Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

"Λόγοι εις τους μακαρισμούς - Δ΄ λόγος"

Σινασός-Η επιγραφή στην είσοδο του ναού Κωνσταντίνου και Ελένης, σήμερα μουσείου
(Άγιος Γρηγόριος Νύσσης)

«Μακάριοι είναι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα
χορτασθούν».


Από τα υλικά στα πνευματικά 
1. Οι γιατροί λένε πως όσοι υποφέρουν από το στομάχι και δεν τρέφονται καλά, πάντοτε νιώθουν γεμάτοι και χορτάτοι, όταν συγκεντρωθούν στην άνω κοιλιακή χώρα μερικά βλαβερά υγρά και περιττώματα. 


Γι' αυτό και δε δέχονται την ωφέλιμη τροφή, επειδή τους κόπηκε η φυσική όρεξη από τον πλασματικό χορτασμό. Αν όμως επιδειχθεί γι' αυτούς κάποιο ιατρικό ενδιαφέρον και με το κατάλληλο φάρμακο που θα πιουν, αποβληθούν όσα είχαν εναπομείνει στις στομαχικές κοιλότητες, παύει το ξένο να ενοχλεί πια τη φύση, κι επανέρχεται σ' αυτούς η όρεξη για την ωφέλιμη και θρεπτική τροφή. 

Κι αυτό είναι η απόδειξη της υγείας, το να παίρνεις δηλ. την τροφή όχι αναγκαστικά, αλλά με προθυμία κι όρεξη. Τι μου χρειάζεται τούτο το προοίμιο; Όπως προχωρεί ο λόγος των μακαρισμών με τη σειρά της κλίμακας, μας χειραγωγεί προς τα ψηλότερα.


Σύμφωνα δε με τον προφητικό λόγο: «Βάζει στην καρδιά μας τις καλές αναβάσεις» (Ψαλμ. 83,6), και μας προβάλλει τώρα μιαν άλλη τέταρτη ανάβαση μετά από τις προηγούμενες ανόδους, λέγοντας: «Μακάριοι είναι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτασθούν». 

Νομίζω πως είναι καλό να αδειάσουμε τη ψυχή από το βάρος και το γέμισμα, όσο είναι δυνατό, για να προκαλέσουμε στους ίδιους τους εαυτούς μας τη μακάρια όρεξη αυτής της τροφής και του ποτού. 

Γιατί δεν είναι δυνατό να έχει δύναμη ο άνθρωπος, αν η ικανοποιητική τροφή δεν υποβαστάζει τη δύναμη, ούτε να χορτάσει από φαγητό, αν δεν φάει, ούτε να τραφεί, χωρίς να έχει όρεξη.

Επειδή, λοιπόν, ένα αγαθό στη ζωή είναι η δύναμη, η οποία διατηρείται με τον ανάλογο χορτασμό, κι ο χορτασμός πετυχαίνεται με το φαγητό, και για να φας χρειάζεται όρεξη, θεωρείται μακάριο για τους ζωντανούς η όρεξη, αφού αυτή αποτελεί την αρχή και την αιτία της δύναμης που υπάρχει μέσα μας.

Και ως προς αυτή την υλική τροφή που χρησιμοποιούμε, δεν επιθυμούμε όλοι τα ίδια φαγητά, αλλά πολλές φορές, ανάλογα με τα είδη τους, χωρίζεται η επιθυμία εκείνων που μετέχουν σ' αυτά. Ο ένας ευχαριστείται υπερβολικά από τα γλυκά, άλλος έχει την τάση προς όσα είναι πιο ερεθιστικά και θερμαντικά, άλλος προς τα αλμυρά, κι άλλος ευχαριστείται με τα πιο πικρά.

Συμβαίνει μάλιστα πολλές φορές η προτίμηση του φαγητού από τον καθένα να μη γίνεται με κριτήριο την ωφελιμότητα. Κι όποιος ρέπει προς ένα πάθος από κάποια αδυναμία του χαρακτήρα, υποθάλπει την ασθένεια με το είδος των αντίθετων φαγητών, ενώ όποιος έχει την τάση προς όσα ωφελούν, θα ζήσει σίγουρα με υγεία, αφού η τροφή θα του εξασφαλίζει την ευεξία.

Το ίδιο συμβαίνει και με την τροφή της ψυχής. Δεν κλίνουν οι επιθυμίες όλων προς το ίδιο. Άλλοι επιθυμούν π.χ. τον πλούτο, τη δόξα ή κάποια κοσμική διάκριση. Για άλλους η όρεξη αναφέρεται στο φαγητό, άλλοι παίρνουν με προθυμία το φθόνο σαν άλλη δηλητηριώδη τροφή.

Υπάρχουν και μερικοί που η όρεξή τους στρέφεται προς αυτό που είναι καλό από τη φύση του. Εκ φύσεως δε καλό είναι αυτό που όλοι και πάντοτε το προτιμούν όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί είναι αυτό καθεαυτό επιθυμητό, γιατί πάντα μένει το ίδιο και ποτέ δεν εξασθενίζει με την πολλή χρήση.

