Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

"Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, ένας μεγάλος ησυχαστής Πατέρας"


(Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου)

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794) υπήρξε μια μεγάλη μορφή του μοναχισμού που έζησε μερικά χρόνια στο Άγιον Όρος και εκφράσθηκε στις σλαβικές χώρες, και κυρίως στην Ουκρανία, την Μολδαβία και την Βλαχία, αλλά επεκτάθηκε σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, της Ρωσίας και σε άλλες περιοχές.

Πρόκειται για μια εκπληκτική προφητική φυσιογνωμία στον χώρο του μοναχισμού τον 18ο αιώνα που επανέφερε τον μοναχισμό των Βαλκανίων και της Ρωσίας στις πατερικές αρχαίες πηγές του, αφού ο μοναχισμός είχε αλλοιωθή από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν επί Μεγάλου Πέτρου, όταν εισέρρευσε στην Ρωσία το δυτικό, διαφωτιστικό και ρομαντικό πνεύμα της Δύσεως.


Από τις μελέτες μου εγνώριζα γενικά για την δράση και την διδασκαλία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, και κυρίως ότι έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο Άγιον Όρος, και ότι μετέφρασε στα ρωσοσλαβονικά κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που κάνουν λόγο για την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, για την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την θέωση, δηλαδή κείμενα που απαρτίζουν την γνωστή «Φιλοκαλία». Δεν αρκέσθηκε, όμως, στο να ανακαλύψη και να μεταφράση αυτά τα σημαντικά κείμενα, αλλά έκανε και πρακτική εφαρμογή τους, με αποτέλεσμα να προσελκύση πολλούς μοναχούς που επιθυμούσαν να ζήσουν αυτήν την ησυχαστική παράδοση και στους οποίους και την δίδαξε γενόμενος πνευματικός τους διδάσκαλος στην ησυχαστική ζωή.

Ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, που δίδαξε για χρόνια την ιστορία των Σλαβικών και λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την ησυχαστική παράδοση στα Βαλκάνια και την Ρωσία, αφού η διδακτορική του διατριβή είχε ως θέμα Επιδράσεις του ησυχασμού εις την εκκλησιαστικήν πολιτικήν εν Ρωσία, και ακόμη ασχολήθηκε με τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι, αφού η διατριβή του επί υφηγεσία είχε τίτλο "Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι και η ασκητικοφιλολογική Σχολή του". Αυτές και άλλες μελέτες του απεκάλυψαν την ζωή και το έργο του μεγάλου αυτού Ουκρανού ασκητού.

Τελευταία (2009) όμως, ο ίδιος Καθηγητής κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο "Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι", έκδοση του Uniνersity Studio Press. Το βιβλίο αυτό είχε ήδη δημοσιευθή σε άλλες γλώσσες, με την αυτοβιογραφία και την βιογραφία του μεγάλου αυτού Ουκρανού ησυχαστού μοναχού και με την έκδοση αυτή μεταφράσθηκε και στην ελληνική γλώσσα.

Συγκεκριμένα το βιβλίο αυτό, το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό, διαιρείται σε τρία κεφάλαια. Στο πρώτο παρατίθεται η αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι που τελειώνει μέχρι την εποχή εκείνη που μετέβη στο Άγιον Όρος. Στο δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνεται η βιογραφία του οσίου Παϊσίου που γράφηκε από τον μαθητή του ιερομόναχο Μητροφάνη, από το σημείο εκείνο που διακόπτεται η αυτοβιογραφία μέχρι την κοίμηση του μεγάλου αυτού ησυχαστού Πατρός. Και στο τρίτο κεφάλαιο δημοσιεύεται η αφήγηση του ιδίου του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι στον ηγούμενο Θεοδόσιο του ερημητηρίου του Αγίου Σωφρονίου στην Ρωσία για την ανακάλυψη στο Άγιον Όρος των συγγραμμάτων των νηπτικών Πατέρων και την μετάφρασή τους στην ρωσοσλαβονική γλώσσα.

Στην εισαγωγή, που προηγείται του όλου έργου, ο Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, με επιστημονική ακρίβεια και ιδιαίτερη γνώση, κάνει εύστοχες παρατηρήσεις πάνω στα κείμενα που ακολουθούν, και κυρίως στην αυτοβιογραφία του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι την οποία ανακάλυψε στην Ιερά Μονή Σέκου η αείμνηστη Βαλεντίνα Πελίν και μετέφρασε ο Καθηγητής. Επίσης, σημαντικές παρατηρήσεις, που διευκολύνουν τον αναγνώστη, καταγράφονται στις υποσημειώσεις που παρατίθενται στα κείμενα. Η καταγραφή της βιβλιογραφίας στο τέλος του βιβλίου δείχνει την μεγάλη προσφορά του οσίου Παϊσίου.

Πρόκειται για ένα έργο πολύ σημαντικό και πρέπει να διαβασθή από όλους όσοι ενδιαφέρονται για τα θέματα αυτά, γιατί συνδέεται με την αναγέννηση του μοναχισμού στην Μολδαβία, την Ρουμανία, την Ρωσία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Είναι δε γνωστόν ότι η μετάφραση των σημαντικών αυτών νηπτικών κειμένων στην ρωσοσλαβωνική γλώσσα, που έγινε από τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι και από εκεί στην Βλαχική-Ρουμανική γλώσσα, βοήθησε πολλούς μοναχούς που έζησαν αυτήν την ησυχαστική παράδοση, μάλιστα δε αυτήν την Φιλοκαλία είχε υπ’ όψη του ο προσκυνητής στο περίφημο βιβλίο Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού.

Στην συνέχεια θα εντοπισθούν πέντε σημεία από την ζωή του μεγάλου αυτού Ουκρανού νηπτικού και ησυχαστού αγίου της Εκκλησίας.


1. Η πορεία του προς τον μοναχισμό
Το βαπτιστικό όνομά του ήταν Πέτρος και γεννήθηκε στην Πολτάβα της Ουκρανίας, της Μικράς Ρωσίας, όπως λεγόταν η Ουκρανία, το έτος 1722. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία 4 ετών. Στην ηλικία των δέκα χρόνων διάβαζε την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, το βιβλίο Μαργαρίτης του ιερού Χρυσοστόμου, τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο, τον αββά Δωρόθεο και άλλα βιβλία. Με την ανάγνωση αυτή γεννήθηκε μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό.

Όταν σπούδαζε στο Κίεβο έδειχνε περισσότερο ζήλο για τα πνευματικά ζητήματα, παρά για τα σχολαστικά μαθήματα που διδάσκονταν τότε στην Εκκλησιαστική Σχολή. Ο ίδιος περιγράφει έναν χαρακτηριστικό διάλογο με τον Σχολάρχη του που δείχνει τον πρώϊμο ζήλο του για την πατερική ησυχαστική Παράδοση. Επισκεπτόταν την σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου και εμπνεόμενος από την μοναχική ζωή και από την άσκηση των μοναχών αναπτυσσόταν μέσα του η αγάπη για τον μοναχισμό και μάλιστα για την ερημική ζωή, με την πλήρη ξενιτεία.

Διαβάζοντας κανείς την αφήγησή του παρατηρεί τον μεγάλο ζήλο του για τον ησυχαστικό μοναχισμό που αναπτύχθηκε στην εφηβική του ηλικία. Υπάρχουν μερικές φράσεις που ο ίδιος χρησιμοποιεί στην αυτοβιογραφία του και δείχνουν την αγάπη του για τον μοναχισμό και μάλιστα τον ησυχαστικό μοναχισμό που κυρίευσε την ψυχή του. Διηγείται ο ίδιος:

«Η αγάπη για τον μοναχισμό υπερίσχυε στην ψυχή μου, και δεν με έσπρωχνε πια στο να φοιτώ στα μαθήματα, παρά με εξωθούσε στο να απαρνηθώ τον κόσμο και όσο το δυνατό γρηγορότερα να γίνω μοναχός». «Ερχόμουν τα βράδια, και μη γνωρίζοντας εκεί κανέναν καθώς ήμουν ξένος, περνούσα τη νύχτα είτε κάπου στην πλησιέστερη σπηλιά κοντά στην εκκλησία, είτε στο μεγάλο μοναστήρι κοντά στο μεγάλο καμπαναριό, όπου έμενα ώσπου να σημάνει για τον Κανόνα». «Μακάριζα την τρισμακάριστη ησυχία». «Τόσο έκαιγε στην ψυχή μου η επιθυμία για ένα πράγμα που ήταν ακατόρθωτο, ώστε, αν ήταν δυνατόν, δεν θα ήθελα με κανέναν τρόπο να φύγω από εκείνα τα ιερά σπήλαια, παρά, παραμένοντας εκεί, να τελειώσω μέσα σ’ αυτά τη ζωή μου. Βλέποντας όμως ότι αυτό ήταν αδύνατο, έφευγα από τα ιερά εκείνα σπήλαια με θλίψη και στεναγμό».

