Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Βίος αγίου Μαξίμου Ομολογητού: "3. Ο Άγιος ανακρίνεται"

Λίγο καιρό αργότερα, δύο πατρίκιοι, ο Επιφάνιος και ο Τρώιλος, επισκέφθηκαν τον Άγιο. Κατέφθασαν πομπωδώς, συνοδευόμενοι από πολλούς επώνυμους άνδρες, στρατιώτες και υπηρέτες. Μαζί τους ήρθε και ο προαναφερθείς επίσκοπος Θεοδόσιος.

Ο Άγιος Μάξιμος τον περίμενε, ελπίζοντας, ότι θα είχε τηρήσει την υπόσχεσή του και πως όχι μόνο θα πίστευε πλέον ο ίδιος ορθά, αλλά θα είχε μεταστρέψει και τον αυτοκράτορα και όλους τους εκπροσώπους της Ορθοδοξίας. Αλλά ο Θεοδόσιος αποδείχθηκε αναξιόπιστος· προτίμησε να ευχαριστήσει τον γήινο βασιλιά και τον μάταιο κόσμο, παρά να ακολουθήσει τον Ουράνιο Βασιλέα με την Αγία Του Εκκλησία.


Ο αριστοκράτης Τρώιλος, άρχισε να μιλά μόλις κάθισαν όλοι.

«Ο αυτοκράτορας, ο κύριος όλου του κόσμου, μας έστειλε να εκπληρώσουμε αυτό, το οποίο είναι αρεστό στη βασιλική, ελέω Θεού, εξουσία του· αλλά πρώτα πες μας: θα εκπληρώσεις την επιθυμία του αυτοκράτορα ή όχι;»

Ο Άγιος Μάξιμος απάντησε: «Πρώτα θα ακούσω τι με διατάζει ο αυτοκράτορας και έπειτα θα σας απαντήσω. Πώς να απαντήσω στην επιθυμία του, χωρίς πριν να τη γνωρίζω;».

«Δεν θα σου πούμε, γιατί έχουμε έρθει μέχρι εδώ για να μας πεις πως υποτάσσεσαι στον αυτοκράτορα», του επιτέθηκε ο Τρώιλος.
Βλέποντας πως οι αγγελιαφόροι είχαν αυστηρές εντολές και εριστική διάθεση, ο Άγιος είπε: «Αφού δεν θέλετε να πείτε σε μένα, τον δούλο σας, τι είναι αυτό που ευχαριστεί τον κύριό μας αυτοκράτορα, σας δηλώνω ενώπιον του Θεού και των αγίων του αγγέλων: Αν ο αυτοκράτορας με διατάζει να κάνω κάτι προσωρινό, που δεν αντιτίθεται στον Θεό και δεν βλάπτει την αιώνια σωτηρία της ψυχής μου, τότε με χαρά θα το εκπληρώσω».

Μόλις μίλησε έτσι ο Άγιος, ο Τρώιλος σηκώθηκε να φύγει, λέγοντας πως αυτός ο άνθρωπος δεν θα εκπλήρωνε τη βασιλική επιθυμία.
Αμέσως έγινε θόρυβος ανάμεσα στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί εκεί. «Δήλωσέ του πως ακολουθείς την επιθυμία του αυτοκράτορα και άκουσε την απάντησή του, γιατί δεν είναι καλό να φύγουμε χωρίς να πεις τίποτε», τον προέτρεψε ο επίσκοπος Θεοδόσιος.

Τότε πήρε τον λόγο ο αριστοκράτης Επιφάνιος και άρχισε να λέει στον Άγιο: «Αυτό παράγγειλε ο αυτοκράτορας σε μας να σου μεταφέρουμε: Είθε ο Κύριος να μαλακώσει την καρδιά σου, ώστε να δεχθείς τον Τύπο, που εκδώσαμε και να έρθεις σε κοινωνία μαζί μας. Οι άνθρωποι σε Ανατολή και Δύση προκαλούν εξεγέρσεις και ταραχές, γίνονται αποστάτες από την πίστη και δεν κοινωνούν μαζί μας, γιατί επηρεάζονται από σένα. Θα σε περιβάλουμε με αγάπη, θα σε οδηγήσουμε στην εκκλησία με μεγάλες τιμές και δόξα και θα σε τοποθετήσουμε ανάμεσά μας, εκεί όπου κάθονται συνήθως βασιλείς. Μαζί σου θα κοινωνήσουμε τα άχραντα και ζωοποιά μυστήρια του αίματος και του σώματος του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας και θα γίνει χαρά όχι μόνο στη θεοφιλή πόλη μας, αλλά και σε ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Γιατί είμαστε ακλόνητα πεπεισμένοι πως, όταν έρθεις σε κοινωνία με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, τότε όλοι όσοι έχουν σταματήσει την κοινωνία με μας εξαιτίας σου θα ενωθούν πάλι μαζί μας».

