Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Ἰωήλ Γιαννακόπουλος (Ἀρχιμ.): "Ο Ζακχαίος" (Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά)

Ὁ Κύριος βαδίζων πρός τήν Ἱερουσαλήμ, ὅπως εἴδομεν προηγουμένως, ἔφθασεν εἰς Ἱεριχώ. «Εἰσελθών διήρχετο τήν Ἱεριχώ καί ἰδού ἀνήρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος καί αὐτός ἦν ἀρχιτελώνης». Τελῶναι ὠνομάζοντο οἱ εἰσπράκτορες τῶν διοδίων φόρων. Ἡ Ἱεριχώ ἦτο κέντρον ἐξαγωγῆς βαλσάμου πωλουμένου εἰς ὅλον τόν κόσμον καί κόμβος συγκοινωνίας Ἰουδαίας, Περαίας, Αἰγύπτου.
Ὁ Ζακχαῖος οὗτος ἦτο Ἀρχιτελώνης, διότι ἦτο ἐπόπτης τῶν εἰσπρακτόρων τούτων. «Οὗτος ἦν πλούσιος καί ἐζήτει ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν τίς ἐστι καί οὐκ ἠδύνατο ἀπό τοῦ ὄχλου». Λόγῳ τῆς μεγάλης συρροῆς τοῦ κόσμου συμβαδίζων μετά τοῦ ὄχλου ἐπί χρόνον τινά δέν ἠδύνατο ὁ Ζακχαῖος νά ἵδῃ τόν Χριστόν «ὅτι τῇ ἡλικίᾳ διότι κατά τό ἀνάστημα «μικρός ἦν» ἦτο χαμηλός.«Καί προσδραμών ἔμπροσθεν» τρέξας πρός τά ἐμπρός «ἀνέβη ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι». Συκομορέα ἦτο δένδρον μέ κλάδους χαμηλούς καί παραλλήλους πρός τό ἔδαφος, ἔχον φύλλα μορέας καί καρπούς συκῆς. Ἑπομένως ἦτο εὔκολος ἡ ἀνάβασις εἰς αὐτό. Τρέχει, ἀναβαίνει εἰς αὐτήν, διότι πλησίον αὐτῆς θά διήρχετο ὁ Χριστός.

«Ὁ Ἰησοῦς ὡς ἦλθεν ἐπί τόν τόπον» ὅπου εὑρίσκετο τό δένδρον τοῦτο καί ὁ ἐπ’ αὐτοῦ Ζακχαῖος «ἀναβλέψας» ὑψώσας τά βλέμματά Του «εἶδεν αὐτόν καί εἶπε πρός αὐτόν. Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι», κατάβα γρήγορα, «σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» διότι σήμερον πρέπει νά μείνω εἰς τό σπίτι σου. Ὁ Ζακχαῖος «σπεύσας κατέβη» κατέβη ἀπό τό δένδρον, μετέβη εἰς τήν οἰκίαν του καί ἐκεῖ ἐπερίμενε τόν Χριστόν. Ὁ Χριστός μετ’ ὀλίγον φθάνει εἰς τό σπίτι του. Ὁ Ζακχαῖος «ὑπεδέξατο αὐτόν χαίρων». Πόση θά ἦτο ἡ χαρά τοῦ Ζακχαίου ! «Καί ἰδόντες πάντες» οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ ὁμόφρονές των καί θιγέντες διά τήν ἐκλογήν ταύτην τοῦ Κυρίου, ὥστε νά φιλοξενηθῇ ὑπό τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀρχιτελώνου, «διεγόγγυζον» ἐμουρμούριζον «λέγοντες, ὅτι παρά ἁμαρτωλῷ ἀνδρί εἰσῆλθε καταλῦσαι» εἰς ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον μετέβη νά ἀναπαυθῇ ἐκ τῆς ὁδοιπορίας Του!

