Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

"Λόγοι εις τους μακαρισμούς - Ε΄ λόγος"


(Άγιος Γρηγόριος Νύσσης)

«Μακάριοι είναι όσοι ελεούν, γιατί αυτοί θα ελεηθούν». 

Μια ακόμη βαθμίδα 

1. Ίσως κάτι τέτοιο να ήταν αυτό που διδάχθηκε ο Ιακώβ με όραμα παραβολικά, όταν είδε μιά κλίμακα να φτάνει από τη γη στο ύψος τ' ουρανού κι αντίκρυσε το Θεό να πατάει πάνω σ' αυτή.


Όπως ακριβώς κάνει και τώρα για μας η διδασκαλία με τους μακαρισμούς, που ανεβάζει διαρκώς προς τα ψηλότερα νοήματα, όσους ανέρχονται μ' αυτή. Γιατί νομίζω ότι κι εκεί με τη μορφή της κλίμακας υποδηλώνεται στον πατριάρχη ο ενάρετος βίος, ώστε κι ο ίδιος να μάθει, και τους μεταγενέστερους να διδάξει τούτο.

Ότι δηλ. δεν είναι δυνατόν να ανυψωθεί κανείς προς το Θεό διαφορετικά, παρά μόνον όταν βλέπει συνεχώς προς τα άνω κι έχει άσβεστη την επιθυμία των υψηλών.



Κι έτσι να μην αγαπά να μένει σ' αυτά που μέχρι τώρα έχει επιτύχει, αλλά να θεωρεί τιμωρία το να μην αγγίσει το υπερκείμενο. Κι εδώ προετοιμάζει με το ύψος των αλεπάλληλων μακαρισμών την προσέγγιση προς τον ίδιο το Θεό, που είναι αληθινά μακάριος και κάθεται πάνω σ' όλη τη μακαριότητα.

Γενικά, όπως πλησιάζουμε με τη σοφία το σοφό και με την καθαρότητα τον καθαρό, έτσι γινόμαστε σίγουρα οικείοι με το μακάριο διά μέσου της οδού των μακαρισμών. Γιατί η μακαριότητα είναι αληθινά ιδίωμα του Θεού.

Γι' αυτό κι ο Ιακώβ αναφέρει ότι ο Θεός καθόταν πάνω σε κείνη την κλίμακα. Συνεπώς η κοινωνία στη μακαριότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μόνο κοινωνία στη θεότητα, προς την οποία μας ανυψώνει ο Κύριος με όσα λέγει.


Σε προσκαλεί να γίνεις θεός 

2. Νομίζω ότι θεοποιεί κατά κάποιο τρόπο, όσους ακούν, και κατανοούν το λόγο με τη διδασκαλία του μακαρισμού, που ως συνέχεια έχουμε μπροστά μας.

Γιατί λέγει: «Μακάριοι είναι όσοι ελεούν, γιατί αυτοί θα ελεηθούν». Γνωρίζω ότι σε πολλά σημεία της αγίας Γραφής οι άγιοι προσφωνούν το Θεό με το όνομα του ελεήμονος.

Έτσι ονομάζει το Θεό ο Δαβίδ στους ψαλμούς κι ο Ιωνάς στην προφητεία του κι ο μεγάλος Μωυσής σε πολλά σημεία της νομοθεσίας του. Αν, λοιπόν, ταιριάζει στο Θεό η προσωνυμία του ελεήμονος, τι άλλο από θεό σε προσκαλεί ο λόγος να γίνεις και να πάρεις σχεδόν σαν μορφή το γνώρισμα του Θεού;

Γιατί αν ο Θεός αποκαλείται ελεήμων από την αγία Γραφή και το αληθινά μακάριο είναι η θεότητα, γίνεται φανερό το νόημα από τη συνέχεια.

Αν γίνει δηλ. ελεήμων ακόμη κι ένας άνθρωπος, γίνεται άξιος της θείας μακαριότητας, αφού κατάκτησε αυτό το γνώρισμα, με το οποίο προσδιορίζεται ο Θεός. «Ο Κύριος είναι ελεήμων και δίκαιος και ο Θεός μας ελεεί» (Ψαλ. 114, 5).

Πώς είναι δυνατό, λοιπόν, ο άνθρωπος να μην ονομασθεί, και να μη γίνει μακάριος, όπως ονομάζεται ο Θεός, διά των έργων; Αλλά κι ο θείος Απόστολος μας συμβουλεύει με τα δικά του λόγια να ζηλεύουμε τα μεγαλύτερα χαρίσματα (Α' Κορ. 12, 31). Ο σκοπός όμως για μας δεν είναι να μεταπεισθούμε για να επιθυμούμε τα καλά.

