Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Συμεών ο νέος Θεολόγος: 154 Πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια (μέρος Α΄, κεφ. 1-50)

1. Πίστη είναι να πεθάνει κανείς για το Χριστό και για χάρη της εντολής Του, πιστεύοντας ότι ο θάνατος αυτός θα του γίνει πρόξενος ζωής· να θεωρεί τη φτώχεια σαν πλούτο, την ευτέλεια και την ασημότητα σαν αληθινή δόξα και κοινωνική λάμψη· και να πιστεύει ότι με το να μην έχει τίποτε, κατέχει τα πάντα ή μάλλον απέκτησε τον ανεξερεύνητο πλούτο της επιγνώσεως του Χριστού, και όλα τα ορατά να τα βλέπει σαν λάσπη ή καπνό.

2. Πίστη στο Χριστό είναι όχι μόνο να καταφρονήσομε όλα τα ευχάριστα του κόσμου, αλλά και να έχομε εγκαρτέρηση και υπομονή σε κάθε πειρασμό που μας έρχεται και μας προκαλεί λύπες, θλίψεις και συμφορές, ώσπου να ευδοκήσει να μας επισκεφθεί ο Θεός, όπως λέει ο ψαλμωδός: «με κάθε υπομονή περίμενα τον Κύριο, και Αυτός με επισκέφθηκε».

3. Εκείνοι που προτιμούν σε κάτι τους γονείς τους από την εντολή του Θεού, δεν έχουν πίστη στο Χριστό, και οπωσδήποτε καταδικάζονται από τη συνείδησή τους, αν βέβαια έχουν ζωντανή συνείδηση της απιστίας τους. Γνώρισμα των πιστών είναι να μην παραβαίνουν σε τίποτε απολύτως την εντολή του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

4. Η πίστη στο Χριστό, τον αληθινό Θεό, γεννά την επιθυμία των καλών και το φόβο της κολάσεως. Η επιθυμία των πράγματι καλών και ο φόβος της κολάσεως, προξενούν την ακριβή τήρηση των εντολών. Η ακριβής τήρηση των εντολών διδάσκει στους ανθρώπους πόσο αδύνατοι είναι. Η κατανόηση της πραγματικής αδυναμίας μας γεννά τη μνήμη του θανάτου. Όποιος απέκτησε σύνοικό του τη μνήμη του θανάτου, θα ζητήσει με πόνο να μάθει, τι τον περιμένει μετά την έξοδο και την αναχώρησή του από αυτή τη ζωή. Και όποιος φροντίζει να μάθει για τα μετά θάνατον, οφείλει πρώτα απ' όλα να στερήσει τον εαυτό του από τα παρόντα· γιατί όποιος είναι δεμένος με εμπάθεια σ' αυτά, έστω και στο παραμικρό, δεν μπορεί να αποκτήσει την τέλεια γνώση των μελλόντων. Αλλά και αν ακόμη, κατά θεία οικονομία, γευθεί κάπως τη γνώση αυτή, δεν αφήσει όμως το ταχύτερο αυτά με τα οποία είναι δεμένος με εμπάθεια, για να παραμείνει ολοκληρωτικά στη γνώση αυτή, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να σκέφτεται τίποτε άλλο εκτός από αυτή, τότε και η γνώση που νομίζει ότι έχει, θα του αφαιρεθεί.

5. Η απάρνηση του κόσμου και η τέλεια αναχώρηση από αυτόν, μαζί με την αποξένωση απ' όλα τα υλικά, τις συνήθειες, τις γνώμες και τα πρόσωπα του κόσμου, και με την άρνηση του σώματος και του θελήματος, προξενεί μέσα σε λίγο καιρό μεγάλη ψυχική ωφέλεια σ' εκείνον που με τόση θέρμη απαρνήθηκε τον κόσμο.

