Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος: "100 παρηγορητικά κεφάλαια προς τους μοναχούς της Ινδίας" (κεφ. 1-50)

Οἱ ζητιάνοι ποὺ προσφέρουν ἀνοιξιάτικα ἄνθη στοὺς ἐπίγειους βασιλεῖς, ὄχι μόνο δὲν ἀποδιώχνονται, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς δέχονται καὶ κάποια δῶρα . Κι ἐγὼ ἐπειδὴ μὲ διατάξατε, δανείστηκα ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ μία ἑκατοντάδα καλὰ λόγια καὶ τὰ προσφέρω σ' ἐσᾶς, ποὺ ἔχετε τὸ πολίτευμα στοὺς οὐρανοὺς(Φιλιπ.3,20). Κι εὔχομαι νὰ γίνουν καλόδεκτα καὶ νὰ μοῦ ἀνταποδώσετε τὴ δωρεὰ τῶν προσευχῶν σας.

1. Ὅσο αἰώνιος εἶναι ὁ Βασιλιὰς τῶν ὅλων, μὲ βασιλεία ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἄρχη οὔτε τέλος, τόσο ὁ ζῆλος ἐκείνων ποὺ ἀγωνίζονται θεληματικὰ γι' Αὐτὸν καὶ γιὰ τὶς ἀρετὲς γίνεται πιὸ ἐπικερδής.

Γιατί οἱ τιμὲς τοῦ παρόντος βίου, ὅσο λαμπρὲς κι ἂν εἶναι, καταργοῦνται ὁπωσδήποτε μαζὶ μὲ αὐτόν. Οἱ τιμὲς ὅμως ποὺ ἀπονέμονται ἀπὸ τὸ Θεὸ στοὺς ἄξιους, ἐπειδὴ δίνονται μὲ ἀφθαρσία, μένουν αἰώνια.

2. Ὁ μακάριος Δαβίδ, καταρτίζοντας τὸν ὕμνο τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλης τῆς κτίσεως, ἀνέφερε καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ ὅλες τὶς ἀόρατες δυνάμεις καὶ ἔφτασε μέχρι τὴ γῆ, ὥστε νὰ μνημονεύσει καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ζῶα καὶ τὰ πτηνὰ καὶ τὰ ἑρπετὰ(Ψαλμ. 148), ἐπειδὴ πίστευε ὅτι ὅλα τὰ κτίσματα προσκυνοῦν τὸ Δημιουργὸ καὶ ἤθελε ὅλα νὰ συνεισφέρουν στὴν ὑμνολογία τοῦ Θεοῦ. Καὶ πῶς λοιπὸν ὁ μοναχός, ὁ ὁποῖος συγκρίνεται μὲ τὸ χρυσάφι ἀπὸ τὴν χώρα τοῦ Σουφείρ(Γ΄ Βασ. 10, 11), θὰ ἀνεχθεῖ ποτὲ νὰ ναρκωθεῖ ἢ νὰ παραμελήσει τὴν ὑμνολογία;

3. Ὅπως τὴ βάτο τὴν τύλιγε ἡ φλόγα ἀλλὰ δὲν τὴν ἔκαιγε(Έξ.3,2), ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔλαβαν τὸ χάρισμα τῆς ἀπάθειας, ἂν καὶ ἔχουν πολὺ βαρὺ καὶ θερμὸ σῶμα, καθόλου δὲν ἐνοχλεῖ, οὔτε βλάπτει τὴ σάρκα ἢ τὸ νοῦ ἡ θερμότητα τοῦ σώματος. Γιατί ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου σταμάτησε τὴ φλόγα τῆς φύσεως(Ψαλμ.28,7). Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ θέληση καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διαχώρισε ἐκεῖνα ποὺ φυσικῶς εἶναι ἑνωμένα.

4. Ἡ σελήνη ἡ ὁποία μεγαλώνει καὶ πάλι μικραίνει, εἶναι τύπος τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε πράττει καλὰ καὶ ἄλλοτε ἁμαρτάνει, καὶ κατόπιν μὲ τὴν μετάνοια ἐπανέρχεται στὴν ἐνάρετη ζωή. Λοιπὸν δὲν χάθηκε ὁ νοῦς ὅποιου ἁμάρτησε, καθὼς νομίζουν μερικοί, ὅπως τῆς σελήνης τὸ σῶμα δὲν λιγόστεψε, ἀλλὰ μόνο τὸ φῶς της. Ἀποκτᾶ λοιπὸν πάλι ὁ ἄνθρωπος τὴ λαμπρότητά του μὲ τὴν μετάνοια, ὅπως ἡ σελήνη μετὰ τὸ λιγόστεμά της ξαναντύνεται πάλι τὸ φῶς. Γιατί λέει ἡ Γραφή: "Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στὸ Χριστό, κι ἂν πεθάνει θὰ ζήσει"(Ιω.11,26) "καὶ θὰ γνωρίσει ὅτι Ἐγὼ ὁ Κύριος μίλησα καὶ θὰ τὸ κάνω"(Ἰεζ. 17,24).

5. Ἂν συμβεῖ καὶ γίνει ἐναντίον σου ἐπανάσταση τοῦ πλήθους τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν καὶ ὑποχωρήσεις καὶ νικηθεῖς, νὰ γνωρίζεις ὅτι χωρίστηκες πρόσκαιρα ἀπὸ τὴ θεία χάρη. Γι' αὐτὸ καὶ παραδόθηκες στὴν πτώση σου μὲ δίκαιη κρίση.

Νὰ ἀγωνίζεσαι λοιπὸν νὰ μὴ μείνεις ποτὲ μὲ τὴν ἀμέλειά σου μακριὰ ἀπὸ τὴ θεία χάρη οὔτε γιὰ μία στιγμή. Ἂν μπορέσεις νὰ ὑπερνικήσεις τὸ ὀλίσθημά σου καὶ νὰ ὑπερπηδήσεις τὸ τεῖχος τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν καὶ τὶς ἀλλεπάλληλες βρωμερὲς προσβολὲς τῆς πονηρίας τῶν ἐχθρῶν, μὴ φανεῖς ἀχάριστος στὸ Θεὸ πού σου ἔδωσε αὐτὴ τὴ δωρεά. Γιατί λέει ὁ Ἀπόστολος: "Ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι μαζί μου"(Ἃ΄ Κόρ. 15,10), αὐτὴ εἶναι ποὺ χάρισε σὲ μένα αὐτὸ τὸ τρόπαιο τῆς νίκης, καὶ μὲ ὕψωσε παραπάνω ἀπὸ τὶς ἀκάθαρτες ἐνθυμήσεις καὶ μὲ γλύτωσε ἀπὸ τὸν ἄδικο, δηλαδὴ τὸν διάβολο, καὶ ἀπὸ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο.

Γι' αὐτὸ λοιπὸν ἐλαφρωμένος μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Πνεύματος καὶ ἐλευθερωμένος ἀπὸ τὸ σῶμα, μπόρεσα νὰ πετάξω πάνω ἀπὸ τοὺς δαίμονες ποὺ μὲ κυνηγοῦσαν, οἱ ὁποῖοι, ὅπως πιάνουν τὰ πουλιὰ μὲ τὶς ἰξόβεργες, πιάνουν τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἡδυπάθεια, τὴν ὁποία τοῦ παρουσιάζουν μὲ βία καὶ καταναγκασμό.

Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ μὲ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ὁ ὁποῖος εἶναι τόπος ἀπώλειας τῶν ψυχῶν, Αὐτὸς χτύπησε κρυφὰ μὲ τὸ χέρι Του πολεμώντας γιὰ χάρη μου τὸν Ἀμαλὴκ(Ἐξ.17, 8-16), καὶ μοῦ ἔδωσε τὴν ἐλπίδα ὅτι καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἔθνη τῶν ἀκαθάρτων παθῶν θὰ ἐξολοθρεύσει ὁ Κύριος ἀπὸ μπροστὰ μας(Δευτ. 4,38). Αὐτός, ὁ Θεός μας, θὰ μᾶς δώσει σοφία καὶ δύναμη(Δαν.2,23). Γιατί μερικοὶ ἔλαβαν σοφία, ἀλλὰ ὄχι καὶ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος γιὰ νὰ νικήσουν τοὺς ἐχθρούς. Αὐτὸς θὰ σὲ ἀνυψώσει ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς σου καὶ θὰ σοὺ δώσει φτερὰ περιστεριοῦ γιὰ νὰ πετάξεις καὶ νὰ ἀναπαυθεῖς στὸ Θεὸ(Ψαλμ.54,7). Ὁ Κύριος θὰ κάνει σὰν χάλκινο τόξο τοὺς βραχίονές σου καὶ θὰ σὲ ἀναδείξει δυνατό, πρόθυμο καὶ ρωμαλέο ἐναντίον τοῦ ἀντιπάλου σου καὶ θὰ ρίξει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπαναστατοῦν ἐναντίον σου(Ψάλμ.17,40). Ἀπόδωσε λοιπὸν στὸν Κύριο τὴν χάρη τῆς ἁγνείας, γιατί δὲν σὲ ἐγκατέλειψε στὰ θελήματα τῆς σάρκας σου καὶ τοῦ αἵματος καὶ στὰ καταστρεπτικὰ καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα ποὺ τὰ ἐρεθίζουν, ἀλλὰ σὲ φύλαξε ἀσφαλή μὲ τὸ δεξί Του χέρι. Κτίσε Του θυσιαστήριο, ὅπως ὁ Μωυσῆς ἀφοῦ κατατρόπωσε τὸν Ἀμαλὴκ(Ἔξ.17,15). Γι' αὐτὸ θὰ σὲ δοξολογήσω καὶ θὰ σὲ ὑμνήσω Κύριε, καὶ θὰ ψάλλω στὸ ὄνομά Σου, δοξάζοντας τὰ μεγαλειώδη ἔργα Σου· ἐπειδὴ γλύτωσες τὴ ζωή μου ἀπὸ τὴν καταστροφή, καὶ μὲ ἅρπαξες ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὰ δίχτυα τῆς πολύμορφης καὶ πανούργας κακίας ποὺ περικυκλώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ κάθε περίσταση.

6. Ξαναζωντανεύουν μέσα μας τὰ ἀκάθαρτα πάθη οἱ πονηροὶ δαίμονες, καὶ τὰ ἀνανεώνουν καὶ τὰ ἀνεβάζουν ψηλὰ καὶ τὰ πολλαπλασιάζουν. Ἡ προσεκτικὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου, καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ χύσιμο δακρύων, νεκρώνει καὶ ἀφανίζει τὰ πάθη, ἀκόμη καὶ ἂν ἔχουν πολυκαιρίσει. Καὶ σιγὰ σιγὰ φέρνει στὴν ἀνυπαρξία τὶς ὀλέθριες ἁμαρτωλὲς ἐνέργειες τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος· μόνο ἐμεῖς νὰ μὴν ἀμελήσομε μὲ προσευχὴ καὶ ἐλπίδα ἐπίμονη καὶ χωρὶς ντροπὴ νὰ καθόμαστε κοντὰ στὸν Κύριο.


7. Γιατί ἀπὸ τὸ στόμα τῶν πιστῶν πού εἶναι νήπια ὡς πρὸς τὴν κακία, ὁ Χριστὸς κάνει τέλειο ὕμνο; Ἀσφαλῶς γιὰ νὰ συντρίψει μὲ τὴν ὑμνωδία τὸν ἐχθρὸ ποὺ βαρύτατα κι ἐκδικητικὰ τυραννεῖ(Ψαλμ.8, 3), τὸν ἐχθρὸ τῶν ἀρετῶν καὶ ὑπέρμαχο τῆς κακίας, τὸ διάβολο. Λοιπὸν κι ἐμεῖς ὅταν ὑμνοῦμε τὸν Κύριο μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς, συντρίβομε καὶ καταστρέφομε τὶς μηχανὲς τοῦ ἐχθροῦ. Γιατί "μὲ τὸ πλῆθος τῆς δόξας Σου, Κύριε, διέλυσες τοὺς πολέμιους καὶ τοὺς ἐχθροὺς ποὺ μᾶς πολεμοῦσαν"(Ἔξ.15,7).

8. Ὅποιος εἶναι σὰν ἕνα ἔκτρωμα παραμορφωμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία αὐτὸς τώρα κατατρώγει ἀπὸ τὰ σαρκικὰ μόνον τὰ μισὰ(Αριθ.12,12). Τὰ ἄλλα μισὰ θὰ τὰ λάβει μὲ τὶς μέλλουσες ποινές, στὸν μέλλοντα αἰώνα. Γιατί ὁ καθένας θὰ δεχτεῖ τοὺς καρποὺς τοῦ δρόμου ποὺ πέρασε στὴ ζωή του.

9. Ὁ μοναχὸς ὀφείλει νὰ προτιμᾶ τὴν ὡραιότατη νηστεία καὶ νὰ μὴν ἐξαπατᾶται ἀπὸ τὰ πάθη, καὶ πάντοτε νὰ καλλιεργεῖ μεγάλη ἡσυχία.

10. Οἱ δαίμονες οἱ ὁποῖοι μισοῦν τὶς ψυχές μας, ὑποβάλλουν σὲ μερικοὺς νὰ μᾶς κάνουν κάποιον κρύο ἔπαινο. Κατόπιν μᾶς προτρέπουν νὰ χαροῦμε γι' αὐτό. Τότε λοιπόν, ἂν χαλαρώσομε ἀπὸ τὴν οἴηση καὶ δώσομε τόπο στὴν κενοδοξία, δὲν κοπιάζουν πολὺ οἱ ἐχθροί μας δαίμονες νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσουν.

11. Νὰ εὐχαριστεῖσαι περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνον πού σὲ περιγελᾶ, παρὰ ἀπὸ ἐκεῖνον πού σὲ ἐπαινεῖ• αὐτὸς δὲν διαφέρει διόλου ἀπὸ ἐκεῖνον πού σὲ καταριέται, ὅπως λέει ἡ Γραφὴ(Παροιμ. 27,14).

12. Ἂν προσπαθεῖς νὰ κατορθώσεις τὴν ἀρετὴ τῆς νηστείας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀδυναμία σου ἀποτυγχάνεις, τότε ἀφοῦ συντρίψεις τὴν καρδιά σου, νὰ στραφεῖς σὲ εὐχαριστία Ἐκείνου πού προνοεῖ γιὰ ὅλα καὶ εἶναι Κριτὴς ὅλων. Ἂν βέβαια φανερώνεις πάντοτε ταπεινὸ τὸν ἑαυτό σου στὸν Κύριο, καὶ δὲν ὑπερηφανευτεῖς ποτὲ ἐναντίον κανενὸς ἄνθρωπου.

13. Ὁ ἐχθρὸς διάβολος γνωρίζει ὅτι ἡ προσευχὴ εἶναι γιὰ μᾶς ὑπερασπιστής, ἐνῶ γι' αὐτὸν ἐχθρὸς καὶ ἐπίβουλος. Θέλοντας νὰ μᾶς ἀποσπάσει ἀπὸ αὐτήν, βάζει μέσα μας τὴν ἐπιθυμία τῆς μελέτης τῶν συγγραφῶν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἀπομακρυνθήκαμε, καὶ μᾶς προτρέπει νὰ ἀσχολούμαστε μ' αὐτές. Ἀλλὰ ἂς μὴ πεισθοῦμε σ' αὐτόν, μὴν τυχὸν καὶ πάει στραβὰ ἡ καλλιέργειά μας καὶ ἀντὶ νὰ συνάξομε σύκα καὶ σταφύλια, συνάξομε ἀγκάθια καὶ τριβόλια. Γιατί ἡ σοφία τοῦ κόσμου αὐτοῦ εἶναι μωρία ἐνώπιόν του Θεοῦ(Α΄ Κορ. 3,19).