Γι' αυτό ο Κύριος μακαρίζει όχι αυτούς που απλώς πεινούν, αλλά κείνους που επιθυμούν την αληθινή δικαιοσύνη.


Η έννοια της δικαιοσύνης

2. Και τι είναι η δικαιοσύνη; Νομίζω πως αυτό πρέπει πρώτα να αποκαλύψουμε με το λόγο, ώστε, φανερώνοντας την ομορφιά της, να γεννηθεί έτσι έγκαιρα μέσα μας η επιθυμία αυτού που αποκαλύφθηκε.

Γιατί δεν είναι δυνατό, να έχεις τη διάθεση να επιθυμήσεις αυτό που δε φαίνεται. Αλλά κι η φύση μας παραμένει κάπως αδρανής κι ασυγκίνητη για το άγνωστο, εκτός βέβαια κι αν έχει σχηματίσει κάποιαν έννοια για το επιθυμητό εξ ακοής ή εξ όψεως.

Λένε, λοιπόν, μερικοί απ' αυτούς που ασχολήθηκαν μ' αυτά τα θέματα ότι δικαιοσύνη είναι η συνήθεια να αποδίδεις το ίσο, και στον καθένα αυτό που αξίζει. Δίκαιος λέγεται π.χ. εκείνος που όταν βρεθεί στη θέση να μοιράσει χρήματα, δίνει αποβλέποντας στο ίσο κι υπολογίζει συγχρόνως την ανάγκη εκείνων που παίρνουν μέρος στη μοιρασιά.

Κι εκείνος που, έχοντας τη δικαστική εξουσία, όταν δεν εκδίδει την απόφαση με κάποια εύνοια ή αντιπάθεια, αλλ' ακολουθώντας τη φύση των πραγμάτων, τιμωρεί, όσους είναι άξιοι τιμωρίας και δίνει αθωωτική ψήφο στους ανεύθυνους, ενώ όταν πρόκειται για θέματα που αμφισβητούνται, εκφέρει την κρίση του με γνώμονα την αλήθεια, κι αυτός λέγεται δίκαιος.

Κι εκείνος που επιβάλλει τους φόρους στους υπηκόους, όταν καθορίζει το φόρο ανάλογα με τη δύναμη, κι ο οικογενειάρχης κι ο άρχοντας της πόλης κι ο βασιλιάς των εθνών, όταν ο καθένας απ' αυτούς διοικεί με τον κατάλληλο τρόπο αυτούς που εξουσιάζει και δεν κινείται από παράλογες διαθέσεις, αλλά με ευθύτητα κρίνει τους υπηκόους και προσαρμόζει τη γνώμη του ανάλογα με τις προτιμήσεις των πολιτών.

Όλα αυτά παρόμοια εντάσσονται στην έννοια της δικαιοσύνης, από όσους ορίζουν το δίκαιο σαν μιά παρόμοια συνήθεια. Εγώ όμως, αποβλέποντας προς το ύψος της θεϊκής νομοθεσίας, σκέπτομαι πως κάτι περισσότερο από όσα είπαμε εννοείται μ' αυτή τη δικαιοσύνη.

Αν ο λόγος της σωτηρίας είναι κοινός για όλους τους ανθρώπους, όμως δε είναι δυνατό ν' ανήκει κάθε άνθρωπος σ' αυτούς που αναφέραμε. Γιατί λίγοι βασιλεύουν, διοικούν, δικάζουν, κατέχουν χρήματα, ή έχουν κάποια άλλη αρμοδιότητα.

Οι περισσότεροι ανήκουν στους υπηκόους και στους διοικούμενους. πως μπορεί να δεχθεί κανείς ότι η αληθινή δικαιοσύνη είναι εκείνη, που δεν έχει δοθεί εξίσου σ' όλη τη φύση; Γιατί αν ο σκοπός του δικαίου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των έξω της Εκκλησίας, είναι η ισότητα, κι η υπεροχή έχει μέσα της την ανισότητα, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί αληθινός ο ορισμός της δικαιοσύνης, όπως δόθηκε προηγουμένως.

Γιατί αμέσως θα ελεγχθεί από την ανισότητα, που υπάρχει στη ζωή. Ποιά είναι, λοιπόν, η δικαιοσύνη που αναφέρεται σ' όλους; Εκείνη που η επιθυμία της βρίσκεται κοινή στον καθένα, ο οποίος αποβλέπει στο τραπέζι του Ευαγγελίου.

Είτε πλούσιος είναι κανείς, είτε φτωχός, είτε δούλος, είτε κύριος, είτε ευγενής, είτε εξαγορασμένος από τους δούλους· όταν καμιά κατάσταση δεν αυξάνει ούτε ελαττώνει το δικαίωμα της δικαιοσύνης.

