησις, αφού ο Χριστός ξέρει ότι πρέπει να είμαστε ελεύθεροι και ότι κουραζόμαστε από τα πάθη; Γιατί δε μας λυτρώνει εκείνος; Διότι εμείς θα σηκώσωμε τις συνέπειες του πάθους και της αμαρτίας, εμείς θα παλέψωμε, εμείς θα ζήσωμε, εμείς θα χαρούμε ή θα κλάψωμε. Γι’ αυτό πρέπει εμείς να θέλωμε να απαλλαγούμε από τα πάθη. 

 

Ο ίδιος ο άνθρωπος πρέπει να κινητοποιήση όλες του τις δυνατότητες, όλη του την επιθυμία, για να φθάση στο προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Διότι, για να αποβάλω ένα πάθος, το οποίο γεμίζει την καρδιά και που στην πραγματικότητα μου δίνει μία ικανοποίησι, είναι ανάγκη να νοιώσω ξερρίζωμα. Όταν λόγου χάριν είμαι θυμώδης και θελήσω να γίνω ήρεμος, μου φαίνεται ότι τότε θα χάσω και δεν θα μπορώ πλέον να κυβερνάω. Όταν είμαι υπερήφανος και θελήσω να γίνω ταπεινός, έχω την εντύπωση ότι οι άλλοι θα με πατούν με τα πόδια τους. Τώρα, με την υπερηφάνεια μου νομίζω ότι κάτι είμαι. Χρειάζεται από αυτό το κάτι να κενωθώ. Είναι ανάκγη να αδειάσω από τον εαυτό μου, για να φύγη ένα πάθος μου. 

 

Πώς όμως εκφράζεται η θέλησίς μου να λυτρωθώ από ένα πάθος; Επί παραδείγματι, είμαι φιλοχρήματος ή είμαι ακηδιαστής, δηλαδή ράθυμος ή είμαι υπερήφανος. Πώς θα δείξω στον Θεόν ότι θέλω να λυτρωθώ; Χρειάζονται παράλληλα δύο πράγματα. Το ένα είναι η απόρριψις, η επιθυμία της απορρίψεως του πάθους πιστεύοντας ότι το πάθος είναι «έχθρα εις Θεόν», είναι εχθρικό ενώπιον του Θεού. Πράγματι δηλαδή να θελήσω να το απορρίψω και ταυτόχρονα να θέλω να κάνω αυτό που ευχαριστεί τον Θεόν. 

 

Αλλά αυτή η επιθυμία της απορρίψεως μου δημιουργεί μία εσωτερική απαίτησι. Για να το καταλάβετε, θα σας φέρω ένα παράδειγμα από τη μοναχική πολιτεία. Γιατί πηγαίνει κανείς στο μοναστήρι; Διότι είναι ο τόπος που μπορεί να παραμένει καθαρός, ο τόπος από τον οποίο λείπουν τα προβλήματα, τα εμπόδια, οι κίνδυνοι και οι δυσκολίες. πηγαίνω λοιπόν εκεί, για να πάψω να έχω πάθη, και να ευαρεστήσω εις τον Θεόν. 

 

Φθάνοντας τώρα ο μοναχός στο μοναστήρι, το πρώτο που κάνει, όπως θα έχετε ακούσει, είναι να ζητήση από τον Γέροντα έναν κανόνα. Εάν δεν του δώσει κανόνα, ο υποτακτικός νοιώθει ότι ο Γέροντας δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Το πιστεύει. Και πράγματι, εάν τον αγαπώ, πρέπει να του δώσω κανόνα. Τι είναι όμως ο κανόνας; Είναι κάτι το καθημερινό, το κάνω καθ’ ημέραν και με τον τρόπο αυτό γίνομαι ικανός να ζήσω την ζωή της απαθείας. Είναι, ας πούμε, η αναπνοή των πνευματικών μου πνευμόνων. Όπως, εάν δεν αναπνέω, δεν μπορώ να ζήσω, έτσι και εάν δεν έχω κανόνα, δεν μπορώ να ζήσω. Όπως χρειάζεται η εισπνοή και η εκπνοή – χωρίς αναπνοή άγχεται ο άνθρωπος -, έτσι και χωρίς κανόνα τον πιάνει αγωνία, δίοτι δεν νοιώθει ότι οι σχέσεις του με τον Θεόν είναι αποκαταστημένες. Δίδεται λοιπόν πάντοτε ένας κανόνας και στους μοναχούς. 

 

Έναν κανόνα πρέπει να έχη και ο λαϊκός ο οποίος θέλει να οδηγηθή στον δρόμο της απαθείας. Ο κανόνας στα μοναστήρια εφαρμόζεται περισσότερο την νύκτα και φέρει το όνομα «λειτουργία», δεν είναι όμως η θεία ευχαριστία. Ο κανόνας αποτελείται από κάποιο διάβασμα, από προσευχή και από άλλα παρόμοια. 

 

Οι Πατέρες λέγουν: Μην καταφρονήσης ποτέ τον κανόνα σου, διότι, εάν κάνης κάτι τέτοιο, θα εξουθενωθής μόνος σου και θα γελοιοποιηθής μπροστά στους ανθρώπους. Όταν κάποιου του κλείσης την μύτη και το στόμα, δεν μπορεί να αναπνεύση και αρχίζει να πνίγεται. Το ίδιο παθαίνει και ο άνθρωπος που δεν έχει μόνιμο κανόνα. Η εγκατάλειψις της «λειτουργίας» του που τον ενώνει με τον Θεόν, είναι εγκατάλειψις της ιδίας της ζωής του. Είναι επομένως ο κανόνας σαν το λάδι που βάζομε στην καντήλα και αυτή ανάβει. Η καντήλα είναι η ζωή μας. 

 

Το άναμμά της είναι η σχέσις μας με τον Θεόν. Εάν δεν ρίξω κάποια ημέρα λάδι, εάν δεν κάνω τον κανόνα μου, την ημέρα εκείνη σβήνει η καντήλα, η σχέσις μου δηλαδή με τον Θεόν μαραίνεται και εξαφανίζεται. Και όταν μια καντήλα είναι σβησμένη, μυρίζεται το ποντίκι το λιγοστό λάδι που απομένει, και πηγαίνει και τρώγει και την καντηλήθρα. Και τότε τι γίνεται; Ρίχνει κάτω και την καντήλα και την σπάει. Έτσι θρυμματίζεται και η ζωή μας, εάν δεν αναπνέωμε τον Θεόν. Πρέπει λοιπόν ο καθένα ςμας, εν συνεννοήσει με τον πνευματικό του, να έχη κάποιον κανόνα καθημερινό, που θα είναι η σχέσις του με τον Θεόν. Θα ξέρη ότι τώρα μιλάω στον Θεόν, τώρα αναπνέω Χριστόν. Τώρα περιπατώ και εγώ μαζί του, όπως πάλαι ποτέ ο Αδάμ στον παράδεισο. Αυτός δε ο κανόνας, αυτή μου δηλαδή η διάθεσις της απαθείας, για να πραγματοποιηθή, χρειάζεται να είναι έντονος ο θείος πόθος μου και μεγάλη η χαρά της καρδιάς μου. Χωρίς αυτές τις δύο προϋποθέσεις, δεν υπάρχει Χριστός στην ανθρώπινη ζωή. Εάν δήτε κάποιον που ο πόθος του είναι μαραμένος, και που είναι ωσεί νεκρός, που είναι μελαγχολικός, στενοχωρημένος, κατσούφης, που δεν ξέρει να γελάση, που δεν ξέρη να χαρή, μην πιστεύετε ότι αναπνέει Θεόν. Η ψυχή είναι ανάγκη να δεθή με τον θείο πόθο για να φθάση μέχρι τον κτίστη της, να είναι δε και περιχαρής, εύθυμη και μάλιστα να έχη την χαρά και στις περιπτώσεις που οι άλλοι την χάνουν. Αρρωσταίνει παραδείγματος χάριν κάποιος, και τον βλέπεις ότι αμέσως στενοχωρείται. Εγώ οφείλω να μάθω να χαίρωμαι πάντοτε. Ότι και αν μου συμβή, ο Θεός ζη για μένα και εγώ για τον Θεόν. Άρα, ότι και αν θα γίνη, δεν μπορεί ποτέ να με χωρίση από τον Θεόν. 

 

Επομένως, εάν σταματήση η χαρά ή ο πόθος της απαθείας, σταματάει αμέσως και η δυνατότητα της απαθείας η δυνατότητα να έχωμε τον Θεόν ολοσχερώς δικό μας. Η χαρά είναι ο απαράβατος νόμος του πνευματικού αγώνος και της καρδιακής λειτουργίας. Δεν λειτουργεί δηλαδή η χαρά, αλλά ασφυκτιά και πνίγεται, όταν δεν την βουτάμε μέσα στις καθημερινές μας χαρές. Μόνον αγαλλιώμενοι άνθρωποι μπορούν να φθάνουν στον Θεόν. Γι’ αυτό, ναι μεν θα κάνωμε τον κανόνα μας, θα έχωμε όμως και τον πόθο μας και την απερίγραπτη χαρά την οποία δίνει ο Χριστός. 

 

Αλλά, για να μην είναι αμφίβολη αυτή η αγωνιστικότητά μου, για να είναι βεβαία η επιτυχία μου, εκτός από την χαρά, χρειάζονται τρία ακόμη πράγματα, τα οποία θα σας παρακαλέσω να τα προσέξετε, διότι είναι πολύ κοινά και δυστυχώς τα ξεχνάμε. Ποια είναι αυτά τα τρία τα οποία είναι αναγκαία, για να απαλλαγούμε από τα πάθη μας; 

 

Το πρώτο είναι η μετάνοια. Τι εννοώ με την λέξι μετάνοια; Εννοώ τούτο: να νοιώσω, να πιστέψω ότι εγώ είμαι αμαρτωλός και ότι θέλω να αλλάξω. Εάν δεν πιστεύωμε ότι είμεθα οι χειρότεροι άνθρωποι του κόσμου, δεν είναι δυνατόν να οδηγηθούμε στην απάθεια. Εάν δεν καταλάβω ότι, όσο με αγαπάει ο Θεός τόσο εγώ δουλεύω στο εγώ μου, πώς θα κράξω μέσα από τον πόνο της αμαρτίας μου για να με ακούση ο Θεός; Διότι ο Θεός σκύβει με αγάπη στους αμαρτωλούς. Ο Θεός δεν πήγε στους δικαίους, αλλά στον τελώνη, στην πόρνη, στην χαμένη δραχμή, στο χαμένο πρόβατο. Ο Θεός απάλλαξε από τα πάθη αυτούς που ήταν μολυσμένοι. Πρέπει λοιπόν κι εγώ να ζω με την αίσθηση του μολυσμένου, και να θέλω να πάψω να είμαι τέτοιος, για να με απαλλάξη ο Θεός. 

 

Το πρώτο λοιπόν είναι η μετάνοια, δηλαδή το νοιώσιμο της αμαρτίας μου, διότι τημ μετάνοια την πραγματική θα μου την δώση ο Θεός. 

 

Το δεύτερο είναι η αγάπη. Γιατί η αγάπη; Τι χρειάζεται η αγάπη; Όταν ο άνθρωπος δεν αγαπά πλατειά, ξέρετε τι παθαίνει; Όταν δεν αγαπά μέσα από την ψυχή του, τότε ενοποιούνται οι αντιδραστικές δυνάμεις του και στρέφεται εναντίον των άλλων. Εάν πη ο άλλος «πάμε από εκεί», αυτός θα πη «πάμε από εδώ». Εάν πη ο άλλος «πετάει ο γάιδαρος», αυτός θα πη «δεν πετάει». Ερχόμεθα δηλαδή σε αντίθεσι με τον πρώτο τυχόντα. Γι’ αυτό χρειάζεται η αγάπη. Άρα, αγάπη σημαίνει, το δίκαιο το έχει πάντοτε ο άλλος, το σωστό είναι πάντοτε με τον άλλον. Και πώς θα καταλάβω εγώ τι θέλει ο άλλος; Με το να τον κοιτάζω στα μάτια. Τότε μπορώ να πω ότι έχω αγάπη. Αγάπη δεν εννοούμε τρυφερότητες, δεν εννοούμε λόγια, δεν εννοούνε αισθήματα, αλλά το να προηγήται ο άλλος. 

 

Η έλλειψις λοιπόν αυτού του είδους της αγάπης δημιουργεί μέσα μας αντίδρασι, που μας αποκλείει, μας ξεμοναχιάζει, μας κάνει απομονωμένους ανθρώπους. Και ο απομονωμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ένας άρρωστος. Η δε αρρώστια της απομονώσεως θεραπεύεται πρωταρχικά με αυτόν τον τρόπο του προηγήσθαι, του να προηγήται ο άλλος. 

 

Συνεπώς, χρειάζεται το νοιώσιμο της αμαρτίας και η αγάπη, αλλά και τρίτον, μία σχετική ησυχία, ηρεμία. Ταραγμένος άνθρωπος δεν μπορεί να κάνη τίποτε. Εάν δης τον ανδρα σου ταραγμένο και του ζητήσης κάτι, αυτός θα σε υβρίση. Εάν η γυναίκα σου είναι κουρασμένη από το παιδί και συ της πης, γιατί δεν έχεις έτοιμο το φαγητό, εκείνη θα πάει να χύση και αυτό που έχει ετοιμάσει. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Δεν έχομε αντοχή πολλή, Έχομε νεύρα, έχομε καρδιές, έχομε σπλάχνα, και αλλάζομε από ώρα σε ώρα. Έρχομαι και εγώ και σου λέγω, έλα, σε παρακαλώ, να με βοηθήσης, αλλά εσύ την ώρα εκείνη έχεις τον δικό σου πόνο, τον δικό σου αγώνα, έχεις την αμαρτία σου. Ή έρχομαι εγώ και σου ζητάω κάτι για τον εαυτό μου, αλλά προηγουμένως εσύ έμαθες ότι πέθανε η μητέρα σου. Τι σκύψιμο έχει τώρα η καρδιά σου μέσα στην θλίψι! 