14. Λέει ἡ Γραφή: «Εὐαγγελίζομαι χαρὰ μεγάλη σ' ἐσᾶς, πού ἀφορᾶ ὅλο τὸ λαὸ»(Λούκ. 2,10), ὄχι ἕνα μέρος μόνον τοῦ λαοῦ. Καὶ «ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς γῆς θὰ σὲ προσκυνήσουν καὶ θὰ ψάλλουν σὲ Σένα»(Ψάλμ. 65,4), ὄχι ἕνα μέρος μόνον τῆς γῆς. Ἡ ψαλμωδία δὲν εἶναι γνώρισμα αὐτῶν πού δέονται μὲ δάκρυα, ἀλλὰ ἐκείνων πού εἶναι εὔθυμοι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔτσι εἶναι, ἂς μὴν ἀπελπιστοῦμε διόλου, ἀλλὰ ἂς περάσομε τὸν παρόντα βίο εὔθυμοι, ἔχοντας στὸ νοῦ μας τὴν μέλλουσα ἐκείνη χαρὰ καὶ εὐθυμία. Ἀλλὰ ὅμως νὰ τὴν ἀνακατέψομε τὴν εὐφροσύνη μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ἡ Γραφή: «Νὰ νιώθετε ἀγαλλίαση γιὰ τὸν Κύριο μαζὶ μὲ τρόμο»(Ψάλμ.2,11). Οἱ γυναῖκες πού ἦταν μαζὶ μὲ τὴ Μαρία, ἔφυγαν ἀπὸ τὸν Τάφο μὲ φόβο καὶ χαρὰ(Ματθ. 28,8). Ἴσως κι ἐμεῖς κάποτε μὲ φόβο καὶ χαρὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν νοητὸ τάφο. Ἀπορῶ πῶς μποροῦμε νὰ μὴν ἔχομε φόβο, γιατί κανεὶς δὲν εἶναι ἀναμάρτητος, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι Μωυσῆς ἢ Ἀπόστολος Πέτρος. Πλὴν ὅμως σ' αὐτούς, ἀφοῦ νικήσει ἡ θεία ἀγάπη, ἀποδιώχνει τὸ φόβο(Α΄ Ἰω. 4,18) κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου.

15. Γιὰ τὸ ὅτι ὁ ἐμπαθής, ἀφοῦ πιστέψει μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ταπείνωση, λαμβάνει χάρισμα ἀπάθειας, ἔχεις μάρτυρα τὴ Γραφή. «Σήμερα, λέει, θὰ εἶσαι μαζί μου στὸν Παράδεισο»(Λουκ. 23,43)• καί, «ἡ πίστη σου σ' ἔσωσε• πήγαινε στὴν εἰρήνη»(Λουκ.7,50) τῆς τρισμακάριας ἀπάθειας• καὶ ἄλλα ὅμοια μὲ αὐτά, ὅπως: «Τὸ σταφύλι θὰ ὡριμάσει τὸν καιρὸ τῆς σπορᾶς»(Ἀμώς 9,13), καί: «Ἂς γίνει σὲ σᾶς σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σας»(Ματθ. 9,29).

16. Ὅταν, ἐνῶ ἀντιμετωπίζομε μὲ ἀγανάκτηση τὰ πάθη, μᾶς πολεμοῦν δυνατότερα οἱ δαίμονες μὲ αἰσχρὲς ἐνθυμήσεις, τότε περισσότερο στηριζόμαστε στὴν πίστη τοῦ Κυρίου καὶ κάνομε βεβαιότερη τὴν ἐλπίδα μας πρὸς τὰ ἀγαθὰ πού μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός, ἀπὸ τὰ ὁποία οἱ ἐχθροὶ σπεύδουν ἀπὸ φθόνο νὰ μᾶς ἀποξενώσουν. Γιατί ἂν δὲν ἦταν πολὺ μεγάλα τὰ μέλλοντα ἀγαθά, δὲν θὰ ἔκαναν πυκνὲς ἐπιθέσεις οἱ δαίμονες μὲ τόσο φθόνο ἐναντίον μας μὲ ἀκάθαρτους λογισμούς, νομίζοντας ὅτι ἔτσι ἱκανοποιοῦν τὴ μανία τους καὶ ὅτι μᾶς ὁδηγοῦν στὴν ἀπελπισία, μὲ τὴ μεγάλη καὶ ἀβάσταχτη ἐνόχλησή τους.

17. Μερικοὶ ὁρίζουν ὅτι ἡ πρακτικὴ ἀρετὴ εἶναι ἡ πιὸ ἀληθινὴ πνευματικὴ γνώση• φροντίστε λοιπὸν μὲ τὰ ἔργα μᾶλλον νὰ φανερώνετε καὶ τὴν πίστη καὶ τὴ γνώση. Γιατί ἐκεῖνος πού ἀρκεῖται τυφλὰ μόνο στὴ γνώση, θὰ ἀκούσει ὅτι• «Ἰσχυρίζονται ὅτι γνωρίζουν τὸ Θεό, Τὸν ἀρνοῦνται ὅμως μὲ τὰ ἔργα»(Τίτ. 1,16).

18. Πιὸ πολὺ στὸν καιρὸ τῶν ἑορτῶν καὶ τῆς θείας Λειτουργίας, καὶ μάλιστα ὅταν μέλλει νὰ προσέλθει κανεὶς στὴ θεία Κοινωνία, οἱ δαίμονες σπεύδουν νὰ μολύνουν τὸν ἀσκητὴ μὲ αἰσχρὲς φαντασίες καὶ μὲ ρεύση τοῦ σπέρματος. Ἀλλὰ οὔτε μὲ αὐτὰ θὰ τσακίσουν ἢ θὰ παραλύσουν ἐκεῖνον πού εἶναι συνηθισμένος νὰ τὰ ὑπομένει ὅλα μὲ καρτερία καὶ γενναιότητα. Κι ἂς μὴν καυχιοῦνται μπροστὰ μας οἱ καμπούρηδες σὰν νὰ εἶναι ὄρθιοι.

19. Οἱ ἐχθροὶ δαίμονες πολεμοῦν τὸ ἦθος καὶ τὴν προθυμία, ραπίζοντας τὴν ψυχὴ μὲ ποικίλους καὶ ἀνείπωτους πειρασμούς. Ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ ἀπερίγραπτες θλίψεις πλέκεται ὁ στέφανός σου• καὶ στὶς ἀδυναμίες δείχνεται τέλεια ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ(Β΄ Κόρ. 12,9)• καὶ στὶς πιὸ σκυθρωπὲς καταστάσεις συνηθίζει νὰ ἀνθίζει ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος. Λέει ἡ Γραφή: «Ἀνέτειλε στοὺς δίκαιους φῶς μέσα στὸ σκοτάδι(Ψαλμ. 111, 4), ἂν βέβαια κρατήσομε μέχρι τέλους ἀκλόνητη τὴν πεποίθηση καὶ τὴν ἐλπίδα μας»(Ἔβρ. 3, 6).

20. Κανένα ἄλλο πράγμα δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαφανίζει τόσο πολὺ τὴν ἀρετή, ὅσο οἱ ἀστειότητες καὶ οἱ χαριεντισμοὶ καὶ ἡ ἀργολογία. Καὶ ἀντίθετα, τίποτε ἄλλο δὲν ἀνανεώνει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν κάνει νὰ πλησιάζει στὸ Θεό, ὅσο ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ καλὴ προσοχὴ καὶ ἡ ἀκατάπαυστη μελέτη τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ νὰ ὁπλίζεται κανεὶς μὲ τὴν προσευχὴ καὶ νὰ ἀναζητεῖ ἀπὸ ἴχνος σὲ ἴχνος τὸ κέρδος τῆς ἀγρυπνίας.

21. Ὠφελιμότατο πράγμα καὶ συμφέρον στὴν ψυχὴ εἶναι νὰ ὑποφέρομε σθεναρὰ κάθε θλίψη, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἴτε ἀπὸ τοὺς δαίμονες προξενεῖται, καὶ νὰ γνωρίζομε μὲ ἀκρίβεια ὅτι εἴμαστε χρεωφειλέτες αὐτῆς τῆς κακοπάθειάς μας, καὶ νὰ μὴ κατηγοροῦμε γι' αὐτὸ κανένα ἄλλο, παρὰ μόνον πάντοτε τὸν ἑαυτό μας. Ἐκεῖνος πού, γιὰ τὶς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, κατηγορεῖ τοὺς ἄλλους, ἔχει ξεγλυστρίσει ἀπὸ τὴ δίκαιη κρίση αὐτῶν πού τοῦ ἁρμόζουν.