Με συμμαθητές του στην Σχολή που είχαν τον ίδιο πόθο υποσχέθηκαν: «Να ξενιτευθούμε από την πατρίδα μας σε κάποιον έρημο και ήσυχο τόπο, και αφού βρούμε για τις ψυχές μας κάποιον έμπειρο οδηγό, να παραδοθούμε στην υπακοή του και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή να λάβουμε από αυτόν τη μοναχική κουρά». Αποφάσισαν να ζήσουν «έως την τελευταία μας (τους) πνοή μέσα στη μοναχική πτωχεία», «μέσα στην κακοπάθεια».

Αναζητούσε ασκητές, ερημίτες Πατέρες και ωφελείτο από την παρουσία τους και τα λόγια τους. «Εγώ, στέκοντας εκεί κοντά, άκουα ψυχωφελείς λόγους και μου φαινόταν ότι ήταν ρήματα ζωής αιωνίου».

Για την ικανοποίηση του μεγάλου του πόθου να μονάση μέσα σε ξενιτεία, ησυχία και κακοπάθεια εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Κίεβο, καθώς επίσης αποχωρίσθηκε την μητέρα του, μέσα σε μια συγκινητικότατη και συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα. Είναι εκπληκτικός αφ' ενός μεν ο ζήλος του για την μοναχική ζωή, αφ' ετέρου δε η ισχυρή του θέληση για την εκπλήρωση του πόθου του.

Εκπλήσσεται κανείς διαβάζοντας τις ταλαιπωρίες του για την αναζήτηση ενός κατάλληλου τόπου, την επίσκεψή του σε διάφορα μοναστικά κέντρα και την συνάντησή του με ερημίτες στους οποίους ήθελε να κάνη υπακοή για την σωτηρία του, χαρακτηριστική δε περίπτωση είναι ο ερημίτης Ησύχιος. Πέρασε ποτάμια, δάση, σύνορα, με πολλές δυσκολίες, με αφάνταστες και απερίγραπτες ταλαιπωρίες.

Όταν κατατάγηκε σ’ ένα Μοναστήρι, ως δόκιμος μοναχός, ο Ηγούμενος του πρότεινε να φορέση, αν θέλη, μερικά ρούχα μοναστηριακά. Διηγείται ο ίδιος: «Εγώ του έβαλα μετάνοια και παίρνοντας την ευλογία του πήγα στο κελλί μου, έβγαλα τα κοσμικά μου ρούχα και με τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά που μου έδωσε ο ηγούμενος, που τα φίλησα πολλές φορές σαν να ήταν κάτι το ιερό. Και τα φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, και ευχαριστούσα τον Θεό, που αντί για τα κοσμικά ρούχα που φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά που έπρεπε, τα μοναστηριακά».

Στην αναζήτηση κατάλληλου τόπου έφθασε στην Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου που βρίσκεται στον ποταμό Τιασμίνα και ονομάζεται Μεντβέντοβσκι, όπου και έλαβε το μικρό μοναχικό σχήμα και ονομάσθηκε Πλάτων. Ο διωγμός, όμως, που ξέσπασε εναντίον της Μονής, αφού οι αξιωματούχοι της περιοχής τους πίεζαν να προσχωρήσουν στην Ουνία, τον εξανάγκασε να επιστρέψη στην Σπηλαιώτικη Λαύρα του Κιέβου.

Ευρισκόμενος εκεί ωφελήθηκε ψυχικά από την παρουσία μεγάλων ασκητών Πατέρων, που διακρίνονταν για την άσκησή τους και τις αρετές τους. Ο ίδιος δηγείται για κάποιον μοναχό: «Και από μόνη τη θέα του η ταλαίπωρη ψυχή μου δεχόταν ωφέλεια». Αναφερόμενος σε μεγάλους ασκητές διηγείται: «Αυτά βλέποντας και σκεπτόμενος φλέχθηκα ολόκληρος από αγάπη για τον άγιο αυτόν τόπο και απ' όλη την ψυχή μου ευχαρίστησα τον Θεό, γιατί με αξίωσε και εμένα τον ανάξιο να βρεθώ σε τέτοια άγια Λαύρα».

Οι ασκητές, όμως, αυτοί δεν δέχονταν συνήθως να καθοδηγήσουν άλλους, ενώ εκείνος αναζητούσε πνευματικό καθοδηγό για την πνευματική του ζωή. Γι’ αυτό αναζήτησε αυτόν τον πνευματικό καθοδηγό στην Μολδαβία, περνώντας διάφορα μέρη μέσα στο χιόνι που έφθανε μέχρι το γόνατο, αντιμετωπίζοντας απροσδόκητες δυσκολίες όταν περνούσε τα σύνορα με άλλους συνοδοιπόρους του. Στην πορεία του αυτή συνάντησε πολλούς καλούς ασκητές που ζούσαν με βαθειά και μεγάλη άσκηση. Γράφει κάπου: «Μαζεύονταν οι αδελφοί με τον γέροντα στον ίδιο τόπο και συζητούσαν έως τα μεσάνυχτα. Μαζί μ’ αυτούς καθόμουν και εγώ ο έσχατος και, ακούοντας προσεκτικά τα λεγόμενα, χαιρόμουν χαρά ανείπωτη και δόξαζα τον Θεό με δάκρυα, διότι με αξίωσε στη νεότητά μου να ακούσω από το στόμα τέτοιου πνευματικού ανθρώπου παρόμοια λόγια γεμάτα από πολλή ωφέλεια, που για όλη μου τη ζωή μου ήταν οδηγός».

Στην σκήτη Κίρνουλ συνάντησε ασκητές, ερημίτες πατέρες που ζούσαν την ησυχαστική παράδοση. Εκεί διδάχθηκε ο όσιος Παΐσιος «τι είναι εργασία και θεωρία και αληθινή νοερά ησυχία. Εκεί, όχι μόνο έμαθε την νήψη και προσοχή που τελείται στην καρδιά δια του νοός και τη νοερά προσευχή, αλλά και απήλαυσε στην καρδιά τη θεία ενέργεια που κινείται από αυτήν».

Η θεία, όμως, Πρόνοια ήθελε τον όσιο Παΐσιο στο Άγιον Όρος «ώστε να επαυξήσει τον θησαυρό και να δώσει αφθόνως σε όλους που ζητούν από αυτόν ωφέλεια από την πνευματική διδασκαλία». Αναζητούσε εκεί «κάποιον πεπειραμένο πνευματικό πατέρα, που θα ζούσε στην ησυχία, για να παραδοθεί στην υπακοή του με το σώμα και την ψυχή, και για να μάθει από αυτόν τον τρόπο της πνευματικής ζωής».

Έφθασε στην Μεγίστη Λαύρα, εόρτασε με τους Πατέρες την πανήγυρη του οσίου Αθανασίου και από εκεί πήγε στην Σκήτη της Μονής Παντοκράτορος. Εγκαταστάθηκε σε μια καλύβη και αναζητούσε τον κατάλληλο πνευματικό οδηγό. Ζούσε με μεγάλη άσκηση, μετάνοιες, εγκράτεια, απόλυτη ακτημοσύνη, πτωχεία, σκληραγωγία, ακόμη και στο κρεβάτι, συντριβή της καρδιάς, αδιάλειπτη προσευχή, αγάπη στον Θεό και τον πλησίον, μνήμη θανάτου, ψαλμωδία, ανάγνωση των Αγίων Γραφών, αλλά και συνεχή δάκρυα, γιατί δεν βρήκε ησυχαστή Πνευματικό Πατέρα για να του κάνη υπακοή. Με τον τρόπο αυτής της ασκήσεως «ανερχόταν από μια δύναμη πνευματική σε άλλη, πραγματοποιώντας στην καρδιά του ανάβαση. Φλεγόμενος έτσι από θείο ζήλο για μεγάλους άθλους, απόλαυσε την ησυχία επί δυόμισι χρόνια».

Την εποχή αυτή έλαβε το μέγα αγγελικό σχήμα περί το έτος 1750. Ήταν τότε σε ηλικία 28 ετών και μετονομάσθηκε από Πλάτων σε Παΐσιο. Και αφού δεν είχε κατάλληλο πνευματικό οδηγό, ακολουθούσε την διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που διάβαζε στα συγγράμματά τους.

Έτσι, ο ζήλος του για την μοναχική ζωή, που αναπτύχθηκε από την μικρή του ηλικία, ικανοποιήθηκε με την δωρεά του μεγάλου μοναχικού σχήματος, και την αγάπη του για την ιερά ησυχία και την μοναχική ζωή.


2. Η αναζήτηση των συγγραμμάτων των ησυχαστών Πατέρων και η μετάφρασή τους
Ο όσιος Παΐσιος, με την φώτιση του Θεού, κατάλαβε την μεγάλη αξία της Αγίας Γραφής και των νηπτικών και ησυχαστικών συγγραμμάτων των αγίων Πατέρων τα οποία μελετούσε από μικρό παιδί και διαβάζοντας αυτά τα κείμενα αυξανόταν ο ζήλος του για να αποκτήση την κοινωνία του με τον Θεό.