 

Δεν μπορώ να ξέρω τι κρύβεται στου άλλου την καρδιά. Οι άνθρωποι είμαστε πολύ εύκολοι στο να σπάμε, είμαστε έτοιμοι να πέσωμε, να κατρακυλίσωμε. Δεν βλέπετε πώς αλλάζουν οι ψυχές; Βγαίνεις με κάποιον περίπατο για να χαρής, και στην μέση του δρόμου αυτός θυμάται κάτι και αλλάζει και μουτρώνει. Του λες εσύ μία φράσι, την παρεξηγεί και από την ημέρα εκείνη φεύγει μακριά σου. Βλέπεις τον σύζυγο και την σύζυγο, ημέρα και νύκτα είναι μαζί, και πόσες φορές δεν μπορούν να ανταλλάξουν μια καλή κουβέντα. Τέτοιοι είμαστε όλοι οι άνθρωποι. Τα νεύρα μας δεν αντέχουν, οι καρδιές μας είναι πολύ ευαίσθητες και πρέπει να ενωθούμε με τον Θεόν, για να αποκτήσωμε δύναμι. 

 

Μας χρειάζεται λοιπόν η ησυχία, η αταραξία, το αντίθετο της κοπώσεως, για να μπορούμε να μετανοούμε και να μπορούμε να αγαπάμε. Όταν είσαι κουρασμένος τι μπορείς να κάνης; 

 

Είπε κάποτε ένας πνευματικός στον άνθρωπο που πήγε να εξομολογηθή: Λέγε, παιδί μου. Τι έχεις; Αυτός ήταν σοβαρός, ευσεβέστατος, εξωμολογείτο πολύ συχνά, και τότε δεν είχε τίποτε να εξομολογηθή. Πάτερ, του λέγει, δεν έχω τίποτε να σας πω. Τι έπρεπε να κάνη ο πνευματικός; Να χαρή; Ξέρετε τι του είπε; Πήγαινε σε παρακαλώ να αμαρτήσης και έπειτα έλα να μου εξομολογηθής την αμαρτία σου. Καταλάβατε τι βαθύ νόημα έχει η απάντησις του Γέροντα; Δηλαδή, πολύ περισσότερο μας οδηγεί η αμαρτία μας στον παράδεισο – επειδή μας ωθεί προς την μετάνοια-, παρά η καλωσύνη μας και η δικαιοσύνη μας, διότι οι αρετές μας κάνουν να μη νοιώθωμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, ενώ και εμείς είμαστε αμαρτωλοί, όπως όλοι οι άλλοι. 

 

Και τώρα, πριν σας δώσω την απάντησι στο ερώτημα τι να κάνετε, και τι να κάνωμε όλοι μας για να γίνωμε απαθείς, επιτρέψτε μου να τονίσω δύο πράγματα. 

 

Λέμε ότι θέλομε να κόψωμε τα πάθη. Για να μπορέσωμε όμως να τα κόψωμε, πρέπει να έχωμε ακριβέστερη γνώσι περί των παθών. Είπαμε προηγουμένως ότι η ουσία του πάθους είναι η αμαρτία της απομακρύνσεώς μας από τον Θεόν και η ετεροκρατία που μπαίνει μέσα μας. Αλλά δεν αρκεί να γνωρίζωμε μόνον αυτό. Πρέπει να ξέρωμε επί πλέον ότι τα πάθη και οι πειρασμοί, όσο και αν μας εκφοβίζουν, εν τούτοις, πολλάκις μας ταπεινώνουν. Βλέπεις κάποιον μέθυσο που, όταν πάη στον πνευματικό, του λέγει: Γέροντα, εγώ έχω μέσα μου τον διάβολο, είμαι μέθυσος. Εάν δεν έπινε, θα έλεγε: Είμαι πολύ καλός. 

 

Τα πάθη μας και οι πειρασμοί μας επομένως είναι κακά, εν τούτοις είναι και καλά. Είναι δρόμοι που μας οδηγούν προς τον Θεόν. Μας χαρίζουν μία εμπειρία της ζωής. Μας βοηθούν να ανιχνεύσωμε και να καταλάβωμε τα έγκατά μας. Μας βοηθούν να αναγνωρίσωμε τον εαυτό μας, τις αδυναμίες μας. Γι’ αυτό και ο Μέγας Αντώνιος έλεγε: «Έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος». Αν πάρωμε όλους τους πειρασμούς από τους ανθρώπους και σκοτώσωμε τον διάβολο, δεν θα σωθή κανένας. Γιατί; Διότι, πώς αλλοιώς θα ταπεινωθή ο άνθρωπος; Είμαστε τόσο υπερήφανοι, ώστε πρέπει να μας κτυπήση η βαριοπούλα της αμαρτίας, για να πούμε: Ωχ! πονώ, Θεέ μου, βοήθησέ με. 

 

Το πάθος είναι τρομερό, ο πειρασμός είναι επικίνδυνος, παρά ταύτα, ολόκληρηη αμαρτία μας μη νομίζετε ότι είναι τόσο δύσκολη και μεγάλη για να την αποφύγωμε. Η αμαρτία μας χωρίζει από τον Θεόν. Αλλά η αμαρτία δεν είναι ένας γίγαντας ακατανίκητος, επομένως ούτε και τα πάθη. Η αμαρτία είναι πραγματικά ψοφοδεής και ψοφώδης σκιά. Δηλαδή, οπώς ο λαγός φοβάται και κάνει θόρυβο για να νοιώθη κάποια ασφάλεια, έτσι και η αμαρτία με φοβάται. Αλλά την φοβάμαι και εγώ, γι’ αυτό δεν μπορώ να την κόψω. 

 

Αμαρτία ουσιαστικά δεν υπάρχει, υπάρχει αρετή, υπάρχει ο Θεός. Αμαρτία είναι αυτή μου η δειλία, η οποία με οδηγεί μακριά από τον Θεόν. Η αμαρτία είναι ανυπόστατη, δεν μπορεί να επικρατήση στην βούλησι του ανθρώπου. Είναι ένα σκοτεινό σύμπτωμα της μερίμνης, της αγωνίας, του άγχους, της παρρησίας του ανθρώπου, του εγωισμού του. Η αμαρτία είναι, ας το πούμε έτσι, η αναπνοή του αυτοειδώλου. Είπαμε προηγουμένως ποια είναι η αναπνοή του ανθρώπου που συνεργάζεται με τον Θεόν. Όταν όμως ανακηρύσσω θεόν τον εαυτό μου, τότε η αμαρτία είναι η αναπνοή μου. Η αμαρτία απομακρύνεται αμέσως από κοντά μου, όταν εγώ θυμηθώ ότι είμαι αμαρτωλός, διότο με την μνήμη αυτή με πλησιάζει ο Θεός. 

 

Ας γνωρίζωμε ότι κακό δεν είναι ότι μας περιτριγυρίζει. Ούτε οι αμαρτωλοί και οι θηριώδεις άνθρωποι, που είναι γύρω μας, μπορούν να μας βλάψουν, ούτε και ο ίδιος ο διάβολος μπορεί, έαν εγώ θέλω να νικήσω με την χάρι του Θεού. Αλλά και οι άλλοι και εγώ πρέπει να καταλάβωμε ότι συζούμε με τα πάθη μας μέσα στην ζωή. Διότι πολλάκις, βλέποντας να παλεύωμε μια, δυο, τρεις, πέντε, δέκα,φορές και να μη νικάμε τα πάθη μας, απογοητευόμεθα. Βλέποντας τους πειρασμούς, μας πιάνει μία τραγική δειλία. Όμως όχι! Χίλια χρόνια να παιδεύεσαι μέσα στην αμαρτία να την νικήσης, θα πας στον παράδεισο, επειδή ο αγώνας σου δείχνει ότι θέλεις τον παράδεισο, και ο Θεός μας δίνει αυτό που θέλομε. Άρα, το πρόβλημα είναι όχι τι κάνω, αλλά τι θέλω ή τι αγωνίζομαι να επιτύχω. 

 

Μη φοβάσαι λοιπόν και μην ανησυχής, εάν βλέπης ότι σήμερα είσαι αμαρτωλός. Σήμερα ναι, είμαι αμαρτωλός, όμως δεν εγκαταλείπω τον Θεόν μου και αυτόν παρακαλώ να με βοηθήση. Όσο και να θέλωμε, μέσα στην εκκλησία μας θα ζούμε πλάι πλάι δίκαιοι και αμαρτωλοί. Θα συζούμε άγιοι και εμπαθείς. Αλλά οι άγιοι μπορεί να πέσουν αύριο, ενώ ο εμπαθής προσελκύει την προσοχή του Θεού και αύριο πιθανόν να γίνη άγιος. 

 

Θυμάστε τι ωραία που λέγει ο προφήτης Ησαΐας: «Συμβοσκηθήσετε λύκος μετά αρνός και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω». 

 

Να, λέγει, πως είναι η Εκκλησία. Πλάι πλάι ζούμε, εσύ που είσαι λύκος και εγώ που είμαι αρνί. Δεν καταλαβαίνω εγώ τι είσαι εσύ, ούτε εσύ ξέρεις τι είμαι εγώ. Μόνον ο Θεός γνωρίζει ποιος είναι λύκος και ποιος είναι αμνός. Εμείς είθισται να δικαιώνωμε τον εαυτό μας. Αλλά ο Χριστός λέγει: «Αφήστε τα ζιζάνια να μεγαλώσουν μαζί με το σιτάρι μέσα στο χωράφι μου, εώς τον θερισμο». Εάν ο Χριστός λέγη να αφήσωμε τα ζιζάνια, μη τυχόν κάψωμε και το άψυχο σιτάρι, πόσο μάλλον ο Θεός δεν θέλει να κάψη τις ψυχές μας, και μας αφήνει να ζούμε αμαρτωλοί και δίκαιοι μαζί, χωρίς να ξέρωμε ακριβώς τι μας συμβαίνει. Τόση είναι η πατρική αγάπη του Θεού! 

 

Και προχωράει εν συνεχεία ο Προφήτης: «Και μοσχάριον και ταύρος και λέων άμα βοσκηθήσονται». Και ταύρος και μοσχάρι , λέγει, και λιοντάρι – που θα έπρεπε να χυμούσαν το ένα εναντίον του άλλου και να κατασπαράζονταν – μέσα στην Εκκλησία ζουν μαζί. Εννοεί τους ανθρώπους που είναι τόσο άγριοι, τόσο θηριώδεις, σαν αυτά τα ζώα. Και συνεχίζει: «Λέων ως βους φάγεται άχυρα». Ο λέων, λέγει που βρυχάται, και τρέμει τότε ολόκληρο το δάσος και κρύβονται όλα τα θηρία, εξημερώνεται μέσα στην Εκκλησία, χάνει την εμπάθειά του και γίνεται ήμερο ζώο, του δίνει ο άνθρπωπος άχυρο όπως το βόδι, και το λιοντάρι το τρώει. Τόσο κοντά μας έχει τοποθετημένους ο Θεός πλούσιους και πτωχούς ως προς την πνευματική ζωή, για να μην έχωμε πεποίθησι πουθενά αλλού παρά μόνον εις τον Θεόν. Ουδεμία πεποίθησις χωράει στην δικαιοσύνη μας και καμία απογοήτευσις από την αμαρτία μας. 

 

Πηγαίνεις σε κάποιον που τον ήξερες πως είναι αμαρτωλός και τον βρίσκεις τώρα άγιο. Αυτή η σοφία του Θεού είναι πραγματική οικονομία. Ξέρει ο Θεός το παιδάκι του που το έπλασε. Όπως ξέρεις το σπλάχνο σου εσύ, έτσι ξέρει και ο Θεός τον άνθρωπο. Και καταφέρνει με την οικονομία του να μεταβάλλη τις διαθέσεις μας, ώστε να γινώμαστε πρόβατα ειρηνικά της ποίμνης του Κυρίου. 

 

Τα πάθη, αγαπητοί μου, μας περιλούζουν, μας κατακλύζουν, πέφτουν επάνω μας ως όμβρος ατελείωτος. Όμως, δεν έχει αυτό σημασία. Σημασία έχει το αμέτρητο έλεος του Θεού. 

 

Ένας άγιος της Εκκλησίας μας προσπάθησε να μετρήση και να καταγράψη όσα αμαρτήματα μπορούσε. Μέτρησε κσι κατέγραψε τριακόσια πάθη. Τριακόσια πάθη! είναι να σου φεύγη το μυαλό. Αλλ΄, εν πάση περιπτώσει, τα πάθη μετριούνται. Το έλεος του Θεού όμως δεν μετριέται. Πολεμούνται και νικώνται αυτά, διότι ο άνθρωπος από την αφύσικη κατάσταση του πάθους επιστρέφει πολύ εύκολα στην φυσική κατάστασι της απαθείας. 

 

Και επί τέλους, ας μην ξεχνάμε ότι το πάθος δεν θα το νικήσωμε εμείς. 

 

Μπορείς εσύ να βάλεις το χέρι σου μέσα στην καρδιά σου; Δεν μπορείς. Μόνον ο Θεός μπορεί. Μπορείς να βάλεις το χέρι σου στην ψυχή σου και να την κάνεις διαφορετική; Δεν μπορείς. Τα πάθη διώχνονται από τον Θεόν. Καμιά φορά λέμε: Ωχ, Θεέ μου, πώς θα μπορέσω να κόψω αυτό το πάθος; Μα, δεν έχεις να κόψεις τίποτε εσύ, θα σου το κόψη ο Θεός. Όσο και αν θέλης και αν τρέχης, δεν θα κάνης εσύ τίποτε. «Το εκριζώσαι την αμαρτίαν και το συνόν κακόν, λέγει ένας άγιος, τούτο τη θεία δυνάμει μόνο δυνατόν εστι κατορθώσαι». Λοιπόν, ειρήνευε, έχε θάρρος εσύ! Μα, δεν μπορεί ο Θεός να σου κόψη το πάθος; Βεβαίως μπορεί. Και αφού σε κάλεσε για την αρετή, θα το κάνη ο Θεός. Εσύ πάλεψε όσο θέλεις, αγωνίζου μέσα στην ζωή, όχι για να κόψης το πάθος σου, αλλά για να δείξης την αγάπη σου στον Θεόν. 