Γιατί αυτό είναι έμφυτο στην ανθρώπινη φύση, να ρέπει δηλ. προς το καλό. Αλλά ο σκοπός είναι πώς να μην κάνουμε λάθος στην κρίση μας για το καλό.

Γιατί σ' αυτό κυρίως το θέμα σφάλλει ο άνθρωπος, στο να μην μπορεί να κατανοήσει σωστά ποιό είναι το φύσει καλό και ποιό παρουσιάζεται ως καλό με τρόπο απατηλό.

Γιατί αν η κακία πρόβαλλε απροκάλυπτη στη ζωή και δεν είχε το επίχρισμα του καλού με κάτι το φανταχτερό, δε θα παραδινόταν σ' αυτήν ο άνθρωπος θεληματικά. μας χρειάζεται, λοιπόν, η σύνεση, για να κατανοήσουμε το ρητό που έχουμε μπροστά μας.

Κι αφού μάθουμε το αληθινό κάλλος που βρίσκεται μέσα στο νόημα του ρητού, μακάρι να διαμορφώσουμε το χαρακτήρα μας σύμφωνα μ' αυτό. Γιατί ναι μεν βρίσκεται μέσα σ' όλους τους ανθρώπους κατά τρόπο φυσικό η έννοια περί του Θεού, στην άγνοια όμως του Θεού που αληθινά υπάρχει, οφείλεται το σφάλμα ως προς αυτό που επιζητούμε.

Για μερικούς π.χ. είναι σεβαστή η αληθινή θεότητα, που φαίνεται στον Πατέρα και στον Υιό και στο άγιο Πνεύμα. Άλλοι όμως παρασύρθηκαν σε αβάσιμες υποθέσεις, υποθέτοντας ότι η θεότητα βρίσκεται στα κτίσματα.

Γι' αυτό κι η παραμικρή εκτροπή από την αλήθεια ανοίγει το δρόμο προς την ασέβεια. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με το μακαρισμό που μελετάμε. Αν δεν συλλάβουμε το αληθινό νόημά του, δε θα είναι μικρή η ζημιά που θα πάθουμε, αν αστοχήσουμε στην αλήθεια.


Έλεος: «εκούσιος λύπη επί αλλοτρίοις κακοίς» 

3. Τι είναι, λοιπόν, το έλεος και γύρω από τι εκδηλώνεται; Και πώς γίνεται μακάριος, όποιος παίρνει πίσω αυτό που δίνει;

Γιατί λέγει: «Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν».
Η προφανής έννοια του ρητού προσκαλεί τον άνθρωπο προς τη φιλαλληλία και τη συμπάθεια, επειδή υπάρχει κι η ανισότητα κι οι ανωμαλίες στις συνθήκες της ζωής, αφού δε ζουν όλοι όμοια, ούτε ως προς το αξίωμα, ούτε ως προς τη σωματική διάπλαση, ούτε ως προς τα άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Γιατί έχει χωριστεί ο ανθρώπινος βίος σε πολλά από τα αντίθετα. Όταν π.χ. διαχωρίζεται στην υποτέλεια και στην κυριότητα, στον πλούτο και στη φτώχεια, στην επισημότητα και στην ασημότητα, στη σωματική καχεξία και στην ευρωστία και σ' όλα τα παρόμοια.

Για να εξισωθεί, λοιπόν, αυτό που πλεονεκτεί με κείνο που υστερεί, και για να αναπληρωθεί αυτό που λείπει από κείνο που περισσεύει, νομοθετεί για τους ανθρώπους το έλεος προς τους πτωχότερους.

Γιατί διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να τρέξεις, για ν' ανακουφίσεις τη δοκιμασία του άλλου, παρά μόνο αν μαλακώσει την καρδιά σου το έλεος για μια παρόμοια κίνηση. Το έλεος εννοείται από την αντίθεση προς τη σκληρότητα.

Όπως ο σκληρός κι ο άγριος είναι απρόσιτος σ' όσους τον πλησιάζουν, έτσι ο συμπαθής κι ο ελεήμων ανακατεύεται κάπως με τη διάθεση προς τον ενδεή και γίνεται για κείνον που υποφέρει αυτό, που αναζητεί ο άθυμος νους.

Κι αν ήθελε κανείς να ερμηνεύσει τον όρο, θα έλεγε: Έλεος είναι θεληματική λύπη που γεννιέται για τις δοκιμασίες των άλλων.


Η κοινωνική διάσταση της ελεημοσύνης 

4. Αν δεν έδωσα παραστατικά το ακριβές νόημα του ελέους, ίσως μπορέσω να το ερμηνεύσω σαφέστερα με άλλον ορισμό. Έλεος είναι η από αγάπη συμπάθεια σε όσους υποφέρουν, για τα δυσάρεστα που τους βρίσκουν.