Ήδη ως δόκιμος μοναχός στην Μονή του Λιούμπετς κάποιος μοναχός του έδωσε να διαβάση το βιβλίο Κλίμαξ του Ιωάννου του Σιναΐτου, πράγμα που τον γέμισε μεγάλη χαρά. Για να μπορέση να το έχη πάντα μαζί του το αντέγραφε όλη την νύκτα, χρησιμοποιώντας έναν δαυλό, που γέμιζε το κελλί του με καπνό.

Ο ίδιος ο όσιος Παΐσιος διηγείται ότι απέκτησε αυτήν την αγάπη στα Πατερικά βιβλία, γιατί λόγω ελλείψεως κατάλληλου πνευματικού οδηγού ήθελε και για τον εαυτό του, αλλά και για τους μοναχούς που με την πάροδο του χρόνου ανελάμβανε, να μην αποκλίνη «από το ορθό φρόνημα της Αγίας Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας». Έτσι, άρχισε να αποκτά διάφορα Πατερικά βιβλία στην «σλαβική» γλώσσα, «τα οποία διδάσκουν περί υπακοής και προσοχής, νήψεως και προσευχής», περιορίζοντας την τροφή και υπομένοντας την φτώχια. Διαβάζοντας τα ήδη μεταφρασμένα βιβλία στην σλαβονική γλώσσα διαπίστωσε ότι υπήρχαν σοβαρά λάθη και γι’ αυτό δεν μπορούσε να βγάλη καθαρό νόημα. Στην αρχή προσπάθησε να τα διορθώση, χρησιμοποιώντας άλλα σλαβικά μεταφρασμένα βιβλία, αλλά και αυτό το έργο το βρήκε πολύ δύσκολο και ακατόρθωτο.

Όταν, όμως, ύστερα από την «πολυετή παραμονή» του στον Άγιον Όρος «έμαθε σε κάποιο βαθμό την ελληνική γλώσσα», αναζητούσε να βρη τα νηπτικά βιβλία γραμμένα στο πρωτότυπο, ώστε από αυτά να διορθώση τα σλαβονικά βιβλία. Διαπίστωσε ότι και αυτό το έργο ήταν δύσκολο και αδύνατο. Επισκεπτόταν τις Σκήτες του Αγίου Όρους, όπως της Αγίας Άννης, του Αγίου Δημητρίου της Μονής Βατοπεδίου, τις Σκήτες και τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, αλλά και τους πεπειραμένους Γέροντες για να βρη βιβλία που αναφέρονται στην ησυχαστική και νηπτική ζωή, όπως του αγίου Φιλοθέου του Σιναΐτου, του Ησυχίου του Πρεσβυτέρου, αλλά κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξή τους. Αυτό τον στενοχωρούσε υπερβολικά.

Αφηγείται την μεγάλη χαρά που δοκίμασε, όταν σε μια οδοιπορία του από την Μονή της Μεγίστης Λαύρας προς την Σκήτη της Αγίας Άννης, πέρασε από την Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και συνάντησε έναν μοναχό που αντέγραφε τα βιβλία του οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού, του Αντωνίου του Μεγάλου, του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, του αγίου Φιλοθέου, του αγίου Ησυχίου, του αγίου Διαδόχου, του αγίου Θαλασσίου, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, του αγίου Νικηφόρου του Μοναχού, το βιβλίο του αγίου Ησαΐα κλπ. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις και έξοδα απέκτησε πολλά τέτοια νηπτικά κείμενα, και επανήλθε στην Μολδαβία για να οικονομήση την μεγάλη Αδελφότητα, που εν τω μεταξύ είχε δημιουργηθή, οπότε και επιδόθηκε στην μετάφραση των νηπτικών αυτών κειμένων.

Στην αρχή προσπάθησε να διορθώση τα ήδη μεταφρασμένα κείμενα στην σλαβονική γλώσσα, χρησιμοποιώντας τα πρωτότυπα ελληνικά κείμενα. Επειδή και το έργο αυτό ήταν δύσκολο, διότι δεν είχαν μεταφρασθή καλά, άρχισε να τα μεταφράζη από την αρχή. Ο όσιος Παΐσιος μετέφραζε τα κείμενα από την ελληνική στην Ρωσοσλαβονική γλώσσα, αυτή που είχε επικρατήσει τον 17ο αιώνα στα βιβλία που είχαν εκδοθή στην Ρωσία.

Ο ίδιος ομολογεί: «Το έργο αυτό ήταν υπεράνω των δυνάμεών μου». Ο βιογράφος και μαθητής του Μητροφάνης λέγει ότι ο όσιος Παΐσιος μετέφρασε από την «ελληνογραικική» γλώσσα στην δική μας την «σλαβονική» και από αυτήν οι «βλαχόφωνοι αδελφοί μετέφραζαν στη γλώσσα τους». Όλη την ημέρα ησχολείτο με τα ζητήματα που απασχολούσαν την Μονή και την νύκτα μετέφραζε «υπερβάλλοντας σε εργασία τα όρια της φύσης», ακόμη και ενώ πονούσε όλο το σώμα του, και «ήταν ανάπηρος, υποφέροντας πολύ από πληγές».

Ο βιογράφος του μας δίνει και την πληροφορία πως έγραφε την νύχτα ο όσιος Παΐσιος: «Στο κρεβάτι που αναπαυόταν ήταν περιτριγυρισμένος από βιβλία: πόσα λεξικά, Βίβλος ελληνική, βίβλος σλαβονική, Γραμματική ελληνική και σλαβονική, το βιβλίο που μετέφραζε, στη μέση δε ένα αναμμένο κερί. Καθισμένος σαν ένα μικρό παιδί και σκύβοντας, είτε ξαπλωμένος, έγραφε όλη τη νύχτα, ξεχνώντας και αρρώστια και κόπο, μη μπορώντας να δώσει απάντηση ούτε και να ακούσει αν του μιλούσαν η συνέβαινε κάτι έξω από το κελλί του».

Έκανε τις μεταφράσεις των νηπτικών αυτών βιβλίων, αυτών που είναι εντεταγμένα μέσα στο βιβλίο Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών με πολύ ζήλο, γιατί αφ' ενός μεν σε αυτά βρήκε την σοφία των Πατέρων και τον τρόπο με τον οποίο κανείς μπορεί να φθάση στην ένωση και την κοινωνία με τον Θεό, αφ' ετέρου δε για να τα δώση στους υποτακτικούς του προκειμένου να γίνουν τροφή σε αυτούς που θέλουν να μυηθούν στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων.

Έτσι, ο όσιος Παΐσιος συνετέλεσε όσον ολίγοι στην ανανέωση του ησυχαστικού μοναχισμού στην Ουκρανία, την Μολδαβία, την Βλαχία (Ρουμανία), την Ρωσία και σε άλλες χώρες.


3. Πνευματικός καθοδηγός εκατοντάδων και χιλιάδων μοναχών
Επειδή ο όσιος Παΐσιος αισθάνθηκε στην καρδιά του την γλυκύτητα της νοεράς ησυχίας και της προσευχής, γι’ αυτό και χωρίς να το επιδιώξη προσήλκυσε κοντά του πολλούς ανθρώπους και μοναχούς που αναζητούσαν αυτόν τον τρόπο της πνευματικής ζωής.

Στο Άγιον Όρος έζησε δέκα οκτώ χρόνια (1746-1763). Στην αρχή παρέμενε σ’ ένα μικρό καλύβι πλησίον της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος. «Φλεγόμενος από θείο ζήλο για μεγάλους άθλους, απόλαυσε την ησυχία επί δυόμισι χρόνια». Σιγά-σιγά άρχιζαν να έρχωνται κοντά του διάφοροι μοναχοί, οπότε αναγκάσθηκαν να αγοράσουν και άλλη καλύβη πιο ψηλά από την δική τους και στην συνέχεια αγόρασαν το κελλί του Αγίου Κωνσταντίνου. Η συνοδεία αποτελείτο από ρουμανόφωνους και σλαβόφωνους αδελφούς. Τον καιρό εκείνο προς χάρη της αδελφότητας πιέσθηκε και από σεβάσμιους Πνευματικούς Πατέρες να δεχθή την ιερωσύνη για να εξυπηρετήση την αδελφότητα.