Τοὐναντίον ὅμως ὁ Ζακχαῖος. Οὗτος «σταλθείς» ἤτοι ὄρθιος ἐν ἐπισημότητι « εἶπε πρός τόν Κύριον· ἰδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς ». Τά μισά ἀπό ὅσα ἔχω τά δίδω ἐλεημοσύνην. « Καί εἴ τινος ἐσυκοφάντησα » καί ὅ,τι ἠδίκησα τινα « ἀποδίδωμι τετραπλοῦν » θά δώσω τετραπλάσια. Ὁ Ζακχαῖος φαίνεται αὐστηρός πρός τόν ἑαυτόν του, διότι ὁ Νόμος (Ἔξοδ. 22,3.8) ἐπέβαλλε τήν εἰς τετραπλοῦν ἀπόδοσιν τοῦ κλαπέντος, ὅταν ὁ ἀδικήσας ἠναγκάζετο πρός τοῦτο καί οὐχί ὅταν αὐθορμήτως προέβαινεν εἰς τήν ἐπανόρθωσιν, ὅπως κάμνει ὁ Ζακχαῖος. « Εἶπε δέ πρός αὐτόν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστίν ». Δέν εἶσθε μόνον σεῖς ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, οἱ Φαρισαῖοι καί λοιποί γογγύζοντες, εἶναι σάν νά λέγῃ ὁ Κύριος, ὥστε νά ἔλθωσιν αἱ εὐλογίαι μόνον πρός ὑμᾶς. Ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ καί ἑπομένως τέκνον πρός σωτηρίαν εἶναι καί οὗτος ὁ Ζακχαῖος, διότι λόγῳ τῆς γενναιοδωρίας του ὁμοιάζει καί κατά πνεῦμα πρός τόν Ἀβραάμ. «Ἦλθε γάρ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός». Ὁ Χριστός κατῆλθεν εἰς τήν γῆν ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ, ἵνα ζητήσῃ, εὕρῃ καί ὁδηγήσῃ εἰς σωτηρίαν πάντα ἁμαρτωλόν.

Θέμα: Ζῆλος καί πραγματικότης.
 Κατά κόρον ἀκούομεν, ὅτι δέν πρέπει νά παίρνωμεν τά ἄκρα καί ὅτι ἡ μέση ὁδός εἶναι ἡ βασιλική. Καί ὅμως ὑπάρχουν περιστάσεις, κατά τάς ὁποίας ἡ μέση λεγομένη ὁδός εἶναι δεῖγμα ἐλλείψεως ζήλου ἤ ἱκανότητός μας, εἰς τήν ὁποίαν βαδίζουν οἱ ἄβουλοι, ἀναποφάσιστοι. Τά δέ ἄκρα, ὅταν γνωρίζωμεν ποῦ νά τά τοποθετήσωμεν, εἶναι εἰς πλείστας περιπτώσεις τῆς ζωῆς μας τά μόνα τά ὁποῖα δεικνύουν ἄνθρωπον ζῶντα, ζηλωτήν. Παράδειγμα τοιοῦτον παρέχει ἡ περικοπή αὕτη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄς ἴδωμεν ταύτην καί βάσει ταύτης τόν ἡμέτερόν βίον.

Α’. Ο Ζ α κ χ α ῖ ο ς. Ὁ Ζακχαῖος ὑπῆρξε ζηλωτής. Ὁ ζῆλός του συνίστατο εἰς τά δύο αὐτά ἄκρα, εἰς μεγάλην ἀδιαφορίαν ἔναντι τοῦ κόσμου καί μεγάλον ἐνδιαφέρον του διά τόν κόσμον. Ἡ ἀδιαφορία του διά τόν κόσμον ἦτο ἡ ἑξῆς. Κατά τάς πανηγύρεις, τούς ἐκκλησιασμούς ἐπισήμων ἡμερῶν καί λοιπάς κοσμοσυρροάς οἱ πλεῖστοι πηγαίνουν εἰς ἐκκλησίας καί πανηγύρεις, ἐπειδή παρασύρονται ὑπό τοῦ κοσμικοῦ ρεύματος, ἵνα ἴδωσιν ἄλλους καί ἄλλοι ἴδωσιν αὐτούς. Ὀλίγοι μεταβαίνουσιν, ἵνα ὠφεληθῶσιν. Ὁ Ζακχαῖος ὅμως δέν ἦτο σταγών ἐν τῇ θαλάσσῃ τοῦ κόσμου, ὥστε νά ἄγεται ὑπ’ αὐτοῦ. Ξεχωρίζει ἀπό τόν κόσμον, γίνεται ἀνώτερος τοπικῶς καί ψυχικῶς τοῦ πλήθους, διότι ἀναβαίνει εἰς συκομορέαν, ἵνα ἐπικοινωνήσῃ ὄχι ἐρωτῶν τούς ἄλλους διά τόν Χριστόν, ἄλλα νά ἴδη ἀπ’ εὐθείας διά τῶν ὀφθαλμῶν του καί νά ἀκούσῃ διά τῶν αὐτιῶν τοῦ Αὐτόν. Πόσην ἀδιαφορίαν δεικνύει διά τόν κόσμον !