Κι όπως η σκληρότητα κι η θηριωδία έχουν τις αφορμές τους στο μίσος, κάπως έτσι κι από την αγάπη ξεφυτρώνει το έλεος, που δεν γεννιέται παρά μόνο απ' αυτήν. Κι αν κάποιος εξετάσει σωστά το χαρακτήρα του ελέους, θα βρει αυξημένη τη διάθεση της αγάπης, ανάμικτη με το πάθος της λύπης.

Γιατί η συμμετοχή στα καλά επιδιώκεται εξίσου απ' όλους, κι από τους εχθρούς κι από τους φίλους. Το να θέλεις όμως να κοινωνήσεις στα θλιβερά, αυτό είναι γνώρισμα εκείνων που υπερισχύουν στην αγάπη.

Επί πλέον αναγνωρίζεται από όλους εκείνους που μελετούν αυτή τη ζωή, ότι το άριστο είναι η αγάπη. Ένταση δε της αγάπης είναι το έλεος. Συνεπώς είναι μακάριος κυρίως εκείνος που κρατάει την ψυχή του σε μιά τέτοια κατάσταση, ώστε να αγγίζει το ανώτατο ως προς την αρετή.

Κι ας μη βλέπει κανείς την αρετή μόνο στα υλικά. Γιατί έτσι δε θα ήταν γενικά κατορθωτή, εκτός από κείνον που θα είχε κάποια δυνατότητα να ευεργετεί. Νομίζω όμως πως είναι περισσότερο δίκαιο, να διακρίνουμε το έλεος μέσα στην προαίρεση.

Γιατί κι εκείνος που θέλησε μόνο κι εμποδίσθηκε να φθάσει στο καλό από αδυναμία, δεν υστερεί καθόλου ως προς τη διάθεση της ψυχής, από κείνον που έδειξε έμπρακτα τη διάθεση. Αν κυττάξει κανείς το νόημα του μακαρισμού απ' αυτή την πλευρά, θα είναι ίσως περιττό να αναπτύξω πόσο θα είναι το κέρδος για τη ζωή, αφού και στα νήπια είναι τελείως φανερά τα όσα πετυχαίνονται στη ζωή με αυτή τη συμβουλή.

Γιατί αν υποθέσουμε πως αναπτυσσόταν σ' όλους αυτός ο φιλικός δεσμός της ψυχής προς εκείνον που μειονεκτεί, δε θα υπήρχε πια αυτό που υπερέχει κι εκείνο που μειονεκτεί. Δε θα διαφοροποιείται πια η ζωή προς τα αντίθετα ονόματα. Δε θα στενοχωρήσει η πείνα τον άνθρωπο. Δε θα τον ταπεινώσει η δουλεία. Δε θα τον λυπήσει η περιφρόνηση.

Γιατί όλα θα είναι κοινά σ' όλους. Ίση μεταχείριση από το νόμο κι ίσα δικαιώματα στο λόγο παρέχονται στη ζωή των ανθρώπων. Θεληματικά εξισώνεται ο κυβερνήτης προς τον κατώτερο. Αν γινόταν αυτό, δε θα απέμενε πιά καμιά αφορμή αποστροφής.

Ο φθόνος μένει αργός, το μίσος νεκρώνεται, εκτοπίζεται η μνησικακία, το ψέμα, η απάτη, ο πόλεμος. Όλα αυτά γεννιώνται από την επιθυμία του περισσότερου. Όταν όμως εξορισθεί η άσπλαγχνη διάθεση, μαζί της ξερριζώνονται δίχως άλλο, σαν από κάποια κακή ρίζα, και τα βλαστάρια της κακίας.

Με το διώξιμο δε των πονηρών, εισέρχεται, αντί γι' αυτά, ο πίνακας των αγαθών, η ειρήνη κι η δικαιοσύνη κι όλη η σειρά, εκείνων που εννοούμε προς το καλύτερο. Μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη ευτυχία, από του να έχουμε ασφαλίσει έτσι το βίο μεταξύ μας, χωρίς να εμπιστευόμαστε πιά την ασφάλεια της ζωής μας σε αμπάρες και σε πέτρες;

Γιατί, όπως διαθέτει ο σκληρός κι απάνθρωπος για τον εαυτό του δυσμενώς εκείνους που έλαβαν πείρα της αγριότητάς του, έτσι αντίθετα παίρνουμε ευνοϊκή στάση προς τον ελεήμονα, επειδή το έλεος φυσικά γεννάει την αγάπη μέσα σ' εκείνους που μετέχουν σ' αυτό.