Όταν είχαν συναχθή εκεί, κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση, «είκοσι αδελφοί», μετακόμισαν στην Σκήτη του Προφήτου Ηλία. Οι ακολουθίες γίνονταν σε δύο γλώσσες, την Σλαβονική και την Ρουμανική, ως εργόχειρο είχαν το να κατασκευάζουν κουτάλια, τα οποία πωλούσαν, ώστε και αυτοί να έχουν τα απαραίτητα, αλλά και να φιλοξενούν αδελφούς. Γράφει ο Μητροφάνης: «Εργαζόταν δε ο πατέρας μας στο εργόχειρο, κάνοντας διπλά από τους αδελφούς, την νύκτα δε αντέγραφε βιβλία. Όλη του η ζωή περνούσε σε νυκτερινή αγρυπνία, μη μπορώντας να κοιμηθεί περισσότερο από τρεις ώρες». Η φήμη του είχε εξαπλωθή σε όλο το Άγιον Όρος και πολλοί έρχονταν για να εξομολογηθούν, ακόμη και ο Πατριάρχης Σεραφείμ, που τότε διέμενε στην Μονή Παντοκράτορος.

Για ένα μικρό διάστημα με μερικούς μοναχούς μετέβη στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, αλλά επειδή το Μοναστήρι ήταν χρεωμένο γι’ αυτό δεν μπορούσε να μείνη περισσότερο εκεί. Πάντως, με τον τρόπο της ζωής του «φώτισε ολόκληρο το Άγιον Όρος» και «όλοι οι Αγιορείτες εθαύμασαν τη λάμψη αυτού του φωτός».

Όταν, όμως, «έγινε πολυάριθμη η αδελφότητα στον προφήτη Ηλία και δεν χωρούσε πια, τότε ο Θεός τον πήρε από εκεί και τον έφερε σ’ αυτή την ορθόδοξη χώρα, τη Μολδαβία». Τον ακολούθησαν εξήντα έξι μοναχοί.

Ο όσιος Παΐσιος με τους μοναχούς του εγκαταστάθηκε στην Μονή Ντραγκομίρνα και υποβλήθηκαν σε πολλούς κόπους για να την ανασυγκροτήσουν και στην οποία έβαλε την αγιορείτικη τάξη. Είχε ρυθμίσει το τυπικό του Κοινοβίου βάσει των τυπικών και των συγγραφών του Μ. Βασιλείου. «Στα κοινά διακονήματα έπρεπε να τηρείται η σιωπή και η ευχή στο στόμα». «Στα κελλιά έπρεπε να γίνεται ανάγνωση των έργων των θεοφόρων Πατέρων μας, και η νοερά προσευχή δια του νοός στην καρδιά να τελείται εντέχνως και ακριβώς, όπως και η αναπνοή να κρατιέται με φόβο Θεού, διότι αυτό είναι πηγή αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον, όπως και πηγή όλων των αρετών». Κάθε βράδυ γινόταν εξομολόγηση λογισμών, γιατί «αυτό αποτελεί το θεμέλιο της σωτηρίας, της ειρήνης, της ησυχίας και της αγάπης». Στην Μονή αυτή ησκούντο πάνω από διακόσιοι μοναχοί.

Τους παιδαγωγούσε ως πατέρας και ως διδάσκαλος της νοεράς προσευχής. Τους δίδασκε ανελλιπώς, κατά τις νηστείες, αλλά και άλλες ημέρες. «Καθημερινώς, εκτός Κυριακής και εορτών, συνάγονταν οι αδελφοί το βράδυ στην τράπεζα, άναβαν τα κεριά, και ερχόταν ο μακαριστός πατέρας μας, καθόταν στη συνηθισμένη θέση του, άνοιγε ένα πατερικό βιβλίο, είτε του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου το Νηστευτικόν, είτε του Ιωάννου της Κλίμακος, είτε του αγίου Δωροθέου, η του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου». Στην συνέχεια ερμήνευε τα χωρία που διάβαζε μέσα από την δική του πνευματική πείρα.

Στην Ιερά Μονή Ντραγκομίρνα παρέμειναν δώδεκα χρόνια (1763-1775), όπου και λόγω του επισυμβάντος Ρωσοτουρκικού πολέμου, εξυπηρέτησαν και διακόνησαν μεγάλο πλήθος ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν στο Μοναστήρι. Στο τυπικό της Μονής που εκπόνησε ο όσιος Παΐσιος το 1763 «προέβλεπε ότι ο ηγούμενος της μονής έπρεπε να γνωρίζει τρεις γλώσσες, την ελληνική, τη σλαβική και τη ρουμανική».

Όμως, όταν εγκαταστάθηκαν στο Μοναστήρι οι Γερμανοί (οι Αυστριακοί) και ο όσιος κατάλαβε ότι δεν μπορούσε «να ζήσει κάτω από τους παπικούς» μετακινήθηκαν με μεγάλη θλίψη και πόνο σε άλλη Μονή σταδιακά, δηλαδή στην Μονή του Σέκου.

Ο Μητροφάνης γράφει για την μετακίνηση της αδελφότητος από την Μονή της Ντραγκομίρνα: «Διωχθήκαμε από τους Γερμανούς και μόνοι μας απομακρυνθήκαμε από το μοναστήρι της Ντραγκομίρνα, για να μην πάθουμε τίποτε στην ορθόδοξη πίστη μας από τους αρχιαιρετικούς και τις κοσμικές τους αρχές, όπως πραγματικά υπέφεραν από τους αιρετικούς τα μοναστήρια και οι κοσμικές και οι πνευματικές αρχές που έμειναν εκεί». Και αναλογιζόμενος την ζωή που έζησαν σε αυτό το Μοναστήρι γράφει: «Ω Ντραγκομίρνα, Ντραγκομίρνα, γλυκύτητα και παρηγοριά των ψυχών μας, θυμάμαι τη ζωή μας σε σένα. Καλύτερα, όμως να σιωπήσω για να μην γεμίσουν πίκρα οι καρδιές μας που σε έχασαν… Εσύ ήσουν για εμάς σαν παράδεισος ηδύτητας, εσύ ήσουν για εμάς σαν κήπος που γρήγορα ριζώνει κοντά σε νερά και τα άνθη του αναδίδουν διάφορες ευωδίες και καρπούς».

Έτσι, από την Ντραγκομίρνα μετακινήθηκαν το 1775 στην Μονή του Σέκου, όπου κουράσθηκαν υπερβολικά για να κατασκευάσουν κελλιά ώστε να εγκατασταθή όλη η αδελφότητα. Το μέρος ήταν ήσυχο και ερημικό. Η κατάσταση της αδελφότητας, μετά από πολλούς αγώνες τριών ετών, έφθασε στο επίπεδο της προηγούμενης Μονής και αυτό χαροποιούσε τον όσιο Παΐσιο και δόξαζε τον Θεό. Αλλά ο Πρίγκιπας Κωνσταντίνος Μουρούζης προέτρεψε και πίεσε τον όσιο Παΐσιο να εγκατασταθή στην Μονή Νεάμτς. Ο όσιος δεν επιθυμούσε μια τέτοια μετακίνηση ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες, αλλά τελικά υπέκυψε από υπακοή στην επιθυμία του Πρίγκιπα.

Το έτος 1779 ένα τμήμα της αδελφότητος μετακινήθηκε στην Ιερά Μονή Νεάμτς. Νέοι αγώνες τον περίμεναν εκεί για την ανασυγκρότηση της Ιεράς Μονής, πράγμα που δυσκόλευσε και στενοχώρησε τον όσιο Παΐσιο.

Στην Μονή αυτή ο όσιος Παΐσιος κατασκεύασε Νοσοκομείο και Ξενώνα για τους γέροντες, τους χωλούς και τυφλούς που έρχονταν και τον παρακαλούσαν να τους δεχθή και να τους ελεήση. Εδώ ο αριθμός των μοναχών, μαζί με αυτούς που ήταν στις Σκήτες, έφθασε στους τριακόσιους. Πάντως, προς το τέλος της ζωής του οσίου Παϊσίου στην Μονή Νεάμτς είχαν συγκεντρωθή κοντά του περίπου 700 μοναχοί. Στην βιογραφία του οσίου Νικοδήμου του αγιορείτου, όπως θα δούμε πιο κάτω, γράφεται ότι οι μοναχοί που ήταν κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του οσίου Παϊσίου υπερέβαιναν τον αριθμό των χιλίων. Πληροφορίες αναφέρουν ότι στην Μονή Νεάμτς «ζούσαν μοναχοί δέκα συνολικώς εθνοτήτων, δηλαδή Μολδαβοί, Σέρβοι, Βούλγαροι, Ούγγροι, Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι, Τούρκοι, Ρώσοι και Ουκρανοί». Στην Μονή αυτή κοιμήθηκε ο Όσιος το 1794.

Ο όσιος Παΐσιος βρήκε τον δρόμο του ησυχασμού και της νοεράς προσευχής, οπότε η καρδιά του γέμισε από την Χάρη του Θεού, και στην συνέχεια ξεχύλισε αυτή η ζωή στην διδασκαλία προς τους μοναχούς που έτρεχαν από παντού για να ακούσουν την θεία σοφία που έβγαινε από το στόμα του, κυρίως, όμως από την καρδιά του.