Ὁ Ζακχαῖος ἦτο ὄχι ἁπλοῦς Τελώνης, ἀλλά καί Ἀρχιτελώνης. Δεδομένου δέ ὅτι οἱ Τελῶναι ἐθεωροῦντο ἁμαρτωλοί, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἦσαν κλέπται, οὗτος ὡς Ἀρχιτελώνης θά ἐθεωρεῖτο λωποδύτης. Πόσοι μορφασμοί, ἄδικοι κρίσεις τοῦ πλήθους περί ὑποκρισίας τοῦ Ζακχαίου θά ἐξετοξεύοντο κατά τοῦ μικροσώμου Ζακχαίου καί τούς ὁποίους θά ἔβλεπεν ἤ ἐμάντευεν ὁ ἐπί τῆς συκομορέας ἀρχιτελώνης ! Θά ἔλεγον ἰδού ὁ κλέπτης ! Τώρα μᾶς κάμνει τόν εὐσεβῆ! Τά γόνατά του ὅμως δέν ἐλύγισαν. Ὁ Τελώνης ἀδιαφορεῖ εἰς τό ρεῦμα καί εἰς τήν κρίσιν τοῦ κόσμου. Τόν ἐνδιαφέρει ὁ Χριστός καί ἡ συνείδησίς του. Πόσην ἀδιαφορίαν ἔχει διά τόν κόσμον !

Ὁ Ζακχαῖος δέν ἀδιαφορεῖ μόνον εἰς τό ἄφωνον ρεῦμα καί εἰς τά ὑπονοούμενα λόγια τοῦ κόσμου, ἀλλά καί εἰς τά φαρμακερά μειδιάματα, τά σκώμματα τοῦ πλήθους, τά ὁποῖα θα προεκάλει τό μικρόσωμον αὐτοῦ ἐπί τοῦ δένδρου φαινομένου ὡς χαλκομανία εἰς τόν τοῖχον. Ἀδιαφορεῖ εἰς τό ῥεῦμα τό βουβό, εἰς τούς ψιθύρους, εἰς τά λόγια, εἰς τά κρύφια μειδιάματα τοῦ κόσμου. Τόν ἔχει συναρπάσει κυριολεκτικῶς ἡ συνείδησις του καί ὁ Χριστός. Ὁ ζῆλος του τόν κάμνει, ὥστε νά πε-ριφρονῇ τόν κόσμον !

Μέ αὐτά θά ἐπερίμενε κανείς τελείαν ἀδιαφορίαν εἰς τόν κόσμον, ὥστε νά γίνεται ὁ Ζακχαῖος ἀεροπλάνον χωρίς προσγείωσιν, πούπουλον εἰς τόν ἄνεμον ; Καί ὅμως ! Οὗτος δεικνύει μεγάλο ἐνδιαφέρον διά τόν κόσμον. Εἰς τόν κόσμον ἔχει ὑποχρεώσεις νομικάς καί ἠθικάς. Ὑποχρεώσεις, τάς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ στοιχειώδης δικαιοσύνη, ὑποχρεώσεις τάς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἀγάπη.Ὡς Τελώνης θά εἶχεν ὑποπέσει εἰς ἀδικίας. Ὁ νόμος καί ἡ θέσις, τήν ὁποίαν κατεῖχε, ἴσως νά τόν ἐσκέπαζον. Ἡ φωνή ὅμως τῆς συνειδήσεως διεμαρτύρετο. Δία τοῦτο ἀκούομεν «εἴ τινος ἠδίκησα, ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν». Τό δέ μεγάλον του ἐνδιαφέρον, ὁ ζῆλός του τόν ὠθοῦν νά δηλώσῃ, ὅτι ἡ ἀπόδοσις δέν θά εἶναι μόνον εἰς τό ἀκέραιον ἁπλῆ, ἀλλά τετραπλῆ˙ «Ἀποδίδωμι τό τετραπλοῦν».

