Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Ματσούκας Νικόλαος: Θεωρία και Πράξη


Ἡ γνώση τῆς θείας ζωῆς καὶ γενικὰ ἡ γνώση τοῦ κόσμου καὶ τοῦ προορισμοῦ, ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος στὴν πορεία του, δὲν εἶναι μόνο ἀποτέλεσμα μιᾶς θεωρητικῆς ἀναζητήσεως τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ ἀγαθοῦ. 


Πρὸς τὴ θεωρία σύμφυτη εἶναι ἡ πράξη. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος καταξιώνεται στὴν ἑνότητα αἰσθητῆς καὶ νοητῆς πραγματικότητας, ἡ θεωρία δὲν εἶναι αὐτόνομη λειτουργία τοῦ λόγου, ἀλλὰ μιὰ συνολικὴ ἔκφραση τῆς ὑπάρξεως. Ἔτσι λόγος, νοῦς καὶ καρδιὰ παράγουν ἕνα ἀποτέλεσμα ποὺ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θεωρίας καὶ τῆς πράξεως. Τελικὰ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεδιαλύνει τὶς δύο αὐτὲς λειτουργίες. 

Καὶ ἂν κάνει κάτι τέτοιο, ὁδηγεῖται στὸ χῶρο μιᾶς αὐστηρῆς ἔρευνας δεδομένων τοῦ ἐπιστητοῦ ἢ στὴ φαντασίωση. Ἡ κατάσταση αὐτή, μὲ τὸ πρίσμα τῆς γνωστικῆς ἑνότητας, ποὺ ἐπισημαίνει ἡ θεολογία, καταλήγει νὰ εἶναι ἕνα «σχιζοφρενικό» σύμπτωμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. 

Ἡ παραπάνω συμφυΐα θεωρίας καὶ πράξεως κάθε γνώση τὴν κάνει προσωπικὴ καὶ ὑπαρξιακή, μολονότι στὴν ἀπόκτησή της μετέχει καὶ ὁ λόγος καὶ ὅλη ἡ δομὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. 

Ἀλλιώτικα ἡ γνώση μπορεῖ νὰ γίνει μιὰ ψυχρὴ καὶ ἀποσπασματικὴ ἐπιστήμη ἢ μιὰ τυχαία καὶ ἄλογη ἀντίληψη. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατὰ τὴν ἐσωτερική του δομή, μένει ἀπερίγραπτος στὰ πλαίσια τοῦ γράμματος ποὺ «ἀποκτείνει». Χρειάζεται συμμετοχὴ ὅλης τῆς ὑπάρξεως. 

Γιὰ νὰ περιγράψει ὁ Μάξιμος μὲ ἐνάργεια τὴν ἑνότητα θεωρίας καὶ πράξεως, κάνει μιὰ κατὰ κάποιο τρόπο περιγραφὴ τῆς ψυχῆς ἢ καλύτερα τῆς δομῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ δομὴ αὐτὴ ἔχει δύο βασικὲς ἐκφάνσεις, τὴν ἐσωτερικὴ (θεωρητική) καὶ τὴν πρακτική. 

Κατὰ βάση βέβαια ὁ ἄνθρωπος ἐξαρτᾶται στὴν κίνηση καὶ τὴ συμπεριφορά του, στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη, ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό, ποὺ ἐκφράζονται συνυφασμένα στὴ θεία ζωή. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν ἐσωτερικὴ (θεωρητική) κίνηση καταλήγει στὴν ἀλήθεια καὶ μὲ τὴν πρακτικὴ στὸ ἀγαθό. Οἱ κινήσεις αὐτὲς εἶναι συζευγμένες, γιατὶ στὸ τέρμα ἀναπαύεται στὸν ἕνα Θεὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀγαθότητα. 

Ἡ ἐσωτερικὴ κίνηση εἶναι ἡ πορεία τοῦ νοῦ ποὺ εἶναι ἡ ἐκδήλωση τῆς σοφίας, τῆς θεωρίας, τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἄληστης γνώσεως. Τὸ τέρμα της εἶναι ἡ θεία ἀλήθεια. Αὐτὴ ἡ πεντάδα (νοῦς, σοφία, θεωρία, γνώση, ἄληστη γνώση) εἶναι συζευγμένη ἄρρηκτα μὲ τὴν πρακτικὴ πεντά- δα τοῦ λόγου, τῆς φρονήσεως, τῆς πράξεως, τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πίστεως. 