Γιατί αν εφαρμοζόταν αυτό, μόνο σ' αυτόν που είναι πρώτος σε κάποια εξουσία και στο αξίωμα, τότε πώς χαρακτηρίζεται δίκαιος ο παραπεταμένος στην πύλη του πλουσίου Λάζαρος, που δεν είχε κανένα στοιχείο για μια παρόμοια δικαιοσύνη, καμιά αρχηγία, ούτε εξουσία, ούτε σπίτι, ούτε τράπεζα, ούτε κάποιο άλλο εφόδιο για τη ζωή, με το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει εκείνη τη δικαιοσύνη;

Γιατί αν η δικαιοσύνη αναφέρεται στη διοίκηση, ή στη διανομή, ή γενικά στη διαχείριση, όποιος δεν έχει σχέση μ' αυτά, βρίσκεται οπωσδήποτε έξω απ' τη δικαιοσύνη. Αλλά τότε όμως πώς κρίνεται άξιος να αναπαυθεί εκείνος, που δεν έχει αποκτήσει κανένα από όσα χαρακτηρίζουν τη δικαιοσύνη, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνουν οι πολλοί;

Επιβάλλεται, λοιπόν, ν' αναζητήσουμε κείνη τη δικαιοσύνη, που όποιος την επιθυμήσει, θα μπορεί να απολαύσει την επαγγελία που λέγει: «Είναι μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτασθούν».


Η υπέρβαση «των αναγκαίων όρων της χρείας» 

3. Πολλά και παντός είδους πράγματα βρίσκονται μπροστά μας για φαγητό, στα οποία ο άνθρωπος στρέφει την τάση της όρεξης. Γι' αυτό μας χρειάζεται πολλή γνώση, ώστε να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε από τα τρόφιμα αυτά και το θρεπτικό και το δηλητηριασμένο, μήπως αυτό, που φαίνεται στην ψυχή, ότι το παίρνει ως μέρος τροφής, επιφέρει σε μας το θάνατο και την καταστροφή αντί για τη ζωή.

Ίσως να μην είναι αταίριαστο, να συλλάβουμε αυτό το νόημα, και με κάποιο άλλο στοιχείο από αυτά που αναφέρονται στο Ευαγγέλιο. Ο Κύριος, μολονότι κοινώνησε με μας καθ' όλα, εκτός από την αμαρτία και συμμετέσχε με μας στα ίδια παθήματα (Εβρ. 4,5) δε θεώρησε την πείνα, ούτε απέκλεισε από την πείρα του το σχετικό μ' αυτήν πάθος, αλλά αποδέχθηκε την ορεκτική διάθεση της φύσης που αποβλέπει στην τροφή.

Γιατί, αφού παρέμεινε σαράντα μέρες χωρίς τροφή, τελικά πείνασε (Ματθ. 4,2). Γιατί έδωκε, όταν θέλησε, στην ανθρώπινη φύση Του την ευκαιρία να ενεργήσει τις δικές της λειτουργίες. Αλλά ο εφευρέτης των πειρασμών, όταν αντιλήφθηκε ότι εμφανίσθηκε το πάθος της πείνας και στον Ιησού, τον παρότρυνε να ικανοποιήσει την όρεξη με τις πέτρες.

Κι αυτό σήμαινε να εκτρέψει την επιθυμία από τη φυσική τροφή στην έξω από τη φύση. Γιατί πρότεινε: «Δώσε εντολή να γίνουν ψωμιά αυτές οι πέτρες» (Ματθ. 4, 3). Ποιά αδικία διέπραξε η γεωργία; Για ποιό λόγο αποστράφηκε τους καρπούς, ώστε να αποστραφεί την τροφή, που προέρχεται απ' αυτούς; Γιατί κατηγορεί τη σοφία του Δημιουργού, ότι δήθεν δεν τρέφει κατάλληλα τους ανθρώπους με τα σπέρματα; Ή μήπως τώρα η πέτρα παρουσιάζεται ως η πιο κατάλληλη τροφή, οπότε η σοφία του Θεού έκαμε λάθος ως προς την απαραίτητη φροντίδα για την ανθρώπινη ζωή; «Δώσε εντολή να γίνουν αυτές οι πέτρες ψωμί».

Αυτά λέγει μέχρι σήμερα, σ' αυτούς που πειράζονται από τη δική τους όρεξη. Και λέγοντας αυτά, πείθει τις περισσότερες φορές εκείνους που τον ακούνε, ότι από τις πέτρες γίνεται ψωμί. Γιατί όταν η όρεξη βγαίνει έξω από τα αναγκαία όρια, τι άλλο είναι εκτός από συμβουλή του διαβόλου, που τότε πλαστογράφησε την τροφή των καρπών κι έστρεψε την όρεξη της φύσης προς τα έξω; Από πέτρες τρώνε, όσοι παραθέτουν το ψωμί της πλεονεξίας, όσοι ετοιμάζουν για τους εαυτούς τους από αδικίες τα πολύ πλούσια και θορυβώδη τραπέζια.