6. Έσύ που φεύγεις από τον κόσμο, πρόσεξε μην αφήσεις στην αρχή την ψυχή σου να ζητά παρηγοριά μένοντας μέσα σ' αυτόν, και ας σε αναγκάζουν όλοι οι συγγενείς και φίλοι. Αυτά τους τα συμβουλεύουν οι δαίμονες, για να σβήσουν τη θέρμη της καρδίας σου. Γιατί και αν ακόμη δεν εμποδίσουν ολότελα την πρόθεσή σου, πάντως την κάνουν πιο χαύνη και ασθενική.

7. Όταν σε όλα τα ευχάριστα του βίου σταθείς ανδρείος και ανυποχώρητος, τότε οι δαίμονες στρέφουν τους συγγενείς σου σε συμπάθεια τάχα, και τους κάνουν να κλαίνε και να θρηνούν για σένα μπροστά σου. Θα καταλάβεις όμως αυτή την αλήθεια όταν, εσύ μεν μείνεις ακλόνητος και σ' αυτή τη δαιμονική επίθεση, ενώ εκείνους θα τους δεις να ανάβουν ξαφνικά εναντίον σου από μανία και μίσος και να σε αποστρέφονται σαν εχθρό και να μη θέλουν ούτε να σε δουν.

8. Όταν βλέπεις τη θλίψη που προκαλείται εξαιτίας σου στους γονείς, τους αδελφούς και τους φίλους, γέλα σε βάρος του δαίμονα που υποβάλλει ποικιλότροπα να γίνονται όλα αυτά εναντίον σου. Με φόβο και μεγάλη σπουδή αποτραβήξου και παρακάλεσε εκτενώς το Θεό να φτάσεις το ταχύτερο σε λιμάνι καλού πνευματικού πατέρα, όπου αυτός θα αναπαύσει την κουρασμένη και φορτωμένη ψυχή σου. Γιατί το πέλαγος του βίου κρύβει πολλά που προξενούν κινδύνους και την πλήρη απώλεια.

9. Εκείνος που θέλει να μισήσει τον κόσμο, οφείλει να έχει αγάπη στο Θεό από τα βάθη της ψυχής του, και αέναη τη μνήμη Του. Γιατί τίποτε, εκτός από αυτά, δεν κάνει τον άνθρωπο να αφήνει τα πάντα με χαρά και να τα αποστρέφεται σαν σκύβαλα.

10. Μη θελήσεις καθόλου να μείνεις στον κόσμο για εύλογες ή παράλογες αιτίες, αλλ' όταν κληθείς, υπάκουσε αμέσως. Γιατί σε κανένα άλλο δεν ευχαριστείται ο Θεός, όσο στην ταχεία ανταπόκρισή μας. Καλύτερα σύντομα υπακοή με φτώχεια, παρά αργοπορία με πολλά υπάρχοντα.

11. Αφού ο κόσμος και τα του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα, κι ο Θεός είναι άφθαρτος και αθάνατος, να χαίρεστε όσοι γι' Αυτόν αφήσατε τα φθαρτά. Φθαρτά δεν είναι μόνον ο πλούτος και τα χρήματα, αλλά και κάθε ηδονή και απόλαυση της αμαρτίας είναι φθορά. Μόνο οι εντολές του Θεού είναι φως και ζωή. Και έτσι τις ονομάζουν όλοι.

12. Αν έλαβες, αδελφέ, μέσα σου θεία φλόγα και γι' αυτό έτρεξες σε κοινόβιο ή σε πνευματικό πατέρα, αν σε παρακινεί αυτός ή οι συνασκούμενοι αδελφοί σου να αναπαύεσαι με λουτρά ή φαγητά ή άλλες περιποιήσεις του σώματος, μη δεχτείς, αλλά να είσαι πάντοτε έτοιμος για νηστεία, κακοπάθεια και αυστηρότατη εγκράτεια. Έτσι, αν παρακινηθείς από τον πνευματικό σου πατέρα να περιποιηθείς λίγο το σώμα σου, να βρεθείς έτοιμος να υπακούσεις, χωρίς ούτε και σ' αυτό να κάνεις το δικό σου θέλημα. Αν πάλι δε συμβεί αυτό, να υπομείνεις με χαρά ό,τι θεληματικά προτίμησες, και έτσι να ωφελείσαι ψυχικά. Αν το τηρείς αυτό, θα είσαι πάντοτε σε όλα νηστευτής και εγκρατευτής και ολότελα αρνητής του δικού σου θελήματος. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και τη φλόγα της καρδιάς σου θα την φυλάξεις άσβηστη, που σε πείθει να καταφρονείς τα πάντα.