 

Εμείς είναι εύκολο να κρατούμε μπροστά μας την αίσθησι της παρουσίας του αοράτου Θεού, και εκείνος θα μας κάνη όλα τα θαύματα που χρειζόμαστε. Δικά μας είναι τα αμαρτήματα και δικά του τα θαύματα. Μπορούμε όμως, από τα αποτελέσματα, να παρακολουθούμε την χάρι του Θεού πόσο εξαπλώνεται μέσα στην καρδιά μας. Και εάν ένα πάθος φύγη και ξαναέλθη, τότε φταίμε εμείς. Φεύγει με το θαύμα του Θεού, αλλά επανέχεται πάλι από την δική μας αμέλεια. 

 

Όταν κράξουμε στον Θεόν, αδελφοί μου, δεν μας χαρίζει μόνον την απαλλαγή από το πάθος – αυτό δεν είναι τίποτε -, μας χαρίζει ακόμη σοβαρότερα πράγματα, μας βοηθάει να φθάσωμε σε μεγαλύτερη τελειότητα. Κράζοντας δε εις τον Θεόν, πολλάκις έχομε την εντύπωσι ότι ο Θεός δεν μας ακούει, και λέμε: Πού είσαι, Θεέ, κρυμμένος; Έχομε την εντύπωσι πως δεν μας βλέπει, πως μας έχει ξεχασμένους, διότι εμείς οι άνθρωποι βιαζόμαστε συνήθως. Ο Θεός ξέρει όμως. Όταν δεν σε ακούη, όταν νομίζης πως δεν σε αγαπά, όταν νομίζης πως δεν προστρέχει για να σου γλυκάνη την καρδιά, να ξέρης ότι κοιμάται μπροστά στην πρύμνη, όπως κοιμόταν τότε με τους μαθητάς. Και όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, είπε στην θάλασσα: «Σιώπα, πεφίμωσο». Όταν έρθη και για σένα η κατάλληλη στιγμή, που θα είναι το συμφέρον σου, θα έρθη ο Θεός και θα πη στο πάθος σου, «σιώπα», και τότε θα σιωπήση το πάθος. 

 

Και δεν θα σταματήση μόνον το πάθος σου, αλλά θα σε βοηθήση και να αποκτήσης συμπαθή και ελεήμονα καρδία και θα σου εξασφαλίση την κάθαρσι, ακόμη και την μετουσία του Θεού. Θα σε βοηθήση να γίνης και συ ότι είναι ο Θεός. Θα σου καταργήση την σκλαβιά της αμαρτίας. Τον τύραννο του πάθους θα σου τον πετάξη μακριά. Και όπως έρχεται η άνοιξις και πίσω της ακολουθεί το καλοκαίρι με τα φρούτα και με τα σιτηρά, έτσι, σαν ωραιότατη άνοιξις, έρχεται και η κάθαρσις, η θέωσις, η απάθεια, η εν Χριστώ ζωή. Τα ελπιζόμενα και τα προσδοκώμενα αγαθά θα γίνουν μία πραγματική συντροφιά της καρδιάς σου. 

 

 Γ΄ 

 

Και τώρα αγαπητοί μου, αφού σας είπα όλα αυτά σαν εισαγωγικά, θα τελειώσω. Όπως καταλαβαίνετε, δεν σας είπα ακόμη τι να κάνετε για να κόψετε τα πάθη σας, και τι να κάνω και εγώ για να τα κόψω. Είπαμε μερικά, για να γνωρίσωμε πως ξεδιαλύνεται ο χώρος της ψυχής μας, πως είναι δυνατόν να δουλέψη μέσα μας ο Θεός. Όλα αυτά είναι πολύ απλά και πολύ φυσικά. Τι θα κάνωμε λοιπόν εμείς για να κόψωμε τα πάθη μας, δηλαδή για να ελκύσωμε τον Θεόν, και να τα κόψη εκείνος; Θα σας πω μόνον τρία πραγματάκια. 

 

Το πρώτο, που το αναφέραμε και προηγουμένως, είναι η ησυχία. Μα, η ησυχία, θα έλεγε κάποιος, είναι για τον μοναχό. Εγώ που είμαι κοσμικός άνθρωπος, που είμαι επιστήμονας, που είμαι νοικοκυρά, που έχω τόσες ανάγκες και φουρτούνες στην ζωή μου, που θα βρω την ησυχία; που να πάω; Ασφαλώς, όπου και αν είμαι, ακόμη και μέσα στην κόλασι, μπορώ να βρίσκω κάποιον χώρο και χρόνο μιας σχετικής ησυχίας. Όπως αγαπάς την γυναίκα σου ή τον άνδρα σου, έτσι αγάπησε και την ησυχία και την ηρεμία, και τότε θα αγαπάς πολύ περισσότερο και τον Θεόν και όλους. Πολυάσχολος και κουρασμένος άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπά Θεόν, δεν μπορεί να κάνη τίποτε. 

 

Άνθρωπος που διαλύει την ζωή του σε χίλιες περιπέτειες, σε δουλειές πολλές, σε ενδιαφέροντα, σε φροντίδες, άνθρωπος που του αρέσουν όλα και σε όλα θέλει να έχη λόγο, δεν θα είναι για τίποτε ο ειδικός και κατάλληλος. Γι’ αυτό, αδελφέ μου, ας βρίσκης κάποιον χρόνο, έστω και στις δέκα ή στις ένδεκα το βράδυ, όταν θα έχης κοιμίσει τα παιδάκια σου, μόνος σου ή με την σύζυγό σου ή και ο καθένας χωριστά, και κάθισε εκεί, «σύνες τη καρδία σου». Βάλε το μυαλό σου μέσα σου, κοίταξε λίγο τον εαυτό σου. Όταν κανείς επισκέπτεται τον εαυτό του – δυστυχώς, όλους τους επισκεπτόμεθα, τον εαυτό μας όμως τον ξεχνάμε -, όταν επισκέπτεται την καρδιά του και μένη λίγο μόνος του και ξεκουράζεται το σώμα και η ψυχή του, τότε αντιμετωπίζει μπροστά του την αυγή του Αγίου Πνεύματος. 

 

Μα, θα μου πήτε, τι να κάνω; Θα αφήσω την δουλειά μου; Βεβαίως όχι. Εάν αποτύχης στην δουλειά σου, αποτυγχάνεις και στην χριστιανική σου ζωή. Δεν μπορείς να αποτυγχάνης, θα κάνης το κάθε τι για να επιτύχης. Αυτή είναι δική σου υποχρέωσις, την οποία οφείλεις να εκπληρώνης. Θα εγκαταλείψω το παιδί μου; Όχι. Του οφείλεις χρόνον. Μήπως την γυναίκα μου; Όχι. Ακόμη και η καρδιά σου της ανήκει. 

 

Δεν θα αφήσης τίποτε, θα βρης όμως τον χρόνο που θα είσαι ήσυχος, μόνος σου με τον Θεόν.Όπως πηγαίνεις στην τηλεόρασι και απορροφιέσαι και τα ξεχνάς όλα, έτσι βρες και κάτι που θα είναι η τηλεόρασις του ουρανού, που θα σε κάνη να σκεφθής τους αγγέλους και να θυμηθής τους αγίους, οι οποίοι ανά πάσαν στιγμή είναι τριγύρω μας. 

 

Στο σημείο αυτό ας αναφέρωμε ένα αληθινό περιστατικό. Ένα σπίτι πολύ αγαπητό μου περνούσε κρίσι και κόντευε να διαλυθή. Είχαν κουρασθή και οι δυο σύζυγοι από τις πολλές φουρτούνες, ώστε δεν είχαν ούτε πέντε λεπτά για να ξεκουρασθούν και να κουβεντιάσουν την αγάπη τους και τα όνειρά τους, που έκαναν όταν είχαν ξεκινήσει την ζωή τους. Το έμαθα και προσπάθησα τηλεφωνικώς να βοηθήσω, διότι ήταν μακριά μου, αλλά μου έλεγαν πως δεν υπάρχει χρόνος. Λέγω και εγώ, θα σας κανονίσω τώρα. Ερωτώ λοιπόν την γυναίκα: Μήπως έχεις δόντια που σου πονάνε και χρειάζονται φτιάξιμο; Ναι, λέγει, έχω. Τότε να πας σε έναν οδοντίατρο. Και της συνέστησα κάποιον γνωστό μου. Συνεννοούμαι εν τω μεταξύ με τον οδοντίατρο και του λέγω: Βάλε την στην καρέκλα και κράτησέ την όσες ώρες μπορείς. 

 

Πήγε η σύζυγος και κάθισε έξι ολόκληρες ώρες. Της έβαλε εκείνος τροχούς, της έκανε σφραγίσματα, ότι είχε και δεν είχε προσπάθησε να της τα φτιάξη. Όταν τελείωσε, επέστρεψε στο σπίτι της και, παρακαλώ, αγκάλιασε και ασπάσθηκε τον σύζυγό της για πρώτη φορά, μετά από έξι μήνες! Γιατί; Διότι επί έξι ώρες κάθισε στην πολυθρόνα και ξεκουράσθηκε. Ο τροχός, ο φόβος, η αγωνία που είχε στην αρχή για τα δόντια, την έκαναν να τα ξεχάση όλα, και ύστερα από μισή, από μία ώρα, συνήθισε και δεν φοβόταν τίποτε. Αφέθηκε λοιπόν στον οδοντίατρο, χαλάρωσαν τα νεύρα της ηγαλλιάσατο η ψυχή της και θυμήθηκε τον σύζυγό της. Θυμήθηκε την μοναξιά της, τα μάτια της έβγαλαν δάκρυα, ενώ τα δόντια της δεν πονούσαν πια και οι σύζυγοι αγαπήθηκαν ακόμη μια φορά. 

 

Άραγε, μας χρειάζεται οδοντιατρείο, για να μένωμε μόνοι μας και να έχωμε λίγη ησυχία; Όχι, αδελφοί μου. Ας μάθωμε να έχωμε τον προσωπικό μας χρόνο, που θα ανήκη στον Θεόν, και θα δήτε ότι αυτό θα είναι ανάστασις της ζωής μας. Το δεύτερο, για να ελκύσωμε το βλέμμα του Θεού, είναι ο αγώνας. Αλλά μη φοβάσθε, δεν θα κάνωμε εμείς κόπο, για να κόψωμε τα πάθη μας, αυτό είναι του Θεού. Πρέπει όμως να του δείξουμε ότι τον αγαπούμε και ότι είμαστε αμαρτωλοί. Πώς θα δείξωμε στον Θεόν ότι είμαστε αμαρτωλοί και ότι επιθυμούμε την κάθαρσί μας; Με το κατάλληλο μέσο που η Εκκλησία μας ονομάζει άσκησι. 

 

Οι μοναχοί, το γνωρίζετε, κάνουν άσκησι. Πόσοι μοναχοί κοιμούνται μόνον τρεις ή δύο ή μία ώρα την ημέρα! Πόσοι μοναχοί αρκούνται στο να τρώγουν μία φορά στις δύο ή στις τρεις ημέρες! Πόσοι μοναχοί γίνονται ορατοί άγγελοι μέσα στην κοινωνία! Έχουν ευκολία στην άσκησι, θα μου πήτε. Ας βρούμε και εμείς έναν τρόπο ασκήσεως. 

 

Όποιος και αν είμαι, μπορώ να κάνω άσκησι. Αν έχω την διάθεσι, μπορώ να κάνω κάποια νηστεία. Θα δω τότε ότι, όσο θα νηστεύω και θα πεινάω, τόσο θα γίνομαι υγιέστερος και ομορφότερος. Ας κάνω λοιπόν λίγη άσκησι, λίγη προσευχή, λίγη αγρυπνία. Ας αφιερώσω κάποια ημέρα ή κάποια νύκτα τον μήνα ή την εβδομάδα ή έστω και στους τρεις μήνες, για να πάρω την βιογραφία ενός αγίου και να πω: Απόψε θα διαβάσω τον βίο του αγίου Δημητρίου ή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας ή του Μεγάλου Αντωνίου, για να λουσθώ μέσα στην αγάπη του που είχε για τον Θεόν, να λουσθώ μέσα στο Άγιον Πνεύμα που είχε πέσει ποταμηδόν στην ζωή του, ώστε να έρθη και στην δική μου ζωή. Ας στενώσωμε, αγαπητοί μου, και εμείς λίγο την ζωή μας, όπως κάνουν οι μοναχοί. 

 

Γίνεσαι αμέσως θεός, όταν κάνης άσκησι, διότι η άσκησις δεν αποβλέπει στο να μαράνω το σώμα, αλλά, όπως είπαμε, στο να εκφράσω στον Θεόν τον πόθο της αιωνιότητος, τον πόθο της αγνείας και της καθαρότητος, και να του πω: Θεέ μου, είμαι αμαρτωλός. Η άσκησις είναι η γλώσσα με την οποία μιλάμε στον Θεόν. Έχομε βάρη μέσα στις καρδιές μας, έχομε ο καθένας τα προβλήματά μας, τις δυσκολίες μας, τους λογισμούς μας. Αυτά ας τα αφήσωμε, θα μας τα βγάλη ο Θεός. Εάν καταφέρωμε λίγο να ασκηθούμε και εμείς, τότε θα ιδήτε, «ως εκλείπει καπνός», θα εκλείψουν και τα προβλήματά μας και οι αγωνίες μας και τα πάθη μας και όλα. 

 

Δύο πράγματα μόνο σας είπα, μη μου πήτε πως τα ξεχάσατε. Είναι τόσο εύκολα και τόσο απλά: λίγη ησυχία και λίγη άσκησι που θα πρέπει να κάνωμε, και που θα είναι ο κανόνας μας, όπως είπαμε προηγουμένως. 