Η προετοιμασία γι' αυτά τα δείπνα είναι μιά πομπώδης επίδειξη σκηνοθετημένη για να προκαλέσει κατάπληξη. Αυτή πέφτει έξω από τα αναγκαία για τη ζωή.

Γιατί ποιά σχέση έχει με την ανάγκη της φύσης ο άργυρος που δεν τρώγεται, όταν μάλιστα επιδεικνύεται σε βαριά και δυσβάστακτη ποσότητα; Τι είναι το πάθος της πείνας; Δεν είναι η επιθυμία του απαραίτητου; Γιατί όταν εξατμίζεται η δύναμη, πάλι αναπληρώνεται το έλλειμμα με την κατάλληλη προσθήκη.

Κι αυτό που επιθυμεί η φύση είναι το ψωμί, ή κάτι άλλο από τα φαγώσιμα. Όταν, λοιπόν, κάποιος πλησιάσει στο στόμα χρυσό αντί για ψωμί, άραγε ικανοποεί την ανάγκη; Κι όταν κανείς επιδιώκει πριν από τα τρόφιμα τα υλικά εκείνα, που δεν τρώγονται, ασχολείται αποκλειστικά με τις πέτρες.

Κι ενώ η φύση ζητάει άλλο, αυτός καταγίνεται με άλλο. Λέγει η φύση με το πάθος της πείνας, μόνο που δεν αφήνει φωνή: Αυτό που τώρα χρειάζεται είναι το φαγητό.

Γιατί πρέπει να ξαναμπεί στο σώμα αυτό, που θα αντικαταστήσει τη δύναμη, η οποία εξατμίστηκε. Συ όμως δεν ακούς τη φύση. Γιατί δεν της δίνεις αυτό που ζητεί. αλλά φροντίζεις πως θα σου γίνουν πιο βαριά τα αργυρά επιτραπέζια σκεύη.

Κι αναζητείς τους μεταλλουργούς που θα επεξεργασθούν και θα φιλοτεχνήσουν τα σκεύη αυτά. Και την ιστορία των εικόνων που χαράσσονται στα σκεύη φροντίζεις, ώστε με την τέχνη, να χαραχθούν με ακρίβεια στα γλυπτά και τα πάθη και τα ήθη.

Κι ετσι να διακρίνεται καθαρά κι ο θυμός του οπλίτη, όταν ανυψώνει το ξίφος για τη σφαγή, κι ο πόνος του τραυματία, όταν κουλουριασμένος προς την πληγή φαίνεται με τη στάση να θρηνεί. Κι η ορμητικότητα του κυνηγού κι η αγριότητα του θηρίου κι όσα αλλά φιλοτεχνούν οι ανόητοι από μιά τέτοια περιέργεια πάνω στα επιτραπέζια σκεύη. Η φύση ζητεί να πιει.

Εσύ όμως καλλωπίζεις τους ακριβούς τρίποδες και τις λεκάνες και τους κρατήρες κι αμφορείς κι αμέτρητα άλλα σκεύη, που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο με την απαραίτητη ανάγκη. Επομένως με όσα κάνεις, δεν ακούς καθαρά εκείνον, που σε συμβουλεύει να προσέχεις στην πέτρα; Τι να πει όμως κανείς για τα υπόλοιπα αυτής της πέτρινης τροφής; Εννοώ τα αισχρά θεάματα, τα βουτηγμένα στα πάθη ακροάματα, με τα οποία ανοίγουν για τους εαυτούς τους το δρόμο στη φάλαγγα των κακών, καρυκεύοντας με τα προσανάμματα την τροφή της ακολασίας.


«Πεινάσωμεν την εαυτών σωτηρίαν, διψήσωμεν του θείου θελήματος» 

4. Αυτή είναι η συμβουλή του εχθρού για την τροφή. Αυτά προτείνει, για να προσέχουν στις πέτρες αντί για τη νόμιμη χρήση του άρτου. Όμως ο νικητής των πειρασμών δε βγάζει την πείνα έξω από τη φύση, ως αιτία των κακών, αλλά διώχνοντας μόνο τη ζωηρή επιθυμία, που εισχώρησε μαζί με την ανάγκη από τη συμβουλή του εχθρού, άφησε τη φύση να συντηρείται σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Όπως ακριβώς εκείνοι που φιλτράρουν το κρασί, δεν περιφρονούν τη χρησιμότητά του, επειδή μαζί μ' αυτό ανακατεύθηκε κι η ελαφρά σκόνη, αλλά με το φιλτράρισμα ξεχωρίζουν τα περιττά και δεν απορρίπτουν τη χρήση του.

