Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Ιωσήφ Βατοπαιδινού, γέροντος: Βία, ο δρόμος του Θεού

Αδελφοί και πατέρες, η Αγία Γραφή μας πληροφορεί ότι όλοι οι άγιοι έγιναν μέτοχοι της παιδείας του Θεού. Όσοι αρνούνται τη συμμετοχή τους στην παιδεία αυτή, θεωρούνται «νόθοι» και άρα δεν είναι υιοί». Δεν πρέπει και μεις να αρνηθούμε την αμέλεια, που μας πολεμά, μήπως από απροσεξία κατακριθούμε ως νόθοι, και στερηθούμε την υιοθεσία, που ο Κύριος μας χάρισε, και το πλήρωμα του αγιασμού με το οποίο θα μας επιβραβεύσει; 

Ως συνετοί, δεν πρέπει να ξεχνούμε τις βάσεις και τις αρχές, όσων μας συμβαίνουν. Από που προήλθαν τα δεινά και αυτός ο θάνατος, αλλά και από που άρχισε η ανάπλαση και σωτηρία μας. Ο θάνατος δεν υπήρχε. Συνέβηκε από τη δική μας απροσεξία. Από τότε ενεργεί δυναμικά και αδιάκοπα, σε όσους δεν αμύνονται νόμιμα, και θέλει να καταστρέψει όσους δεν τον πολεμούν. Αν και η ζωή επανήλθε με την παρουσία και θυσία του Κυρίου μας, δεν ενεργεί μόνη της, χωρίς τη δική μας προσφορά και θυσία. Από τη στιγμή που άρχισε η δυναμική τον ολέθρου, με τη δική μας προδοσία και άρνηση, είναι υποχρεωτική η δική μας θέληση και ομολογία. 

Ο πρωτόπλαστος πλανήθηκε και εισήγαγε στη ζωή, με την παρακοή, την ηδονή, ένα θανατηφόρο μέσο και στοιχείο. Ο Κύριός μας ανέτρεψε το θάνατο και όσα συντελούν σ αυτόν, με τη γέννησή του από την Παρθένο και την περιεκτική και φιλόπονη διαγωγή του. Μητέρα της φθοράς και του θανάτου αποδεικνύεται η ηδονή. Ο Κύριός μας αμύνεται με την περιεκτική φιλοπονία και με την οδύνη ξεριζώνει τόσο τα αίτια, όσο και το θάνατο, και μας χαρίζει όχι μόνο τη ζωή, αλλά και την υιοθεσία.

Διπλή είναι η ενέργεια της θανατηφόρου ηδονής. Στο σώμα και στην ψυχή. Και σωματικά, και πνευματικά υποκύπτει ο άνθρωπος στο φόρο της φιληδονίας, εάν δεν αμύνεται. Ο Κύριός μας, για να καταργήσει και τα δύο, υποτάχτηκε απόλυτα στο πατρικό θέλημα και κατάργησε αμέσως τη γεννήτρια τον θανάτου φιλαυτία, από την οποία προέρχεται η διπλή ηδονή και ο θάνατος. 

Αυτό είναι το σημαντικώτερο στοιχείο, που μας απασχολεί και παραδειγματίζει και σ' αυτό οφείλουμε όλη μας την προσοχή, για να είναι βέβαιη η επιτυχία μας. Με την υποταγή και την υπακοή, νεκρώνουμε τα ψυχικά μας πάθη και τραύματα. Με την έμπρακτη φιλοπονία των καθηκόντων μας αντιγράφουμε το πρότυπό μας και κερδίζουμε τις επαγγελίες. Η δυναμική του ολέθρου, που επικρατεί, σ αυτά τα δύο συνίσταται. Στην ιδιορρυθμία και ανταρσία της ηδυπάθειας και στον εγωκεντρισμό. Εναντίον αυτών πολέμησαν, στον πολύαθλο βίο τους, οι θεόπνευστοι Πατέρες, αποδεχόμενοι την πολύπλευρη παιδεία του Θεού, είτε για την αποθεραπεία παλιών σφαλμάτων και παθών, είτε υπομένοντας με καρτερία τις συμβατικές επιφορές, μέσω των αβυσσαλέων κριμάτων του Κυρίου μας, που αλάνθαστα διοικεί την κτίση του. Δίκαια γράφεται «μακάριος άνθρωπος ον αν παιδεύσης, Κύριε και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν» (Ψαλμ. ςγ, 23) και «προ του με ταπεινωθήναι, εγώ επλημμέλησα» (Ψαλμ. ριη, 67). 