Συνεπώς, όπως απόδειξε ο λόγος, το έλεος είναι πατέρας της εύνοιας, ασφάλεια της αγάπης, συνδετικός κρίκος κάθε φιλικής διάθεσης. Απ' αυτή την ασφάλεια τι άλλο ασφαλέστερο θα μπορούσε να επινοηθεί ως προς τη ζωή; Ώστε δικαιολογημένα μακαρίζει ο Κύριος τον ελεήμονα, αφού αποκαλύπτονται τόσα αγαθά μ' αυτό το όνομα.

Αλλά το ότι είναι ωφέλιμη αυτή η συμβουλή για το βίο, κανείς δεν το αγνοεί. Εγώ όμως νομίζω ότι δηλώνει κατά τρόπο μυστικό κάτι περισσότερο κοντά σ' αυτά, που εύκολα εννοούνται, με τη μελλοντική ανταμοιβή.

Γιατί λέγει: «Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν», επειδή η ανταπόδοση του ελέους στους ελεήμονες επιφυλάσσεται για αργότερα.


Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις 

5. Όσο μπορούμε, λοιπόν, ας αφήσουμε αυτό το εύκολο νόημα, που χωρίς δυσκολία βρίσκεται από τους περισσότερους, κι ας επιχειρήσουμε κατά το δυνατόν να σκύψουμε με το λόγο στο ενδότερο του παραπετάσματος του ναού. «Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν». Δηλ. υπάρχει στο λόγο, να μάθουμε και για κάποια από τις υψηλότερες αλήθειες.

Σύμφωνα μ' αυτήν ο Θεός, που έπλασε τον άνθρωπο κατά τη δική Του εικόνα, φύτεψε μέσα στη φύση του πλάσματος τις προϋποθέσεις όλων των αγαθών, έτσι ώστε να μην εισάγεται απ' έξω, εκ των υστέρων κανένα από τα καλά, αλλά από μας να εξαρτάται αυτό που θέλουμε.

Και να εξάγουμε το αγαθό μέσα από τη φύση μας σαν από άλλο θησαυροφυλάκιο. Γιατί από το μερικό διδασκόμαστε για το γενικό. Μαθαίνουμε δηλ. πως δεν είναι δυνατόν, να ικανοποιήσουμε κάποια από τις επιθυμίες διαφορετικά, παρά μόνο αν εμείς οι ίδιοι χαρίσουμε το αγαθό στον εαυτό μας.

Γι' αυτό κάπου λέγει ο Κύριος προς τους ακροατές Του: «Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας», κι ότι «Καθένας που ζητάει παίρνει, κι όποιος ψάχνει βρίσκει, και σ' όποιον χτυπάει τη θύρα θ' ανοιχτεί» (Λουκά 17, 21 και Ματθ. 7, 8).

Για να δείξει ότι, όταν θέλουμε, σε μας εναπόκειται κι από τη θέλησή μας εξαρτάται να πάρουμε αυτό που ποθούμε, και να βρούμε αυτό που ζητούμε, καθώς επίσης και το να βρεθούμε μέσα σ' αυτά που επιθυμούμε.

Μαζί μ' αυτό το συμπέρασμα βγαίνει κι εκείνο που εννοούμε από την αντίθετη πλευρά. Ότι δηλ. κι η τάση προς το κακό δεν αναπτύσσεται από καμιά εξωτερική ανάγκη που μας πιέζει, αλλά μαζί με την εκλογή του κακού, αρχίζει (το κακό) να υπάρχει, κι έρχεται στην επιφάνεια, όταν το εκλέξουμε.

Αυτό από μόνο του, με δική του υπόσταση έξω από τη θέληση πουθενά δε βρίσκεται το κακό να υπάρχει. Απ' αυτά αποδεικνύεται καθαρά η αυτοκυρίαρχη κι ελεύθερη δύναμη, που εναπόθεσε στη φύση των ανθρώπων ο Κύριος της φύσης, με το να έχει εξαρτήσει τα πάντα από τη δική μας τη θέληση, τόσο τα αγαθά όσο και τα κακά.

Κι η κρίση του Θεού με αμερόληπτη και δίκαιη απόφαση, που ακολουθεί σύμφωνα με τη δική μας πρόθεση, αποδίδει στον καθένα εκείνο, που θα τύχει ο ίδιος να χορηγεί στον εαυτό του. Στους μεν, όπως λέγει ο Απόστολος, «που επιζητούν τη δόξα και την τιμή με την υπομονή του αγαθού έργου, ζωή αιώνια.