13. Όταν οι δαίμονες κάνουν τα πάντα και δεν μπορέσουν να κλονίσουν τον κατά Θεόν σκοπό μας ή να τον εμποδίσουν, τότε μπαίνουν κρυφά σ' αυτούς που υποκρίνονται ευλάβεια και προσπαθούν μέσω αυτών να εμποδίζουν τους αγωνιζόμενους. Και στην αρχή, σαν να κινούνται τάχα από αγάπη και συμπάθεια, τους παρακινούν σε σωματικές αναπαύσεις, για να μην αδυνατίσει το σώμα —λένε— και πέσει σε ακηδία. Τους παρασύρουν έπειτα σε ανώφελες συνομιλίες και τους κάνουν να ξοδεύουν σ' αυτές τις ημέρες τους. Και όταν κανείς από τους αγωνιστές τους ακούσει και γίνει όμοιός τους, αυτοί αλλάζουν και γελούν για την απώλειά του. Αν πάλι δεν ακούσει τα λόγια τους, αλλά κρατά τον εαυτό του ξένο απ' όλα αυτά και σκεφτικό και συνεσταλμένο, αρχίζουν να τον φθονούν και κάνουν τα πάντα, για να τον διώξουν και από τη Μονή ακόμη. Γιατί η κενοδοξία όταν δεν τιμάται, δεν υποφέρει να βλέπει απέναντί της να επαινούν την ταπείνωση.

14. Πνίγεται ο κενόδοξος βλέποντας τον ταπεινόφρονα να χύνει δάκρυα και να ωφελείται διπλά: εξιλεώνει μ' αυτά το Θεό, και χωρίς να θέλει κάνει τους ανθρώπους να τον επαινούν.

15. Αφότου αναθέσεις τον εαυτό σου ολόκληρο στον πνευματικό σου πατέρα, να ξέρεις ότι είσαι ξένος πλέον σε όλα εκείνα τα οποία φέρνεις μαζί σου απ' έξω: ανθρώπους, πράγματα και χρήματα. Χωρίς τη γνώμη του τίποτε μη θελήσεις να κάνεις, αλλά μήτε να ζητήσεις από αυτόν κάτι, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, εκτός αν εκείνος με δική του γνώμη σε διατάξει να πάρεις, ή σου δώσει με τα χέρια του.

16. Χωρίς γνώμη του πνευματικού σου πατέρα ούτε ελεημοσύνη να δώσεις από τα χρήματα που έφερες, μα ούτε και να θελήσεις να λάβεις από αυτόν κάτι από αυτά με τη μεσολάβηση άλλου. Καλύτερα να είσαι φτωχός και ξένος και να υπακούς, παρά να σκορπάς χρήματα και να δίνεις στους φτωχούς όσο είσαι αρχάριος. Απόδειξη της καθαρής πίστεώς σου είναι να αναθέσεις τα πάντα στον πνευματικό σου πατέρα, σαν να τα ανέθεσες στο χέρι του Θεού.

17. Ούτε νερό να ζητήσεις, και ας σου συμβαίνει να φλέγεσαι, μέχρις ότου μόνος του ο πνευματικός σου πατέρας σε προτρέψει. Πίεζε τον εαυτό σου και βίαζέ τον σε όλα, πείθοντας το λογισμό σου με τα λόγια: «Αν θέλει ο Θεός και είσαι άξιος να πιείς, θα το φανερώσει στον πατέρα σου και θα σου πει νά πιείς. Και τότε θα πιείς με καθαρή συνείδηση, κι ας μην είναι ακόμη η ώρα.»