22. Κάποτε ὁ ἄνθρωπος μετατοπίζεται ἀπὸ τὸν καλὸ δρόμο του, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι ἀξιόλογος στὴν ἀρετή, λόγω τῶν πολλῶν πειρασμῶν, ξεφεύγοντας ἀπὸ τὴν καλὴ τάξη του, ἐπειδὴ —ὅπως λέει ἡ Γραφὴ— ἔχει ἐξαφανιστεῖ ὅλη ἡ σοφία καὶ ἡ τέχνη του(Ψάλμ. 106, 27)• καὶ αὐτό, γιὰ νὰ μὴν ἔχομε πεποίθηση στὸν ἑαυτὸ μας(Β΄ Κορ. 1,9) καὶ γιὰ νὰ μὴν καυχηθεῖ ὁ Ἰσραὴλ καὶ πεῖ: «Τὸ δικό μου χέρι μ' ἔσωσε»(Κριτ. 7,2). Παρ' ὅλα αὐτὰ ὅμως ἔχε ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀποκατασταθεῖς στὴν προηγούμενή σου καλὴ ψυχικὴ κατάσταση, ἀφοῦ πέσει ἀπὸ πάνω σου μὲ θεία διαταγὴ καὶ διωχτεῖ ὁ πονηρὸς δαίμονας, ὁ ὁποῖος μᾶς παρακινεῖ νὰ τὰ βλέπομε ὅλα καὶ νὰ τὰ ἀκοῦμε μ' ἐμπάθεια καὶ μᾶς σπρώχνει μὲ βιασύνη πρὸς τὴν ἁμαρτία. Καὶ ἀφοῦ παχύνει τὸ νοῦ, σὰν μὲ πυκνὸ σύννεφο, κάνει καὶ τὴν σάρκα νὰ αἰσθάνεται ἕνα ἀνέκφραστο βάρος καὶ φορτίο• καὶ τὸν ἔμφυτο λογισμὸ πού εἶναι ἁπλὸς καὶ ἄδολος, ὅπως τῶν βρεφῶν, τὸν κάνει πανοῦργο καὶ τετραπέρατο σὲ κάθε ἁμαρτία, ἀφοῦ τὸν δηλητηριάσει καὶ τὸν διαστρέψει μὲ τὴν ἀβεβαιότητα.

23. Μεγάλο πράγμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού αὐξάνει ἐσωτερικὰ καὶ προοδεύει πολὺ στὶς ἀρετές. Πλὴν ὅμως αὐτὸς ὁ μεγάλος φοβᾶται τὴν ἁμαρτία ὅπως τὸν ποντικὸ ὁ ἐλέφαντας, μήπως αὐτός, πού κήρυξε σὲ ἄλλους, γίνει ὁ ἴδιος ἀνάξιος(Α΄ Κορ. 9,27).

24. Δὲν εἶναι μόνο ὅταν θὰ πλησιάζει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου, πού θὰ λαλήσει ὁ διάβολος λόγους ἐναντίον τοῦ Ὑψίστου, ὅπως λέει ὁ Δανιὴλ(Δαν. 7, 25), ἀλλὰ καὶ τώρα κάποτε διὰ μέσου τῶν δικῶν μας λογισμῶν, ἀπευθύνει βαριὲς βλασφημίες καὶ ἐναντίον αὐτοῦ του οὐρανοῦ, κακολογώντας τὸν Ὕψιστο καὶ τὰ κτίσματά Του καὶ τὰ ἅγια Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ἐμεῖς στερεωμένοι πάνω στὸ βράχο τῆς πνευματικῆς γνώσεως, δὲ θὰ φοβηθοῦμε γιὰ ὅλα αὐτά, οὔτε θὰ ἀπορήσομε γιὰ τὴν τόλμη τοῦ κακούργου διαβόλου• καὶ χρησιμοποιώντας πίστη καὶ θερμότερη προσευχή, θὰ λάβομε τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἀποκρούσομε τὸν ἐχθρό.

25. Ὅταν ἡ ψυχὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ ἐχθρὸς διάβολος ὁρμᾶ ἐναντίον της μὲ θρασύτητα καὶ τὴν πολεμᾶ καὶ τὴν ὀνειδίζει καὶ γίνεται αὐστηρὸς καὶ φοβερὸς κατήγορος τῶν ἁμαρτιῶν της. Ἀλλὰ τότε μπορεῖ νὰ δεῖ κανεὶς τὴν ψυχὴ πού ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ καὶ ἔχει μεγάλη πίστη σ' Αὐτόν, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς εἶχε πληγωθεῖ ἀπὸ ἁμαρτίες, νὰ μὴν κατατρομάζει στὶς ἑφόδους τοῦ ἐχθροῦ καὶ τὶς ἀπειλές του, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ἐνισχύεται μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὴ φτερώνει ἡ χαρά• νὰ τὴν κάνουν θαρραλέα οἱ ἅγιοι ἄγγελοι πού τὴν ὁδηγοῦν, καὶ περιτειχισμένη ἀπὸ τὸ φῶς τῆς πίστεως νὰ ἀντιλέγει δυνατὰ μὲ μεγάλο θάρρος στὸν πονηρὸ διάβολο: «Τί κοινὸ ὑπάρχει μεταξύ μας, ἐχθρέ του Θεοῦ; Τί κοινὸ ὑπάρχει μεταξύ μας, δραπέτη τῶν οὐρανῶν καὶ δοῦλε πονηρέ; Δὲν ἔχεις ἐσὺ πάνω μας καμιὰ ἐξουσία. Ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἔχει τὴν ἐξουσία πάνω σ' ἐμᾶς καὶ πάνω σὲ ὅλα. Σ' Αὐτὸν ἁμαρτήσαμε καὶ σ' Αὐτὸν θὰ ἀπολογηθοῦμε, ἔχοντας ὡς ἐγγύηση τῆς εὐσπλαχνίας Του ἀπέναντί μας καὶ τῆς σωτηρίας μας τὸν τίμιο Σταυρό Του. Σὺ ὅμως, καταστροφέα, φύγε μακριὰ ἀπὸ ἐμᾶς. Δὲν ἔχεις τίποτα ἐσὺ μὲ τοὺς δούλους τοῦ Χριστοῦ». Καὶ ἐνῶ λέει αὐτὰ ἡ ψυχὴ μὲ θάρρος, φεύγει πίσω ὁ διάβολος θρηνώντας μὲ μεγάλη φωνή, μὴν μπορώντας νὰ ἀντισταθεῖ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀνεβαίνοντας ἡ ψυχή, πετάει πρὸς τὰ κάτω καὶ ραπίζει τὸν ἐχθρὸ ὅπως τὸ γεράκι χτυπᾶ τὸν κόρακα. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτό, μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς θείους ἀγγέλους γεμάτη χαρὰ στοὺς τόπους πού τῆς ἔχουν ὁριστεῖ, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάστασή της.

26. Ὅτι καὶ ἀπὸ ἕνα μικρὸ πειρασμὸ πού παραχωρεῖ ὁ Θεὸς ἐμποδίζεται κάποτε νὰ προκόψει πνευματικὰ ὁ πρόθυμος καὶ δραστήριος, ἂς σὲ πείθει τὸ μικρὸ ψαράκι, ἡ ἐχενηίς, πού μπορεῖ νὰ ἀκινητοποιήσει ἕνα βαρυφορτωμένο πλοῖο μόνο μὲ τὸ νὰ τὸ ἀκουμπήσει. Καὶ νὰ θυμᾶσαι τὰ λόγια του μεγάλου Παύλου: «Θέλησα καὶ μία καὶ δυὸ φορὲς νὰ ἔρθω πρὸς ἐσᾶς καὶ μᾶς ἐμπόδισε ὁ Σατανᾶς»(Ἃ΄ Θέσ. 2,38). Ἀλλὰ μὴ θορυβηθεῖς γι' αὐτό, παρὰ νὰ ἀντιτάξεις ἀγώνα μὲ ὑπομονὴ καὶ θὰ ἐπιτυχεῖς νὰ λάβεις τὴ θεία χάρη.