 

Και τώρα το τρίτο: Αγαπήστε αυτό που λέμε ευχή του Ιησού. Αγαπήστε αυτή την προσευχή που μας γεμίζει από τον Θεόν. Αγαπήστε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», διότι είναι η πληρέστερη προσευχή. Τι σημαίνει; 

 

Με το «Κύριε» ομολογούμε ότι ο Χριστός είναι ο Κύριος των κυριευόντων, ο βασιλεύς του ουρανού και της γης και ο βασιλεύς της καρδιάς μας. Είμαι αμαρτωλός, και όμως τον αποκαλώ «Κύριο», που σημαίνει ότι αναγνωρίζω τον Θεόν μου και τον δοξολογώ. Είναι η ωραιότερη δοξολογία. 

 

Το «Ιησού» σημαίνει, Σωτήρα μου, δείχνει δηλαδή την ελπίδα μου, την πίστι μου, την αγάπη μου, την ευγνωμοσύνη μου. Είναι σαν να τον αγκαλιάζω και να του λέγω, τα πάντα τα οφείλω σε σένα, Ιησού μου. 

 

Το «Χριστέ» δείχνει ότι πιστεύω εις την θεότητά του. Πιστεύω ότι ο Χριστός είναι άνθρωπος αλλά και Θεός. Δεν τον βλέπω βέβαια, δεν τον ακούω, πολλές φορές αμφιβάλλω, μου περνάνε ακόμη και λογισμοί. Έρχονται στιγμές που ο πόνος, η σκληρότης της της καρδίας μου, η αμαρτία μου με κάνουν να πω: Αχ! να μην υπήρχες, Θεέ. Όμως λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ», ομολογώ ότι είναι ο Θεός μου και του το εκφράζω. 

 

Το «ελέησόν με» δείχνει όλες τις ανάγκες μου. Του ομιλώ για την απάθεια, του αναφέρω την φτώχεια μου, την υγεία μου, τα πάθη μου, που μαραίνουν την ζωτικότητά μου, του ομιλώ για τον ουρανό που πρέπει να πάω, του λέγω τα πάντα με μία φράσι: «Ελέησόν με τον αμαρτωλόν», ο Θεός από την αγάπη του θα λάβη υπ’ όψιν του αυτό που λέγω με το στόμα μου, και όχι αυτό που έχω στην καρδιά μου, δηλαδή την υπερηφάνεια, και θα δεχθή την μετάνοιά μου. Τόσο καλός είναι. Η ευχή του Ιησού είναι πλήρης, με ενώνει με τον Θεόν. 

 

Την λέγω δε σε δεύτερο πρόσωπο, «Κύριε Ιησού Χριστέ», σαν να τον βλέπω, σαν να τον ακούω, σαν να τον έχω μπροστά μου, σαν να του λέγω, «Κύριε Ιησού Χριστέ», έλα. Δεν τον βλέπω, αλλά η πράξις μου δείχνει ότι ολόκληρο το είναι μου στρέφεται προς αυτόν και πέφτει επάνω του. Λέγοντας την ευχή, είναι σαν να προσκυνώ τον Θεόν, σαν να τον εναγκαλίζωμε, σαν να του εμπιστεύωμαι τον εαυτόν μου. Είναι σαν να ξαναμπαίνω μέσα στη κολυμβήθρα, όπως το παιδάκι που νοιώθει πως πνίγεται και βουλιάζει μέσα στο νερό. Έτσι μπαίνω και εγώ μέσα στον Θεόν και βγαίνω μετά θεός αληθινός, όπως είναι και εκείνος, εκείνος μεν κατά φύσιν, εγώ δε κατά χάριν, κατ’ οικονομίαν. Η ευχή λοιπόν είναι το τρίτο και τελευταίο που μας χρειάζεται. 

 

Τρία μόνο απλά πραγματάκια είπαμε. Εάν τα εφαρμόσετε, τότε θα δήτε πως εξαλείφονται τα πάθη μας. Να θυμάστε μόνον ότι, όταν έχωμε πάθη, αδικούμε τον Θεόν. Διότι είναι σαν να πιστεύω ότι ο Θεός δεν μπορεί να νικήση τα πάθθη μου. Όχι. Μπορεί ο Θεός. Αφήστε τα στα χέρια του με τον τρισσόν αυτόν τρόπο, και τότε θα γίνετε μία δεκάχορδη κιθάρα, που θα κτυπάη χαρούμενα και θα κελαϊδάη την χαρά της ψυχής σας και θα ψάλη την δόξα του ουρανού και θα μεγαλύνη τον τρισήλιον Θεόν, ο οποίος επικάθηται επί των χερουβίμ και επί των σεραφίμ. 

 

Αυτό είναι, αγαπητοί μου, το αγώνισμα για την κάθαρσι των παθών, και είναι τόσο απλό. 

 

Παρά ταύτα, αδελφέ μου, εάν σου φαίνεται δύσκολο, βαρύ, κουραστικό, εάν σου κοστίζη, τότε ξέρεις τι γίνεται; Ένα από τα προφητικά ονόματα που έχει ο Χριστός μέσα στην Αγία Γραφή είναι το «εν αίματι νυμφίος». Νυμφίος δικός μας είναι ο Χριστός, διότι με το βάπτισμα μας υπάνδρευσε με Εκείνον. Έτσι λέγει ο απόστολος Παύλος, έτσι πιστεύουν οι Πατέρες. Έτσι ζουν και οι καρδιές μας, με την βεβαιότητα ότι είμαστε αναπόσπαστα δεμένοι με τον Χριστόν. Είναι ο νυμφίος της ψυχής μας, αλλά τον ονομάζει η Αγία Γραφή «νυμφίον εν αίματι». Ο νυμφίος είναι στολισμένος με το στεφάνι του, και το στεφάνι του Κυρίου είναι το αίμα του. Εάν ο Κύριος είναι «εν αίματι νυμφίος», γιατί να μη γίνωμε και εμείς, οι ψυχές μας δηλαδή, εν αίματι νύμφες του Κυρίου; 

 

--------------------------------------------------------------

πηγή ψηφιακού κειμένου

Σάββατο, 29 Μαΐου 2021

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (π. Βαρνάβας Γιάγκου)

Ερμηνευτική ομιλία που εκφωνήθηκε στις 05/10/2020, πάνω στο βιβλίο του Αγίου Πορφυρίου και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο, "ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΩΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ", σελ. 298-300.


 

 

• Η σιωπή και η ησυχία είναι τόσο γόνιμη όσο και ο λόγος. Ίσως μάλιστα να είναι περισσότερο γόνιμη. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι λέμε περισσότερα από αυτά που ζούμε. Μιλούμε αλλά δεν ζούμε. 

• Ό,τι επιτρέπει ο Θεός είναι ευλογία. Γι' αυτό κακώς συνηθίζουμε να αντιδρούμε σε ό,τι διαφορετικό από τα συνηθισμένα μας έρχεται. 

• Σίγουρη πνευματική πορεία έχουμε μόνο υπακούοντας στην Εκκλησία. 

• Θα έχουμε ειρήνη μέσα μας, μόνο αν αφηνόμαστε στο θέλημα του Θεού, στο έλεος του Θεού. (Άγιος Σιλουανός) 

• Σε ό,τι μας έρχεται να μένουμε ήσυχοι, να λέμε "Να 'ναι ευλογημένο" και να κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία. Οποιαδήποτε άλλη αντίδραση είναι έκφραση μιας ιδιορρυθμίας. 

• Οφείλουμε να προστατεύουμε τη ζωή που μας χάρισε ο Θεός, αλλά κυρίως οφείλουμε να προστατεύουμε τους γύρω μας. Να μην γινόμαστε απειλή-κίνδυνος για τον άλλον άνθρωπο. 

• Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού υποφέρει εύκολα κάθε θλίψη και κάθε ασθένεια, γιατί στον καιρό της ασθένειας παραμένει στη θέα του Θεού και προσεύχεται. Και μένει κοντά στον Θεό γεμάτη χαρά και ευγνωμοσύνη. (Άγιος Σιλουανός) 

• Πολλές φορές, δήθεν στο όνομα της πνευματικότητάς μας και δήθεν για να υπερασπιστούμε την Εκκλησία και την πίστη μας, απομακρυνόμαστε από το θέλημα του Θεού. 

• Το να δεχόμαστε ήσυχα και ειρηνικά ό,τι συμβαίνει είναι κατάσταση θεραπείας πνευματικής, ψυχικής και σωματικής. 

• Στην οποιαδήποτε διάθεσή μας για αντίδραση-αντίσταση να υποψιαζόμαστε μήπως φοβόμαστε ένα ξεβόλεμα του εγωισμού μας. 

• Ειρηνικός άνθρωπος είναι αυτός που παραδίνεται στο θέλημα του Θεού. 

• Αν το ξόδεμα της ενέργειάς μας να αποδείξουμε την ορθότητα των δικών μας απόψεων το κάναμε προσευχή, θα είχαμε αγιάσει. Και θα αναλάμβανε ο Θεός ακόμα και το κακό να το κάνει καλό. 

• Αν κάποιος προσεύχεται πολύ και νηστεύει αλλά δεν έχει αγάπη για τους εχθρούς, η ψυχή του δεν μπορεί να έχει ειρήνη. (Άγιος Σιλουανός) 

• Οι λόγοι των αγίων μας έχουν δύναμη, γιατί είναι αληθινοί και βγαλμένοι μέσα από τη ζωή τους. Δεν είναι κουβέντες. 

• Να έχουμε συνέχεια τη μνήμη του Θεού, π.χ. με την ευχή του Ιησού, τις άλλες προσευχές και την πνευματική μελέτη. Έτσι ο νους μας θα αποκτήσει ευλυγισία. (Άγιος Πορφύριος) 

• Όταν ένας άνθρωπος έχει τη μνήμη του Θεού, ο Θεός του δίνει τη διάκριση τι να κάνει σε κάθε περίπτωση. 

• Αν ζούμε μέσα στη θεία χάρη, δεν θα μας προσβάλει το κακό. Στην αντίθετη περίπτωση, θα μας κυκλώνει το κακό, θα μας πιάνει νωθρότητα και θα παιδευόμαστε. (Άγιος Πορφύριος) 

• Η αμαρτία στην ουσία της είναι μια παθητική κατάσταση. 

• Ο άνθρωπος του Θεού έχει ζωντάνια και χαρά. Είναι δημιουργικός και μπορεί να χαίρεται τα πάντα. Ως προσευχόμενος που είναι, παντού βλέπει την παρουσία του Θεού. 

• Η τεμπελιά και η νωθρότητα είναι πτώσεις. (Άγιος Πορφύριος) 

• Ο άνθρωπος του Θεού πάντα βρίσκει να κάνει όμορφα πράγματα και δεν βαριέται ποτέ. 

• Όσο απερίσκεπτος είναι ένας άνθρωπος, τόσο θα βασανίζεται. Αντίθετα, όσο ευλαβής και προσεκτικός είναι, τόσο θα ευτυχεί. (Άγιος Πορφύριος) 

• Όσο πλησιάζουμε τον Θεό και ενδιαφερόμαστε για την ψυχή μας, τόσο πιο προσεκτικοί και πιο έξυπνοι γινόμαστε. Και μάλιστα χωρίς να το επιδιώκουμε. (Άγιος Πορφύριος) 

• Περισσότερο κουραζόμαστε από τους λογισμούς παρά από τις δουλειές. 

• Οι λογισμοί έρχονται να καλύψουν μέσα μας κάποια κενά, κάποιες ελλείψεις, ως μια άμυνα. Τελικά όμως μας εξαντλούν. 

• Αν είμαστε γεμάτοι εσωτερικά, δεν υπάρχει μέσα μας χώρος για λογισμούς και δεν έχουμε λογισμούς. 

• Οι αμαρτίες μας, τα αδιέξοδά μας, τα μπερδέματά μας υπάρχουν γιατί χάσαμε τον προσανατολισμό μας, που είναι ο έρωτας προς τον Χριστό. 

• Όταν ζούμε τον Χριστό, τότε νιώθουμε μεγάλες χαρές και γινόμαστε αιχμάλωτοι του καλού. Και τότε δεν μπορούμε να κάνουμε το κακό. (Άγιος Πορφύριος) 

• Μερικοί δείκτες του ότι είμαστε μακριά από τον Θεό είναι η νωθρότητα, ο θυμός, η κατάκριση, το κουτσομπολιό, η μνησικακία και η στενοκαρδία. 

• Όταν μας προσβάλει το κακό, να έχουμε ευλυγισία και να στρεφόμαστε στο καλό. Να γλυτώνουμε, να δραπετεύουμε και να πηγαίνουμε κοντά στον Χριστό. (Άγιος Πορφύριος) 

• Η ουσία της χριστιανικής ζωής είναι το να συγχωρούμε αυτούς που μας αδικούν και όχι τραγουδάκια, ιστοριούλες και συνθήματα ευχάριστα στον ψυχικό μας κόσμο. 

• Ο Χριστός δεν μας λέει να είμαστε ο εαυτός μας. Ο Χριστός μάς λέει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε κι εμείς Χριστός. 

• Η χάρη του Θεού πηγαίνει σε ανοιχτές ψυχές. 

• Η χριστιανική ζωή δεν είναι μια ηθική ζωή, ένας κώδικας συμπεριφοράς που οφείλουμε να τηρήσουμε. Η χριστιανική ζωή είναι ο Χριστός. 

• Όταν ενωθούμε με τον Χριστό, το κακό απενεργοποιείται μέσα μας. Μόνο το καλό είναι ενεργό και μόνο το καλό μπορούμε να κάνουμε. 

• Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο από τα μπερδέματα και τα πάθη. Κι αυτό βέβαια μόνο με τον Χριστό γίνεται. 

• Ο Χριστός δεν νεκρώνει τα πάθη αλλά τα μεταποιεί σε χαροποιά πάθη. 

• Στα διάφορα κοινωνικά, πολιτικά, εθνικά κ.ά. ζητήματα που προκύπτουν, η Εκκλησία οφείλει να προτείνει πάντα τον Χριστό. Και το ήθος του Χριστού διδάσκει τι πρέπει να κάνουμε σε κάθε περίπτωση. 