Τὸ τέρμα τῆς κινήσεως αὐτῆς εἶναι ἡ θεία ἀγαθότητα. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀλήθεια καὶ ἀγα- θότητα εἶναι ἕνα, γι’ αὐτὸ ἡ κατὰ φύση ἐκδήλωση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς εἶναι οἱ πέντε παραπάνω συζυγίες (νοῦς - λόγος, σοφία - φρόνηση, θεωρία - πράξη, γνώση - ἀρετή, ἄληστη γνώση - πίστη). Ἔτσι ἡ φυσικὴ καὶ ἡ ὑπερ- φυσικὴ διάσταση συνα- δελφώνονται σ’ αὐτὴ τὴν ἑνιαία πορεία θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς κινήσεως. Ἡ πράξη ἀναφέρεται στὴ φυσικὴ καὶ ἡ θεωρία στὴν ὑπερφυσικὴ διάσταση. 

Κάθε ἀστοχία τῆς κινήσεως ὁδηγεῖ στὴ στασιμότη- τα καὶ τὴν ἀπραξία, στὴν παρὰ φύση κατάσταση. Ἔτσι ὁ στόχος τῆς θεωρίας εἶναι ἡ θεία ἀλήθεια καὶ ὁ στόχος τῆς πράξεως ἡ θεία ἀγαθότητα. Κατα- λαβαίνει κανεὶς πολὺ εὔκολα, γιατί ὑπάρχει ἡ συμφυΐα θεωρίας καὶ πράξεως ποὺ εἶναι ἡ μοναδικὴ κατὰ φύση πραγματικότητα. 

Ἐφόσον ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀγαθότητα εἶναι ὁ ἕνας Θεός, οἱ στόχοι πρέπει νὰ πορεύονται σὲ μία ἑνιαία γραμμὴ κατευθύνσεως. Ἀλλὰ στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Μάξιμος θεωρεῖ ὅτι ἡ συνύφανση αὐτὴ τῶν στόχων κατὰ βάση ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὴν ἑνότητα ποὺ ὑπάρχει στὴν ἴδια τὴ δομὴ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. 

Τὸ κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ καθ’ ὁμοίωσιν ἀναφέρονται στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγαθότητα. Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν ἀποκτοῦν ἔτσι μιὰ ὀργανικὴ καὶ δυναμικὴ ἑνότητα. Δὲν ὑπάρχει καμιὰ συγκόλληση δύο ἐξωτερικῶν πραγμάτων, γιατὶ ἐδῶ πρόκειται γιὰ μία ἀνάπτυξη καὶ ἐξέλιξη εἶναι ἕνα γίγνεσθαι πρὸς μιὰ ὁλοκλήρωση. 

Ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατὰ χάρη θεός, ἀναπτύσσοντας τὸ κατ’ εἰκόνα πρὸς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν. Ἔτσι ἡ ἀλήθεια δένεται ὀργανικὰ μὲ τὴν ἀγαθότητα. Γι’ αὐτὸ ἡ κίνηση τοῦ νοῦ, κατὰ τὸ Μάξιμο, πρὸς τὴ θεία ἀλήθεια εἶναι συνεχὴς καὶ «ἀκατάληκτη». Στάση δὲν ἔχει ἡ τελείωση, γιατὶ στὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει πέρας. Τὸ κακό, ὡς παραμόρφωση τῆς ἀγαθῆς πραγματικότητας, ἔχει στάση, ἀλλὰ ἡ τελείωση ποτέ.

Δὲ μπορεῖ, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ νοηθεῖ πρόοδος στὴν πορεία γιὰ τὴν ἀλήθεια, τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπάρχει στασιμότητα στὴν πραγμάτωση τοῦ ἀγαθοῦ. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν πρόοδο στὸ ἀγαθό· δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ πρόοδος αὐτὴ χωρὶς τὴν κατάκτηση τῆς ἀλήθειας. Τὸ δράμα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς κορυφώνεται λοιπὸν σ’ αὐτὴ τὴ διάσπαση ἀλήθειας καὶ ἀγαθότητας. 

Καὶ ὅταν συμβεῖ μιὰ τέτοια διάσπαση καὶ γίνει μάλιστα ἐνεργὸς κατάσταση, τότε οὔτε τὴν ἀλήθεια κατέ- χει ὁ ἄνθρωπος οὔτε τὴν ἀρετή. Τὸ ψεῦδος ἔχει σύστοιχη πραγματικότητα τὴν κακία. Ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγαθότητα βρίσκεται τὸ πεδίο τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας. Κάθε ἄρση μιᾶς τέτοιας τραγικῆς καταστάσεως ἐντοπίζεται στὸ γεγονὸς τῆς ἑνότητας θεωρίας καὶ πράξεως. 

Στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσα μιὰ προσεκτικὴ ἐξέταση τῆς θεωρίας καὶ τῆς πράξεως στὴ πεντάδα τῶν συζυγιῶν, ὅπως τὴν εἴδαμε παραπάνω. Ξέρουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Μάξιμο ὅτι ὁ ἀριθμὸς πέντε, ὡς περιττός, εἶναι ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ «κινητός» καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ πιὸ τέλειος, σφαιρικὸς καὶ κυκλικός· πολλαπλασιαζόμενος μὲ κάθε περιττὸ ἀριθμὸ καταλήγει πάντοτε στὸν ἑαυτό του. Περιέχει τοὺς λόγους ὅλων τῶν ὄντων. 

Ἂν προσέξουμε λοιπὸν τὴν πεντάδα θὰ δοῦμε ὅτι ἡ θεωρία καὶ ἡ πράξη, ὡς μία συζυγία, κατέχουν τὸ κέντρο. Ἡ θεωρία ἔχει προηγούμενους τὸ νοῦ καὶ τὴ σοφία καὶ ἑπόμενες τὴ γνώση καὶ τὴν ἄληστη γνώση. Ἡ πράξη ἔχει προηγούμενους τὸ λόγο καὶ τὴ φρόνηση καὶ ἑπόμενες τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πίστη. 

Στὶς ἀριθμητικὲς αὐτὲς σχέσεις βλέπουμε ὅτι ἡ θεμελιακὴ ρίζα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀγαθότητας εἶναι ἡ θεωρία καὶ ἡ πράξη. Κι αὐτὲς οἱ δύο ἀποτελοῦν μία συζυγία ποὺ πρέπει νὰ μένει ἀξεδιάλυτη. Ἔτσι ἡ πίστη, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κοινὰ σημεῖα μὲ τὴ γνώση, ὡς ἀποτέλεσμα ἐπιστημονικῆς ἔρευνας τοῦ ἐπιστητοῦ, δὲν εἶναι ξένη πρὸς τὴ γνώση τῶν θείων πραγμάτων. 

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἀρετή. Ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητο ἡ γνώση αὐτὴ νὰ νοηθεῖ στὰ πλαίσια τῶν πέντε συζυγιῶν. [...] Τὸ πρίσμα λοιπόν, μὲ τὸ ὅποιο βλέπει ὁ Μάξιμος τὸν ἄνθρωπο, ἐπιβάλλει τὴν ἑνοποιημένη εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὅπου μπορεῖ νὰ πραγματωθεῖ ἡ τελείωσή της. Ἀλλιώτικα ὁ ἄνθρωπος κυνηγάει ἀνυπόστατα πράγματα, φαντάσματα καὶ εἴδωλα. Καὶ ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ συμβοῦν, ἂν ἡ συζυγία θεωρίας καὶ πράξεως χάσει τὴ συνοχή της καὶ τὸ κέντρο ποὺ κατέχει σ’ αὐτὴ τὴν πεντάδα. Τότε ἡ γνώση, ὡς ἄπρακτη, δὲν διαφέρει σὲ τίποτε ἀπὸ τὴ φαντασία· ἡ πράξη, ὡς ἀλόγιστη, εἶναι ἄψυχη· ἀποτελεῖ μὲ ἄλλα λόγια εἴδωλο. 

Γνώση ἔμπρακτη καὶ πράξη ἐλλόγιμη ἀποτελοῦν τὴν κατὰ φύση πραγματικότητα, μολονότι σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις ἡ προτεραιότητα τῆς θεωρίας ἀπέναντι στὴν πράξη καὶ τῆς πράξεως ἀπέναντι στὴ θεωρία παρουσιάζει ὁρισμένες διακυμάνσεις. Ἀλλὰ μία τέτοια ποικιλία, στὸν τρόπο ἐκδηλώσεως καὶ δράσεως, δὲν ἀντιστρατεύεται ποτὲ τὴν ὀργανικὴ ἑνότητα θεωρίας καὶ πράξεως. 