27. Ἐκεῖνος πού εἶναι πολὺ πλούσιος σὲ ἀρετές, ἂν ἀπὸ ἀμέλεια ξεφύγει ἀπὸ τὰ πρέποντα, ἔρχονται ἐναντίον του οἱ γιοὶ τῆς κακῆς ἀνατολῆς, οἱ Ἀμαληκίτες καὶ προπαντὸς οἱ Μαδιανίτες, δηλαδὴ οἱ δυνάμεις τῆς πορνείας, μαζὶ μὲ τὶς καμῆλες τους, δηλαδὴ μὲ τὶς ἐμπαθεῖς μνῆμες, πού εἶναι ἀναρίθμητες(Κριτ. 7,12) καὶ καταστρέφουν ὅλα τὰ προϊόντα της γῆς(Κριτ. 6,4), δηλαδὴ κάθε καλὴ πράξη καὶ συνήθεια. Καὶ τότε λοιπὸν γίνεται φτωχὸς ὁ Ἰσραὴλ καὶ μικροψυχεῖ καὶ ἀναγκάζεται νὰ φωνάξει δυνατὰ πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ ἔτσι στέλνεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ λογισμὸς ἀγαθός, ὁ ὁποῖος μιμεῖται τὸν Γεδεών, μὲ μεγάλη πίστη καὶ ταπεινοφροσύνη. Γιατί ὁ Γεδεῶν εἶπε: «Οἱ χίλιοι ἄνδρες μου εἶναι οἱ πιὸ ἀδύνατοι στὴ φυλὴ Μανασσῆ»(Κριτ. 6, 14-15). Καὶ ὅμως, μπόρεσε νὰ ἀντιπαραταχθεῖ μὲ τριακόσιους ἀδύναμους ἄνδρες σὲ τόσο πλῆθος ἐχθρῶν, καὶ νὰ στήσει μνημεῖα νίκης κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ἔχοντας σύμμαχο τὴ θεία χάρη.

28. Δὲν θὰ μπορέσεις νὰ πατήσεις πάνω στὰ δηλητηριώδη φίδια, ὅπως εἶναι ἡ ἀσπίδα καὶ ὁ βασιλίσκος(Ψαλμ. 90,13) κτλ., ἐκτὸς ἂν παρακαλέσεις καὶ ἐξιλεώσεις μὲ πολλὴ προσευχὴ τὸ Θεὸ καὶ λάβεις ὑπερασπιστὲς ἀγγέλους, πού νὰ σὲ παίρνουν στὰ χέρια τους καὶ νὰ σὲ σηκώνουν πάνω ἀπὸ τὴ λάσπη τῆς κακῆς διαθέσεως.

29. Ἂν κανεὶς νικηθεῖ, ἐνῶ πολέμησε μὲ δύναμη, ἂς μὴ δυσθυμεῖ, οὔτε νὰ ἀτονεῖ ἀπὸ τὸν κόπο, ἀλλὰ ἀφοῦ σηκωθεῖ, ἂς εὐθυμεῖ λέγοντας τὰ λόγια του Ἠσαΐα: «Ἂν καὶ ἰσχυροί, θὰ ἡττηθεῖτε, πονηροὶ δαίμονες. Κι ἂν πάλι λάβετε ἰσχύ, πάλι θὰ ἡττηθεῖτε. Καὶ ὅ,τι σχέδιο κάνετε, θὰ τὸ διαλύσει ὁ Κύριος• γιατί ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας»(Ησ. 8, 9-10), ὁ Θεὸς πού σηκώνει πάλι ὅσους ἔχουν συντριβεῖ καὶ πού προξενεῖ μεγάλο θρῆνο καὶ λύπη στοὺς ἐχθρούς μας, ὅταν μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.

30. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ δοκιμάζει λύπη ἐκεῖνος πού παιδαγωγεῖται μὲ πειρασμούς. Ἀλλὰ ὕστερα γεμίζουν μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ γλυκὰ δάκρυα καὶ θεία νοήματα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πού καλλιέργησαν τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη μέσα στὴν καρδιά τους.

31. Ὁ Ἰσαὰκ ἤθελε νὰ εὐλογήσει τὸν Ἡσαῦ, καὶ ὁ Ἡσαῦ ἔσπευδε νὰ λάβει τὴν εὐλογία• ὅμως καὶ οἱ δύο ἀπέτυχαν(Γεν. 27). Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἐλεεῖ, εὐλογεῖ καὶ χρίει μὲ τὸ Πνεῦμα, ὄχι ἐκεῖνον πού θέλομε ἐμεῖς, ἀλλὰ ἐκεῖνον πού Αὐτὸς προόρισε, πρὶν τὸν πλάσει ἀκόμη, στὸ νὰ Τὸν ὑπηρετήσει. Ἂς μὴ θορυβηθοῦμε, μήτε νὰ φθονήσομε ὅταν δοῦμε ἀδελφοὺς ἐλεεινοὺς καὶ ἀσήμαντους ὅτι πρόκοψαν στὴν ἀρετή. Ἔχεις ἐξάλλου ἀκούσει καὶ τὸν Κύριο πού λέει: «Δῶσε τόπο σ' αὐτὸν γιὰ νὰ καθήσει σὲ ἀνώτερη θέση»(Λουκ. 14,10). Ἐγὼ θαυμάζω μᾶλλον τὸ Δικαστή, πού κρίνει μὲ τόσο σοφὸ καὶ μυστηριώδη τρόπο: ἐκεῖνον τὸν ἐλάχιστο καὶ τελευταῖο νὰ τὸν κάνει πρῶτο καὶ προπορευόμενο, κι ἐμᾶς πού εἴμαστε πρῶτοι στὴν ἄσκηση χρονικά, νὰ μᾶς ἀναδεικνύει τελευταίους. Ὁ καθένας μας, ἂς κανονίσομε τὴ ζωὴ μας ἀνάλογα μὲ ὅ,τι μᾶς χάρισε ὁ Κύριος(Α΄ Κορ. 7, 17), ἂν βέβαια ζοῦμε καὶ βαδίζομε μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος(Γαλ. 5, 25), ὅπως λέει ἡ Γραφή.

32. Μὴ συμφωνήσεις ποτὲ μὲ τὸν ὑποτακτικό σου, ὅταν σοῦ λέει: «Δῶσε μου διορία νὰ δοκιμάσω αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο τὸ πράγμα καὶ ἔτσι νὰ ἐπιτύχω τὴν ἀρετή.» Ἐκεῖνος πού λέει ἔτσι, εἶναι φανερὸ ὅτι κάνει τὸ δικό του θέλημα καὶ παραβαίνει τοὺς κανόνες τῆς ἄριστης ὑποταγῆς.

33. Οἱ συμφορὲς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, καθὼς θὰ δεῖς, μὲ τὸν καιρὸ καὶ μὲ τὴ θεία συγκατάνευση θὰ ἐξαφανιστοῦν, ἂν καὶ ἔχουν μεγαλώσει. Τὸ ἔλεος ὅμως τοῦ Χριστοῦ καθόλου δὲ θὰ μειωθεῖ. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἐκτείνεται ἀπὸ τὸν αἰώνα τοῦτον ὡς τὸν μέλλοντα αἰώνα γιὰ ὅσους Τὸν φοβοῦνται»(Ψαλμ. 102, 17).

34. Τὰ βασιλικὰ ταμεῖα θὰ γεμίσουν χρυσό• καὶ οἱ νόες τῶν πραγματικῶν μοναχῶν θὰ γεμίσουν ἀπὸ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.

35. Μερικὲς φορὲς ὁ δάσκαλος ἐκτίθεται σὲ ἀτιμία μὲ τὸ νὰ ὑποφέρει πειρασμοὺς γιὰ χάρη ἐκείνων πού ὠφελήθηκαν πνευματικά. «Ἐμεῖς, λέει ὁ Ἀπόστολος, εἴμαστε ἄτιμοι, ἡ ἀσθένειά μας σὰν ἀγκάθι μᾶς ταπεινώνει• ἐνῶ ἐσεῖς γίνατε ἔνδοξοι καὶ ἰσχυροὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ»(Α΄ Κορ. 4, 10).