• Ακόμα κι αυτός που αμαρτάνει ψάχνει τη χαρά, αλλά την ψάχνει λανθασμένα. Γι' αυτό στην αρχή μόνο αισθάνεται κάτι ευχάριστο αλλά μετά τσακίζεται. 

• Η Εκκλησία μας είναι αγαλλίαση και χαρά. 

• Μέσα σε έναν ιερό ναό, το θέμα δεν είναι αν θα κολλήσουμε τον κορωνοϊό, αλλά αν θα κολλήσουμε τον Χριστό. 

• Και εκατό μάσκες να βάλουμε, αν είναι να προστατέψουμε έτσι τον αδελφό μας. 

-------------------------------------------------------------------------------------

πηγή ηχητικού αρχείου: https://omilies.gr/files/2020.10.05.50.mp3

πηγή ψηφιακού αρχείου: https://logapostagmata.gr/ 

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2021

ΑΠΟΦΕΥΓΕ ΤΙΣ ΛΟΓΟΜΑΧΙΕΣ (αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

 

Μη λες στον άλλον όχι. Ό,τι και αν σου πη, πες του ναι. Και αν χρειάζεται να μην κάνης το ναι, γιατί είναι αμαρτία, τότε θυμήσου την σοφία των παλαιών μοναχών: πες, ευλόγησον, και κάνε ό,τι θέλεις· πες όμως το ευλόγησον. Και αν σου πη να το κάνης τώρα, πες, δεν μπορώ τώρα, θα το κάνω αύριο. Αλλά μέχρι αύριο θα έχη τακτοποιηθή η υπόθεσις. Καλύτερα να συναναστρέφεσαι δαίμονες, αρχικά δαιμόνια που οδηγούν σε αιρέσεις και σχίσματα, παρά άνθρωπο ο οποίος αρνείται ή δικαιολογείται.


Μου κάνεις, λόγου χάριν, παρατήρησι λέγοντας, γιατί χρησιμοποιείς κόκκινο χρώμα; πράσινο έπρεπε να πάρης· και σου απαντώ, σε ρώτησα και μου είπες πάρε ό,τι θέλεις, και εγώ έφερα κόκκινο· έκανα μάλιστα και θυσία, πήγα στην Αθήνα. Αλλά εσύ ο επιπόλαιος επιμένεις για το πράσινο. Τότε εγώ πρέπει να σου πω: Έχεις δίκαιο, δεν το είχα προσέξει. Τώρα που το βλέπω, κατάλαβα ότι έχεις δίκαιο. Έτσι τελείωσε η διαφωνία, οπότε και το κόκκινο θα μείνη, και ο αδελφός μου δικαιώθηκε. Όλα είναι απλά, δεν υπάρχει καμία δυσκολία.

 

Δεν υπάρχει περίπτωσις, εάν ο άνθρωπος έχη την ελαχίστη σοφία του κοσμικού, να μην μπορή να διατηρή την ευσέβειά του, την πίστι του, την χριστιανική αγάπη του, για να μην πω και την άλογη ακόμη αγάπη των ζώων. Μόνον ο άνθρωπος λογομαχεί.


Εσύ απόφευγε τις λογομαχίες. Μην αντιφέρεσαι ποτέ, μη διαφωνής με κάποιον, διότι θα δημιουργήσης παράλογη κατάστασι. Εάν το ένα χέρι μας χτυπούσε το άλλο, και εάν το ένα μάτι μας έβγαζε το άλλο, θα μέναμε έκπληκτοι από το παράλογο του γεγονότος. Το ίδιο παράλογο είναι και το να λέμε κάτι που θίγει τον άλλον και δεν διατηρεί την ενότητα του Πνεύματος. 

 

Η ζωή μας είναι μεν θεία και πνευματική, αλλά έχει ένα ανθρώπινο στοιχείο, λόγω της σωματικότητος την οποία φέρομε. Όλοι μας είμεθα εύθραυστοι, ευαίσθητοι, έχομε προσωπικότητα. Εάν δεν θα είμεθα σώφρονες, ώστε να μη μας ξεφεύγη λόγος ή ενέργεια που δεν αρέσει στον άλλον, ή που είναι αντίθετη προς την γνώμη του, δεν θα είναι δυνατόν να διατηρήται η ειρήνη και η αγάπη του Θεού. 

 

Γι' αυτό και ο άγιος λέγει, απόφευγε τάς λογομαχίας, μην έρχεσαι σε αντίθεσι με κάποιον· ο τρόπος σου να μην είναι διαφορετικός από αυτόν που προσδοκά ο άλλος. Και μην εμπλέκεσαι σε συναναστροφή, στην οποία οι άνθρωποι διαφωνούν. Βλέπεις δυο και διαπληκτίζονται; Φύγε αμέσως, διότι θα μπλέξης μαζί τους και θα αμαρτήσης. Θα πας άγγελος και θα φύγης δαίμονας.

------------------------------------------------

Πηγή: Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, "Νηπτική ζωή και ασκητικοί κανόνες", εκδ. Ίνδικτος, σελ. 119-120


 

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2021

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

(Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Μπορούμε ακόμη «μετά πάσης νηστείας» (σ.σ. "να ζητήσουμε την χάρη και την δύναμη του Θεού"). Θυμάστε που λέγει ότι «τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ».

Υπάρχει μία ερμηνεία του χωρίου αυτού εξ αφορμής του γεγονότος το οποίο επροκάλεσε αυτήν την φράσι και το παράπονο του Κυρίου και την επίκλησι. Μία ερμηνεία που λέγει ότι σημαίνει το εξής: αυτό το γένος των δαιμόνων δεν βγαίνει από την ψυχή του ανθρώπου και δεν απομακρύνεται από αυτόν και δεν παύει ενεργούν παρά μόνον όταν αυτός ο άνθρωπος είναι ο αεί προσευχόμενος και νηστεύων.

Υπάρχει όμως και μία άλλη ερμηνεία, που είναι ουσιαστικώτερη και βαθύτερη. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Τίι σημαίνει εκπορεύομαι; Φθάνω στο τέρμα μου, φθάνω στον σκοπό μου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να φθάση εις τον Θεόν, ο άνθρωπος, αφού εβγήκε από τον Θεόν, δεν μπορεί να φθάση εκεί που πρέπει, εκεί απ’ όπου εξεπορεύθη, εκεί απ’ όπου εξεκίνησε, δεν μπορεί δηλαδή ο άνθρωπος να φθάση εις την αφετηρία του. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται», δεν βγαίνει για να φθάση εις την αφετηρία του παρά μόνον δια προσευχής και νηστείας. Δηλαδή, ο Θεός ανακαλύπτεται τοις προσευχομένοις, τοις δεομένοις και τοις νηστεύουσιν.

Η νηστεία είναι ένα ορατό σημάδι που μας ξεχωρίζει απ' όλα τα ερίφια. Η παραμικρή άμβλυνσις της συνειδήσεως εις το θέμα της νηστείας δημιουργεί μίαν τρομερή χαλαρότητα εις τον οργανισμό, ψυχικό και σωματικό, που δεν αφήνει ποτέ τον Θεόν να μιλήση μέσα σ’ αυτήν την καρδιά που δεν νηστεύει.

Η νηστεία εξαϋλώνει. Η νηστεία αποδιώκει τον δαίμονα. Η νηστεία ελκύει τους αγγέλους. Η νηστεία είναι ο ωραϊσμός, είναι ο καλλωπισμός του ανθρώπου εις το πρόσωπο, εις την ψυχή του και εις τον όλον του οργανισμό, για να μπορή ο Θεός να ευαρεστήται εις αυτόν και να κατοική εν αυτώ.

Όμως η νηστεία απαιτεί μίαν ολοσχερή προσοχή. Και έτσι, από την νηστεία φθάνομε σε κάτι άλλο· φθάνομε εις την προσκαρτερία, φθάνομε εις την εγκαρτερία, φθάνομε εις το να στέκωμαι δηλαδή διαρκώς καρτερών· φθάνομε εις το να μην κάνω τίποτε άλλο παρά με υπομονή, με θλίψι τοιαύτην εκούσια, με άδειο το στομάχι, με άδειο τον νου, με άδεια την καρδιά —για να γεμίσουν από τον Θεόν—, να περιμένω τον Θεόν, να αποκαραδοκώ τον Θεόν.

«Προσκαρτεροῦντες τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου» ήσαν οι πρώτοι πιστοί. Και εις το ένα και εις το άλλο δεν ζητούσαν παρά μόνον τον Χριστόν. Επομένως, κάτι τέτοιο γίνεται και εις τον άνθρωπο, και μόνον τότε μπορεί να νηστεύη και να προσεύχεται. Το βλέμμα μου πλέον συνηθίζει να ψάχνη μόνον αυτόν· ζω γι' αυτόν.

Και τότε αποδεικνύω ότι έχει ο Θεός την πρόσκλησί μου να μπη μέσα στήν καρδιά μου και να μου δώση αυτό που θέλω.

Τότε, όταν χρησιμοποιήσω πάσαν προσευχή, πάσαν δέησι, πάσαν τελεία νηστεία, πάσαν προσκαρτερία, τότε — επαναλαμβάνω— μπορώ να ζητήσω την χάρι. Αλλά αυτή η χάρις με τα βήματα δια των οποίων μας οδηγεί εις τον Θεόν, επιτυγχάνει την είσοδό μας εις τα άγια των αγίων δια της πίστεως, η οποία είναι τόσο αναγκαία.

-----------------------------------------------------------------

πηγή: ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ Β΄- ΖΩΗ ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ, εκδ. ΟΡΜΥΛΙΑ 2003, σελ. 246-247.  

 

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΛΗΠΤΟΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ (ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΗΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ)




ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
ISBN: 9789608447509
Εκδότης:  ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ - Ι. Μ. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ
Χρονολογία Έκδοσης: Νοέμβριος 2020
Αριθμός σελίδων: 418
Διαστάσεις: 24x17
Τιμή: 30 ευρώ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

Ο άγιος Θεόληπτος, Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, είναι πνευματικό ανάστημα της Εκκλησίας μας πού, αν και τιμάται υπ' Αυτής ως Άγιος, εντούτοις παραμένει μέχρι των ημερών μας ελάχιστα γνωστός στο ευρύ τουλάχιστον πλήρωμά Της. Αυτό θεωρούμε ότι κατά κύριο λόγο συμβαίνει, επειδή δεν έγινε ανά τους αιώνες κάποια ολοκληρωμένη συλλογή και έρευνα του συγγραφικού έργου του από τους ορθόδοξους χριστιανούς και, μάλιστα, από τη θεολογική επιστημονική κοινότητα. Ελάχιστα μόνο τμήματα του έργου του έφερε στο φως της δημοσιότητας ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στη συλλογή του με τον τίτλο, «Φιλοκαλία των Ιερών και νηπτικών Πατέρων».


Ο πιθανός λόγος που το έργο του παρέμεινε σχετικά άγνωστο είναι ότι ο Άγιος έζησε και διακόνησε την Εκκλησία σε πολύ δύσκολες ιστορικές περιόδους. Κατά την εποχή εκείνη (13ος-14ος αί.), η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν εσωτερικά αποσταθεροποιημένη και, ως εκ τούτου, βρισκόταν σε ιδιαίτερα κρίσιμη εθνική και κοινωνική κατάσταση. Οι εξωτερικές, εξ ανατολών κυρίως, εχθρικές απειλές κλυδώνιζαν έντονα την πολιτική σταθερότητά της και δυσκόλευαν την ευρυθμία των κρατικών δομών.


Το γεγονός αυτό είχε παράλληλα σοβαρές αρνητικές συνέπειες και στον συνοδικό εκκλησιαστικό χώρο, με ανάλογες επιπτώσεις σε όλο το σώμα της Εκκλησίας, πράγμα που σύντομα έγινε εμφανές και καταλυτικό της ενότητας των μελών Της. Στο πλήρωμα της Εκκλησίας είχαν από πριν αναφανεί εσωτερικοί διχασμοί που προκαλούνταν από τις κακόβουλες αιρετικές επεμβάσεις των Δυτικών θρησκευτικών παραγόντων. Οργανωμένες θρησκευτικές φατρίες δρούσαν ύπουλα και υπό το πρόσχημα της παροχής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας στο κράτος στόχευαν στην υποταγή της ορθόδοξης Εκκλησίας στις δογματικές αποκλίσεις τους, διασαλεύοντας έτσι και υπονομεύοντας την ειρήνη Της.


Η παρουσία του Αγίου και η θεολογική και κοινωνική επέμβασή του υπήρξαν σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας των αλλοτρίων επιβουλών και οι επεμβάσεις του αποδείχθηκαν ιδιαίτερα σημαντικές και καθοδηγητικές προς την Αλήθεια και στην στερέωση της αποστολικής πίστης και της παραδόσεως της ορθόδοξης Εκκλησίας. Τοσο η θεολογική κατάρτισή του όσο και η παραμονή του για μεγάλο χρονικό διάστημα των νεανικών του χρόνων παρά τους πόδας μεγάλων νηπτικών και ασκητικών Πατέρων τον τροφοδότησαν με εξαιρετική πνευματική εμπειρία και γνήσια ορθόδοξα πνευματικά βιώματα. Τον πνευματικό αυτόν πλούτο του τον έθεσε απλόχερα στην υπηρεσία της Εκκλησίας και στη διακονία του πληρώματός Της. Ανάλωσε όλη τη ζωή του στον αγώνα της διδασκαλίας και της προσφοράς με μόνο σκοπό τη σταθερότητα των χριστιανών, οι οποίοι κινδύνευαν από τον αποπροσανατολισμό, τη σύγχυση και την απομάκρυνση από τις ορθόδοξες αρχές της πίστεως και ζωής.