4. Η βίωση του ησυχαστικού μοναχισμού.
Η ανάγνωση και η μετάφραση των νηπτικών ησυχαστικών βιβλίων ανταποκρινόταν στην αναζήτηση του οσίου Παϊσίου από την μικρή του ηλικία, αλλά συγχρόνως, άναβε ακόμη περισσότερο τον πόθο του για την ησυχαστική- νηπτική ζωή.

Ο βιογράφος και μαθητής του Ιερομόναχος Μητροφάνης στο κείμενό του παρουσιάζει την πνευματικότητα του οσίου Παϊσίου. Θα παραθέσω μερικές ενδεικτικές φράσεις του που δείχνουν αυτήν την πραγματικότητα.

Από την νεότητά του ο όσιος Παΐσιος «υπήρξε σκεύος εκλογής του Θεού και τέλειος τηρητής των εντολών του. Γι’ αυτό και ο λόγος του υπήρξε δυνατός και τέλειος, πλήρης Χάριτος, διεισδυτικός μέσα στην ψυχή, τέτοιος που να ξεχωρίζει το κακό από το αγαθό, το οποίο ξεριζώνει τα πάθη και καλλιεργεί τις αρετές στις ψυχές αυτών που με πίστη ακούουν». «Η χάρη του παναγίου Πνεύματος κατοίκησε μέσα του από την κοιλιά ακόμη της μητέρας του» και αυτή η Χάρη αυξήθηκε αργότερα με την τήρηση των εντολών του Θεού.

Από μικρό παιδί ήταν σοφός. «Μολονότι δε ήταν μικρό παιδί στην ηλικία, ήταν γέρος στον νου και τη σοφία. Υποτάσσοντας την οργή και την επιθυμία στη λογική, αποξένωσε τις αισθήσεις του από όλα τα ωραία και ηδονικά του κόσμου τούτου και τα θεωρούσε όλα σαν σήψη». «Κλείστηκε στο σπίτι του και ζούσε στην ησυχία, ωσάν να ήταν στην έρημο του Σινά». Τον έφλεξε από την μικρή του ηλικία «ζήλος ανείπωτος» να αγαπήση τον Κύριο και να εγκαταλείψη όλα τα του κόσμου «ακόμη και τη μητέρα του».

Ο όσιος Παΐσιος αγάπησε την νοερά ησυχία και την νηπτική παράδοση της Εκκλησίας και επιδόθηκε με ζήλο στην απόκτηση αυτής της μεθόδου, δια της οποίας ο άνθρωπος αποκτά την ενότητά του με τον Θεό.

Τα φυσικά χαρίσματα που είχε, αλλά και οι καρποί της ησυχίας και της προσευχής ήταν ευδιάκριτα. «Την οξύνοια και τη μνήμη του, που τη στερέωσε η Χάρη, κανείς δεν μπορεί να την περιγράψει. Ήταν ταχύς στην κατανόηση των υψηλοτέρων δογματικών θεμάτων και, αν τα διάβαζε μία φορά, τα αποθησαύριζε στη μνήμη του για πάντα». «Πράγματι ο θαυμαστός αυτός άνδρας, ο μακαριστός πατέρας μας, εξομοιώθηκε σε όλα με τους αρχαίους άγιους Πατέρες».

Ομοίαζε με τους αρχαίους ερημίτες. «Αν τον συγκρίνουμε με τους αγίους ερημίτες, οι οποίοι ασκούνταν στην κατ' ιδίαν ησυχία, τότε δεν θα εκπλαγούμε για το πόσο ευφραινόταν με την προσευχή και την ένωση με τον Θεό». «Ο νους του ήταν πάντοτε γαλήνιος» και «φλεγόμενος από την αγάπη και την ένωση με τον Θεό», δεν άκουγε τίποτε ο,τι κι αν συνέβαινε έξω από το κελλί του. Αγρυπνούσε στο κελλί του με νοερά προσευχή και νήψη. «Όπως οι άγιοι ερημίτες όλη τη νύχτα παρέμεναν άγρυπνοι νήφοντας, έτσι και αυτός σ’ όλη του τη ζωή τη νύχτα αγρυπνούσε νήφοντας, μη υπολειπόμενος κατά τίποτε στην άθληση από τους θεοφόρους Πατέρες».

Ακόμη ομοίαζε με «τους αρχαίους αγίους κοινοβιάτες Πατέρες» σε πολλά σημεία. Μέσα του κατοικούσε το Άγιον Πνεύμα και από τα χείλη του «έρρεε η μελίρρυτη πηγή των θείων διδαγμάτων, που απάλυνε και θεράπευε τις ψυχές και εξάλειφε τα πάθη. Υπήρχε σ’ αυτόν θείος νους, με τον οποίο κατανοούσε σωστά τους κανόνες των αγίων Οικουμενικών Συνόδων και τις παραδόσεις της Εκκλησίας…».

Ήταν «ακλόνητος στην πίστη και την ελπίδα στην πρόνοια του Θεού», είχε «φόβο Θεού με τον οποίο τηρούσε τις εντολές του Θεού ως κόρη οφθαλμού», «μέσα του υπήρχε φλογερή αγάπη» προς τον Χριστό και «γεμάτος φλόγα, ξεχύθηκε αδιακρίτως προς τους πάντες, αγαπώντας, εμψυχώνοντας, διδάσκοντας τους πάντες, συμπάσχοντας με όλους, ασπαζόμενος με την ψυχή του τα πνευματικά του τέκνα, αλλά και κάθε άνθρωπο που ερχόταν προς αυτόν». «Είχε ειρήνη πάντοτε με όλους, ποτέ δεν εχθρεύθηκε και δεν πίκρανε κανέναν», ήταν σε μεγάλο βαθμό ταπεινός, εγκρατής. «Ενώ η ακακία και η απλότητα μέσα του ήταν παιδική, ο νους του ήταν θείος και όχι παιδικός». Το πρόσωπό του ήταν «αγγελόμορφο».

Ο Μητροφάνης, που έζησε τον όσιο Παΐσιο από κοντά, περιγράφει και την όλη παρουσία του, αφού και αυτό το σώμα του είχε μεταμορφωθή από την Χάρη του Θεού που κατοικούσε μέσα του.

«Το πρόσωπό του ήταν φωτεινό όπως ενός αγγέλου του Θεού, το βλέμμα του ήρεμο, ο λόγος του ταπεινός και ξένος προς την προπέτεια, χαιρετούσε όλους με αγάπη, απαντούσε με προσήνεια• ήταν γεμάτος καλοσύνη, ήταν πρόθυμος στην ελεημοσύνη, έφερνε όλους κοντά του σαν τον μαγνήτη που από τη φύση του τραβάει το σίδερο. Είχε βάθος ταπεινοφροσύνης και πραότητας, μακροθυμία σε όλα. Ο μέγας αυτός άνθρωπος ήταν ολόκληρος ένθεος και έμπλεως χάριτος. Ο νους του ήταν πάντοτε ενωμένος με τον Θεό και μάρτυρας αυτού ήταν τα δάκρυα. Όταν μιλούσε περί Θεολογίας, τότε η καρδιά του παλλόταν από αγάπη, το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά, τα μάτια του δάκρυζαν, επιβεβαιώνοντας την αλήθεια. Όταν στεκόμασταν μπροστά του, τα μάτια μας δεν κουράζονταν να τον θεωρούν αλλά ήθελαν αχόρταγα να τον βλέπουν, η ακοή μας από την ομιλία του ούτε κουραζόταν, ούτε και ένιωθε ανία, διότι από τη χαρά στην καρδιά μας, όπως το είπα, ξεχνιόμασταν εντελώς».

Ο βιογράφος του περιγράφει και μερικά θαυμαστά γεγονότα που έζησε βλέποντας τον όσιο Παΐσιο.

Μια φορά μπήκε μέσα στο κελλί του, του μίλησε, αλλά εκείνος ήταν εξαπλωμένος και ακίνητος, δεν άκουσε. Και τότε, όπως διηγείται ο Μητροφάνης, «εγώ παραμένοντας όρθιος τον κοίταξα και είδα το πρόσωπό του σαν να ήταν πυρωμένο». Επειδή, όμως, αυτός από την φύση του «ήταν λευκός και χλωμός στο πρόσωπο, κατάλαβα ότι η φλόγα της καρδιάς του, από την αγάπη της προσευχής, διαπέρασε και το πρόσωπό του».

Κάποια άλλη φορά είδε το πρόσωπό του να λάμπη. «Ο ίδιος δε από την πνευματική χαρά μιλούσε χαμογελώντας με ανείπωτη αγάπη, βγάζοντας από μέσα του λόγους πνευματικούς, ήταν δε σαν να ενστάλαζε στις ψυχές μας χαρά».