Σ' εκείνους δε που δεν πιστεύουν στην αλήθεια, πιστεύουν όμως στην αδικία, οργή και θλίψη» (Ρωμ. 2, 7), κι όλα όσα είναι ονόματα της θλιβερής ανταπόδοσης. Γιατί όπως τα τέλεια κάτοπτρα δείχνουν τις όψεις των προσώπων τέτοιες που είναι τα πρόσωπα, χαρωπά μεν όσων είναι χαρούμενοι, μελαγχολικά δε εκείνων που μελαγχολούν και κανείς δε θα κατηγορούσε τη φύση του κατόπτρου, αν εμφανιζόταν μελαγχολικό το είδωλο του πρωτοτύπου από κατάθλιψη, αφού ταυτίζεται με το πρωτότυπο.

Έτσι κι η δίκαιη κρίση του Θεού εξομοιώνεται με τις δικές μας διαθέσεις. Κι οποία είναι τα δικά μας αισθήματα, παρόμοια μας προσφέρει απ' τα δικά μας. Γιατί λέγει, «Ελάτε οι ευλογημένοι· και Πηγαίνετε οι καταραμένοι».

Μήπως υπάρχει σ' αυτά κάποια εξωτερική βία, για να προσφέρει με κλήρο τη γλυκιά φωνή σ' αυτούς που είναι προς τα δεξιά, και την αυστηρή σ' αυτούς που είναι προς τα αριστερά; Δεν απόσπασαν οι μεν το έλεος με όσα έπραξαν, οι δε με το να είναι σκληροί προς τους ομοίους τους, έκαμαν το Θεό σκληρό για τους εαυτούς τους;

Ο πλούσιος, που είχε απλωθεί μέσα στις απολαύσεις, δεν ελέησε το φτωχό Λάζαρο, που για πολύ καιρό εταλαιπωρείτο μπροστά στην πόρτα του, γι' αυτό στερεί από τον εαυτό του το έλεος, όταν παρακαλεί να ελεηθεί, χωρίς να εισακούεται.

Όχι πως θα ήταν απώλεια η μιά σταγόνα από την ανεξάντλητη πηγή του παραδείσου, αλλά γιατί η σταγόνα της ελεημοσύνης δεν ανακατεύεται με την σκληρότητα. «Γιατί ποιά σχέση υπάρχει ανάμεσα στο φώς και στο σκοτάδι;» (Β' Κορ. 6, 14).

Και πάλι λέγει: «Ό,τι θα σπείρει ο άνθρωπος, αυτό θα θερίσει. Γιατί όποιος σπέρνει στη σάρκα, θερίζει τη φθορά από τη σάρκα, ενώ εκείνος που σπέρνει στο πνεύμα, θα θερίσει από το πνεύμα ζωή αιώνια» (Γαλ. 6, 7-8). Νομίζω δε ότι σπορά είναι η ανθρώπινη διάθεση, και θερισμός η ανταμοιβή της διάθεσης.

Πολύκαρπο είναι το στάχυ των αγαθών, για όσους εκλέγουν αυτή τη σπορά. Κουραστική η συγκομιδή των αγκαθιών, για όσους έσπειραν διά του βίου τους τα γεμάτα αγκάθια σπέρματα. Γιατί πρέπει να θερίσει κανείς οπωσδήποτε αυτό που έσπειρε. Δε γίνεται διαφορετικά.


«Ουδέποτε παύσεται ελεών» 

6. «Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν». Ποιος ανθρώπινος λόγος μπορεί να εισχωρήσει στο βάθος των νοημάτων που κρύβονται στη φράση; Γιατί ο απόλυτος κι αόριστος τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένος ο λόγος, επιτρέπει να τον μελετήσουμε προσεκτικά, ακόμη και μετά τα όσα είπαμε, επειδή δεν αναφέρει ποιοί είναι εκείνοι, στους οποίους ταιριάζει να είναι δραστικό το έλεος.

Αλλά απλώς λέγει: «Μακάριοι οι ελεήμονες». Ίσως να υπαινίσσεται σε μας ο λόγος το εξής: ότι δηλ. η έννοια του ελέους ακολουθεί το μακάριο πένθος. Κι όπως εκεί μακαρίζεται όποιος διέρχεται τον εδώ βίο του μέσα στο.πένθος, έτσι νομίζω, ότι και στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος υποδηλώνει την ίδια αλήθεια.

Γιατί όποια ψυχική διάθεση έχουμε μπροστά στις συμφορές των άλλων, όταν μερικοί από τους φίλους μας περιπέσουν σε ανεπιθύμητες θλίψεις, ή με το να χάσουν το πατρικό τους σπίτι, ή να διασωθούν γυμνοί από ένα ναυάγιο, ή να πιαστούν από πειρατές και ληστές, ή από ελεύθεροι που ήσαν να υποδουλωθούν και από ευτυχισμένοι να καταντήσουν αιχμάλωτοι, ή κάποιο άλλο παρόμοιο κακό να ανταλλάξουν όσοι μέχρι προ ολίγου παρουσιάζονταν να ζουν τη ζωή τους με κάποια ευτυχία.