Το λαμπρό συγγραφικό έργο του αγίου Θεολήπτου και το επίπεδο της συμβολής του τόσο στην εδραίωση της ορθόδοξης Αλήθειας όσο και στην πνευματική καλλιέργεια του πληρώματος της Εκκλησίας, ιδιαίτερα των μοναχών, μας οδήγησαν στη σκέψη να μεταφέρουμε σε νεοελληνική απόδοση ένα σημαντικό τμήμα του και συγκεκριμένα αυτό που αναφέρεται στις βασικές νηπτικές και μοναχικές κοινοβιακές αρχές. Γι’ αυτόν, ακριβώς, τον λόγο θεωρήσαμε επιβεβλημένο να αναφερθούμε, κατά την πορεία αυτής εδώ της εργασίας και κυρίως στην Εισαγωγή, σε ορισμένα «ευαίσθητα» σημεία τόσο της θεολογίας του Αγίου όσο και της κατά καιρούς ερευνητικής προσέγγισης του συνόλου έργου του, που έχει έως τώρα συντελεστεί.


Αν και η παρούσα έκδοση δεν διεκδικεί επ' ουδενί λόγω τον τίτλο της επιστημονικής έρευνας και μελέτης, εντούτοις θεωρούμε ότι αυτή οφείλει να επισημάνει στοιχειωδώς ορισμένους άκρως σημαντικούς «κόμβους», οι οποίοι κατά την άποψή μας, χρήζουν εκτενέστερου ελέγχου από τους ειδικούς επιστήμονες. Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι κατά κάποιον τρόπο διεκδικούμε παράλληλα και την αρτιότητα και πολύ περισσότερο την πληρότητα των θέσεών μας, οι οποίες μας οδήγησαν στις αποστάσεις που πήραμε στα συγκεκριμένα σημεία, από εκείνες των άλλων ερευνητών. Θεωρούμε, όμως, ότι, παράλληλα με την επιστημονική και ακαδημαϊκή γραφίδα, θα μπορούσε να δώσει την κατά δύναμη μαρτυρία της και η βιωματική εμπειρία της ορθόδοξης εκκλησιαστικής συνείδησης, η οποία κυρίως θεολογεί «έργω και λόγω» και ως εκ τούτου δύναται να εισοδεύει ασφαλέστερα στον χώρο της ορθής ερμηνείας.


Αυτός, ακριβώς, ήταν και ο λόγος που μας οδήγησε να παραθέσουμε όπου θεωρήσαμε τούτο σκόπιμο στην παρούσα έκδοση -υπό τύπον υποσημειώσεων- παράλληλες προς αυτές του αγίου Θεολήπτου, θέσεις άλλων συγγραφέων και Πατέρων της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό και τρέφουμε βάσιμες ελπίδες ότι, εκτός από την άλλη ωφέλεια που ασφαλώς θα προκύψει από την απόκτηση των έργων του Αγίου, η έκδοση αυτή θα λειτουργήσει, επιπλέον, πιλοτικά και θα δώσει αφορμή στους ειδήμονες για πληρέστερες και επιτυχέστερες επιδόσεις.


Ο κύριος λόγος εξάλλου που μας ενέπνευσε την τολμηρή ομολογουμένως απόφαση να διαπλεύσουμε αυτό το δύσκολο αλλά συγχρόνως πάμφωτο και άκρως εράσμιο κάλλος των συγγραμμάτων του αγίου Θεολήπτου, δεν είναι άλλος παρά αυτός της αναζήτησης πνευματικής πηγής, η οποία θα μπορέσει να γεμίσει «έως άνω» την «υδρία» κάθε ψυχής και κυρίως των «τέκνων της ερήμου», τα οποία αδιάλειπτα «πυκτεύουν» ενάντια στις δυνάμεις του Αντιδίκου.


Για τις ενδεχόμενες παραλείψεις και αστοχίες μας -οι οποίες άλλωστε συνακολουθούν και κάθε «κτιστή» ανθρώπινη προσπάθεια— εκζητούμε το έλεος του Θεού και τη συγχωρητική συγκατάβαση του οσίου πατέρα μας Θεολήπτου, καθώς και κάθε σεβαστού αναγνώστη.


Παραδίδουμε εν τέλει στην κυκλοφορία τη νέα αυτή έκδοση, με την ευχή, όπως το πόνημα τούτο λειτουργήσει για κάθε ψυχή ως πλοηγός κατά την πορεία της προς τη Μόνην Πηγή εμπνεύσεως και Ζωής, «ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα. Αυτώ η δόξα εις τούς αιώνας. Αμήν» (Ρωμ. ια 36).

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

- Να απορρίπτεις εντελώς κάθε υπόνοια που δημιουργείται στη καρδιά σου εναντίον κάποιου, γιατί καταλύει την αγάπη και την ειρήνη. Κάθε συμφορά που σου έρχεται απ' έξω να τη δέχεσαι με γενναιότητα, γιατί προξενεί την σωτήρια υπομονή· την υπομονή που χαρίζει τη διαμονή και την ανάπαυση στους ουρανούς. (Λόγος για την εν Χριστώ εσωτερική εργασία)

 

- Η πληθώρα των αμαρτιών αφανίζει την αγάπη. "Επειδή" λέει ο Κύριος, "θα πληθυνθεί η αμαρτία στον κόσμο, θα ψυχρανθεί η αγάπη του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας". Γιατί, όπως η συσσώρευση του νερού σαπίζει τους καρπούς στη γη, έτσι και το πλήθος των αμαρτιών εξαλείφει από την ψυχή τα κινήματα της αγάπης. (Για την πνευματική αγάπη)

 

- Όντας σκοτάδι ο Πονηρός, υποβάλλει στην ψυχή πονηρές έννοιες και νοήματα. Αιχμαλωτίζει με αυτά την καρδιά και αποστερεί τον άνθρωπο από την αληθινή γνώση. Γι' αυτό εκείνος που θέλει να διαγνώσει τα πάθη και να τα αποκαλύψει στην ψυχή, πρέπει να έχει φωτεινή διάνοια και να διακαταχέται από φόβο Θεού. Γιατί, όπως εκείνος που περπατάει τη νύχτα δε μπορεί να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι το πρόσωπο του ανθρώπου που συναντά στο δρόμο του, έτσι και αυτός που διακατέχεται από το σκοτάδι των παθών, δεν μπορεί να διακρίνει τα υποβόσκοντα κινήματα της ψυχής του. Και μάλιστα τόσο πολύ τυφλώνεται και απατάται εκείνος που υποκινείται και συνεργάζεται με τους δαίμονες ώστε κρατά γερά και περιθάλπει την κακία μέσα στην καρδιά του. Έτσι αντιδρά και ισχυρίζεται με υπομονή , ότι τα πάθη δεν τον εγγίζουν· και ότι η ψυχή του είναι ελεύθερη και απαθής απέναντι σε εκείνους που τον εγκαλούν και τον συμβουλεύουν να τα περικόψει. (Αυτός ο λόγος αναλύει διεξοδικά , τις σκοτεινές διαθέσεις της ψυχής, υπό το φως της διακρίσεως) 

 

- Με όλα αυτά τα αθλήματα της νηστείας δοκιμάζεται ο νους και ξεκόβει από τις επιθυμίες των πραγμάτων της παρούσης ζωής. Και αυτό γιατί απαλλάσσεται από τις γήινες φροντίδες και απομακρύνεται από τις έννοιες των όντων και, έτσι ελεύθερος διαβαίνει προς τον Θεό. Η επιθυμία του πλέον προκολλάται στον Θεό και δια της αγάπης ενώνεται μαζί Του, απολαμβάνοντας την ευφροσύνη που γεννιέται από αυτήν, και τέλος, αξιώνεται του γλυκασμού της ουράνιας μακαριότητας.


Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2021

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ, ΥΠΕΡΚΟΣΜΙΕΣ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ (Από το βίο του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)

 

 (Άγιος Νικήτας Στηθάτος)

Μια μέρα, καθώς προσευχόταν με καθαρότητα και συνομιλούσε με το Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελλί του νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα -ώ των φρικτών οπτασιών του ανδρός!-, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα. Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με το νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν. 

Αυτό μεγάλωνε λίγο-λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα. Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός που φαινόταν και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του. Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστο ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. 

 

Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχώρησε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως. Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και της μορφής του σώματος και σταμάτησε να κλαίει. Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατα την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι, θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος».

 

Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτή την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στους Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματός μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;» Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα. Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. 

 

Και το μεν σώμα του το αισθανόταν να υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό. Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος. Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιό γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό».


-------------------------------------------------------

πηγή: ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ, μτφρ. μητρ. Συμεών Κούτσας, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 189-181.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021

Tο μεσονύκτιο μιλά o Θεός στον άνθρωπο

 

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Σήκω λοιπόν και συ μία ώρα πριν από το μεσονύκτιο, ή έστω και μετά, και χρησιμοποίησε αυτές τις ώρες, θα δης ότι ο Θεός είναι εύληπτος, ευαίσθητος.

Συνήθως παραπονούμεθα ότι ο Θεός είναι σκληρός, ότι του φωνάζαμε και δεν μας απαντά. Ο Θεός όμως είναι περισσότερο ευαίσθητος και από το πιο ευαίσθητο πλάσμα της οικουμένης.

Αλλά έχει και εκείνος τις ώρες του, «άχρις ου το σήμερον καλείται», που μπορείς να του μιλήσης.

Πρέπει να ξέρης τα «χούγια» του Θεού.

Και ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάη στον άνθρωπο.

Εάν τότε τον ζήτησης, μετά, οποιαδήποτε στιγμή τον θέλησης, θα τον έχης στο χέρι σου.

Αν τότε δεν τον ζητήσης, δεν θα τον έχης σχεδόν ποτέ στο χέρι σου.

Θα έχης ίσως κάποιες μελιστάλακτες στιγμές, όμορφες περιστάσεις στην ζωή σου, ωραίες καμιά φορά σκέψεις, δεν θα έχης όμως τον Θεόν.

Ο Θεός τότε παρουσιάζεται στα τέκνα του.

Ο Θεός τότε δεσπόζει στους αγίους.

Τότε το ουράνιο θυσιαστήριο προσφέρει την ολοκάρπωσι, και οι άγιοι νοιώθουν την κοινότητα με τους πιστούς και τους προσδοκούν για να τελειωθούν μαζί τους.

Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν έπαψε να χρησιμοποιή το μεσονύκτιο.

Κατήρτισε την ακολουθία του μεσονυκτικού και όλες τις ακολουθίες τις συνέδεσε με το μεσονύκτιο.

Όποιος χρησιμοποιεί το μεσονύκτιο, γίνεται πολύ εύκολη η ζωή του.

Και ο Θεός, ο ευαίσθητος Θεός, μπορεί και σε συναντά και δεν σε αφήνει να κουράζεσαι άδικα, όπως νομίζεις εσύ.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη, «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», των εκδόσεων Ίνδικτος.

 

--------------------------------------------

πηγή 

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2021

Αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος: Υπακοή και ανυπακοή

 

Ό,τι γίνεται χωρίς ευλογία, οδηγεί τον άνθρωπο στην οδύνη και τον πόνο. Ειδικά όταν η ανυπακοή γίνεται όχι απλά από αδυναμία αλλά από ισχυρογνωμοσύνη και πονηρία. Τότε ο άνθρωπος, ακόμα κι αν επιτελεί κάτι το “ενάρετο” εξωτερικά, καταστρέφεται πνευματικά. 

Δεν είναι λοιπόν το θέμα μόνο εάν κάνουμε κάτι το “καλό”, αλλά εάν αυτό το “καλό” που κάνουμε τελείται μέσα στο πλαίσιο της υπακοής μας και της ευλογίας που έχουμε από την Εκκλησία. Και τονίζουμε τον όρο Εκκλησία και όχι απλά του πνευματικού μας, διότι δυστυχώς έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο, ειδικά τον τελευταίο καιρό, κάποιοι πνευματικοί να έρχονται σε αντίθεση με αυτό που λέγει η Εκκλησία. Τότε καλούμαστε να κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία και όχι στον πνευματικό μας, ο οποίος και αυτός ως άνθρωπος μπορεί να πλανήθηκε. 

Θεωρούμε σκόπιμο να τα αναφέρουμε όλα αυτά, διότι πολλοί υποστηρίζετε ότι έχετε μπερδευτεί με όλα αυτά που ακούγονται. Είναι φυσικό, όταν τα αυτιά σου, τα αφήνεις ελεύθερα να ακούν τον κάθε έναν που λέγει το μακρύ του και το κοντό του, να μπερδευτείς. Για να ξεμπερδευτείς λοιπόν άκου τι σου λέγει η Εκκλησία η οποία εκφράζεται δια της Ιεράς Συνόδου. Τόσο απλά. 

Πολλοί άνθρωποι έχουνε πλανηθεί και πολλοί είναι πλανεμένοι μέσα στην Εκκλησία. Και δυστυχώς χρησιμοποιούν την Εκκλησία, την ιδιότητά τους -ειδικά εάν φορούν ράσο- να υπαγορεύουν δικές τους σκέψεις, δικούς τους λογισμούς προς τους πιστούς δημιουργώντας σχίσματα και ταραχές. 

Εάν όμως ο πλανεμένος φέρει ευθύνη για αυτά που δημιουργεί, ευθύνη φέρει και αυτός που τον ακολουθεί. Διότι ναι μεν κάποιοι χριστιανοί είναι καλόπιστοι όταν ακούνε κάποιον ιερέα να εκφέρει μία άποψη αλλά δεν πρέπει να είναι αφελείς. 

Η ασφάλεια βρίσκεται αδελφοί μου στον λόγο της Εκκλησίας. Από εκεί και πέρα εάν κάποιος αρχίσει και αμφισβητεί αυτόν τον λόγο, τότε σίγουρα θα ψάξει αλλού, για να βρει κάτι που ικανοποιεί και συμφωνεί με τις δικές τους απόψεις. 

Τα πράγματα είναι απλά. Ο καθένας ότι ψάχνει, αυτό τελικά βρίσκει. Και δυστυχώς πολλοί ψάχνουν το μίσος, τον φανατισμό, την κατάκριση, την κακία, την ιδιοτροπία, διότι η ζωή τους είναι γεμάτη κόμπλεξ και ανικανοποίητους πόθους. Κι ας μιλούν για πίστη και ορθοδοξία κι ας φωνασκούν λόγους Αγίων και Κανόνων της Εκκλησίας. Η πράξη δείχνει ότι δεν κάνουν υπακοή στην Εκκλησία. Και το φοβερό είναι ότι οι ίδιοι ζητούν υπακοή από τα πνευματικά τους τέκνα ή τους ακολούθους τους. 