Ο Άγιος Μάξιμος τότε γύρισε στον επίσκοπο Θεοδόσιο και του είπε δακρυσμένος: «Όλοι μας, κύριε, αναμένουμε τη μεγάλη Ημέρα της Κρίσεως. Δεν θυμάστε τι υποσχεθήκατε πρόσφατα ενώπιον του Αγίου Ευαγγελίου, του ζωοποιού Σταυρού και των αγίων εικόνων του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της παναχράντου Μητέρας Του, της πάναγνης Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας;»

Με χαμηλωμένο το βλέμμα ο επίσκοπος είπε: «Τι μπορώ να κάνω, όταν ο ευσεβής αυτοκράτορας σκέπτεται διαφορετικά;»

Ο αββάς Μάξιμος τον ρώτησε: «Γιατί τότε και εσύ και εκείνοι ακουμπήσατε το Ιερό Ευαγγέλιο, αφού δεν ήσαστε αποφασισμένοι να εκπληρώσετε την υπόσχεσή σας; Ειλικρινά, όλες οι δυνάμεις του Ουρανού δεν μπορούν να με πείσουν να κάνω αυτό που προτείνετε. Τί απάντηση θα δώσω, δεν λέω στον Θεό, αλλά στη συνείδησή μου, αν αρνηθώ την αληθινή πίστη, η οποία σώζει, χάριν της κενής δόξας και της δημόσιας γνώμης, η οποία δεν αξίζει τίποτε;»

Όταν ο Άγιος μίλησε, όλοι σηκώθηκαν γεμάτοι θυμό και μανία, ρίχτηκαν πάνω του και άρχισαν να τον υβρίζουν και να τον γρονθοκοπούν. Τον πλήγωσαν σύροντάς τον πέρα δώθε στο πάτωμα, τον κλώτσησαν και τον ποδοπάτησαν. Αναμφισβήτητα, θα τον είχαν σκοτώσει αν δεν είχε σταματήσει τη μανία τους και δεν τους είχε ηρεμήσει ο επίσκοπος Θεοδόσιος. Αφού σταμάτησαν να τον χτυπούν, άρχισαν να φτύνουν και να περιβρέχουν τον άνθρωπο του Θεού από πάνω έως κάτω. Μια απερίγραπτη δυσωδία αναδύθηκε από τα βρώμικα πτύελά τους, τα οποία λέρωσαν όλα του τα ρούχα.

Τότε ο επίσκοπος τούς επιτίμησε λέγοντας: «Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Οφείλατε να ακούσετε την απάντησή του και να την αναφέρετε στον αυτοκράτορα διότι τα θέματα που άπτονται κανόνων της Εκκλησίας δεν αντιμετωπίζονται με ανάρμοστη συμπεριφορά».

Με δυσκολία δε τους έπεισε να σταματήσουν τον θόρυβο και να καθίσουν. Εκείνοι, συνεχίζοντας να χλευάζουν τον Άγιο με ακατονόμαστες φράσεις, δέχτηκαν τελικά να επιστρέψουν στις θέσεις τους.

Τότε ο αριστοκράτης Επιφάνιος στράφηκε εξαγριωμένος προς τον Άγιο: «Πες μας, εσύ κακόβουλε, παλιάνθρωπε, δαιμονισμένε! Γιατί βγάζεις τέτοιους λόγους; Μας θεωρείς όλους εμάς, την πόλη και τον αυτοκράτορά μας, αιρετικούς; Μάθε πως είμαστε θερμότεροι χριστιανοί από σένα και πιο ορθόδοξοι. Στο πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού αναγνωρίζουμε και θεία και ανθρώπινη θέληση και νοερή ψυχή κάθε νοερή υπόσταση έχει πάντα από τη φύση της το θέλημα και την ενέργεια. Γενικά, η κίνηση είναι το χαρακτηριστικό της ζωής και η θέληση είναι το χαρακτηριστικό του νου. Αναγνωρίζουμε ότι ο Κύριος επίσης έχει τη δύναμη του θέλειν, όχι μόνο σύμφωνα με τη θεότητά του, αλλά και σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση του. Δηλώνουμε απερίφραστα πως δεν αρνούμαστε τις δύο θελήσεις και ενέργειές του».

Ο αββάς Μάξιμος απάντησε τότε: «Αν πιστεύετε πως η Εκκλησία του Θεού διδάσκει και ταιριάζει στα έλλογα όντα τότε γιατί με αναγκάζετε να δεχθώ τον Τύπο, ο οποίος αρνείται τελείως αυτά που λέτε τώρα;»

Ο Έπιφάνιος αντεπιτέθηκε: «Ο Τύπος γράφτηκε, προκειμένου να αποσαφηνιστούν ορισμένες αλήθειες, οι οποίες δεν ήταν τελείως κατανοητές, λόγω της ιδιαιτερότητας των εκφράσεών τους, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην τις παρερμηνεύσουν».

«Αλλά ο Τύπος αντιτίθεται στην πίστη, η οποία καθαγιάζει κάθε πρόσωπο, που την ομολογεί», απάντησε ο Άγιος Μάξιμος.