18. Κάποιος που δοκίμασε πνευματική ωφέλεια και απέκτησε ανόθευτη πίστη στον πνευματικό του πατέρα, βάζοντας μάρτυρα της αλήθειας το Θεό είπε: «Έχω πάρει μέσα μου αυτή την απόφαση· να μη ζητήσω από τον πνευματικό μου πατέρα ούτε να φάω ούτε να πιω τίποτε, ή να γευθώ κάτι χωρίς να μου πει εκείνος, έως ότου ο Θεός τον πληροφορήσει και με διατάξει ο ίδιος. Και με αυτό τον τρόπο δεν αστόχησα ποτέ».

19. Εκείνος που απέκτησε καθαρή πίστη στον κατά Θεόν πατέρα του, θεωρεί ότι βλέποντας αυτόν, βλέπει τον ίδιο το Χριστό. Και όταν βρίσκεται μαζί του ή τον ακολουθεί, πιστεύει ακλόνητα ότι βρίσκεται μαζί με το Χριστό και ότι Αυτόν ακολουθεί. Αυτός ο υποτακτικός ποτέ δε θα επιθυμήσει να συναναστραφεί με κάποιον άλλο, ούτε θα προτιμήσει κανένα από τα πράγματα του κόσμου παραπάνω από την μνήμη εκείνου και την αγάπη του. Γιατί τι είναι μεγαλύτερο και ωφελιμότερο και στην παρούσα ζωή και στη μέλλουσα από το να είναι κανείς μαζί με το Χριστό; Και τι είναι ωραιότερο και γλυκύτερο από τη θέα του Χριστού; Κι αν μάλιστα αξιωθεί να συνομιλεί μαζί Του, εξάπαντος από αυτό θ' αντλήσει ζωή αιώνια.

20. Εκείνος που αγαπά με όλη του την ψυχή εκείνους που τον υβρίζουν ή τον αδικούν και του στερούν τα πράγματά του, και προσεύχεται γι' αυτούς, ανεβαίνει σε λίγο καιρό σε υψηλό βαθμό προκοπής. Γιατί όταν αυτό γίνεται με αίσθηση της καρδιάς, κατεβάζει τον άνθρωπο σε άβυσσο ταπεινώσεως και σε πηγές δακρύων, όπου βυθίζεται το τριμερές της ψυχής, και ανεβάζει στον ουρανό της απάθειας το νου και τον κάνει θεωρητικό. Και με τη γεύση της ουράνιας αγαθότητας τον κάνει να θεωρεί σκύβαλα όλα τα πράγματα αυτής της ζωής, και να παίρνει ακόμη και αυτήν την τροφή και το νερό πιο αραιά και χωρίς ηδονική διάθεση.

21. Ο ασκητής δεν πρέπει να απέχει μόνον από κακές πράξεις, αλλά και να φροντίζει να είναι ελεύθερος από λογισμούς και έννοιες κακές, και να ασχολείται συνεχώς με ψυχωφελείς και πνευματικές ενθυμήσεις, για να μένει έτσι αμέριμνος από τα βιοτικά.

22. Αν κανείς ξεγυμνώσει όλο το σώμα του, έχει όμως κάλυμμα στα μάτια και δε θελήσει να το πετάξει, δεν μπορεί με μόνη τη γύμνια του σώματος να δει το φως. Έτσι κι εκείνος που καταφρόνησε όλα τα άλλα πράγματα και τα χρήματα και ελευθερώθηκε από τα πάθη του, αν δεν ελευθερώσει και τα μάτια της ψυχής του από τις ενθυμήσεις του κόσμου και τις πονηρές έννοιες, δε θα δει ποτέ το νοητό φως, δηλαδή τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό.

23. Ό,τι κάνει το κάλυμμα που εμποδίζει τα μάτια, το ίδιο κάνουν και οι κοσμικοί λογισμοί και οι βιοτικές ενθυμήσεις στη διάνοια, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Όσον καιρό λοιπόν τις έχομε, δεν πρόκειται να δούμε· όταν όμως αφαιρεθούν με τη μνήμη του θανάτου, τότε θα δούμε ολοκάθαρα το αληθινό Φως, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον άνω κόσμο.