36. Πηγὴ καὶ ἀφορμὴ τοῦ ὀλέθρου μέσω τῆς σάρκας εἶναι ὁ ἐμπαθὴς λογισμός. Αὐτὸν τὸ λογισμὸ ἐξορίζει ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἐκεῖνος πού ἀνένηψε καὶ μετανόησε μετὰ τὴν ἁμαρτία. Καλὰ λοιπὸν κάνατε καὶ πενθήσατε περισσότερο γιὰ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ ἀνάμεσά σας(Α΄ Κόρ. 5, 2-4) ὁ πονηρὸς καὶ βέβηλος λογισμὸς πού παρακίνησε στὴν κακὴ πράξη. Ἄρα λοιπὸν τὸ πένθος εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ὀλέθρου καὶ τῆς φθορᾶς.

37. Ποιὸς θὰ ἀναγγείλει στὸ στενοχωρημένο μέσα στὴν ἀδοξία καὶ τὴν ἀδυναμία ἐκτελέσεως ἀρετῶν, ὅτι θὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ ὄχι μόνο στὴ μέλλουσα ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν παροῦσα, νὰ ἔρχεται μὲ μεγάλη δύναμη καὶ δόξα πρὸς αὐτόν, διὰ μέσου της ἀπάθειας; Καὶ ἡ ψυχή, πού γέρασε στείρα καὶ τότε χωρὶς νὰ τὸ περιμένει γέννησε γιὸ δικαιοσύνης, θὰ πεῖ τὰ λόγια τῆς Σάρρας: «Ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε γέλιο»(Γεν. 21, 6), δηλαδὴ δώρισε πολὺ μεγάλη χαρὰ σὲ μένα, πού πάρα πολλὰ χρόνια ἤμουν καταλυπημένος ἀπὸ τὰ πολλὰ πάθη μου. Ἤ, ὅπως ἀποδίδει τὸ ρητὸ ἄλλος ἑρμηνευτής: «Ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε τρυφερὴ ἡλικία», δηλαδὴ ἀνανεώθηκε ἡ νεότητά μου καθὼς τοῦ ἀετοῦ(Ψαλμ. 102, 5). Γιατί εἶχα παλιώσει πρὶν μὲ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, καὶ τώρα ἔχω ξαναγεννηθεῖ καὶ εἶμαι σὰν ἔφηβος καὶ βρίσκω τὴ νεανικὴ ἁπαλότητα, ἐγὼ πού προηγουμένως εἶχα σκληρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ὕλη. Καὶ βλέπω τώρα ὁμαλὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, γιατί ξαναβρῆκα τὴ φυσικὴ ἁπλότητα καὶ εὐθύτητα, ἀφοῦ ὁ νοῦς μου ἔγινε ὑγιὴς ἀπὸ τὴν μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔγινε ἡ σάρκα μου, ὅπως τοῦ Νεεμᾶν τοῦ Σύρου(Δ΄Βάσ. 5, 1-14), σὰν τὴ σάρκα τῶν νηπίων, γιατί λούστηκα στὸν Ἰορδάνη τῆς θείας γνώσεως. Καὶ ἔγινα ἁπλὸς στοὺς τρόπους μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐλευθερωμένος ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ φιδιοῦ διαβόλου καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πανούργων καὶ ὑλοφρόνων λογισμῶν τῆς κακίας πού εἶχα ἀποκτήσει πρωτύτερα ἀντίθετα μὲ τὴ φύση μου.

38. Ὑπόθεσε ὅτι ὁ Κύριος σοῦ λέει: «Κάποτέ σου ἀφαίρεσα αὐτὸ καὶ αὐτὸ τὸ χάρισμα, τὰ ὁποία νόμιζες πὼς ἱκανοποιοῦν τὸ νοῦ σου καὶ σὲ ἀναπαύουν· καὶ σοῦ ἔδωσα ὡς ἀντιστάθμισμα ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο τὸ χάρισμα. Ἐσὺ ὅμως σκέφτεσαι ὅσα σοῦ ἀφαιρέθηκαν καὶ δὲ βλέπεις ὅσα σοῦ δόθηκαν στὴ θέση ἐκείνων καὶ ἔτσι εἶσαι σκυθρωπὸς καὶ πονεῖς καὶ πληγώνεσαι ἀπὸ τὴ λύπη• ὡστόσο μὲ χαροποιεῖς γιατί λυπᾶσαι ἐξαιτίας Μου. Γιατί ἐγώ σου προξενῶ λύπη γιὰ τὸ συμφέρον σου, θέλοντας νὰ σώσω καὶ ὄχι νὰ καταστρέψω ἐκεῖνον πού θεωρῶ παιδί Μου».

39. Διάταξε τὸν ἑαυτό σου νὰ μὴ φᾶς κάτι, γιὰ παράδειγμα ψάρι• καὶ πρόσεχε κατόπιν ὅτι ὁ ἐχθρὸς σὲ σπρώχνει ἐπίμονα πρὸς τὴν ἐπιθυμία τοῦ ψαριοῦ, ὅπως ἐπίσης ὅτι καὶ σὺ θέλεις μὲ μανία νὰ ἀπολαύσεις τὸ ἀπαγορευμένο. Ἔτσι θὰ ἐννοήσεις αὐτὸ πού συνέβη στὸν Ἀδάμ. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ πῆρε ἐντολὴ νὰ μὴ φάει ἀπὸ ἕνα μόνο καρπό, πρὸς αὐτὸ μόνο τὸ ἀπαγορευμένο ἔτρεξε μὲ μεγάλη ἐπιθυμία.

40. Ἄλλον σώζει ὁ Θεὸς διὰ μέσου της γνώσεως καὶ ἄλλον διὰ μέσου της ἀκεραιότητας καὶ ἀκακίας. Γιατί πρέπει νὰ γνωρίζεις ὅτι δὲ θὰ ἀποδοκιμάσει ὁ Θεὸς τὸν ἄκακο(Ἰώβ, 8, 20).

41. Ὅσοι μεταχειρίζονται ἔντονα τὴν προσευχή, αὐτοὶ πολιορκοῦνται ἀπὸ φοβεροὺς καὶ ἄγριους πειρασμούς.

42. Ἂν προτίμησες νὰ ντυθεῖς τὴν ἀπάθεια, μὴν κάθεσαι ἀμέριμνος, ἀλλὰ φρόντισε μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη νὰ τὴν ἐπιτύχεις. Γιατί στενάζομε ἐπιθυμώντας μὲ μεγάλο πόθο νὰ φορέσομε τὸ οὐράνιο κατοικητήριό μας, ὥστε νὰ καταποθεῖ ἡ θνητότητα τοῦ σώματός μας ἀπὸ τὴ θεία ζωὴ(Β΄ Κoρ. 5, 2-4), ὄχι μόνο σωματικῶς κατὰ τὴν συντέλεια τοῦ αἰώνα, παρὰ καὶ νοητῶς ἀπὸ ἐδῶ ἤδη, σὰν ἕνας ἀρραβώνας. Ἐπειδὴ ἐξαφανίστηκε τελείως ὁ θάνατος καὶ κατανικήθηκε(A΄ Κoρ. 15, 54), καὶ ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι πού μᾶς καταπιέζουν καὶ μᾶς καταδιώκουν, δηλαδὴ οἱ δαίμονες, θὰ ἐξαφανιστοῦν μέσα στὰ κύματα(Eξ. 14) τῆς δυνάμεως πού μᾶς στάλθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό.