Έτσι κι ο Κύριος, που εξετάζει και διακρίνει τα ξένα της ανθρώπινης φύσης, δεν έδιωξε μακριά την πείνα, που είναι συντηρητικό στοιχείο της ζωής μας. Φιλτράρησε όμως και πέταξε μακριά τις ανωφελείς έρευνες που συμπλέκονται με την ανάγκη, λέγοντας: Θρεπτικό ψωμί να θεωρείτε εκείνο, που είναι σύμφωνο κατά την φύση με το λόγο του Θεού.

Εάν πείνασε ο Ιησούς, σημαίνει πως είναι μακάρια η πείνα, όταν λειτουργεί και μέσα μας κατά απομίμηση Εκείνου. Συνεπώς αν μάθαμε τι είναι εκείνο για το οποίο πεινά ο Κύριος, σίγουρα θα γνωρίσουμε και τη δύναμη του μακαρισμού, που έχουμε μπροστά μας τώρα. Ποιά είναι, λοιπόν, η τροφή, που ο Κύριος δεν αρνείται την επιθυμία της; Μετά το διάλογο που είχε με τη Σαμαρείτιδα, λέγει προς τους μαθητές: «Δική μου τροφή είναι να εκπληρώνω το θέλημα του Πατρός μου» (Ιωάν. 4, 34).

Είναι όμως φανερό το θέλημα του Πατρός, που «θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να γνωρίσουν καλά την αλήθεια» (Α' Τιμ. 2, 4). Λοιπόν, αν Εκείνος επιθυμεί τη σωτηρία μας και γίνεται δική του τροφή η δική μας ζωή, έχουμε μάθει τον τρόπο, με τον οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιούμε αυτή την τάση της ψυχής.

Και ποιος είναι αυτός ο τρόπος; να πεινάσουμε τη σωτηρία μας, να διψάσουμε το θέλημα του Θεού, που είναι το να σωθούμε εμείς. Και έχουμε μάθει τώρα από το μακαρισμό, πως είναι δυνατό να αποκτήσουμε αυτή την πείνα. Όποιος ποθεί τη δικαιοσύνη του Θεού, βρήκε το αληθινά επιθυμητό.

Και την επιθυμία του γι' αυτό δεν την ικανοποίησε μ' έναν τρόπο, ανάλογο μ' εκείνον που εφαρμόζουμε ως προς την όρεξη, γιατί δεν επιθυμεί την κοινωνία του δικαίου μόνο ως τροφή. Αν περιόριζε την όρεξη μόνο σ' αυτή την επιθυμία, θα ήταν ημιτελής, τώρα όμως έκανε το αγαθό αυτό και πόσιμο, για να δείξει τη θέρμη και τη φλόγα της επιθυμίας με το πάθος της δίψας.

Γιατί όταν είμαστε στεγνοί και φλογισμένοι κατά κάποιο τρόπο στον καιρό της δίψας, προσφέρουμε με χαρά το ποτό ως φάρμακο αυτής της διάθεσης. Επειδή, λοιπόν, είναι μεν μία γενικά η όρεξη και για το φαγητό και για το ποτό, διαφορετική όμως η διάθεση για το καθένα απ' αυτά, ο Κύριος μακαρίζει εκείνους που παθαίνουν τα δύο αυτά, και την πείνα και τη δίψα για τη δικαιοσύνη, προκειμένου να νομοθετήσει για μας τον ανώτατο βαθμό της επιθυμίας για το αγαθό.

Και τούτο γιατί είναι ικανό το ποθούμενο να προσαρμοσθεί με κατάλληλο τρόπο στην καθεμιά επιθυμία και να γίνεται για μεν τον πεινασμένο, στερεά τροφή, πόσιμη δε για κείνον που προσελκύει με τη δίψα τη χάρη.


«Διά του μέρους το όλον» 

5. «Μακάριοι είναι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτασθούν». Λοιπόν, είναι μακάριο να επιθυμεί κανείς τη δικαιοσύνη. Κι αν κάποιος επιθυμεί εξίσου τη σωφροσύνη, ή τη σοφία, ή τη φρόνηση, ή κάποια άλλη αρετή, αυτόν δεν τον μακαρίζει ο Κύριος;

Το νόημα όμως του λόγου είναι περίπου το εξής: Η δικαιοσύνη είναι ένα από όσα εννοούμε γύρω από την αρετή. Πολλές φορές όμως συνηθίζει η Γραφή όταν μνημονεύει το επί μέρους, να περιλαμβάνει το όλον, όπως όταν ερμηνεύει τη θεία φύση με μερικά ονόματα. «Εγώ είμαι ο Κύριος» (Ησ. 42, 8), λέγει π.χ. ο προφήτης, ως εκπρόσωπος του Θεού. «Αυτό είναι το όνομά μου αιώνια. Κι η μνημόνευσή μου στις γενεές των γενεών». Και σ' άλλο σημείο λέγει: «Εγώ είμαι ο Ων». Και σ' άλλο ότι «Είμαι ελεήμων» (Έξοδ. 3, 15 και 14).

