Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Καινή Διαθήκη - Κεφάλαιο 19


Μετάβασι στὴν Ἰουδαία καὶ θεραπεία ἀσθενῶν
19Ὅταν δὲ τελείωσε ὁ Ἰησοῦς αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία καὶ ἦλθε στὴν περιοχὴ τῆς Ἰουδαίας πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη. 2 Καὶ τὸν ἀκολούθησαν πλήθη πολλά, καὶ τοὺς θεράπευσε ἐκεῖ.
Περὶ γάμου, διαζυγίου καὶ ἀγαμίας
3 Καὶ ἦλθαν σ' αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι, γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσουν μὲ σκοπὸ δόλιο, καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἄραγε ἐπιτρέπεται στὸν ἄνθρωπο νὰ χωρίση τὴ γυναίκα του γιὰ ὁποιαδήποτε αἰτία;». 4 Αὐτὸς δὲ τοὺς ἀπάντησε: «Δὲν διαβάσατε, ὅτι ὁ Δημιουργὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοὺς ἔκανε ἀρσενικὸ καὶ θηλυκὸ 5 καὶ εἶπε (διὰ τοῦ Ἀδάμ), "Γι' αὐτὸ θ' ἀφήση ὁ ἄνθρωπος τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα καὶ θὰ προσκολληθῇ στὴ γυναίκα του, καὶ θὰ γίνουν οἱ δύο μία σάρκα (ἕνα σῶμα)"; 6 Ὥστε δὲν εἶναι πλέον δύο, ἀλλὰ μία σάρκα (ἕνα σῶμα). Ἐκεῖνο λοιπόν, πού ὁ Θεὸς ἔζευξε μὲ τὸ ἄλλο, ἄνθρωπος νὰ μὴ χωρίζη». 7 Τοῦ λέγουν: «Ἀλλὰ γιατί ὁ Μωυσῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ δίνη ὁ ἄνδρας ἔγγραφο διαζυγίου καὶ νὰ τὴ χωρίζη;» 8 Τοὺς λέγει: «Ὁ Μωυσῆς βεβαίως σᾶς ἐπέτρεψε νὰ χωρίζετε τὶς γυναῖκες σας λόγω τῆς σκληροκαρδίας σας, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δὲν ἦταν ἔτσι. 9 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι ὅποιος θὰ χωρίςῃ τὴ γυναίκα του ὄχι γιὰ ἀνηθικότητα, καὶ θὰ νυμφευθῇ ἄλλη, διαπράττει μοιχεία. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, πού θὰ νυμφευθῇ χωρισμένη, διαπράττει μοιχεία». 10 Τοῦ λέγουν οἱ μαθηταί του: «Ἐὰν ἔτσι ἔχη τὸ πράγμα τῆς σχέσεως τοῦ ἀνδρὸς μὲ τὴ γυναίκα, δὲν συμφέρει νὰ ἔρχεται κανεὶς σὲ γάμο». 11 Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε: «Δὲν εἶναι ὅλοι σὲ θέσι νὰ δεχθοῦν αὐτὸ τὸ λόγο (γιὰ τὴν ἀγαμία), ἀλλ' ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους ἔχει δοθῆ. 12 Ὑπάρχουν δὲ εὐνοῦχοι (ἀνίκανοι γιὰ γάμο), πού γεννήθηκαν ἔτσι ἀπὸ τὴν κοιλία τῆς μάνας. Καὶ ὑπάρχουν εὐνοῦχοι, πού εὐνουχίσθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὑπάρχουν εὐνοῦχοι, πού οἱ ἴδιοι εὐνούχισαν τοὺς ἑαυτοὺς των (μὲ αὐστηρὴ ἐγκράτεια καὶ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ γάμο) γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὅποιος μπορεῖ νὰ τὸ δεχθῇ, ἂς τὸ δεχθῇ».