Πολλοί είναι οι τρόποι και τα μέσα, που μπορεί ο άνθρωπος να μεταχειριστεί, ως εργαλεία, για να ευαρεστήσει το Θεό και να κερδίσει τη σωτηρία του. Οι Πατέρες μας όμως επαινούν, ως αποτελεσματικώτερο, τον πόθο προς το Θεό, που είναι δυνατώτερος κατά των σωματικών απαιτήσεων και ερεθισμών. Όταν δείχνουμε αισθητά την προτίμηση, την αγάπη και την έφεσή μας προς το Θεό, αυτός «υπερεκπερισσού» ανταποδίδει εκατονταπλασίονα το μισθό. 

Ας βιαστούμε με όλη μας τη δυναμη, να ποθήσουμε το Θεό. Μη δειλιάσουμε στους σωματικούς κόπους, που συντελούν σ αυτήν τη διακονία. Τότε αισθητά προαγόμαστε υπεράνω των αισθητών και των φαινομένων, όσων συγκινούν και ενδιαφέρουν τον κόσμο. «Και διαθήσομαι υμίν βασιλείαν» (πρβλ. Λουκ. κβ, 29) εδώ, με την ενέργεια του Πνευματος, και στην αιωνιότητα, «ίνα εσθίητε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη βασιλεία μου» (Λουκ. κβ, 3θ). 

Ποιος είναι όμως ο κακός και επίβουλος παράγοντας, που συνήθως μας εμποδίζει απ αυτό το βραβείο; Κατά τους Πατέρες μας, τα αρχαία και πρώτιστα θεμέλια της περιεκτικής κακίας, τα όποία γενικά αντιστέκονται σε κάθε ευγενική απόφαση, είναι η ηδονή και οδύνη. Εάν αυτά τα αποφεύγουμε σε κάθε βήμα, απαλλασσόμαστε από κάθε εμπαθή πίεση, κάθε διαβολική κακουργία και από την αιχμαλωσία που προκαλούν. Εξαιτίας της ηδονής υποκύπτουμε στις παραβάσεις και εξαιτίας της οδύνης δεν θέλουμε να κοπιάσουμε στα έργα της μετάνοιας. Αν και περιγράφουμε τη λεπτομέρεια της κίνησης και δράσης των παθών, και όλων των «βαθέων του Σατανά» , σε μας δεν χρειάζεται, γιατί η ζωή και η διαγωγή μας στη μονή είναι τυποποιημένη σύμφωνα με την πατερική παράδοση. Εμείς είμαστε σαν τα σώματα που βρίσκονται σε καλούπια και δεν νοιάζονται ποιά μορφή να προτιμήσουν. Αρκεί να μην παραβιάζουμε τους όρους και τους λόγους των προγραμμάτων μας. Τι έχει να αναζητήσει ή να φοβηθεί ο αληθινός υποτακτικός και φιλόπονος διακονητής ή αυτός που εξομολογείται προσεκτικά τους λογισμούς του; Εκείνος που αρνείται το δικό του θέλημα και τη γνώμη και ένα μόνο τον ενδιαφέρει, η συνεχής επίκληση του Κυρίου μας, του οποίου η αγάπη τον αιχμαλώτισε και γι αυτόν βρίσκεται σ αυτήν τη ζωή, θα ασχολείται και θα νοιάζεται για κοσμικές βλακείες και άσκοπες γνώσεις και έρευνες, που με προσωπική θυσία αρνήθηκε; 

Μη σπαταλούμε, αδελφοί μου, με την αμέλεια τον πολύτιμο χρόνο μας, γιατί η ευαγγελική κραυγή «ιδού ο νυμφίος έρχεται» (Ματ. κε, 6) είναι πάντοτε επίκαιρη για τον καθένα μας. Γιατί τόση αδιαφορία, νυσταγμός και μάλλον αναισθησία στην πρόκληση του Κυρίου μας; «Ιδού έστηκα επί την θύραν» (Αποκ. γ, 2θ) του θελήματος και της προθυμίας και κρούω. Όποιος μου ανοίξει «εισελεύσομαι προς αυτόν και συνδειπνήσω μετ αυτού» (Αποκ. γ, 2θ). « Τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου» ; (Ψαλμ. ρς, 43). 