Μην ξεγελιέστε. Όλα αυτά τα πρόσφατα εκκλησιαστικά ζητήματα που έχουνε προκύψει λόγο της πανδημίας, είναι ζητήματα υπακοής ή ανυπακοής, δεν είναι θέματα πίστεως. Κάποιοι λοιπόν -και το λέγω με λύπη, ούτε σε αυτά τα απλά θέματα υπακοής δεν μπορούν να πούνε “να’ναι ευλογημένο” ενώ από την άλλη καταπιάνονται με μεγάλα και βαθιά θεολογικά θέματα και βαρύγδουπες δηλώσεις. 

Τι να το κάνω αυτό εάν δεν μπορείς να κάνεις μια υπακοή που είναι μια αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπό σου και έχει να κάνει με την υγεία των συνανθρώπων σου; Αυτό δείχνει ότι όχι μόνο πνευματικά πάσχεις αλλά πάσχεις και νοητικά. 

Ας προσέχουμε λοιπόν ποιους ακούμε, τι ακούμε και που κάνουμε υπακοή. Ελευθερία έχουμε και θα κριθούμε πως την διαχειριστήκαμε. Κανείς δεν είναι αθώος, ούτε ο αφελής, ούτε ο ευκολόπιστος, ούτε ο μπερδεμένος.

--------------------------------------

πηγή 

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2020

Ιωάννης Κορναράκης. Ένας χρόνος από την κοίμησή του

(της Δάφνης Βαρβιτσιώτη)

Τὰ ξημερώματα τῆς 12ης Ἰουλίου τοῦ 2013, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῆς Σταματίνας, Ὁμότιμος Καθηγητὴς Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν –ἔχοντας μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἱερέα υἱοῦ του– ἐκοιμήθη, χριστιανικά, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά

Τὴν καλὴν ἀπολογίαν τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Θεοῦ ἐγγυήθηκε ἡ Ἴδια ἡ Κυρία Θεοτόκος, εἰδοποιώντας τον, τὴν προηγούμενη ἡμέρα, ὅτι θὰ ἐρχόταν, γι’ αὐτόν, τὴν ἑπομένη.

Ὁ Πιστός: Αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν βεβαιότητα περὶ τῆς καλῆς ἀπολογίας τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ δύναμη τῆς πίστεώς του.
Τόσο ἀκατάβλητη ἦταν ἡ πίστη του αὐτή, ὥστε –σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλους πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας (λαϊκοὺς ἢ/καὶ κληρικούς)–, ἡ δύναμή της διατηροῦσε ἄσβεστη, ἐντός του, τὴν συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτη ἐπίγνωση ὅτι, σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του, ἡ παραμικρότερη πράξη του, ὁ κάθε λόγος του καὶ ἡ πιὸ μύχια σκέψη του, ἐπισυμβαίνουν ἐνώπιόν του παντόπτου Θεοῦ.

Ζώντας ἐνώπιον Θεοῦ, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης ἦταν συγκλονιστικὰ ἔντιμος, εἰλικρινής, ἀνιδιοτελὴς καὶ διαφανῆς, ὄχι μόνον ἔναντι Αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἔναντι ὅλων τῶν συνανθρώπων του –ἀνεξαρτήτως τῆς θέσεώς τους ἢ τῆς μορφώσεως τους– καὶ ἔναντι ὅλων τῶν περιστάσεων.

Στὰ δώδεκα, περίπου, χρόνια ποὺ εἶχα τὴν μεγάλη τύχη καὶ τὴν τιμὴ νὰ ἐπικοινωνῶ μαζύ του, οὐδέποτε τὸν συνέλαβα νὰ ψεύδεται, νὰ ὑποκρίνεται, νὰ ἀντιφάσκει, νὰ ὑπεκφεύγει, νὰ ὑποτιμᾶ τὴν προσωπικότητα ἢ τὴν νοημοσύνη τῶν ἄλλων, νὰ τοὺς ἐπιβάλλεται, νὰ τοὺς πειθαναγκάζει, νὰ χειραγωγεῖ ἢ νὰ παγιδεύει τὴν βούλησή τους, ἢ νὰ προσπαθεῖ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο νὰ τοὺς ἐξουσιάσει ἢ νὰ τοὺς ἐκμεταλλευθεῖ…

Ὁ Οἰκογενειάρχης: Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημαντικώτατο πνευματικό του ἔργο, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης ἄφησε πίσω του καὶ κάτι ἄλλο, πολὺ πιὸ σπάνιο: μιὰ ἑνωμένη πολυμελῆ οἰκογένεια, ἀποτελούμενη ἀπὸ τὴν ἀφοσιωμένη καὶ ἀκούραστης προσφορᾶς σύζυγό του, Ἑλένη, καὶ τὰ τέσσερα παιδιά τους· τὸν Κωνσταντῖνο, θεολόγο καθηγητὴ πανεπιστημίου καὶ φιλόλογο· τὴν Ἀφροδίτη, θεολόγο καὶ καθηγήτρια δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης· τὸν π. Ἀλέξανδρο, θεολόγο καὶ ἱερέα στὸν Ἱ. Ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Εὐαγγελίστριας, στὸ Χαλάνδρι· καὶ τὴν Παραμυθία, μοναχή, στὴ Ἱ. Μονὴ Παντοκράτορος, στὸν Ἀγρὸ Κερκύρας· τὸ πέμπτο, ἦταν ἡ ἀλησμόνητη Μαρθούλα, ἡ δευτερότοκή τους, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ στὰ τριάμισύ της χρόνια.

Ἀποτελούμενη ἀπὸ τελείως διαφορετικὲς καὶ ἐλεύθερα διαμορφωμένες καὶ ἀνεξάρτητες προσωπικότητες, ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωάννη Κορναράκη ἀποτελεῖ τὴν οὐσιαστικώτερη μαρτυρία τῆς ζωῆς του, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· διότι εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ πιὸ δύσκολου προσωπικοῦ ἀγῶνα ἑνὸς πιστοῦ μέσα στὴν φθοροποιὸ καθημερινὴ πραγματικότητα: τοῦ ἀδιάλειπτου ἀγῶνα ὀρθόδοξης ὀρθοπραξίας, μὲ βάση τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου τῶν οἰκείων του.

Δεδομένου δὲ ὅτι, οἱ πιὸ αὐστηροὶ κριτὲς καὶ οἱ πιὸ μεγάλοι ἀμφισβητίες τῶν γονέων εἶναι τὰ ἴδια τὰ παιδιά τους, τὸ γεγονὸς ὅτι, καὶ τὰ τέσσερα παιδιὰ τοῦ Ἰωάννη Κορναράκη –συνεπικουρούμενου ἀπὸ τὴν βαθιὰ ὀρθόδοξη σύζυγό του– ἐπέλεξαν νὰ ἀφιερώσουν τὴν ζωή τους στὸν Θεὸ καὶ στὰ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ἐλευθερία καὶ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς Αὐτόν, συνιστᾶ τὴν συγκλονιστικώτερη ἀπόδειξη τῆς νίκης του στὸν ἀγῶνα αὐτόν.Τὴν οἰκογένειά του συμπλήρωναν καὶ τὰ δώδεκα πολυαγαπημένα του ἐγγόνια (ἀπὸ 19 ἐτῶν ἕως 14 μηνῶν), ποὺ τὸν ἐλάτρευαν· μιὰ οἰκογένεια πιστή, ἀλληλέγγυη, ἀγαπημένη,εὐτυχισμένη, δυνατὴ ἔναντι τῶν δυσκολιῶν τῆς ζωῆς καὶ ἐλεήμονα –δηλαδή, μιὰ οἰκογένεια πραγματικὰ ὀρθόδοξη.

Ὁ Ἄνθρωπος: Ἔχοντας ἀδιάλειπτη ἐπίγνωση ὅτι ζῆ ἐνώπιον Θεοῦ, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης οὐδέποτε ἐπέδειξε τὴν ἔπαρση ἢ τὴν σοβαροφάνεια τοῦ «ἀνώτερου» καὶ οὐδέποτε βαυκαλίσθηκε μὲ τὴν αὐτοδικαίωση τοῦ «καλύτερου χριστιανοῦ»

Παρὰ τὰ ἀκαδημαϊκά του ἐπιτεύγματα, τὶς βαθειὲς θεολογικές του γνώσεις, τὴν κρυστάλλινή του διάκριση, τὴν διαυγῆ σκέψη του καὶ τὴν διεισδυτικότητα τῆς εὐφυΐας του, ὁ ἴδιος ἦταν πάντα βαθύτατα ταπεινός, εὐγενής, εὐπρεπής, διακριτικός, πρᾶος καὶ γνήσια προσηνὴς πρὸς ὅλους.

Οὐδέποτε τὸν ἄκουσα νὰ ἐπαίρεται γιὰ τὸ ἔργο του, οὐδέποτε τὸν ἄκουσα νὰ περιαυτολογεῖ, νὰ κομπορρημονεῖ ἢ νὰ αὐτοδοξάζεται.

Ἀντιθέτως, πάντοτε ἀπέδιδε στὸν Θεὸ ὅσα εἶχε ἐπιτύχει στὴν προσωπική, κοινωνικὴ καὶ ἀκαδημαϊκή του ζωή· καί, ἐνῷ ἔλεγχε αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό του, ἦταν πάντα ἐπιεικὴς ἔναντι τῶν σφαλμάτων καὶ ἀδυναμιῶν τῶν συνανθρώπων του.

Ὁ Συνάνθρωπος: Καὶ ἦταν πάντα πρόθυμος νὰ τοὺς σταθεῖ ἀρωγὸς σὲ κάθε τομέα: στὸν ὑλικὸ τομέα, ὅταν διαπίστωνε ὁ ἴδιος τὴν ἀνάγκη τους, ἀλλὰ καὶ στὸν πνευματικὸ τομέα, ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ προσέτρεχαν σ’ αὐτόν. Τότε, καὶ μόνον τότε, τοὺς καθοδηγοῦσε διακριτικὰ καὶ μὲ λεπτότητα, εἴτε ἀφυπνίζοντας τὶς ὑπνώττουσες δυνατότητές τους, εἴτε διανοίγοντας τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους, προσέχοντας πάντα νὰ ἐνεργοποιεῖ τὴν βούλησή τους καὶ ὄχι νὰ ἐπιβάλλει σ’ αὐτοὺς τὴν δική του.

Ἔχοντας ἔντονη τὴν αἴσθηση τοῦ χιοῦμορ, συχνὰ τὸ χρησιμοποιοῦσε καὶ γιὰ νὰ ἐλέγχει τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ πάντα μὲ λεπτὸ καὶ ἀγαπητικὸ τρόπο. Κάποτε, π.χ., ποὺ κάποιος τοῦ εἶπε ὅτι ἔκανε εἴκοσι κομποσχοίνια παράκλησης πρὸς τὸν Θεὸ καί, ὅταν εὐοδώθηκαν οἱ παρακλήσεις του, ἔκανε ἕνα κομποσχοίνι εὐχαριστιῶν, ὁ καθηγητὴς τὸν ρώτησε χαμογελαστά: «Τὰ ἄλλαδεκαεννέα κομποσχοίνια, ποῦ πῆγαν;».

Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἡ κηδεία τοῦ Ἰωάννη Κορναράκη δὲν ἦταν ἕνα ψευδοκοινωνικὸ γεγονός. Ἦταν μιὰ καρδιακὴ κοινωνία ψυχῶν μεταξὺ ζώντων καὶ κεκοιμημένου. Ὅσοι παρέστησαν σ’ αὐτήν, εἶχαν –πλὴν ἐλαχιστοτάτων ἑξαιρέσεων– μιὰ βαθειὰ καὶ οὐσιαστικὴ ἐν Χριστῷ σχέση μαζύ του· δηλαδή, μιὰ σχέση πού, εἴτε τοὺς ἀνάπαυε, τοὺς παρηγοροῦσε καὶ τοὺς στήριζε, εἴτε τοὺς ὁδηγοῦσε πρὸς τὴν «καλὴν ἀλλοίωσιν», εἴτε τοὺς ἐνδυνάμωνε γιὰ τὴν διατήρησή της, εἴτε τοὺς βοηθοῦσε νὰ ἀνταπεξέλθουν σὲ διάφορες πνευματικὲς δυσκολίες ἢ στὶς ἀνάγκες τῆς βιοτῆς. Καὶ γι’ αὐτό, στὰ μάτια τῶν παρισταμένων ὑπῆρχε ἡ συνειδητοποίηση τοῦ πόσο πολύτιμη εἶχε ὑπάρξει ἡ παρουσία του στὴν πορεία τῆς ζωῆς τους.

Καὶ αὐτό, στὶς φοβερὲς μέρες ποὺ ζοῦμε, εἶναι τόσο σπάνιο…

Ὁ Πατερικός: Αὐστηρὸς καὶ ἄτεγκτος, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης ἦταν μόνον σὲ θέματα Πίστεως, δηλαδή, σὲ θέματα ἀπόκλισης –θεωρητικῆς ἢ πρακτικῆς– ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τὴν Μία καὶ Μόνη Ἀλήθειά Της. Καί, ἐὰν μὲν ἡ ἀπόκλιση αὐτὴ ὀφειλόταν σὲ ἄγνοια ἢ παρανόηση τῶν δογμάτων, διόρθωνε πρόθυμα καὶ ὑπομονετικὰ τὸν ἀποκλίνοντα· καὶ τοῦτο ἔπραττε πάντα μὲ ταπεινότητα καὶ διακριτικότητα, ἀνατρέχοντας πάντα μὲ πιστότητα στὰ ἱερὰ κείμενα καὶ στοὺς Πατέρες, χωρὶς νὰ προβάλλει ἀλαζονικὰ ἑαυτόν, ὡς τὴν μόνη αὐθεντία.