Ὁ Ἰησοῦς εὐλογεῖ τὰ παιδιὰ
13 Τότε ἔφεραν σ' αὐτὸν παιδιά, γιὰ νὰ τὰ εὐλογήση θέτοντας ἐπάνω τους τὰ χέρια, καὶ νὰ προσευχηθῆ. Ἀλλ' οἱ μαθηται τοὺς ἐπέπληξαν. 14 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶπε: «Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ καὶ μὴ τὰ ἐμποδίζετε νὰ ἔλθουν πρὸς ἐμένα. Διότι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι γι' αὐτούς, πού εἶναι σὰν αὐτά». 15 Καὶ ἀφοῦ τὰ εὐλόγησε θέτοντας ἐπάνω τους τὰ χέρια, ἀναχώρησε ἀπ' ἐκεῖ.


Πλούσιος νέος ἐρωτᾶ πῶς κληρονομεῖται ἡ αἰώνια ζωὴ
16 Καὶ ἰδοὺ κάποιος τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸ νὰ κάνω γιὰ νὰ ἔχω ζωὴ αἰώνια;». 17 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπε: «Γιατί μὲ λέγεις ἀγαθὸ (ἀφοῦ μὲ θεωρεῖς ἁπλῶς ἄνθρωπο); Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθός, παρὰ ἕνας, ὁ Θεός. Ἂν θέλης δὲ νὰ μπῆς στὴν (αἰώνια) ζωή, τήρησε τὶς ἐντολές». 18 Τοῦ λέγει: «Ποιές;». Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: «Τὸ νὰ μὴ φονεύσης, νὰ μὴ μοιχεύσης, νὰ μὴ κλέψης, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσης, 19 νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα, καὶ ν' ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου». 20 Τοῦ λέγει ὁ νέος: «Ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία. Σὲ τί ἀκόμη ὑστερῶ;». 21 Τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς: «Ἂν θέλης νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε πώλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δῶσε σὲ πτωχούς, καὶ θὰ ἔχης θησαυρὸ στὸν οὐρανό, καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσης». 22 Ἀλλ' ὅταν ὁ νέος ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, ἔφυγε λυπημένος, διότι εἶχε μεγάλη περιουσία.


Δυσκόλως πλούσιος εἰσέρχεται στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν
23 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στοὺς μαθητάς του: «Ἀληθινά σᾶς λέγω, ὅτι δυσκόλως πλούσιος θὰ μπῆ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 24 Προχωρῶ δὲ καὶ σᾶς λέγω: Εἶναι εὐκολώτερο καμήλα νὰ περάση ἀπὸ τρύπα βελόνας, παρὰ πλούσιος νὰ μπῆ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». 25 Στὸ ἄκουσμα δὲ τέτοιου λόγου οἱ μαθηταὶ του αἰσθάνθηκαν πολὺ μεγάλη ἔκπληξι καὶ ἔλεγαν: «Ποιὸς τότε δύναται νὰ σωθῆ;». 26 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς κοίταξε ἐκφραστικὰ καὶ τοὺς εἶπε: «Τοῦτο στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀδύνατο, ἀλλὰ στὸ Θεὸ εἶναι ὅλα δυνατά».


Ὁ μισθὸς τῶν ἀκολούθων τοῦ Ἰησοῦ
27 Τότε ὁ Πέτρος πῆρε τὸ λόγο καὶ τοῦ εἶπε: «Ἰδοὺ ἐμεῖς τὰ ἀφήσαμε ὅλα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε. Τί λοιπὸν θὰ συμβῆ σ' ἐμᾶς;». 28 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε: «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι σεῖς, πού μὲ ἀκολουθήσατε, στὸν καινούργιο κόσμο, ὅταν καθήση ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πάνω στὸν ἔνδοξο θρόνο του, θὰ καθήσετε καὶ σεῖς πάνω σὲ δώδεκα θρόνους, καὶ θὰ κρίνετε τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ. 29 Καὶ καθένας, πού ἄφησε σπίτια ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὲς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς γιὰ τ' ὄνομά μου, θὰ λάβη ἑκατονταπλάσια, καὶ θὰ κληρονομήση ζωὴ αἰώνια. 30 Πολλοὶ δὲ πρῶτοι θὰ γίνουν τελευταῖοι, καὶ τελευταῖοι θὰ γίνουν πρῶτοι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......