43. Ἂν λησμονήσεις τὸν Παῦλο πού εἶπε: «Φοβοῦμαι μήπως ἐγώ, πού κήρυξα σὲ ἄλλους, ὁ ἴδιος γίνω ἀνάξιος»(A΄ Κoρ. 9, 27), καί: Ὅποιος νομίζει ὅτι στέκεται, ἂς προσέξει μήπως πέσει»(A΄ Κoρ. 10, 12), καί: «Σύ, ὁ καταρτισμένος πνευματικά, πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου, μήπως καὶ σὺ δοκιμάσεις πειρασμὸ»(Γαλ. 6, 1)• καὶ ἂν λησμονήσεις τὸ παραστράτισμα καὶ τὴν ἀνομία τοῦ Σολομώντα(Γ΄ Βασ. 11, 1-8) ὑστέρα ἀπὸ τόση χάρη• καὶ ἂν λησμονήσεις ἐπίσης τὴν ἀναπάντεχη ἄρνηση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, τότε μπορεῖς νὰ ἔχεις θάρρος στὴ γνώση σου καὶ νὰ κομπάζεις γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή σου καὶ νὰ καυχιέσαι γιὰ τὰ πολλὰ χρόνια της ἀσκήσεώς σου• κι ἔτσι λοιπὸν θὰ δώσεις τόπο μέσα σου στὴν ὑπερηφάνεια. Ὅμως καθόλου μὴν ἀμελήσεις ἀδελφέ! Νὰ φοβᾶσαι μᾶλλον μέχρις ὅτου ἀναπνέεις, ἀκόμα καὶ ἂν ἔφτασες τὰ χρόνια του Μωυσῆ• καὶ νὰ προσεύχεσαι λέγοντας: «Κύριε, μὴ μὲ ἀπορρίψεις τὸν καιρὸ τῶν γηρατειῶν μου• ὅταν λιγοστεύουν οἱ δυνάμεις μου, μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις. Θεέ μου, Σωτήρα μου, ἐσένα θὰ ὑμνῶ παντοτινὰ»(Ψαλμ. 70, 6-9).

44. Σοὺ λέει ὁ Κύριος, ὅπως εἶπε στὸ Ματθαῖο: «Ἀκολούθησε μὲ»(Ματθ. 9, 9). Ἐσὺ λοιπόν, ἐκεῖ πού καταδιώκεις μὲ προθυμία τὸν πολυπόθητο Κύριό σου, ἂν στὸ δρόμο σου σκοντάψεις τὸ πόδι σου στὴν πέτρα(Ψαλμ. 90,12) κανενὸς πάθους καὶ πέσεις ἀπροσδόκητα στὴν ἁμαρτία, ἢ καὶ πολλὲς φορές, ἐπειδὴ ὑπάρχουν λασπώδη μέρη, γλύστρησες χωρὶς νὰ τὸ θέλεις καὶ ἔπεσες, ὅσες φορὲς τύχει νὰ πέσεις καὶ νὰ βασανίσεις τὸ σῶμα σου, τόσες φορὲς σήκω ἐπάνω καὶ τρέξε πίσω ἀπὸ τὸν Κύριό σου μέχρις ὅτου τὸν φτάσεις. «Ἔτσι παρουσιάστηκα μπροστά Σου στὸ ναὸ τῆς διάνοιας, νὰ δῶ τὴ δύναμη καὶ τὴ δόξα Σου πού μὲ σώζουν· καὶ στὸ ὄνομά Σου, Κύριε, θὰ ὑψώσω τὰ χέρια μου νὰ προσευχηθῶ καὶ θὰ εἰσακουστῶ• καὶ θὰ αἰσθάνομαι σὰν νὰ χόρτασα μὲ λιπαρὰ καὶ παχιὰ φαγητά• καὶ θὰ χαροῦν τὰ χείλη μου νὰ σοῦ ψάλλουν»(Ψαλμ. 62, 3-6). Γιατί θεωρῶ σπουδαῖο πράγμα τὸ ὅτι ἀξιώθηκα νὰ ὀνομαστῶ Χριστιανός, ὅπως μοῦ λέει ὁ Κύριος μέσω τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: «Εἶναι μεγάλη σου τιμὴ νὰ ὀνομαστεῖς παιδί Μου»(Ησ. 49, 6).

45. Ἀλλοῦ ἡ Γραφὴ λέει ὅτι ὁ Πατέρας θὰ δώσει ἀγαθὰ σὲ ὅσους τοῦ ζητοῦν(Μάτθ. 7, 11), ἀλλοῦ ὅτι θὰ δώσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ ὅσους τὸ ζητοῦν(Λούκ. 11, 13). Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἐννοοῦμε ὅτι, ὄχι μόνον ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ καὶ οὐράνια χαρίσματα χορηγεῖ ὁ Θεὸς σὲ ὅσους τὸν παρακαλοῦν μὲ ἰσχυρὴ πίστη στὰ λόγια Του. Γιατί ὁ Κύριος ὑπόσχεται αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ ὄχι σὲ δικαίους, ἀλλὰ σὲ ἁμαρτωλούς, λέγοντας: «Ἂν ἐσεῖς, ἐνῶ εἶστε γεμάτοι πονηρία, ξέρετε νὰ δίνετε ὠφέλιμα πράγματα στὰ παιδιά σας, πόσο περισσότερο ὁ οὐράνιος Πατέρας σας θὰ δώσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σ' ἐκείνους πού τοῦ Τὸ ζητοῦν;»(Λούκ. 11, 13). Ζήτησε λοιπὸν μὲ ἐπιμονὴ καὶ χωρὶς δισταγμό, καὶ ἂν ἀκόμη εἶσαι φτωχὸς σὲ ἀρετὲς καὶ πάρα πολὺ ἀδύνατος καὶ εἶναι παραπάνω ἀπὸ τὴν ἀξία σου αὐτὰ πού ζητάς• καὶ θὰ τὰ λάβεις αὐτὰ τὰ μεγάλα χαρίσματα.

46. Πῶς θὰ πεισθεῖ ὁ ἄπιστος ἢ ὁ ὀλιγόπιστος ὅτι τὸ μερμύγκι βγάζει φτερὰ καὶ τὸ σκουλήκι γίνεται πεταλούδα καὶ ὅτι πάρα πολλὰ παράδοξα γίνονται στὴ φύση, γιὰ νὰ ἀποβάλει τὴν ἀρρώστια τῆς ἀπιστίας καὶ στερήσεως τῆς ἐλπίδας καὶ νὰ βγάλει φτερὰ καὶ ν' ἀνθίσει σὰν δένδρο τὴν πανένδοξη γνώση; Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Έγὼ εἶμαι αὐτὸς πού κάνω ν' ἀναβλαστήσει τὸ ξερὸ δένδρο καὶ πού δίνω ζωὴ στὰ ξερὰ κόκκαλα»(Ιεζ. 17, 24).