Κι όπως, λοιπόν, γι' αυτούς γεννιέται στις ψυχές μας μια συμπάθεια, που μας κάνει να πονάμε, έτσι ίσως ήταν πολύ πιο επίκαιρο για μας τους ίδιους να κάνουμε αυτή τη σκέψη, για την άνεση που έχουμε στη ζωή χωρίς να μας αξίζει.

Γιατί όταν σκεφθούμε, ποιά ήταν η πολυτελής κατοικία μας, από την οποία διωχτήκαμε, πώς πιαστήκαμε από τους ληστές, πώς απογυμνωθήκαμε, όταν βουτηχτήκαμε στο βυθό αυτής εδώ της ζωής, ποιους και πόσους τύραννους βάλαμε στο κεφάλι μας, αντί για την ελεύθερη κι ανεξάρτητη διαμονή, πώς διακόψαμε τη μακαριότητα της ζωής με το θάνατο και τη φθορά.

Αν σκεφθούμε αυτά, είναι άραγε δυνατόν να στρέψουμε το έλεος σε ξένες συμφορές και να μην πονέσει η δική μας ψυχή, όταν συλλογισθεί κι όσα είχε κι από ποιά ξέπεσε; Γιατί τι υπάρχει πιο οδυνηρό από τούτη την αιχμαλωσία;

Αντί για την απόλαυση του παραδείσου, κληρονομήσαμε στη ζωή αυτό το νοσογόνο και κουραστικό χώρο, αντί για κείνη την απάθεια, πήραμε ως αντάλλαγμα τα άπειρα συναισθήματα, αντί για κείνη την υψηλή διαμονή και τη ζωή με τους αγγέλους, καταδικασθήκαμε να συγκατοικούμε με τα θηρία της γης.

Ανταλλάξαμε τον αγγελικό και χωρίς πάθη βίο με τον κτηνώδη. Αλλά και τους σκληρούς τυράννους της ζωής μας, τους μανιασμένους κι άγριους κυβερνήτες, ποιος μπορεί εύκολα να τους απαριθμήσει; Σκληρό αφεντικό ο θυμός.

Άλλο παρόμοιο ο φθόνος, το μίσος. Το πάθος της περηφάνιας είναι ένας μανιακός κι άγριος τύραννος. Ο λογισμός της ακολασίας μοιάζει σαν να διασκεδάζει με τους εξαγορασμένους, αφού υποδουλώνει τον άνθρωπο σε εμπαθή κι ακάθαρτα έργα.

Αν πεις και για την τυραννία της πλεονεξίας, δεν υπάρχει υπερβολή σκληρότητας που να μη την ξεπερνάει. Όταν υποδουλώσει την ταλαίπωρη ψυχή, συνεχώς, την εκβιάζει να ικανοποιεί τις ακόρεστες επιθυμίες της.

Πάντοτε δέχεται και ποτέ δε χορταίνει. σαν άλλο πολυκέφαλο ζώο με άπειρα στόματα στέλνει την τροφή στην αγέμιστη κοιλιά, στην οποία ποτέ δεν επέρχεται κανένας κορεσμός απ' όσα κερδίζει.

Αλλά αυτό που συνεχώς παίρνει, γίνεται υλικό και προσάναμμα για να επιθυμήσει το περισσότερο.

Ποιος, κατανοώντας την αθλιότητα αυτού του βίου, στέκεται μπροστά σ' αυτές τις συμφορές χωρίς έλεος και με σκληρότητα;

Αιτία όμως για την οποία δεν ελεούμε τους εαυτούς μας είναι το ότι έχουμε γίνει αναίσθητοι για τα κακά. Είναι κάτι σαν αυτό που παθαίνουν όσοι υποφέρουν από τη μανία. Η υπερβολή του κακού έχει αφαιρέσει απ' αυτούς, εκτός των άλλων, και την αίσθηση των όσων πάσχουν.

Αν γνώριζε κανείς καλά τον εαυτό του, ποιος ήταν πριν και ποιος είναι τώρα, στο παρόν, όπως λέγει κάπου κι ο σοφός Σολομών ότι «είναι σοφοί όσοι γνωρίζουν καλά τον εαυτό τους» (Παροιμ. 13, 10), ουδέποτε θα έπαυε να ελεεί αυτός ο άνθρωπος.