Δεν θα ενδιαφερθουμε, όπως κάνουν οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα στην κοινωνία, οι οποίοι για την επιτυχία και το πτυχίο τους και για να αρπάξουν αυτό που προγραμμάτισαν, πολλές φορές υποβάλλονται σε στερήσεις και της ζωής τους; Ο Κύριος συνεχώς μας αφυπνίζει. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και (μόνο) βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματ. ια, 12). Βλέπετε ότι σε είδος αρπαγής παροτρύνει ο πανάγαθος Κύριος; Δεν απέδειξε ο ίδιος σ όλη τη ζωή του την πλήρη αυταπάρνηση, την απόλυτη υποταγή και υπακοή; Δεν ανέχτηκε με προθυμία τις αδυναμίες του περιβάλλοντός του, που κι αυτοί που υποτίθεται ότι ανήκαν στην οικογένειά του τον αρνούνταν; Δεν ανέχτηκε μαρτυρικά την κακότητα και το μίσος των Ερινύων του Αδη, που θεωρούνταν λειτουργοί του θείου νόμου και ηγέτες του λαού; Δεν άφησε πάνω στο σταυρό τη φωνή «άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ, 34), για τους σταυρωτές του και αναχαίτισε την ορμή των στοιχείων της φύσης, που κινήθηκαν για να εκδικηθούν τους άαχάριστους;

Μη δυσανασχετείτε, πατέρες και αδελφοί, στη συνεχή υπόμνηση και στην επανάληψη που κάνουμε, γιατί αυτό επιβάλλει το δικό μας καθηκον, που μας οδηγεί στην ανάσταση. Εάν η μίμηση αρετής, ιδέας ή πράξης μας ωφελεί, πόσο θα μας ωφελήσει, διεγείρει και προθυμοποιήσει η ζωή και η διδασκαλία του σωτήρα μας, που είναι το καθολικό μας πρότυπο, αλλά και το κέντρο της αγάπης μας; Να μη χάνουμε το θάρρος μας, όσοι είμαστε βαρύτεροι στο χαρακτήρα, η όσοι αιχμαλωτίζονται ακόμη από τους λογισμούς παλιών απρόσεκτων πράξεων ή και αυτών των παθών. «Μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω» (Α Ιω. δ, 4) και αυτός μας χάρισε την εξουσία «του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, και ουδέν υμάς ου μη αδικήση» (Λουκ. ι, 19).

Να αποφεύγετε τα αίτια του μαρασμού και της χαύνωσης, γιατί η φύση μας είναι επιρρεπής στο κακό και από τις συνήθειες της προηγούμενής μας ζωής, αλλά και από τον πηλό της σωματικής μας φύσης, που μας πιέζει όπως ο νόμος της βαρύτητας, προς τα υλικά και την άνεση. Ο αντιστρατευόμενος νόμος και η «εγκειμένη επί τα πονηρά εκ νεότητός» (Γέν. η, 21) μας διάθεση, μας εμποδίζουν μόνιμα, εάν δεν είμαστε προσεκτικοί και αν δεν αποφεύγουμε, ότι μας προκαλεί, είτε πρόσωπα είτε πράγματα. Να πως ο Θεόσοφος Δαυΐδ σημειώνει την επιρροή: «Μετά οσίου όσιος έση και μετά ανδρός αθώου, αθώος έση και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση και μετά στρεβλού διαστρέψεις» (Ψαλμ. ιζ, 25). Και συνεχίζει, συμβουλεύοντας την ανάπλασή μας: «Εν τίνι κατορθώσει νεώτερος την οδόν αυτού; Εν τω φυλάξασθαι τους λόγους σου» (Ψαλμ. ριη, 9). 