24. Εκείνος που είναι τυφλός εκ γενετής δε θα μάθει, ούτε θα πιστέψει την αξία των γραφομένων εκείνος όμως που κάποτε θ' αξιωθεί να δει, θα μαρτυρήσει ότι είναι αλήθεια τα λεγόμενα.

25. Εκείνος που βλέπει με τα αισθητά μάτια, ξέρει πότε είναι νύχτα και πότε ημέρα, ενώ ο τυφλός αγνοεί και τα δύο. Και εκείνος που θεραπεύτηκε από την πνευματική τύφλωση και βλέπει με τα νοερά μάτια, έχοντας δει το αληθινό και άδυτο Φως, όταν από ραθυμία γυρίσει στην πρωτινή του τύφλωση και στερηθεί το φως, αισθάνεται έντονα τη στέρησή του, και δεν αγνοεί από που του προήλθε αυτή. Εκείνος όμως που είναι τυφλός εκ γενετής, δε γνωρίζει τίποτε από αυτά ούτε με την πείρα, ούτε από την ενέργειά τους, εκτός αν εξ ακοής ακούσει και μάθει κάτι γι' αυτά που ποτέ δεν είδε, και διηγηθεί σε άλλους εκείνα που άκουσε· όμως κι αυτός και όσοι τον ακούνε δε θα γνωρίζουν για ποια πράγματα μιλούνε.

26. Είναι αδύνατο και στη σάρκα να προξενεί κανείς κόρο με άφθονα φαγητά, και παράλληλα να απολαμβάνει πνευματικά τη νοερή και θεία χρηστότητα. Όσο υπηρετήσει κανείς την κοιλιά του, τόσο θα στερηθεί τη θεία χρηστότητα. Και στο βαθμό που θα ταλαιπωρήσει κανείς το σώμα του, ανάλογα θα χορτάσει πνευματική τροφή και παρηγοριά.

27. Ας αφήσομε όλα τα επίγεια· όχι μόνο τον πλούτο και το χρυσάφι και τα άλλα υλικά πράγματα του βίου, αλλά ας διώξομε τελείως και την επιθυμία τους από τις ψυχές μας. Ας μισήσομε όχι μόνον τις ηδονές του σώματος, αλλά και τις άλογες κινήσεις του και ας φροντίσομε να το νεκρώσομε με κόπους. Γιατί με το σώμα εκδηλώνεται η επιθυμία και καταλήγει στην πράξη. Και όσο αυτό ζεί, είναι επόμενο η ψυχή μας να είναι νεκρή και δυσκίνητη για κάθε θεία εντολή, ή και τελείως ακίνητη.

28. Όπως η φλόγα στρέφεται πάντοτε προς τα πάνω, και μάλιστα αν ανακατέψεις τα ξύλα, έτσι και η καρδιά του κενόδοξου δεν μπορεί να ταπεινωθεί, αλλά έτσι και του πεις εκείνα που τον ωφελούν, υπερηφανεύεται περισσότερο. Όταν δηλαδή τον ελέγχουν ή τον νουθετούν, αντιλέγει έντονα· ενώ όταν τον επαινούν και τον κολακεύουν, επαίρεται άπρεπα.

29. Εκείνος που αποφάσισε να αντιλέγει, είναι για τον εαυτό του δίκοπο μαχαίρι· χωρίς να το καταλαβαίνει φονεύει την ψυχή του και την αποξενώνει από την αιώνια ζωή.