Ὁ Ἀγωνιστής: Ὅταν, ὅμως, ἡ ἀπόκλιση ἀποδεικνυόταν συνειδητή, σκόπιμη καὶ ἰδιοτελής, τότε –καὶ μόνον τότε– ὁ πρᾶος αὐτὸς ἄνθρωπος ἐγκατέλειπε τοὺς συνήθεις χαμηλοὺς τόνους του καὶ –μὲ τὴν στήριξη τοῦ ἡγεμονικοῦ πνεύματος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ– ὕψωνε μὲ γενναιότητα, παρρησία καὶ σθεναρότητα τὴν φωνή του, γιὰ τὴν προάσπιση τῆς γνήσιας Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως καὶ τῆς ὀρθοδόξου ὀρθοπραξίας.

Ἔχοντας τὴν πεποίθηση ὅτι, ὁ Οἰκουμενισμὸς ἀποτελεῖ τὴν ἠθικο-θρησκευτικὴ σπονδυλικὴ στήλη τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς Νέας Τάξης Πραγμάτων, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης ἐπιστράτευσε ὅλες του τὶς δυνάμεις γιὰ νὰ τὸν πολεμήσει καὶ γιὰ νὰ καταγγείλει τοὺς ἐκφραστές του.

Ἀκόμα, ὅμως, καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἔλεγχε μόνον αὐτὲς καθ’ ἑαυτὲς τὶς ἀποκλίσεις τους ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, χωρὶς νὰ προσβάλλει προσωπικῶς τοὺς ἀποκλίνοντες (σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι πράττουν αὐτοὶ εἰς βάρος ὅσων προασπίζονται τὴν Πίστη αὐτή).

Σὲ δώδεκα χρόνια, μία καὶ μόνον φορὰ ἐπέτρεψε στὸν ἑαυτόν του νὰ χαρακτηρίσει ἕναν ἐκ τῶν πλέον ἐξοργιστικὰ προκλητικῶν προβατόσχημων λύκων ὡς «καμμένο χαρτὶ ἐνώπιον Θεοῦ», καὶ τοῦτο σὲ κατ’ ἰδίαν τηλεφωνικὴ συνομιλία μας, προσθέτοντας ἀμέσως «Θεέ μου, συγχώρεσε μέ».

Ὁ Ἀντιοικουμενιστής: Τὴν μεγάλη ἀγωνιστικότητά του ἐπέδειξε ὁ Ἰωάννης Κορναράκης ὅταν διαπίστωσε ὅτι, ἡ προβληθεῖσα ὡς «ἐκσυγχρονιστικὴ» «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» δὲν ἦταν παρὰ μιὰ ἐκ τῶν θυγατρικῶν του Οἰκουμενισμοῦ. Μετὰ ἀπὸ σειρὰ σχετικῶν ἄρθρων, δὲν ἐδίστασε νὰ ἀπευθύνει, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2003, ἕνα 11σέλιδο Ὑπόμνημα στὸν παντοδύναμο τότε Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο καὶ στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Στὸ ἐν λόγῳ Ὑπόμνημά του, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης ἐντοπίζει τὶς θεμελιώδεις κακοδοξίες τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης». Καί, ἀφοῦ τὶς ἀναλύει διεξοδικὰ καὶ ἐμπεριστατωμένα, μέσα ἀπὸ τὸ πρῖσμα τῆς γνήσιας ὀρθόδοξης πατερικῆς σκέψης, τὶς καταγγέλλει εὐθαρσῶς, ὡς προερχόμενες ἀπὸ τὶς δύο θεμελιώδεις ἀρχὲς τῆς μετανεωτερικότητας, ἡ ὁποία αἰτεῖται τὰ ἑξῆς ἐξωφρενικά: α) τὸν διαρκῆ ἐπαναπροσδιορισμὸ τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ β) τὸν διαρκῆ ἐπαναπροσδιορισμὸ τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας!

Ἐπ’ αὐτῶν, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης σχολιάζει: «Ἐάν, τόσο ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, τότε, ζητεῖται ὁ διαρκὴς ἐπαναπροσδιορισμὸς τοῦ Χριστοῦ, στὴν ροὴ τοῦ χρόνου(!!!). Ἐξ ἄλλου, ἡ νέα νεοεποχίτικη ἀπόρριψη τῆς πατερικῆς παράδοσης καὶ θεολογίας, καὶ ἡ ἀντικατάστασή τους ἀπὸ μία μεταπατερικὴ ―δηλαδή, μία ἀπατερικὴ― θεολογία, ὁδηγοῦν σὲ οἰκουμενιστικὲς συζητήσεις σαρωτικῶν ἀλλαγῶν, τόσο στὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅσο καὶ στὸ σύνολο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς».

Προειδοποιεῖ δὲ τόσο τὰ μέλη τῆς Συνόδου, ὅσο καὶ τὸν Πρόεδρό της, ὅτι, διὰ τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης», μὲ τὴν συνοδική τους ἔγκριση… «…παραδίδετε ὁλόκληρη τὴν παράδοση καὶ τὴν διδασκαλία, καί, γενικῶς, τὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὶς καταστροφικές, γιὰ τὴν γνησιότητα τῆς παραδόσεώς της, καὶ θολωτικὲς καὶ στρεβλωτικές, γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς της, ἀρχὲς τῆςμετανεωτερικότητος. Ὁδοποιεῖτε τρῖβον, ἐντός του χώρου τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, στὴν σαρωτικὴ τῶν ἀξιῶν λαίλαπα τῆς Νέας Ἐποχῆς, τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων στὴν ζωὴ τοῦ κόσμου!».

Μόνον Φόβον Θεοῦ: Τὴν μετανεωτερικότητα καὶ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία –ἀμφότερες θυγατρικὲς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ– ἀναγνώρισε ὁ Ἰωάννης Κορναράκης καὶ στὰ περὶ “Σύγχρονης Ὀρθοδοξίας”, ποὺ ἐξαγγέλθηκαν ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 2012.

Σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ἐπίσημη Πατριαρχικὴ Ἀναγνώριση τῆς “Σύγχρονης” Ἀντιπατερικῆς Ὀρθοδοξίας», ὁ Ἰωάννης Κορναράκης καταγγέλλει μὲ παρρησία ὅτι: «Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ καθιέρωση τῆς “σύγχρονης” Ὀρθοδοξίας ὡς “Ὀρθοδοξίας” τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου, ἀκολουθεῖ χρονικῶς τὸΔιεθνὲς Συνέδριο τῆς Ἀκαδημίας τῶν Θεολογικῶν Σπουδῶν, ποὺ ἔγινε στὸν Βόλο, ἀπὸ 3 ἕως 6 Ἰουνίου 2010, μὲ θέμα: “Πατερικὴ σύνθεση ἢ Μετα-πατερικὴ θεολογία;”· ἤτοι: “ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες, μὲ ἐπαναδιατύπωση ἢ ἀναθεώρηση τῆς θεολογίας τους, ἢ ἀπατερικὴ θεολογία, θεμελιωμένη στὶς ἀρχὲς τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς παγκοσμιοποιήσεως;”

(…) Μὲ τὴν προβολὴ καὶ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ “σύγχρονη” θεολογία, ὁ πατριαρχικὸς χῶρος ἐννοεῖ, βεβαίως, ὅτι περιποιεῖ τιμὴ στὸ ἔργο του: στὴνοἰκουμενιστικὴ ἀποτύπωση τῆς εἰκόνας μιᾶς Ὀρθοδοξίας ἀντιπατερικῆςκαὶπαγκοσμιοποιημένης!!!”».

Στὸ ἴδιο ἄρθρο –καὶ στὴν ἑνότητα μὲ τίτλο «Ἡ Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν δημιουργία μιᾶς ἀντιπατερικῆς “σύγχρονης” Ὀρθοδοξίας»–, ὁ καθηγητὴς ἐπισημαίνει:
«Τὸ κορυφαῖο γεγονός, ποὺ ἐσχάτως καταγράφει τὴν ἔντονη ἀποδόμηση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Βαρθολομαίου, εἶναι ἡ συλλειτουργία καὶ τοῦ Πάπα, κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου, τὴν 30η Νοεμβρίου 2006. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου –μὲ δεμένα τὰ χέρια του μὲ τὸν Πάπα–, διαδηλώνουν ἀμφότεροι τὴν κοινὴ ἀπόφασή τους νὰ ἑνωθοῦν ἡ Ὀρθόδοξη ΕΚΚΛΗΣΙΑ μὲ τὸν Παπισμό (…).

Ὁ Πατριάρχης ἔχει προωθήσει αὐτὴν τὴν ἕνωση μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ πρωτοπαλλήκαρου τῆς ἑνώσεως αὐτῆς: τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰωάννη Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος εἶναι πασίγνωστος γιὰ τὴν διαχρονική του ἐπιμονὴ στὸ κυρίαρχο καὶ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, καὶ ὄχι στὸ πρωτεῖο τιμῆς».
Πιὸ κάτω, στὸ ἴδιο κείμενο, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης καταγγέλλει χαρακτηριστικά:

«Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, ὅμως, στὸ ἔργο τοῦ Ἴχνη ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ὑπερβατικοῦ, ἀντικαθιστᾶ τὴν φράση “διὰ τοῦ εὐαγγελίου”, μὲ τὴν φράση “διὰ τῆς ἐκκλησίας”, ἀναπτύσσοντας, ἔτσι, τὴν διδασκαλία τῆς ἀόρατης σωτηρίας! Μὲ τὴν παραχάραξη αὐτή, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ξεπεράσει τὴν αὐθεντικὴ ἀποστολικὴ διδασκαλία περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνῶν, διὰ τῆς ἀπὸ μέρους τους ἀποδοχῆς, ἐφαρμογῆς καὶ βιώσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Σημειώνοντας δὲ ὅτι, “οἱ παλαιότεροι ὅσο καὶ οἱ νεότεροι θεολόγοι τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τόνισαν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας”, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι, σὲ αὐτὴν τὴν “ἀόρατη Ἐκκλησία”, καὶ τὰ ἔθνη “δύνανται νὰ ἀνήκωσι ἀοράτως καὶ οἱ ἐθνικοί, οἱ ἑτερόδοξοι…” (σσ. 423-4)».

Πραγματικὴ Ὁμολογία Πίστεως: Τέλος, ὁ Ἰωάννης Κορναράκης κλείνει τὸ καταγγελτικὸ αὐτὸ κείμενο μὲ τὰ ἑξῆς συγκλονιστικὰ λόγια:
«Ὁ ὑπογράφων συνέταξε τὸ παρὸν κείμενο, ὢν συνεπὴς στὸν διδακτορικό του ὅρκο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας: “ὅπου γῆς βρεθῶ, θὰ ὑποστηρίζω τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”. Ὅλοι οἱ διδάκτορες δίνουν τὸν ὅρκον αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἐπίσκοποι ὁρκίζονται νὰ ἐπιτελοῦν τὰ καθήκοντά τους θεοφιλῶς καὶ νὰ ἀνταποκρίνονται μὲ θεῖο ζῆλο στὴν τήρηση τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διδαγμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅσοι Ἐπίσκοποι ἀφήνουν ὀρθάνοιχτη τὴν θύρα στὸν οἰκουμενιστικὸ χῶρο καὶ ἀναλαμβάνουν δραστηριότητες ποὺ ἀκυρώνουν τὴν προσωπική τους ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν σεβασμό τους ἔναντι τοῦ ἀξιώματός τους, ὡς κληρικῶν καὶ ὡς ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας, ἀποβαίνουν ἐπιλήσμονες τοῦ ὅρκου τους.

Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση, φαίνεται νὰ ἐνεργεῖ τὸ μιαρὸ ἔργο του, ὁ Ἀντίχριστος, καὶ διὰ τῆς “Ἐκκλησίας”».

Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ τελευταῖο κείμενο ποὺ δημοσιοποίησε.
Στὴν οὐσία, τὸ κείμενο αὐτὸ δὲν ἦταν μόνον καταγγελτικό.
Ἦταν ἡ πνευματική του διαθήκη καὶ ἡ δική του, ἀπερίφραστη καὶ ἀληθινή, Ὁμολογία Πίστεως.

Ἐπιτομή: Οἱ λίγες αὐτὲς γραμμές, οὔτε μποροῦν, οὔτε φιλοδοξοῦν, νὰ ἀποδώσουν τὴν πλήρη εἰκόνα τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἰωάννη Κορναράκη. Δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ταπεινὴ προσπάθεια σκιαγράφησης τῆς εὐεργετικῆς παρουσίας του μέσα στὴν ζωή· μιὰ παρουσία ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ, ἀκόμα καὶ σήμερα, νὰ μᾶς ἀναπαύει, νὰ μᾶς ἐνισχύει, νὰ μᾶς παρηγορεῖ καὶ νὰ μᾶς καθοδηγεῖ.

Ὅσοι εὐεργετηθήκαμε ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη Κορναράκη στὴν ζωή μας, τοῦ εἴμαστε βαθιὰ εὐγνώμονες, καὶ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ δῶρο Του αὐτό, σὲ μιὰν ἐποχὴ ποὺ οἱ ψευδοπροφῆτες ἐγερθέντες πλανοῦν, ἡ ἀνομία πληθύνεται, ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν ψύχεται καὶ οἱ βρυχηθμοὶ τοῦ «ἀρχεκάκου ἐχθροῦ, ὠρυομένου καθ’ ἡμῶν ὡς λέοντος» εἶναι πιὰ ἐκκωφαντικοί…



Στηρίξτε......

  • Η σαλάτα του Νεοέλληνα - Δεν θέλω να μπω στο γαϊτανάκι του πολέμου που (για ακόμα μια φορά σε αυτή τη χώρα) έχει ξεσπάσει σχετικά με την επικείμενη συμφωνία των Πρεσπών, μα δεν μπο...
    Πριν από 2 χρόνια