47. Μὲ κανένα τρόπο νὰ μὴν ἀφήσομε νὰ μᾶς λιώνουν οἱ φροντίδες γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος, ἀλλὰ μὲ ὅλη μας τὴν ψυχὴ ἂς ἔχομε πίστη στὸ Θεό, ὅπως ἔλεγε κάποτε ἕνας ἀγαθὸς ἄνθρωπος: «Ἐμπιστευτεῖτε τὸ Θεὸ καὶ θὰ σᾶς ἐμπιστευτεῖ». Καὶ καθὼς γράφει ὁ μακάριος Ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀποκτῆστε σωφροσύνη καὶ νηφαλιότητα στὶς προσευχές σας καὶ ἀφῆστε ὅλη τὴ φροντίδα τοῦ ἑαυτοῦ σας στὸ Θεό, ἐπειδὴ Αὐτὸς φροντίζει γιὰ σᾶς»(Α΄ Πέτρ. 5, 7). Ἂν ὅμως διστάζεις ἀκόμη καὶ ἀπιστεῖς ὅτι φροντίζει ὁ Θεὸς νὰ σὲ διαθρέψει, παρατήρησε τὴν ἀράχνη καὶ σκέψου πόσο διαφέρει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀράχνη, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀσθενικὸ καὶ ἀδύναμο πλάσμα. Αὐτὴ λοιπόν, μήτε κτήματα ἔχει, μήτε θαλασσινὰ ταξίδια κάνει, μήτε στὰ δικαστήρια πηγαίνει, μήτε ὀργίζεται, μήτε ἀποθῆκες ἔχει, ἀλλὰ μὲ τέλεια πραότητα καὶ σωφροσύνη καὶ ἄκρα ἡσυχία περνᾶ τὴ ζωή της• μήτε ἔχει περιέργεια γιὰ τὰ ζητήματα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ μόνο τὴ δική της ἐργασία προσέχει μὲ ἠρεμία καὶ ἀπραξία, σὰν νὰ λέει σ' ἐκείνους πού ζοῦν μὲ ἀργία ὅτι ὅποιος δὲν θέλει νὰ ἐργάζεται, νὰ μὴ θέλει καὶ νὰ τρώει(Β΄ Θεσ. 3, 10)• καὶ ἔχει τόση σιωπή, ὥστε ξεπερνᾶ καὶ τὸν Πυθαγόρα, τὸν ὁποῖο οἱ Ἕλληνες θαυμάζουν παραπάνω ἀπ' ὅλους τους φιλοσόφους, γιὰ τὴν ἐγκράτεια πού εἶχε στὴ γλώσσα του. Ὅμως ὁ Πυθαγόρας, ἂν καὶ δὲ μιλοῦσε σὲ ὅλους, πάντως στοὺς πολὺ ἀγαπητούς του ἀνθρώπους μιλοῦσε μυστικὰ κατὰ διαστήματα. Καὶ πολλὲς φορὲς μίλησε φιλόδοξα σὲ βόδια καὶ σὲ ἀετοὺς καὶ εἶπε κάτι φλυαρίες καὶ ἀνοησίες. Ἐπίσης δὲν ἔπινε διόλου κρασί, παρὰ μόνο νερό. Ἡ ἀράχνη ὅμως μὲ τὴν ὑπερβολικὴ καὶ ἄκρα ἀφωνία της, ξεπέρασε καὶ τὴν ἐγκράτεια τῆς γλώσσας τοῦ Πυθαγόρα, ἀλλὰ καὶ περιφρόνησε μαζὶ μὲ τὸ κρασὶ καὶ τὸ νερό. Σὲ τέτοια λοιπὸν ἥσυχη κατάσταση ζεῖ ἡ ἀσάλευτη καὶ ταπεινὴ ἀράχνη καὶ δὲν ἀνέχεται νὰ περπατεῖ πουθενὰ ἔξω, οὔτε νὰ περιπλανιέται μὲ τὴ φαντασία της ἐδῶ κι ἐκεῖ, οὔτε νὰ κοπιάζει καὶ νὰ μοχθεῖ χωρὶς τέλος. Ὅμως ὁ Κύριος πού κατοικεῖ στὰ ψηλὰ καὶ πού κοιτάζει τὰ ταπεινὰ(Ψαλμ. 112, 5-6) —καὶ τίποτε δὲν εἶναι πιὸ ταπεινὸ ἀπὸ τὴν ἀράχνη—, ἁπλώνει ὡς αὐτὴν τὴν πρόνοιά Του καὶ τῆς στέλνει κάθε ἡμέρα τὸ λίγο φαγητό της, κάνοντας νὰ πλησιάσουν κοντὰ στὴ σκηνούλα της καὶ νὰ πέσουν στὰ δίχτια της τὰ ζωύφια πού χρειάζονται γιὰ τροφή της.

48. Ἴσως νὰ πεῖ κανένας ἀπὸ ἐκείνους πού εἶναι τελείως δοῦλοι τῆς λαιμαργίας, ὅτι ἐγὼ τρώγω πολλὰ φαγητὰ καὶ ἐπειδὴ εἶμαι πολυδάπανος ἔχω ἀνάγκη νὰ μπλέκομαι στὶς μύριες ὑποθέσεις τοῦ βίου. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἂς παρατηρήσει τὰ μεγάλα κήτη τοῦ Ἀτλαντικοῦ, πῶς διατρέφονται ἀπὸ τὸ Θεὸ χωρὶς ποτὲ νὰ δοκιμάσουν πείνα• καὶ τὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ καταπίνει τόση τροφή, ὅση δὲν καταναλώνει σὲ μία μέρα ὁλόκληρη πόλη. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Ὅλα ἀπὸ Σένα περιμένουν, νὰ τοὺς δώσεις τὴν τροφὴ τους τὴν κατάλληλη ὥρα»(Ψαλμ. 123, 27). Λοιπὸν ὁ Θεὸς τρέφει καὶ ἐκεῖνον πού τρώει λίγο καὶ ἐκεῖνον πού τρώει πολύ. Αὐτὰ ἂς ἀκούσεις καὶ σὺ πού ἔχεις τὴν πλατιὰ καὶ εὐρύχωρη κοιλιά, καὶ στὸ ἑξῆς ἀνάθεσε μὲ πίστη ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό σου στὸ Θεό. Καὶ ἀποτίναξε κάθε κοσμικὸ περισπασμὸ καὶ τὶς πολλὲς φροντίδες τοῦ νοῦ καὶ μὴν εἶσαι πιὰ ἄπιστος, ἀλλὰ πιστὸς(Ιω. 20, 27).

49. Ἂν θέλομε πράγματι νὰ εὐαρεστήσομε τὸ Θεὸ καὶ νὰ συνάψομε τὴν τρισμακάριστη φιλία μαζί Του, ἂς παρουσιάσομε τὸ νοῦ μας γυμνὸ σ' Αὐτόν, χωρὶς νὰ σέρνομε μαζί μας κανένα πράγμα αὐτοῦ του αἰώνα, οὔτε τέχνη, οὔτε νόημα, οὔτε τέχνασμα, οὔτε δικαιολογία, ἀκόμη καὶ ἂν γνωρίζομε ὅλη τὴ σοφία τοῦ κόσμου. Γιατί ἀποστρέφεται ὁ Θεὸς ἐκείνους πού προσέρχονται σ' Αὐτὸν μὲ οἴηση καὶ μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ τρέφονται ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ εἶναι φουσκωμένοι ἀπὸ αὐτήν. Σωστὰ εἶπαν μερικοὶ ἑρμηνευτές, ὅτι ἡ μάταιη οἴηση τρέφει καὶ φουσκώνει τὸν ἄνθρωπο.

50. Πῶς θὰ μπορέσομε νὰ νικήσομε τὴν ἁμαρτία πού μᾶς ἔχει ὑποτάξει; Χρειάζεται βία. Γιατί ὅπως λέει ἡ Γραφή: «Ὁ ἄνθρωπος μὲ πολλοὺς κόπους καὶ βία ἀποκρούει τὴν ἀπώλειά του»(Παροιμ. 16, 26), φιλονεικώντας πάντοτε νὰ ἀνεβαίνει πρὸς τὴν ἁγιοσύνη τῶν λογισμῶν του. Τὸ νὰ καταργεῖ κανεὶς τὴ βία μὲ τὴ βία δὲν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς νόμους. Ἂν λοιπὸν καταβάλομε βία, ἔστω καὶ πολὺ ἀσθενική, στὴν προσπάθειά μας, θὰ καθήσομε στὴν Ἱερουσαλὴμ(Πραξ. 2, 2), δηλαδὴ στὴν ἀκατάπαυστη προσευχὴ καὶ στὶς ἄλλες ἀρετές, καὶ θὰ περιμένομε στὴ συνέχεια νὰ ἔρθει σὲ μᾶς δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Θὰ περιμένομε βία ἰσχυρὴ καὶ ὄχι βέβαια ἀσθενική, ἀνάλογη μὲ τὴ δική μας• ἀλλὰ κάποια βία πού δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ σαρκικὰ χείλη, πού νικᾶ μὲ μεγάλη δύναμη καὶ κατατροπώνει καὶ τὶς κάκιστες συνήθειες καὶ τὴν ἀχρειότητα τῶν δαιμόνων, ὅπως ἐπίσης νικᾶ τὴν πρὸς τὸ χειρότερο κλίση τῶν ψυχῶν μας καὶ τὶς ἄπρεπες κινήσεις τοῦ σώματος. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Ἀκούστηκε ἕνας ἦχος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν ὁρμητικὸ βίαιο φύσημα»(Πράξ. 2, 2), γιὰ νὰ καταδαμάσει τὴν κακία, ἡ ὁποία πάντοτε μᾶς σέρνει βίαια πρὸς τὸ χειρότερο.

----------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, γ΄τόμος, σελ. 329-340). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......