Και με άπειρα άλλα ονόματα, που σημαίνεται μ' αυτά και το ύψος κι η θεότητα, γνωρίζει η αγία Γραφή να ονομάζει το Θεό, ώστε μ' αυτά να μάθουμε ακριβώς ότι, όταν αναφέρει ένα από τα ονόματα αυτά, εκφωνεί μαζί όλο τον κατάλογο των ονομάτων, κατά το σχήμα της παρασιώπησης.

Γιατί δεν είναι δυνατό όταν λέγεται ο Θεός Κύριος, να μην είναι και τ' αλλά. Όλα όμως ονομάζονται μ' ένα όνομα. Μ' αυτά που αναφέραμε, μάθαμε πια ότι ο θεόπνευστος λόγος γνωρίζει να υπονοεί με το μέρος πολλά.

Κι εδώ, λοιπόν, που λέγει ο Κύριος ότι η δικαιοσύνη προορίζεται για όσους πεινούν κατά τρόπο μακάριο, μ' αυτήν αποσαφηνίζει κάθε είδος αρετής. Μακάριος είναι επίσης κι όποιος πεινάει για φρόνηση κι ανδρεία και σωφροσύνη και για ό,τι άλλο εννοούμε με το ίδιο όνομα της αρετής.

Γιατί δεν είναι δυνατό ένα είδος της αρετής χωρισμένο από τα υπόλοιπα, να είναι αυτό καθεαυτό η τέλεια αρετή. Γιατί εκείνο, με το οποίο δε συνυπάρχει κάποιο από όσα νοούνται γύρω από το αγαθό, αναγκαστικά κατέχεται από το αντίθετο προς αυτό.

Αντίθετη στη σωφροσύνη είναι η ακολασία, στη φρόνηση η αφροσύνη, και για καθένα που υπολείπεται ως προς το καλύτερο, υπάρχει κάποιο που εννοείται εκ του αντιθέτου. Αν, λοιπόν, δε συνυπήρχαν όλα με τη δικαιοσύνη, είναι αδύνατο, αυτό που υπολείπεται, να είναι αγαθό.

Γιατί δε θα μπορούσε κανείς να ονομάσει δικαιοσύνη την αφροσύνη, ή τη θρασύτητα, ή την ακολασία, ή κάτι άλλο απ' όσα βρίσκονται στην κακία. Εάν είναι ανόθευτο το όνομα της δικαιοσύνης από καθετί το χειρότερο, σίγουρα έχει συμπεριλάβει μέσα του όλο το αγαθό. Κι αγαθό είναι ό,τι νοείται ως αρετή.

Συνεπώς εδώ με το όνομα της δικαιοσύνης αναγνωρίζεται όλη η αρετή. Και κείνους που την πεινούν και τη διψούν μακαρίζει ο Κύριος, υποσχόμενος σ' αυτούς το χορτασμό απ' αυτά που επιθυμούν.


Η απόκτηση της αρετής ανοίγει την όρεξη 
 
6. «Μακάριοι είναι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτασθούν», λέγει, και νομίζω πως αυτό που λέγεται έχει αυτό περίπου το νόημα.

Καμιά από τις επιδιώξεις της ηδονής στη ζωή δε χορταίνει κείνους που την επιδιώκουν, αλλά καθώς λέγει κάπου η Γραφή παραβολικά «η ασχολία με τις ηδονές είναι πιθάρι τρύπιο» (Παροιμ. 23, 27).

Αυτό πάντοτε το κατακλύζουν με προθυμία όσοι καταγίνονται μ' αυτές, καταβάλλοντος έναν κόπο απλήρωτο κι ακόρεστο.

Γιατί ναί μεν πάντοτε κάτι ρίχνουν μέσα στο βυθό της επιθυμίας, κι επισωρεύουν αυτό που προκαλεί την ηδονή, αλλά δεν κατορθώνουν να χορτάσουν την επιθυμία.

Ποιος έμαθε το όριο της φιλαργυρίας, με το ότι απόκτησαν οι φιλάργυροι αυτό που επιδίωκαν; Ποιος από τους δοξομανείς ικανοποιήθηκε με το να πετύχει αυτά για τα οποία αγωνιζόταν; Κι εκείνος που ρούφηξε την ηδονή με ακροάματα και θεάματα, ή με τη μανία και τη λύσσα γύρω από τη γαστέρα, τι βρήκε να του έχει απομείνει απ' αυτή την απόλαυση;

Αλλά κι η κάθε μορφή ηδονής, που ικανοποιείται με το σώμα, μόλις προσεγγίσει, αμέσως δεν χάνεται χωρίς να παραμείνει σ' αυτούς που άγγιξε ούτε για ελάχιστο χρόνο; Αυτή, λοιπόν, τη μεγάλη αλήθεια μαθαίνουμε από τον Κύριο, ότι μόνο η προσπάθεια που καταβάλλεται από μας για την αρετή είναι κάτι το σταθερό και πραγματικό.