30. Εκείνος που αντιλέγει είναι όμοιος μ' εκείνον που παραδίνεται θεληματικά στους εχθρούς του βασιλιά. Γιατί η αντιλογία είναι αγκίστρι, με δόλωμα τη δικαιολογία, από την οποία δελεαζόμαστε και καταπίνομε το αγκίστρι της αμαρτίας. Μ' αυτό συνηθίζουν να πιάνουν τη δύστυχη ψυχή από τη γλώσσα και το λαιμό τα πνεύματα της πονηρίας, και άλλοτε να την τινάζουν ψηλά στην υπερηφάνεια, άλλοτε να την καταποντίζουν σε αβυσσαλέο χάος αμαρτίας, και έτσι να την καταδικάζουν μαζί με τους δαίμονες που έπεσαν από τον ουρανό.

31. Εκείνος που οταν δέχεται ατιμίες και ύβρεις αισθάνεται μεγάλο πόνο στην καρδιά, ας μάθει από αυτό ότι κουβαλάει στον κόρφο του το παλιό φίδι. Αν λοιπόν υπομείνει με σιωπή ή αποκριθεί με μεγάλη ταπείνωση, εξασθενίζει αυτό το φίδι και το παραλύει. Αν όμως αντιπεί πικρόλογα ή μιλήσει με αυθάδεια, δίνει δύναμη στο φίδι να χύνει το δηλητήριό του μέσα στην καρδιά του και να του κατατρώει ανελέητα τα εντόσθιά του· έτσι αυτό θα δυναμώνει κάθε μέρα και θα κατατρώει τη βελτίωση στο αγαθό και τη δύναμη της άθλιας ψυχής του, με αποτέλεσμα να ζει στο εξής για την αμαρτία, να είναι όμως τελείως νεκρός για την αρετή.

32. Αν θελήσεις να απαρνηθείς τον κόσμο και να διδαχθείς τον ευαγγελικό τρόπο ζωής, μην παραδώσεις τον εαυτό σου σε άπειρο ή εμπαθή δάσκαλο, για να μη διδαχθείς αντί ευαγγελική τη διαβολική ζωή. Γιατί των καλών δασκάλων είναι καλά τα μαθήματα, ενώ των κακών, κακά. Και οι κακοί σπόροι οπωσδήποτε δίνουν κακούς καρπούς.

33. Να ικετεύεις το Θεό με προσευχές και δάκρυα να σου στείλει οδηγό απαθή και άγιο. Αλλά και συ ο ίδιος να μελετάς τις θείες Γραφές, και μάλιστα τα πρακτικά συγγράμματα των αγίων Πατέρων, για να αντιπαραβάλλεις σ' αυτά τη διδασκαλία και τις πράξεις του διδασκάλου και γέροντά σου, βλέποντάς τες όπως σε καθρέφτη και εξετάζοντάς τες. Και όσα είναι σύμφωνα με τις Γραφές να τα εγκολπώνεσαι και να τα κρατείς στο νου σου, τα νόθα όμως και ξένα να τα διακρίνεις και να τα απορρίπτεις, για να μην πλανηθείς. Γιατί να ξέρεις, πολλοί πλάνοι και ψευδοδιδάσκαλοι υπάρχουν σήμερα.

34. Εκείνος που δε βλέπει και υπόσχεται να οδηγεί άλλους, είναι πλάνος και οδηγεί στην απώλεια εκείνους που τον ακολουθούν, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου: «Όταν ένας τυφλός οδηγεί άλλον τυφλό, θα πέσουν και οι δύο σε λάκκο».

35. Όποιος είναι τυφλός προς το Ένα, είναι τελείως τυφλός προς όλα. Όποιος βλέπει στο Ένα, βρίσκεται στη θεωρία των πάντων· απέχει από τη θεωρία των πάντων και φτάνει στη θεωρία των πάντων, όντας έξω από τα θεωρούμενα. Όταν έτσι βρίσκεται στο Ένα, βλέπει τα πάντα· και ενώ είναι στα πάντα, δε βλέπει τίποτε από αυτά. Όποιος βλέπει στο Ένα, μέσω του Ενός βλέπει και τον εαυτό του και όλα και όλους· και όντας κρυμμένος στο Ένα, τίποτε από τα πάντα δεν βλέπει.