«Ο Τύπος δεν αρνείται τις δύο φύσεις του Χριστού, αλλά διδάσκει πως θα πρέπει να μείνουμε σε ησυχία για την ειρήνη της Εκκλησίας», αντέλεξε ο αριστοκράτης Τρώιλος.

«Το να σιωπήσουμε για οποιονδήποτε λόγο, σημαίνει πως αρνούμαστε τον Χριστό, αφού το Άγιο Πνεύμα λέει μέσα από τον Προφήτη: "Χωρίς να έχουν μιλιά και δίχως λόγια η φωνή τους δεν ακούγεται". Επομένως, ο λόγος, που δεν αποκαλύπτεται δεν είναι καν λόγος», απάντησε ο αββάς Μάξιμος.

«Έχε στην καρδιά σου ό,τι πίστη θέλεις, κανένας δεν σου το απαγορεύει», είπε τότε ο Τρώιλος.

Ο Άγιος Μάξιμος διαφώνησε: «Η πλήρης σωτηρία εξαρτάται όχι μόνο από την πίστη της καρδιάς, αλλά και από την ομολογία της, καθώς είπε ο Κύριος: "Εκείνον όμως που θα με ομολογήσει εμπρός στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ εμπρός στον Πατέρα μου τον Ουράνιο". Επίσης, ο θείος Απόστολος διδάσκει: "Διότι με την καρδιά ο άνθρωπος πιστεύει ό,τι οδηγεί εις δικαίωσιν, με το στόμα δε ομολογεί εις σωτηρίαν". Εφόσον λοιπόν ο Θεός και οι θείοι Προφήτες και Απόστολοι ορίζουν, πως το μυστήριο της πίστης ομολογείται με λόγια και πως αυτό το μυστήριο φέρνει τη σωτηρία σε όλο τον κόσμο, τότε οι άνθρωποι δεν πρέπει να υποχρεώνονται να σιωπήσουν, όσον αφορά την ομολογία, για να μην εμποδιστεί η σωτηρία τους».
«Υπέγραψες τον λίβελο της συνόδου, η οποία έλαβε χώρα στη Ρώμη;» ρώτησε κακόβουλα ο Επιφάνιος.
«Τον υπέγραψα», απάντησε ο Άγιος.
«Πώς τόλμησες να κάνεις κάτι τέτοιο», συνέχισε ο Επιφάνιος, «και να αναθεματίσεις εκείνους, που ομολογούν και πιστεύουν όπως τα λογικά όντα και η Καθολική Εκκλησία; Αληθινά, θα σε οδηγήσουμε πίσω στην πόλη με δική μας πρωτοβουλία. Θα σε στήσουμε στην αγορά και θα βάλουμε θεατρίνους και πόρνες να σε χτυπήσουν και να σου ξεσχίσουν το πρόσωπο».
«Αν εμείς», απάντησε ο Άγιος, «είχαμε αναθεματίσει τόσο εκείνους, που αναγνωρίζουν τις δύο φύσεις του Κυρίου ενωμένες σε μία όσο και αυτούς, που δέχονται τις δύο φύσεις και τις δύο ενέργειες, που αναφέρονται σε κάθε φύση του Κυρίου μας Ιησού, ο οποίος κατά τη θεϊκή του φύση είναι αληθινός Θεός και κατά την ανθρώπινη φύση αληθινός άνθρωπος, ας γινόταν όπως είπες. Αλλά, κύριέ μου, διάβασε, το βιβλίο το οποίο περιέχει τα πρακτικά αυτής της συνόδου. Εγώ, μαζί με τους συναδέλφους μου και όλους όσοι υπέγραψαν τα πρακτικά της συνόδου, αναθεματίσαμε εκείνους οι οποίοι, όπως ο Άρειος και ο Απολλινάριος, αναγνωρίζουν ένα θέλημα και μία ενέργεια στον Κύριό μας. Οι τελευταίοι επίσης δεν παραδέχονται τις δύο φύσεις του Κυρίου μας».

Τότε οι φίλοι του Επιφανίου και όσοι ευγενείς είχαν έρθει μαζί τους, άρχισαν να λένε μεταξύ τους: «Αν συνεχίσουμε να τον ακούμε, δεν θα προλάβουμε ούτε να φάμε ούτε να πιούμε. Ας πάμε λοιπόν να δειπνήσουμε και έπειτα λέμε στον αυτοκράτορα και στον πατριάρχη ό,τι ακούσαμε. Αποδείχθηκε, πως αυτός ο δυστυχής άνθρωπος έχει παραδοθεί στον Σατανά».

Έτσι έφυγαν όλοι. Ήταν παραμονή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και σε λίγο θα ξεκινούσε η ολονυκτία. Μετά το δείπνο οι απεσταλμένοι θα επέστρεφαν στην πόλη εξαγριωμένοι.

-------------------------------------------------------
Διαβάστε επίσης: 

1. Τα πρώτα χρόνια

2. Πρώτη ομολογία της ορθής πίστης

4. Ο Άγιος στην εξορία

5. Ομολογία της Ορθόδοξης πίστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......