Σε παρόμοια διάθεση της ψυχής ακολουθεί κατά τρόπο φυσικό και το έλεος του Θεού. Γι' αυτό λέγει: «Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν».


Δημόσια και παντοτινή η αναγνώριση της ελεημοσύνης 

7. Αυτοί, όχι άλλοι. Γιατί μ' αυτό αποσαφηνίζει τη λέξη κι είναι σαν να λέγει: Μακάρια είναι η επιμέλεια της σωματικής υγείας. Γιατί όποιος τη φροντίζει, αυτός θα ζήσει με υγεία.

Έτσι κι ο ελεήμων είναι μακάριος, επειδή ο καρπός του ελέους γίνεται προσωπικό κτήμα εκείνου που ελεεί, είτε σύμφωνα με την ερμηνεία που δώσαμε πριν από λίγο, είτε σύμφωνα μ' εκείνη που πιο μπροστά εξετάσαμε.

Εννοώ δηλ. την εκδήλωση ψυχικής συμπάθειας για τις ξένες δοκιμασίες. Γιατί είναι εξίσου αγαθό το καθένα από τα δύο. Και το να ελεείς τον εαυτό σου, με τον τρόπο που είπαμε, και το να συμπάσχεις στις δυστυχίες των άλλων.

Γιατί η δίκαιη κρίση του Θεού αποδεικνύεται με την εξουσία να υπερτερεί η ανθρώπινη θέληση στους υποδεέστερους. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται κατά κάποιο τρόπο κριτής του εαυτού του, δίνοντας στον εαυτό του την ψήφο, όταν κρίνει τους υπηκόους του.

Επειδή, λοιπόν, πιστεύουμε, και σωστά πιστεύουμε «ότι θα παρουσιασθεί όλο το ανθρώπινο γένος στο βήμα του Χριστού, για να αποκομίσει ο καθένας την αμοιβή των έργων που έπραξε με το σώμα, είτε καλό είτε κακό» (Β' Κορ. 5, 10), ίσως είναι τολμηρό να το πώ· αν είναι δυνατόν να συλλάβουμε με το λογισμό τα μυστικά και τα αόρατα, είναι επίσης δυνατόν να κατανοήσουμε από τώρα τη μακαριότητα της ανταμοιβής εκείνων που ελεούν.

Γιατί η ευμενής διάθεση που γεννιέται στις ψυχές, για όσους δείχνουν το έλεος, όπως είναι φυσικό, παραμένει, πέρα από τον παρόντα βίο, παντοτεινά στη ζωή, σ' εκείνους που έλαβαν μέρος στην ευεργεσία.

Τι είναι φυσικό να δοκιμάσει ο ευεργέτης τη μέρα της κρίσης, όταν αναγνωρισθεί από τους ευεργετημένους; Ποιά θα είναι η ψυχική του διάθεση για τα ευχαριστήρια λόγια, με τα οποία θα εγκωμιάζεται ενώπιον του Θεού όλης της δημιουργίας;

Εκείνος που αναγνωρίζεται επίσημα μεταξύ των καλύτερων μπροστά σε τόσους θεατές, θα χρειασθεί άραγε κανέναν άλλο μακαρισμό; Το Ευαγγέλιο λέγει ότι θα παρευρίσκονται οι ευεργετημένοι, την ώρα που ο βασιλιάς θα εκδίδει την απόφαση για τους δίκαιους και για τους αμαρτωλούς.

Και για τους δυο θα χρησιμοποιήσει κάποιο τρόπο που δείχνει, σαν με δάκτυλο, και θα κάμει γνωστό το ανώτερο: «Εφόσον ευεργετήσατε έναν από αυτούς τους αδελφούς μου τους ελάχιστους» (Ματθ. 25,40,45).

Και με το να λέγει «αυτούς» φανερώνει την παρουσία των ευεργετημένων.


«Γινώμεθα ελεήμονες, ίνα γενώμεθα δια τούτο μακάριοι» 

8. Τώρα ας μας πει εκείνος, που προτιμάει τα άψυχα υλικά αγαθά από τη μελλοντική μακαριότητα. Ποιά λάμψη χρυσού είναι τέτοια; Ποιες είναι οι ανταύγειες των πολύτιμων λίθων; Ποιος στολισμός με ενδύματα είναι τέτοιος, σαν εκείνο το αγαθό που μας παρουσιάζει η ελπίδα;

Όταν ο βασιλιάς της δημιουργίας εμφανισθεί στο ανθρώπινο γένος, και καθίσει με μεγαλοπρέπεια στον υψηλό θρόνο, όταν προβάλουν γύρω Του τα αναρίθμητα πλήθη των αγγέλων, και μάλιστα όταν φανεί στα μάτια όλων η μυστική βασιλεία των ουρανών, κι απ' την αντίθετη πλευρά αποκαλυφθούν πάλι οι φοβερές τιμωρίες.