Ἔτσι στοὺς «λογιωτέρους» προηγεῖται ἡ θεωρία ἀπὸ τὴν πράξη, ἐνῷ στοὺς «ἀγροικοτέρους» ἡ πράξη ἀπὸ τὴ θεωρία. Γιὰ νὰ μᾶς δώσει τὴν ὀργανικὴ αὐτὴ ἑνότητα θεωρίας καὶ πράξεως ὁ Μάξιμος χρησιμοποιεῖ ὡς παράδειγμα τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι ἡ σύνθεση σώματος καὶ ψυχῆς. Ὅπως σῶμα καὶ ψυχὴ κάνουν μιὰ ἀδιατάρακτη καὶ ὀργανικὴ ἑνότητα, ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν καταστρέψει ἢ νὰ τὴν ἀγνοήσει, χωρὶς νὰ καταστρέψει τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι θεωρία καὶ πράξη κατὰ «μίαν σύνοδον» ἀποτελοῦν σοφία γνωστικὴ ποὺ δὲν μπορεῖ κάνεις νὰ τὴν ἀγνοήσει, χωρὶς ν’ ἀποσυνθέσει τὴ χριστιανικὴ ζωή. 

Πρόκειται ἐδῶ γιὰ μιὰ ἀδιάλυτη θεία καὶ μοναδικὴ κατὰ φύση σύζευξη· εἶναι μυστήριο ποὺ πραγματώνει τὴν ἑνότητα καὶ τὴν τελειότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο λόγο «Παλαιὰ καὶ Νέα Διαθήκη» ἐνεργοῦν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ μυστήριο. Ὁποιαδήποτε διάρρηξη αὐτῆς τῆς ἑνότητας, εἴτε ἀναφέρεται στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, εἴτε στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη, εἴτε στὴν Π. καὶ Κ. Διαθήκη, ἀποτελεῖ ἕνα θάνατο ποὺ ἔχει ὀδυνηρὲς συνέπειες γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ πορεύεται στὸ δρόμο τοῦ σχεδίου τῆς θείας οἰκονομίας, γιὰ νὰ πραγματώσει τὸ μοναδικὸ καὶ ὑψηλὸ προορισμό του.  

Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ παραπάνω ἑνότητα ἀνάμεσα στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη μᾶς ὑπενθυμίζει μιὰ ἀνάλογη ἐμπειρία ποὺ εἶχαν ἀρκετοὶ σοφοὶ τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας. Τὰ παθήματα θεωρήθηκαν ὡς ἰσχυρὰ μέσα ποὺ ἐντυπώνουν τὰ μαθήματα. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος στὴν προκειμένη περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ οὔτε μόνο κατὰ ἀφηρημένο τρόπο οὔτε μόνο κατὰ μιὰ φυσιοκρατικὴ ἀντίληψη. 

Ἀλλὰ ἡ θεώρηση αὐτὴ τῶν φιλοσόφων δὲν εἶχε τὸ χαρακτήρα μιᾶς θεοκεντρικῆς ἀνθρωπολογίας. Ἡ θεολογικὴ ἄποψη, ὅπως εἴδαμε παραπάνω, τὸν ἄρρηκτο δεσμὸ θεωρίας καὶ πράξεως ἐντάσσει στὰ δυναμικὰ πλαίσια μιᾶς πορείας, καὶ μάλιστα ἀκατάληκτης, ποὺ ὁλοκληρώνεται στοὺς κόλπους τῆς θείας βασιλείας, ὅπου ἐπικρατεῖ ἡ ἑνότητα φυσικῆς καὶ ὑπερφυσικῆς διαστάσεως, ἱστορίας καὶ αἰωνιότητας. 

Ὁ Μάξιμος, ἀκολουθώντας τὴν πάγια γραμμὴ τῶν ὀρθόδοξων πατέρων καὶ κάνοντας πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν θεολογικῶν του προϋποθέσεων στὰ πλαίσια τῆς ἑνότητας θεωρίας καὶ πράξεως, ἐντάσσει κάθε δογματικὴ διδασκαλία στὴν ἐμπειρία τῆς ἐκλησιαστικῆς ζωῆς. Δὲ μπορεῖ, μὲ ἄλλα λόγια, νὰ νοηθεῖ καμιὰ καθαρὴ θεωρητικὴ διδασκαλία ποὺ ἀναπτύσσει τὰ δόγματα. 

Μὲ κανένα τρόπο αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν θεωρητικὲς συλλήψεις τῆς αὐτόνομης λογικῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁποιαδήποτε διατύπωση τῶν δογμάτων καὶ ἂν ἀκολουθεῖ ὁ θεολόγος καὶ ὁποιαδήποτε μορφὴ «καταλήψεως» αὐτῶν, εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὴν πλούσια πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ τελευταία ἀνάλυση ὁποιαδήποτε θεωρητικὴ διατύπωση καὶ ἂν ἀποδέχεται ὁ πιστός, δὲ μπορεῖ αὐτὴ νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν πρακτικὴ πλευρὰ τῆς ζωῆς. 

Ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση χρήσεως ὁποιασδήποτε ὁρολογίας γιὰ τὴ διατύπωση τῶν δογμάτων, προηγεῖται ἡ ἐμπειρία τῆς ζωῆς ποὺ συνυφαίνεται αὐτόματα καὶ ὀργανικὰ μὲ τὴ συζυγία θεωρίας καὶ πράξεως. Ἢ καλύτερα, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐμπειρία εἶναι ἕνα ἀποτέλεσμα ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη. Πρόκειται γιὰ τὶς δύο βασικὲς λειτουργίες τῆς ἴδιας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ποὺ βρίσκεται στὴν ὁδὸ τελειώσεως πρὸς τὴ θεία βασιλεία. 

Ἔτσι μόνο μποροῦμε νὰ καταλάβουμε γιατί οἱ αἱρέσεις, ποὺ ἀναστατώνουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀναγκάζουν γιὰ λόγους ἄμυνας νὰ συγκαλεῖ συνόδους καὶ νὰ διατυπώνει μὲ τὴν ὁρολογία τοῦ περιβάλλοντος τὶς δογ ματικὲς ἀλήθειες, δὲν ἀποτελοῦν τὸ γενετικὸ παράγοντα ποὺ καθορίζει τὴ διατύπωση τῶν δογμάτων. Οὔτε, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει μία διατύπωση μὲ τὴν ἀνάλογη ὁρολογία, τὰ δόγματα εἶναι ἀνύπαρκτα. Ὑπάρχουν πάντοτε, γιατὶ ἀποτελοῦν τὸν πυρήνα τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὰ δυναμικὰ πλαίσια τῆς παραδόσεως. Γι’ αὖτο οἱ πρῶτοι μεγάλοι αἱρεσιάρχες, ποὺ προκάλεσαν τὴ σύγκληση τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, δὲν συγκρούστηκαν πρὸς μία καθορισμένη καὶ ἐπίσημη δογματικὴ διδασκαλία, διατυπωμένη μὲ τὴ γνωστὴ φιλοσοφικὴ ὁρολογία· συγκρούστηκαν πρὸς τὴ ζωὴ καὶ τὴν πείρα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου οἱ δογματικὲς διδασκαλίες ἦταν βιωμένες σὲ μιὰ δυναμικὴ σύνθεση θεωρίας καὶ πράξεως. 

Ὁ πόλεμος τῶν αἱρετικῶν, μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀποτέλεσε μόνο τὸ γενετικὸ παράγοντα τῆς ἀποσαφηνίσεως τῶν δογμάτων μὲ μία συγκεκριμένη ὁρολογία καὶ ὄχι, φυσικά, τῆς δημιουργίας αὐτῶν. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ θὰ ἦταν ἀδιανόητη, ἂν στὴ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἀπαραίτητη καὶ θεμελιακὴ συζυγία θεωρίας καὶ πράξεως. Ἔτσι ὁτιδήποτε καὶ ἂν συμβαίνει μέσα στὴν κακοήθεια τῆς ἱστορίας, ἐφόσον ὁ θεμελιακὸς αὐτὸς κορμὸς θεωρίας καὶ πράξεως εἶναι ἀπαρασάλευτος στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μπορεῖ ν’ ἀλλοιώσει τὸ περιεχόμενο τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Ἡ θεία καταγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πράγμα σημαίνει: τὸ γεγονὸς ὅτι κυρίαρχο στοιχεῖο τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ζωή, ὅπως καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ζῶν. 

Ἔτσι ἡ θεωρία δὲν μπορεῖ ν’ αὐτονομηθεῖ οὔτε νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄγονο ἐπαναστάτη, μιὰ καὶ οἱ ρίζες της βρίσκονται βαθιὰ στὴν πράξη ποὺ εἶναι κάθαρση, ἀγώνας, ἀρετὴ καὶ συνεχὴς ἄνοδος πρὸς ἀνώτερες μορφὲς ζωῆς. Ὁ χριστιανικὸς δρόμος, ὅπως τόσο θαυμάσια τὸν παρουσιάζει ἡ θεολογία τοῦ Μάξιμου, δὲν εἶναι οὔτε φαντασίωση οὔτε παγίδευση στὰ στενὰ καὶ ἀντικειμενικὰ πλαίσια της φυσικής πραγματικότητας.


πηγή:  Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κόσμος - Ἄνθρωπος - Κοινωνία κατὰ τὸν Μάξιμο Ὁμολογητή», ἐκδ. Γρηγόρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......