Όποιος πέτυχε κάτι από τα μεγάλα, όπως είναι η σωφροσύνη, ή η μετριοφροσύνη, ή η ευσέβεια προς το Θεό, ή κάποιο άλλο από τα μεγάλα κι ευαγγελικά διδάγματα, δε δοκιμάζει παροδικά κι ακατάστατα την ευχαρίστηση για καθεμιά από τις επιτυχίες, αλλά την έχει εγκαταστήσει για να διαμένει μόνιμα και να παρατείνεται μαζί του σ' όλο το διάστημα της ζωής του.

Και γιατί όλα αυτά;
Διότι είναι δυνατόν αυτά να ενεργούν πάντοτε και δεν υπάρχει καμιά περίοδος σ' όλο το διάστημα της ζωής, που να προκαλεί τον κορεσμό της αγαθής ενέργειας. Γιατί κι η σωφροσύνη κι η καθαρότητα κι η σταθερότητα γενικά στο αγαθό, κι η έλλειψη κάθε επαφής με το κακό, ενεργείται πάντοτε, εφόσον κανείς αποβλέπει προς την αρετή κι έχει την ευχαρίστηση που παρατείνεται μαζί με την ενέργεια.

Όσοι όμως έχουν ξεχυθεί στις παράλογες επιθυμίες, ακόμη κι αν έχουν συνεχώς στραμμένη την ψυχή τους προς την ακολασία, δε νιώθουν πάντοτε την ηδονή. Γιατί τη λαιμαργία π.χ. για το φαγητό τη σταματάει ο κορεσμός, κι η ηδονή που δοκιμάζει ο πότης σβήνει μαζί με τη δίψα.

Με τον ίδιο τρόπο και τ' άλλα χρειάζονται κάποιο χρόνο και κάποιο διάλειμμα να μεσολαβήσει, για να εξασθενίσει η επιθυμία από τον κορεσμό και την ηδονή, ώστε να επανέλθει και πάλι η όρεξη εκείνου που προκαλεί την ηδονή.

Η απόκτηση όμως της αρετής, σ' όσους εγκατασταθεί σταθερά για μιά φορά, δεν μετριέται με το χρόνο, ούτε διακόπτεται από τον κορεσμό. Αλλά σ' αυτούς που ζουν ενάρετα, πάντοτε κάνει τα αγαθά της αισθητά, καθαρά, νέα και δυνατά. Γι' αυτό ο Κύριος υπόσχεται σ' αυτούς που πεινούν το χορτασμό.

Ένα χορτασμό όμως που ανοίγει την όρεξη και δεν την σβήνει με τον κορεσμό. Αυτό είναι, λοιπόν, εκείνο που διδάσκει ο Κύριος μιλώντας από το ψηλό όρος των εννοιών, δηλ. το να μη απασχολούμε την επιθυμία μας περισσότερο με κανένα από κείνα, που δεν οδηγούν πουθενά, όσους επιδιώκουν αυτά κι η επιδίωξή τους είναι ματαιοπονία κι ανοησία.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και με κείνους που κυνηγούν την κορυφή της σκιάς τους. Γι' αυτούς ο δρόμος είναι ατελείωτος, γιατί αυτό που κυνηγούν απομακρύνεται σιγά-σιγά μαζί με κείνον που τρέχει από κοντά.

Αλλά μας διδάσκει να στρέψουμε την όρεξή μας σε κείνα που η επιδίωξή τους γίνεται κτήμα αυτού που τα επιδιώκει. Γιατί όποιος επιθυμεί την αρετή, κάνει κτήμα του το αγαθό, βλέποντας μέσα του αυτό που επιθύμησε.

Είναι, λοιπόν, μακάριος αυτός που πείνασε τη σωφροσύνη, γιατί θα χορτάσει καθαρότητα. Κι ο χορτασμός, όπως είπαμε, δεν προκαλεί την αποστροφή προς την όρεξη, αλλά την αύξηση, και αυξάνονται μαζί και τα δύο εξίσου ανάμεσά τους.

Γιατί την επιθυμία της αρετής επακολούθησε η απόκτηση αυτού, που είναι το αντικείμενο της επιθυμίας. Και το αποκτημένο αγαθό, έφερε μαζί του για χάρη της ψυχής ατελείωτη τη χαρά. Γιατί είναι τέτοια η φύση αυτού του αγαθού, δηλ. της αρετής, που υπερευφραίνει εκείνον, ο οποίος την απολαμβάνει όχι μόνο στιγμιαία, αλλά προσφέρει συνεχή τη χαρά σ' όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Γιατί η ανάμνηση των περασμένων που έχουν βιωθεί σωστά, ευχαριστεί εκείνον, ο οποίος τα πέτυχε. αλλά και στο παρόν, όταν η ζωή διανύεται μέσα στην αρετή, όπως επίσης κι η προσδοκία της ανταμοιβής, που κι αυτή δε νομίζω πως είναι καμιά άλλη παρά η ίδια και πάλι η αρετή, αυτή είναι και έργο εκείνων που την κατορθώνουν, αλλά συγχρόνως γίνεται και βραβείο για τα κατορθώματα.


«Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα» 

7. Αν όμως έπρεπε να επικαλεσθώ κι ένα πιο τολμηρό λόγο, θα έλεγα πως ο Κύριος με το λόγο για την αρετή και τη δικαιοσύνη προβάλλει τον Εαυτό του στην όρεξη των ακροατών. Εκείνος «είναι για μας από το Θεό κι η δικαιοσύνη κι ο αγιασμός κι η απολύτρωση» (Α' Κορ. 1, 30), αλλά κι «ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό» και «το ύδωρ το ζων» (Ιωαν. 6, 58 και 4, 10).

Αυτό το νερό, λέγει σε κάποιο ψαλμό ο Δαβίδ, ότι διψάει, κι αναφέρει στο Θεό αυτό το μακάριο πάθος της ψυχής, όταν ομολογεί: «Εδίψασε η ψυχή μου το Θεό το δυνατό και ζώντα. Πότε θα φθάσω και θα δω το πρόσωπο του Θεού;» (Ψαλ. 41, 3).

Νομίζω δε ότι ο Δαβίδ με το να έχει διδαχθεί πρωτύτερα με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος αυτά τα σοφά διδάγματα του Κυρίου και το χορτασμό αυτής της όρεξης για τον εαυτό του, προσθέτει: «Εγώ θα χορτάσω με το να δω τη δόξα Σου», (Ψαλ. 16, 15).

Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου βέβαια, η αληθινή αρετή, το αγαθό που είναι ανόθευτο από το χειρότερο. Γύρω απ' αυτό γίνεται κατανοητή κάθε σκέψη απ' όσες σκεπτόμαστε ως προς το καλύτερο.

Κι αυτό είναι ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού «η αρετή που σκέπασε τους ουρανούς» όπως λέγει ο προφήτης Αββακούμ (3,3). Και καλώς μακαρίσθηκαν όσοι πεινούν αυτή τη δικαιοσύνη του Θεού.

Γιατί πραγματικά «όποιος απόκτησε κάποια γεύση του Κυρίου» καθώς λέγει ο ψαλμός (33, 9) δηλ. όποιος δέχτηκε μέσα του το Θεό, αυτός χορταίνει εκείνο που δίψασε και πείνασε, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου: «Εγώ κι ο Πατέρας θα έλθουμε και θα παραμείνουμε σ' αυτόν» (Ιωαν. 14, 23), όταν δηλ. κατοικήσει μέσα του πρωτύτερα το άγιο Πνεύμα.

Το ίδιο νομίζω ότι συνέβη και με το μεγάλο απ. Παύλο, που γεύθηκε τους μυστικούς εκείνους καρπούς του Παραδείσου. Και χόρτασε από όσα δοκίμασε και πάντοτε πεινούσε. Γιατί ομολογεί πως είναι χορτασμένος απ' αυτό που ποθούσε, γράφοντας: «Μέσα μου ζει ο Χριστός» (Γαλ. 2, 20).

Κι ως πεινασμένος λέγει ότι επεκτείνεται συνεχώς προς τα εμπρός, «Όχι γιατί ήδη πήρα (αυτό που επεδίωκα) ή ήδη έχω τελειωθεί, αλλά τρέχω για να το κατακτήσω» (Φιλιπ. 3, 12-14). Ας υποθέσουμε ότι δίνεται το δικαίωμα να πούμε κάτι το αφύσικο.

Γιατί όπως ακριβώς από τα υλικά φαγητά που παίρνουμε για διατροφή, αν δεν αποβάλλονταν τίποτε με τα περιττώματα, αλλά ο οργανισμός δέχονταν τα πάντα και τα πρόσθετε στο ύψος του σώματος, τότε τα σώματα θα ανέβαιναν σε μεγάλο ύψος, επειδή η καθημερινή τροφή θα αύξανε το μέγεθος από μόνη της.

Το ίδιο συμβαίνει και με κείνη τη δικαιοσύνη κι όλη την αρετή που μ' αυτήν εννοείται. Επειδή δεν αποβάλλεται,όταν τρώγεται με τον νοητό τρόπο της βρώσης, κάνει πάντοτε ψηλότερους για τον εαυτό της εκείνους που την τρώγουν, και πάντοτε με την προσθήκη του εαυτού της αυξάνει το μέγεθος.

Συνεπώς αν κατανοήσαμε την έννοια της μακαριστής πείνας, αφού αποβάλουμε με εμετό όλο το πλήθος της κακίας, ας πεινάσουμε τη δικαιοσύνη του Θεού, για να χορτάσουμε απ' αυτήν, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......