Ο όσιος Παΐσιος είχε «και το χάρισμα της προοράσεως και ο,τι προέβλεψε συνέβη», αλλά και, ενώ βρισκόταν στο κελλί του, γνώριζε τις διαθέσεις όλων των αδελφών της Μονής. Δεν του έλειπαν δε και τα θαύματα. «Ο δε μακαριστός πατέρας μας έκανε πολλά θαύματα, αλλά, επειδή γι’ αυτό το θέμα ούτε να ακούσει δεν ήθελε και όλα τα απέδιδε στην τιμιότατη Θεοτόκο, γι’ αυτό κι εγώ θα σταματήσω ώστε να μην του εναντιωθώ, μολονότι γνωρίζω για πολλά θαύματα και πριν από τον θάνατό του και μετά από αυτόν».

Μια τέτοια προσωπικότητα που διέθετε πολλά πνευματικά χαρίσματα, την ησυχία και την νοερά προσευχή, αλλά και διδασκαλία, συγκέντρωνε πολλούς μοναχούς κοντά του και με αυτόν τον τρόπο ανακαίνισε τον μοναχισμό της εποχής του, μεταφέροντας σε αυτόν την νηπτική παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας.

Οι περισσότεροι μοναχοί στην εποχή του, εκτός από τις φωτεινές εξαιρέσεις που και ο ίδιος γνώρισε στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου και αλλού, είχαν αλλοιωθή τόσο, ώστε διατηρούσαν μόνον την εξωτερική μορφή του μοναχισμού. «Δεν γνώριζαν τι είναι μοναχισμός και τι είναι το μυστήριο της υπακοής και πόση ωφέλεια πρσφέρει στον υποτακτικό που προσέρχεται με επίγνωση, τι δε είναι η εργασία, η θέα και η νοερά προσευχή, αυτή που τελείται στον νου δια της καρδιάς. Ο ίδιος αυτά τα διδάχθηκε από τον Θεό και από την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, μέσα από τη μελέτη και τη μετάφραση των έργων τους».


5. Το οσιακό τέλος του
Το τέλος ενός τέτοιου αγίου ήταν αντάξιο της ζωής του. Σε όλη του την ζωή ζούσε με ησυχία και νοερά προσευχή, και έτσι έπρεπε να τελειώση τον βίο του και να περάση στην αιωνιότητα.

Κατά την μαρτυρία του βιογράφου του Μητροφάνη «πολλές ημέρες νωρίτερα έλαβε ειδοποίηση από τον Κύριο περί του θανάτου του, διότι σταμάτησε πια τη μετάφραση των πατερικών έργων». Τον επισκέφθηκε στο κελλί του και τον είδε «εξαιρετικά χαρούμενο». Του έθεσε «τέσσερα δύσκολα θεολογικά ερωτήματα» και εκείνος του έδωσε καλές εξηγήσεις. Όταν αποχώρησε από το κελλί του, τότε ο αδελφός που τον υπηρετούσε «κλείδωσε την πόρτα και δεν επέτρεψε σε κανέναν να μπει μέσα. Την επομένη ημέρα αρρώστησε. Τότε δεν επέτρεψε σε κανέναν να κτυπήσει την πόρτα, για να μην επιδεινωθεί η κατάστασή του».

Υπέφερε τρεις ημέρες και την Κυριακή που αισθάνθηκε καλύτερα πήγε στην θεία Λειτουργία. Πολύ δύσκολα επέστρεψε στο κελλί του. «Από τότε η αρρώστια του επιδεινώθηκε και σε κανέναν δεν επέτρεπαν να τον επεσκεφθεί, επιθυμώντας να τελειώσει ο μακαριστός μέσα σε ησυχία».

«Όταν έφθανε το τέλος κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, και αφού κάλεσε δύο πνευματικούς, δια των οποίων μετέφερε σ’ όλους τους αδελφούς ευλογία και ειρήνη, αποδήμησε σαν να κοιμήθηκε και παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού, αφήνοντας την αδελφότητα, σύμφωνα με την κρίση της κοινής σύναξης, να εκλέξει Γέροντα και ποιμένα».

Όταν έγινε γνωστή η εκδημία του οσίου Παϊσίου «συνάχθηκε πλήθος μοναχών και εγγάμων ιερέων και απλών ανθρώπων, και έγινε κοινός θρήνος όλων, και ημών και εκείνων, τον ενταφιάσαμε δε με τιμές μέσα στον ναό».

Εκοιμήθη την 15η Νοεμβρίου του έτους 1794. Οσιακή ζωή, οσιακή και η κοίμηση. Ζωή ησυχαστική, κοίμηση και εκδημία προς τον Κύριο ησυχαστική.


6. Η φιλοκαλική κίνηση στον ορθόδοξο χώρο
Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, χωρίς να το επιδιώξη, συνδέθηκε με ένα γεγονός μεγάλης σημασίας που παρατηρήθηκε τον 18ο αιώνα στον ορθόδοξο χώρο και αυτό λέγεται φιλοκαλική αναγέννηση που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αναβίωση της Ορθοδόξου Παραδόσεως και ανέδειξε νέους αγίους Πατέρες και Νεομάρτυρες.

Είναι γνωστόν ότι στην Ευρώπη τον 18ο αιώνα αναπτύχθηκε ένα ιδεολογικό ρεύμα που ονομάσθηκε Διαφωτισμός, ο οποίος αποδεσμεύθηκε από το κομοσμοείδωλο του δυτικού Χριστιανισμού και στηρίχθηκε στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και συγγραφείς. Τέτοιες διαφωτιστικές ιδέες, έστω και με μετριότερη μορφή μετέφεραν στην Ελλάδα οι Έλληνες διαφωτιστές, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος ενδιαφερόταν για την έκδοση των έργων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και συγγραφέων.

Αυτήν την περίοδο στον ελληνικό χώρο εμφανίσθηκαν οι λεγόμενοι Κολλυβάδες η Φιλοκαλικοί Πατέρες, όπως ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο όσιος Αθανάσιος Πάριος κ. α., οι οποίοι κινήθηκαν σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που εκινούντο οι Διαφωτιστές, δηλαδή αναζητούσαν και δημοσίευαν κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και κυρίως κείμενα που αναφέρονταν στην ορθόδοξη ησυχία, η οποία είναι η μόνη μέθοδος Θεογνωσίας.

Ο άγιος Μακάριος, πρώην Κορίνθου, Νοταράς (1731-1805) εργάσθηκε πολύ για την εύρεση και συγκρότηση των συγγραμμάτων των νηπτικών Πατέρων της Εκκλησίας και έδωσε σε αυτά τον τίτλο Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών. Ο όσιος Παΐσιος αναφέρεται σε αυτόν τον μεγάλο ησυχαστή Επίσκοπο που πήγε στο Άγιον Όρος για την ανεύρεση και συλλογή αυτών των νηπτικών κειμένων. Κάνει εντύπωση που μεταξύ των άλλων ο όσιος Παΐσιος γράφει: «Όταν ήρθε στο Άγιον Όρος». Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο άγιος Μακάριος ήταν στο Άγιον Όρος το 1775, ενώ ο όσιος Παΐσιος είχε φύγει από το Άγιον Όρος το 1763. Έτσι, αυτό το «ήρθε» του οσίου Παϊσίου δείχνει ότι αισθανόταν και ενεργούσε ως αγιορείτης, καίτοι εκείνο τον καιρό ζούσε στην Μολδαβία.

Πάντως, ο όσιος Παΐσιος αναφέρεται με πολύ ωραία λόγια για τον άγιο Μακάριο, Επίσκοπο πρώην Κορίνθου, αφού είχαν την ίδια επιθυμία και την ίδια αναζήτηση. Γράφει:

«Ο Πανιερώτατος κυρ Μακάριος, πρώην Μητροπολίτης Κορίνθου, από τη νεανική του ακόμη ηλικία, Θεού συνεργούντος, είχε τόση απερίγραπτη αγάπη για τα πατερικά συγγράμματα, τα αναφερόμενα στη νήψη, και την προσοχή του νοός, την ησυχία και τη νοερά προσευχή, ήτοι τη δια του νοός τελουμένη στην καρδιά των εργαζόμενων αυτήν, ώστε όλη του τη ζωή να την αφιερώσει στην αναζήτησή τους και με το φίλεργο χέρι του, ως εμπειρότατος στη θύραθεν παιδεία και χωρίς φειδώ σε έξοδα, παράγγειλε την αντιγραφή τους».