Κι ανάμεσα σ' αυτά φανούν όλοι οι άνθρωποι, όσοι έζησαν από την αρχή της δημιουργίας και μέχρι να συμπληρωθεί το πάν. Και στέκονται μετέωροι από το φόβο κι απ' την ελπίδα των μελλόντων, και ταράσσονται πολλές φορές για την έκβαση που θα έχουν οι προσδοκίες για το καθένα από τα δύο.

Κι όσοι έζησαν με αγαθή συνείδηση, θα δυσπιστούν για το μέλλον, όταν βλέπουν άλλους να σύρονται από την πονηρή τους συνείδηση στο ζοφερό εκείνο σκοτάδι, σαν να τους σέρνει κάποιος δήμιος.

Αν κάποιος απ' αυτούς οδηγηθεί στον κριτή μέσα στις επευφημίες και στις ευχαριστίες εκείνων που ευεργέτησε, και λάμπει από την παρρησία που του δίνουν τα έργα, θα υπολογίσει άραγε την επιτυχία εκείνη σύμφωνα με τον υλικό πλούτο; Θα δεχθεί άραγε ότι αντί για τα αγαθά εκείνα, μεταποιήθηκαν σε χρυσάφι κι έγιναν γι' αυτόν όλα βουνά και πεδιάδες και κοιλάδες και θάλασσα;

Ενώ εκείνος που κατάκρυψε τα χρήματα με επιμέλεια με σφραγίδες και κλειδαριές και σιδεροδεμένες πόρτες κι οχυρωμένες κρυψώνες, κι έκρινε προτιμότερη από κάθε θεϊκή εντολή την αποθήκευση της ύλης, με το να την καταχώνει στον κρυψώνα; αν σέρνεται με το κεφάλι προς τη σκοτεινή φωτιά, κι αν όλοι όσοι δοκιμάστηκαν σε τούτη τη ζωή του δείχνουν τη σκληρότητα και την αγριότητα και τού λέγουν: «Θυμήσου ότι συ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου στη ζωή σου» (Λουκ. 16, 25)· στις φυλακές του πλούτου φυλάκισες μαζί και το έλεος, και την ευσπλαγχνία την άφησες στη γη· δε μετάφερες τη φιλανθρωπία σε τούτο το βίο· δεν έχεις αυτό που δεν απόκτησες· δε βρίσκεις αυτό που δεν αποταμίευσες· δε συγκεντρώνεις αυτό που δε σκόρπισες· δε θα θερίσεις αυτά για τα οποία δεν έρριξες τους σπόρους.

Ο θερισμός σου είναι άξιος της σποράς. Έσπειρες τη σκληρότητα, μάζευε τώρα τους καρπούς. Δεν τίμησες το έλεος, απόλαβε τώρα αυτό που αγάπησες. Δεν είδες τους άλλους με συμπάθεια. Δε θα σε κυττάξουν τώρα με έλεος.

Παράβλεψες το θλιβόμενο. Θα σε παραβλέψουν και σένα τώρα που χάνεσαι. Απόφυγες το έλεος. θα σε αποφύγει το έλεος.

Αποστράφηκες τον φτωχό. Θα σε αποστραφεί Εκείνος, που επτώχευσε για σένα (Β' Κορ. 8, 9).

Αν λέγονταν αυτά και τα παρόμοια, ποιά θέση θα είχε το χρυσάφι; Και τα αστραφτερά σκεύη; Κι η ασφάλεια των θησαυρών, με το χάραγμα των σφραγίδων πάνω τους; και τα σκυλιά που αναλαμβάνουν τις νυκτερινές βάρδιες ασφάλειας, κι η προετοιμασία των όπλων για όσους επιβουλεύονται τη ζωή; Κι η χρέωση που έχει γραφτεί στα λογιστικά βιβλία; Όμως τι είναι όλα αυτά μπροστά στο κλάμα και το τρίξιμο των οδόντων; Ποιος θα φωτίσει το σκοτάδι; Ποιος θα σβήσει τη φλόγα; Ποιος θα απομακρύνει το σκουλήκι που κατατρώγει (τη συνείδηση) χωρίς τελειωμό;

Ας καταλάβουμε, λοιπόν, αδελφοί, το λόγο του Κυρίου, που μας διδάσκει με λίγα, τόσο πολλά για τα μέλλοντα. Κι ας γίνουμε ελεήμονες, για να είμαστε γι' αυτό μακάριοι, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.

Σ' Αυτόν ανήκει η δόξα κι η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......