Μή ἀρκούμενος δέ εἰς τό ὑποχρεωτικόν νομικόν καθῆκον τῆς δικαιοσύνης, προβαίνει μόνος του εἰς τό προαιρετικόν θετικόν καθῆκον τῆς ἀγάπης. « Τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων δίδωμι τοῖς πτωχοῖς ». Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς ἐκαυχησιολόγει, διότι ἀπεδεκάτει πάντα ὅσα ἀπέκτα. Ὁ Ζακχαῖος ὅμῶς ἔδιδεν ὄχι 1/10 ἀλλά 5/10 ὡς ἐλεημοσύνην ! Ὁ ζῆλός του, τό μεγάλον ἐνδιαφέρον του διά τόν κόσμον τόν ὠθεῖ, ὥστε νά ξεπεράσῃ τόν νόμον καί τόν Φαρισαῖον, τόν τηρητήν τοῦ νόμου. Ἰδού τό μεγάλον του ἐνδιαφέρον διά τόν κόσμον. Ἰδού τά δύο ἄκρα τοῦ Ζακχαίου : Ζῆλος καί πραγματικότης. Ἀλλά καί ὁ Χριστός τόν ἤμειψε, διότι ἐνώπιον τόσου πλήθους, αὐτόν εἶδε, πρός αὐτόν ὡμίλησε, μετ’ αὐτοῦ συνέφαγε καί δι’ αὐτόν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐν τῷ οἴκῳ του σωτηρία ἐγένετο.

Β.’ Ἡμεῖς: Πόσον ὡραῖον πρᾶγμα εἶναι νά μάθῃ κανείς νά ἐνδιαφέρεται διά τόν κόσμον καί ν’ ἀδιαφορῇ διά τόν κόσμον ! Ν’ ἀδιαφορῇς διά τό ρεῦμα, τούς ψιθύρους, τά γέλοια τοῦ κόσμου, ὅταν αὐτά στρέφωνται κατά τῆς ἀληθείας, τῆς συνειδήσεώς σου καί τοῦ Χριστοῦ. Νά ἐνδιαφέρεσαι δέ διά τάς πρός τόν κόσμον ὑποχρεώσεις σου.

Ἀδιαφορία. Πηγαίνεις εἰς τήν ἐκκλησίαν, ἐπειδή παρασύρεσαι ὑπό τοῦ κόσμου, διά νά ἵδῃς καί νά σέ ἵδουν ἤ διά νά ἵδῃς καί ἀκούσῃς τόν Χριστόν ὁμιλοῦντα διά τοῦ ἱερέως, τοῦ ψάλτου, τοῦ ἱεροκήρυκος; Ἐάν πηγαίνῃς παρασυρόμενος ὑπό τοῦ κόσμου εἶσαι ὄχι ξεχωριστή ὀντότης, ὅπως ὁ Ζακχαῖος ὑπεράνω τοῦ κόσμου, ἀλλά σταγών ἤ κῦμα, τό ὁποῖον παρασύρει τό ρεῦμα τοῦ κόσμου, χαλίκι τό ὁποῖον ἰσοπέδωσεν ὁ ὁδοστρωτήρ τοῦ κόσμου. Ἐάν πηγαίνῃς διά νά ἀκούσῃς τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐνθυμεῖσαι τό Εὐαγγέλιον, τόν Ἀπόστολον, τόν ὁποῖον εἶπε τήν Κυριακήν ὁ ἱερεύς καί ὁ ψάλτης ; Ἐπρόσεξες τί ὡμίλησεν ὁ ἱεροκήρυξ ; Δέν σέ βοηθεῖ ἡ μνήμη σου ; Ἐνίσχυσέ τήν διά τῆς προσοχῆς !
Παρασυρόμενος ὑπό τοῦ κόσμου κατακρίνεις τόν ἄλλον, διότι τόν ζῆλον τόν ὀνομάζεις ὑποκρισίαν, ὅπως θά ἔλεγεν ὁ κόσμος διά τόν Ζακχαῖον. Ἤ κατακρίνεσαι, ὅτι ὑποκρίνεσαι καί ἐπηρεαζόμενος ὑπό τοῦ κόσμου χάνεις τήν εἰρήνην σου. Μειδιοῦν ἄλλοι εἰς βάρος σου διά τήν δῆθεν ψυχικήν σου ὑποκρισίαν καί τήν σωματικήν σου ἀναπηρίαν. Μή στενοχωρεῖσαι. Κύτταξε τήν συνείδησίν σου καί τόν Θεόν. Ἀπεφάσισες ν’ ἀναβῇς ὑψηλότερον τοῦ ἐπιπέδου, ὅπου εἶναι ὁ ἄλλος κόσμος, ν’ ἀναβῇς εἰς τό δένδρον τῆς ζωῆς, διά νά ἴδῃς τόν Χριστόν. Ἀδιαφόρησε εἰς τά ρεύματα τοῦ κόσμου τά βωβά, τά ὑπονοούμενα, τούς ψιθύρους, τά σκώμματα, τά γέλοια. Τράβα ἐμπρός ἔχων τήν συνείδησίν σου καί τόν Θεόν σου.