Στην συνέχεια αφηγείται πως ο Επίσκοπος Μακάριος ερεύνησε όλες τις Βιβλιοθήκες των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, πως ανακάλυψε αυτόν τον «ανεκτίμητο θησαυρό» στην Μονή Βατοπεδίου, «δηλαδή βιβλίο περί ενώσεως του νοός μετά του Θεού, συλλογή από όλους τους αγίους, που είχε γίνει σε αρχαίους χρόνους από μεγάλους ζηλωτές», όπως και άλλα συγγράμματα που ήταν άγνωστα μέχρι τότε. Ο Επίσκοπος Μακάριος τα αντέγραψε, με την βοήθεια εμπείρων αντιγραφέων, τα διάβασε με επιμέλεια από το πρωτότυπο και τα διόρθωσε εγκύρως. Έγραψε δε και σύντομη βιογραφία των αγίων που τα συνέταξαν. «Τότε ανεχώρησε από το Άγιον Όρος με ανείπωτη χαρά, σαν να είχε βρει στη γη ουράνιο θησαυρό και, αφού ήρθε στην ένδοξη μικρασιατική πόλη Σμύρνη, τα απέστειλε στην Βενετία με πολλά χρήματα, τα οποία συνέλεξε από ελεημοσύνες Χριστιανών», για την έκδοσή τους. Ο όσιος Παΐσιος επαινεί τον άγιο Μακάριο για το σημαντικό αυτό έργο που επιτέλεσε, διότι κατάλαβε την αξία αυτών των συγγραμμάτων «και σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του την εξάντλησε στην εντατική αναζήτηση αυτών των συγγραμμάτων παντού, προπάντων όμως στο Άγιον Όρος Άθω». Μάλιστα αυτά τα συγγράμματα, όπως γράφει, είναι για τους αθλητές του μοναχικού βίου στον αγώνα με τα αόρατα πνεύματα «πιο απαραίτητα και από την ίδια την αναπνοή».

Και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809) βοήθησε στην έκδοση της Φιλοκαλίας ύστερα από παρότρυνση του αγίου Μακαρίου, πρώην Κορίνθου όταν επισκέφθηκε το 1777 το Άγιο Όρος και τον συνάντησε. Ο ιερομόναχος Ευθύμιος, ο παραδελφός του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, αναφέρεται στην περίπτωση αυτή:

«Εις δε του 1777 ήλθεν ο άγιος Κορίνθου Μακάριος και μετά την προσκύνησιν των ιερών Μαναστηρίων ήλθεν εις ταις Καραίς και εφιλοξενήθη εις τον "Άγιον Αντώνιον" από ένα συντοπίτην του Γερο-Δαβίδ. Και όντας αυτού έκραξε και τον Νικόδημον και τον επαρακάλεσεν να θεωρήση την "Φιλοκαλίαν". Και με τούτον τον τρόπον άρχισεν ο ευλογημένος-μα τι άρχισεν; απορώ, δεν ηξεύρω τι να ειπώ• να ειπώ πνευματικούς αγώνας η υπερβολικούς κόπους του νοός και της σαρκός του; όχι μόνον αυτά είναι, οπού είπα, αλλά και άλλα, οπού δεν φθάνει ο νους μου να τα στοχασθή-άρχισε λέγω από την "Φιλοκαλίαν". Και αυτού βλέπομεν το ωραιότατον Προοίμιον, τους εν συνόψει μελισταγείς βίους των θεσπεσίων Πατέρων».

Ο αυθεντικός, όμως, αυτός βιογράφος του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου μας δίνει και την σημαντική μαρτυρία, ότι ο άγιος Νικόδημος είχεν ακούσει για τον όσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι και θέλησε να τον επισκεφθή.

«Και εκεί όντας (στην Μονή Διονυσίου) ήκουσε την καλήν φήμην του κοινοβιάρχου Παϊσίου Ρώσου, όπου ήτον εις την Μπογδανίαν (Μολδαβία) και είχε υπέρ τους χιλίους αδελφούς εις την επίσκεψίν του, και ότι εδίδασκεν την νοεράν προσευχήν. Και αγαπώντας και αυτός αυτήν την θείαν εργασίαν εμβήκεν εις καράβιον, δια να υπάγη εις αναζήτησιν της φιλουμένης του θείας προσευχής. Και αρμενίζοντας έξω από τον Άθωνα τους ηύρε φουρτούνα και εκινδύνευσαν έως να φθάσουν τον λιμένα της Παναγίας εις την Θάσον. Και εκεί ευγαίνοντας άλλαξε τους σκοπούς του από την φουρτούναν κατά το φαινόμενον, τη δε αληθεία νεύσις Θεού τον εγύρισε, δια να επιχειρισθή το μέγα τούτο καλόν εις την Εκκλησίαν του Χριστού». Προφανώς κάνει λόγο για την επιμέλεια εκδόσεως διαφόρων Πατερικών κειμένων.

Εδώ προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση η επικοινωνία μεταξύ αυτών των τριών μεγάλων μορφών της εποχής εκείνης, ήτοι του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, του αγίου Μακαρίου, επισκόπου πρώην Κορίνθου, και του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Αγαπούσαν και οι τρεις την ησυχαστική παράδοση και ζωή, την θεωρούσαν ως την ουσία της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ζωής, αγωνίσθηκαν για να εντοπίσουν και να ανακαλύψουν τα νηπτικά συγγράμματα των ησυχαστών Πατέρων και έκαναν τα πάντα για να τα εκδώσουν και να τα διαδώσουν. Κυρίως, αγάπησαν την νοερά ησυχία και την νοερά-καρδιακή προσευχή, και κατάλαβαν την αξία τους για την ένωση του νου του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτό είναι εκείνο που τους κατέστησε αγίους στην συνείδηση του λαού και την ζωή της Εκκλησίας.

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι γράφει και για την προσφορά της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ρωσική Εκκλησία:

«Με την ανέκφραστη του Θεού φιλανθρωπία, κατά τους εσχάτους καιρούς, η πάσης Ρωσίας Εκκλησία μας αξιώθηκε να λάβη την αγία ορθόδοξη πίστη και το ορθόδοξο βάπτισμα από την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία. Με την αγία πίστη έλαβε και την Αγία Γραφή και όλα τα ιερά βιβλία, τα εκκλησιαστικά και των αγίων διδασκάλων και τα πατερικά, τα μεταφρασμένα από τα Ελληνογραικικά. Αυτά είναι οι πηγές των σλαβικών βιβλίων, διότι αλλιώς δεν θα προέκυπταν σλάβικα βιβλία».

Έτσι, οι φιλοκαλικοί Πατέρες άγιος Μακάριος Νοταράς, άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης κ.α. συνετέλεσαν στην αναγέννηση του ησυχαστικού μοναχισμού και της ησυχαστικής παραδόσεως, η οποία αντιστάθηκε στο ρεύμα του Διαφωτισμού, που επιδίωκε την επαναφορά του νέου ελληνισμού στην αρχαία Ελλάδα, περιφρονώντας όλη την ενδιάμεση βυζαντινή-ρωμαίϊκη-πατερική περίοδο. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι αντιστάθηκε με θετικό τρόπο σε όλο το διαφωτιστικό ρεύμα που είχε εισχωρήσει στην Ρωσία και την γύρω περιοχή, όπως, άλλωστε και ο ίδιος το είχε συναντήσει στην Εκκλησιαστική Σχολή του Κιέβου, ως ιεροσπουδαστής.

Ο Ομότιμος Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος στην μελέτη του με τίτλο «Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι και η ασκητικοφιλολογική Σχολή του», ύστερα από έρευνα των πηγών, μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την έκδοση της «Φιλοκαλίας» στην ελληνική γλώσσα και την μετάφρασή της στην σλαβονική και, βεβαίως, συσχετίζει τις παράλληλες προσπάθειες του οσίου Παϊσίου και του αγίου Μακαρίου Νοταρά Επισκόπου Κορίνθου.

Ήδη ο όσιος Παΐσιος για να καλύψη την απουσία πνευματικού οδηγού και προκειμένου να καθοδηγήση την αδελφότητά του ενδιαφέρθηκε για την εύρεση, μελέτη και μετάφραση νηπτικών κειμένων των ησυχαστών Πατέρων. Έχει εντοπισθή προηγούμενως αυτή η προσπάθειά του.

Όταν είχε αναχωρήσει από το Άγιον Όρος και βρισκόταν στην Μολδαβία πληροφορήθηκε την παράλληλη κίνηση του αγίου Μακαρίου Νοταρά για την εύρεση και συγκέντρωση των κειμένων των νηπτικών Πατέρων. Οι πληροφορίες μεταφέρονται σε αυτόν από τον μαθητή του μοναχό Γρηγόριο, ο οποίος βρισκόταν πλησίον του αγίου Μακαρίου. Όταν η ελληνική έκδοση της Φιλοκαλίας εξεδόθη το 1782, τότε ο όσιος Παΐσιος έλαβε αντίτυπο αυτής της εκδόσεως και τότε τόσο ο ίδιος όσο και οι μοναχοί του αναθεώρησαν την μετάφραση πολλών κειμένων τους. Αφού ολοκληρώθηκε η μετάφραση των πατερικών κειμένων, στην συνέχεια τυπώθηκε η σλαβονική Φιλοκαλία στο Συνοδικό Τυπογραφείο της Μόσχας το 1793, ήτοι ένδεκα χρόνια μετά την έκδοση της ελληνικής Φιλοκαλίας. Όμως, η σλαβονική Φιλοκαλία περιλάμβανε τα συγγράμματα 24 επί συνόλου 36 συγγραφέων της ελληνικής εκδόσεως. Αργότερα η σλαβονική Φιλοκαλία μεταφράσθηκε στην ρουμανική και την ρωσική γλώσσα.