Οι προέχοντες σε χρόνο και τάξη αδελφοί, να αποτελούν το παράδειγμα στους νεώτερούς και να πείθουν έμπρακτα, ότι ο Κύριός μας και το έργο του, που είμαστε εμείς ειδικά οι μοναχοί, «χθες και σήμερον και εις τους αιώνας» (Εβρ. ιγ, 8) μένει ο ίδιος. Οι υπεύθύνοι των υπηρεσιών και διακονιών να μην αμελούν, ώστε να μη γίνονται καταχρήσεις και ζημιές. Με ανεκτικότητα και πραότητα να κάνουν υποδείξεις και όχι με ταραχή. Οι λειτουργοί, διάκονοι και πρεσβύτεροι, να είναι οι οφθαλμοί της αδελφότητας και ειδικά να προσέχουν τους πολυπληθείς επισκέπτες, που οικοδομούνται από την ενάρετη και αγαθή συμπεριφορά. Πολλές φορές ακούσαμε επαινετικά λόγια για τη φιλοξενία της μονής και ειδικά για τη συμπεριφορά των αδελφών διακονητών. Ο έπαινος αυτός δεν ανήκει σε μας, αλλά στην ιερή παράδοση της πατερικής μας κληρονομιάς και αποτελεί δόξα της Εκκλησίας και στηριγμό του λαού μας. 

Όσοι βρισκόμαστε σε κάθε μονή, δεν είμαστε ιδιοκτήτες, γιατί δεν τις δημιουργήσαμε εμείς, αλλά η παράδοση και ο λαός μας. Είμαστε απλώς φύλακες και δάσκαλοι της μοναστικής μας παράδοσης και κληρονομιάς. Εάν ο Κύριος, μας χαρακτηρίζει «άλας της γης και φώς του κόσμου» (Ματ. ε, 13, 14) και ο Παύλος για τον εαυτό του λέγει «οικονομίαν πεπίστευμαι» και «ουαί μοι εστιν εάν μη ευαγγελίζωμαι» (Α Κορ. θ, 16, 17) πρέπει και μεις να είμαστε η αναμμένη λαμπάδα της πίστης και αλήθειας, που αδιάλειπτα να καίει και να φωτίζει, όσους αναζητούν το φώς.

Η ομόνοια, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η ανεκτικότητα και η συμπάθεια πρέπει να περισσεύουν προς παρηγοριά και στηριγμό του κόσμου που παραπαίει. Του κόσμου της αδικίας, της αδιαφορίας και προδοσίας, του οποίου σείονται τα θεμέλια της οικογενειακής ζωής, που είναι το κύτταρο της κοινωνίας. Πόσες φορές πρόβαλαν στην ευτέλειά μου το ερώτημα, με αγωνία: «Γέροντα, πως μπορείτε και ζείτε ειρηνικά τόσοι άνθρωποι και ξένοι στην καταγωγή, όχι αδελφοί ή συγγενείς, ενώ εμείς διαλυθήκαμε ως οικογένεια;». 

Βλέπετε πως προβάλλεται σιωπηρά η αρετή και ειδικά της αλληλεγγύης και αγάπης, που ο κόσμος τόσο χρειάζεται και ζητά; Όταν με φόβο και σπουδή εργαζόμαστε τη σωτηρία μας, μέσω του μοναστικού μας προγράμματος, γινόμαστε ταυτόχρονα και ιεραπόστολοι στο λαό μας, χωρίς να μετακινούμαστε έξω από τη μάντρα μας. 

«Ανω σχώμεν τας καρδίας», « τω πνεύματι ζέοντες τω Κυρίω δουλεύοντες» (Ρωμ. ιβ,11), όχι ως ανθρωπάρεσκοι η μισθωτοί, αλλ ως εργάτες τίμιοι του νοητου αμπελώνα και ιδού «όσον όσον ο Κύριος» έρχεται και θα αποδώσει στον καθένα κατά τον κόπο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......