Ἐνδιαφέρον. Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχάσῃς καί τάς πρός τόν κόσμον ὑποχρεώσεις σου νομικάς καί ἠθικάς. Ἀφῄρεσες χρήματα ἤ πράγματα διά διαφόρων τρόπων καί μέ διάφορα προσωπεῖα, ὡς ὑπάλληλος, ὡς προϊστάμενος, ὡς ὑπηρέτης, ὡς ὑπηρέτρια. Πρέπει νά τά ἐπιστρέψῃς τουλάχιστον εἰς τό ἁπλοῦν. Ὤφειλες προπολεμικῶς χρήματα καί κατά τήν πολεμικήν περίοδον, κατά τήν ὁποίαν τό χρῆμα ἠχρηστεύθη, προστατευόμενος ὑπό τοῦ νόμου δίδεις τά αὐτά χρήματα. Νομικῶς εἶσαι ἐν τάξει. Ἠθικῶς ὅμως δέν εἶσαι. Ἔχεις ἐνοικιάσει σπίτι μέ προπολεμικόν ἐνοίκιον. Σήμερον ὁ μέν νόμος σοῦ δίδει τό δικαίωμα τοῦ 15πλασιασμοῦ, ἐνῷ τά ἰδικά σου ἔσοδα ἔχουν χιλιοπλασιασθῆ.

Ἔχεις ἠθικήν ὑποχρέωσιν νά ἱκανοποιήσῃς τόν ἀδικούμενον ὑπό σοῦ ἰδιοκτήτην σου. Δέν ὀφείλεις χρήματα. Ὀφείλεις ὅμως συνεξήγησιν, βοήθειαν, ἀγάπην εἴς τινά. Κατά τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Εἶσαι ὑποχρεωμένος νά ἐνδιαφερθῇς εἰς τήν ἐξόφλησιν τῶν ὀφειλῶν τούτων δίδων ἐξήγησιν, διευκόλυνσιν καί ἀγάπην, τό ἀνεξόφλητον τοῦτο χρέος. « Μηδενί μηδέν ὀφείλετε εἰμή τό ἀγαπᾶν ἀλλήλους ».

Ἀμοιβή. Τότε ὁ Χριστός θά συνδειπνήσῃ μαζί σου, θά ἀκούσῃς τήν φωνήν Του « σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ γέγονε », τότε μέσα εἰς τό πλῆθος θά ἀμειφθῇς ἀπό τόν Χριστόν. Ἰδού τά ἄκρα καλῶς τοποθετημένα ζήλος καί πραγματικότης.

Σπουδαῖον παράδειγμα ζήλου καί πραγματικότητος εἶναι ἡ ἐπιστροφή τοῦ Ἁγίου Παχωμίου εἰς τόν Χριστιανισμόν. Ὁ Παχώμιος ὑπηρετεῖ εἰς τά αὐτοκρατορικά στρατεύματα ὡς στρατιώτης. Ἔφθασε μετ’ ἄλλων συναδέλφων του κάποτε εἰς μίαν πόλιν, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι περιεποιήθησαν φιλικώτατα αὐτόν καί τούς συναδέλφους του. Ἡ φιλοξενία ὑπῆρξεν εἰλικρινής καί θερμή. Ὁ Παχώμιος ἔκπληκτος εἰς τάς ἐκδηλώσεις αὐτάς ἠρώτησε, ποῖοι εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν τόσον πρόθυμοι εἰς τήν περιποίησιν. Ἔμαθεν, ὅτι ὀνομάζονται Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀγαποῦν ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀκόμα καί τούς διώκτας των καί οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὁ Παχώμιος συνεκινήθη, ἔγινε Χριστιανός. Μετ’ ὀλίγον μετέβη εἰς τήν ἔρημον, ὅπου ἔζησε ζωήν ἀγγελικήν. Πόσος ζῆλος, πόση πραγματικότης Χριστιανῶν καί Παχωμίου !

Ἄς ἱπτάμεθα μέ τόν ζῆλον, ἀλλά καί ἄς προσγειούμεθα εἰς τήν πραγματικότητα τῶν ὑποχρεώσεών μας. Ἄς ἔχωμεν ζῆλον, ἀλλά καί θετικότητα.

----------------------------------------

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......