Ο ίδιος Καθηγητής σε ιδιαίτερο κεφάλαιο με τίτλο «Η Μονή Όπτινα κληρονόμος του πνεύματος της Σχολής του Παϊσίου Βελιτσκόφσι» καταγράφει το πως οι Ρώσοι μοναχοί, μαθητές του οσίου Παϊσίου, το 1779, μετά την Συνθήκη του Κιουτσούκ Καναϊρτζί και αργότερα μετά την κοίμηση του οσίου Παϊσίου, επαναπατρίσθηκαν στην Ρωσία και μετέφεραν το ησυχαστικό πνεύμα του οσίου Παϊσίου. Μετέφεραν και την προφορική παράδοση, αλλά και χειρόγραφα μεταφράσεων ασκητικών έργων που είχαν γίνει από την Σχολή της Ιεράς Μονής Νεάμτς. Οι μαθητές αυτοί του οσίου Παϊσίου κατέλαβαν διάφορες θέσεις στα Ρωσικά Μοναστήρια, έγιναν Ηγούμενοι και Πνευματικοί Πατέρες και αυτό βοήθησε στην ανάπτυξη του ησυχαστικού μοναχισμού.

Έχει υπολογισθή ότι 103 Μονές της Ρωσίας είχαν επηρεασθή από το πνεύμα του ησυχαστικού μοναχισμού, όπως το εξέφραζε ο όσιος Παΐσιος. Όμως η Μονή Όπτινα ήταν εκείνη που αποδείχθηκε η κατ' εξοχήν «κληρονόμος» της μεγάλης ασκητικής παραδόσεως της Σχολής του Παϊσίου Βελιτσκόφσκι. Η Ιερά Μονή Όπτινα απέκτησε μεγάλη δόξα κατά τις ημέρες του Ιερομονάχου Μακαρίου (1788-1860). Επί των ημερών του η Ιερά Μονή ανέλαβε την έκδοση ασκητικών συγγραμμάτων «τα οποία εκληροδότησεν εις την Ρωσίαν η σχολή του Παϊσίου».

Η περίοδος αυτή στην Ρωσία ήταν πολύ σημαντική γιατί μεταφέρονταν από την Δύση η λογικοκρατία και η γερμανική φιλοσοφία που επηρέασαν πολλούς διανοουμένους. Ήταν επόμενο ότι παράλληλα προς τον δυτικό γερμανικό διαφωτισμό αναπτυσσόταν και η ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, όπως την εξέφραζε ο όσιος Παΐσιος. Έτσι αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα στην ρωσική κοινωνία, ήτοι το ρεύμα του δυτικού διαφωτισμού και το ρεύμα του ησυχασμού από τους σλαβόφιλους, όπως άλλωστε το συναντούμε έκδηλα στο έργο του Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμάζοφ».

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ντοστογιέφσκι παρουσιάζει τα ρεύματα τα οποία επικρατούσαν στην Ρωσία την εποχή του. Τα τρία παιδιά του Θεοδώρου Καραμάζοφ, ήτοι ο Μίτια-Ντημίτρι, ο Ιβάν και ο Αλεξέϊ-Αλιόσια εκφράζουν τα τρία ρεύματα της ρωσικής κοινωνίας. Ο Μίτια εκπροσωπεί την παλιά πρωτόγονη αισθησιακή και διονυσιακή Ρωσία. Ο Ιβάν εκπροσωπεί την ρωσική διανόηση, που είχε επηρεασθή από τον δυτικό διαφωτισμό και ο ίδιος ήταν διανοούμενος, αγνωστικιστής και εκπρόσωπος των στοχαστών. Και ο Αλιόσια εκπροσωπεί τον διανοητικό κόσμο που είχε επηρεασθή από την ορθόδοξη πνευματικότητα και εκφράζει τον τρόπο σκέψεως των σλαβοφίλων. Ο δε Στάρετς Ζωσιμάς, όπως τον παρουσιάζει ο Ντοστογιέφσκι, εκφράζει τον Μακάριο και τον Αμβρόσιο της Μονής Όπτινα και όλη την παράδοσή της.

Πάντως, οι 103 ρωσικές Μονές, ιδίως δε η Μονή Όπτινα υπήρξαν κέντρα μελέτης της Φιλοκαλίας και των πατερικών κειμένων. Μάλιστα δε η Μονή Όπτινα επηρέασε πάρα πολύ την ρωσική κοινωνία και τον διανοητικό κόσμο, αφού εκτός από τον λαό σύχναζαν στην Ιερά Μονή θεολόγοι, φιλόσοφοι, λογοτέχνες, συγγραφείς, όπως ο Αλεξέϊ Χομιακώφ, ο Νικολάϊ Γκόγκολ, ο Λέον Τολστόϊ κ.α.

Έτσι από την παράδοση που δημιούργησε ο εκπληκτικός όσιος Παΐσιος επηρεάσθηκαν μοναχοί μέχρι και τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, που θεωρείται ως πνευματικός απόγονος του οσίου Παϊσίου, και άλλοι θεολόγοι, λογοτέχνες και φιλόσοφοι.


Επίλογος
Η πορεία και η ζωή του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι (1722-1794) είναι θαυμαστή και εκπληκτική. Η μητέρα του ήθελε να τον οδηγήση στον γάμο και την ιερωσύνη, ώστε δι’ αυτού του τρόπου να παραμείνη στην ιστορία το επίθετο της οικογενείας. Και αυτό γιατί η μητέρα του, όπως διηγείται ο όσιος Παΐσιος, έχασε τον ιερέα σύζυγό της και παρέμεινε αυτός το μοναχοπαίδι της, «η μόνη για τα γηρατειά φροντίδα για το σπίτι και κατά Θεόν παρηγοριά». Όμως, ο όσιος Παΐσιος ακολούθησε άλλο δρόμο και τελικά έσωσε χιλιάδες ανθρώπους, αναδείχθηκε ένας νέος Μωϋσής στην Μολδαβία, την Βλαχία, την Ρωσία και όλη την γύρω περιοχή, οπότε παρέμεινε λαμπρό το επίθετό του στους αιώνες. Ακόμη δε και η ίδια η μητέρα του, ύστερα από την πρώτη θλίψη της, έγινε μοναχή και εκοιμήθη ως μοναχή.

Ο ίδιος μετέφερε στο Άγιον Όρος τον ζήλο του για την ησυχαστική ζωή, αλλά ωφελήθηκε από την ησυχαστική παράδοση που προϋπήρχε σε αυτό, καίτοι από πολλούς ήταν ξεχασμένη, αλλά διαφυλασσόταν και στις βιβλιοθήκες και σε μεμονωμένους ασκητές. Αυτό δείχνει ότι η πατερική διδασκαλία είναι η ίδια δια μέσου των αιώνων, είναι ουσιαστικά η θεολογία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, και δεν μπορεί να υπερβή αυτήν την ορθόδοξη θεολογία, ούτε η σχολαστική θεολογία, ούτε η λεγομένη νεοπατερική-ρωσική θεολογία.

Ο Καθηγητής Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος γράφει εύστοχα στον πρόλογο του βιβλίου:

«Η μελέτη της αναβίωσης της ησυχαστικής πνευματικότητας στον ορθόδοξο κόσμο κατά τον 18ο αιώνα αναποφεύκτως οδηγεί στο πρόσωπο του μεγάλου ασκητή και κοινοβιάρχη, οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, ο οποίος επανεισήγαγε τον σλαβικό και ρουμανικό κόσμο στον χώρο της πνευματικής ζωής αυτής της μορφής. Ο όσιος Παΐσιος υπήρξε αυτός που συνετέλεσε στην αναβίωση του κοινοβιακού βίου στον ρουμανικό μοναχισμό, με βάση το αγιορειτικό πρότυπο, και στην στροφή προς την ησυχαστική πνευματικότητα, όπως αυτή είχε ανθίσει στο Άγιον Όρος τον 14ο αιώνα. Το έργο του προς την κατεύθυνση αυτή υπήρξε μία παράλληλη προσπάθεια με εκείνη την οποία είχε κάνει μέσα στον ελληνικό κόσμο ο σύγχρονός του άγιος Μακάριος ο Νοταράς, του οποίου το έργο χρησίμευε ως υπόδειγμα για τον Παΐσιο».

Και πάλι θέλω να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον Ομότιμο Καθηγητή κ. Αντώνιο-Αιμίλιο Ταχιάο για την όλη προσφορά του στην Εκκλησία, αλλά, ιδιαιτέρως, για την παρουσίαση της ζωής και της δράσεως του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι, που είναι ένα λαμπρό τέκνο της ζωής που υπάρχει πλούσια μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. 

----------------------------------------------------------------
πηγή: parembasis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......