36. Εκείνος που δεν ντύθηκε την εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του επουρανίου ανθρώπου και Θεού, κατά το λογικό και νοερό του μέρος με συναίσθηση και γνώση, είναι μόνο σάρκα και αίμα, μην μπορώντας να λάβει αίσθηση της πνευματικής δόξας με τα λόγια, όπως και οι γεννημένοι τυφλοί δεν μπορούν να εννοήσουν το φως του ηλίου μόνο με τα λόγια.

37. Όποιος έτσι ακούει και βλέπει και αισθάνεται, καταλαβαίνει τη σημασία των λεγομένων, επειδή φόρεσε ήδη την εικόνα του επουρανίου και έφτασε στην τέλεια πνευματική ωριμότητα, που μέτρο της είναι ο Χριστός. Σ' αυτή την κατάσταση μπορεί να οδηγεί καλά στο δρόμο των θείων εντολών το ποίμνιο του Θεού. Εκείνος που δεν έχει αυτή τη γνώση, αλλά είναι σε άλλη κατάσταση, είναι φανερό ότι ούτε τα αισθητήρια της ψυχής έχει καθαρά και υγιή. Αυτός είναι καλό να οδηγείται μάλλον, παρά να οδηγεί άλλους.

38. Εκείνος που βλέπει τον πνευματικό του δάσκαλο και οδηγό σαν Θεό, δεν μπορεί να του αντιλέγει. Αν νομίζει και λέει ότι κάνει και τα δυο, να ξέρει πως έχει πλανηθεί. Γιατί δεν ξέρει τι διάθεση προς το Θεό έχουν οι άνθρωποι του Θεού.

39. Εκείνος που πιστεύει ότι στο χέρι του οδηγού του είναι η ζωή και ο θάνατός του, δεν αντιλέγει ποτέ. Η άγνοια αυτού του πράγματος γεννά την αντιλογία, που προξενεί το νοητό και αιώνιο θάνατο.

40. Πριν ακούσει την απόφαση ο υπόδικος, έχει την άδεια να απολογηθεί και να μιλήσει μπροστά στο δικαστή για ό,τι έκανε. Έπειτα όμως, αφού φανερωθούν όσα έκανε και βγάλει την απόφασή του ο δικαστής, δε φέρνει καμία αντίρρηση, είτε μικρή είτε μεγάλη, σ' εκείνους που τον τιμωρούν.

41. Πριν να εισέλθει ο μοναχός σ' αυτό το δικαστήριο και φανερώσει όσα κρύβει στην καρδιά του, ίσως να του επιτρέπεται να αντιλέγει, είτε από άγνοια, είτε γιατί νομίζει ότι κρύβει τις αμαρτίες του. Μετά την φανέρωση όμως των λογισμών του και την ειλικρινή εξομολόγηση, ποτέ πιά δεν του επιτρέπεται να αντιλέγει στο δεύτερο μετά το Θεό δικαστή του και εξουσιαστή, μέχρι το θάνατό του. Γιατί ο μοναχός που μπήκε από την αρχή σ' αυτό το δικαστήριο και ξεγύμνωσε όσα κρύβει η καρδιά του, είναι από πριν πεπεισμένος —αν έχει κάποια πνευματική γνώση— ότι είναι άξιος μυρίων θανάτων και πιστεύει ότι με την υπακοή και την ταπείνωσή του θα λυτρωθεί από κάθε τιμωρία και κόλαση. Αυτά βέβαια αν αληθινά γνωρίζει τι σημαίνει αυτό το μυστήριο.

42. Όποιος φυλάει αυτά ανεξάλειπτα στη διάνοιά του, δε θα έχει ποτέ καμία εμπαθή κίνηση στην καρδιά του όταν παιδαγωγείται ή νουθετείται ή ελέγχεται. Γιατί όποιος πέφτει στα σφάλματα αυτά, εννοώ την αντιλογία και την απιστία στον πνευματικό του πατέρα και διδάσκαλο, γκρεμίζεται αξιοθρήνητα, ενώ ζει ακόμη, στα βαθύτερα μέρη του άδη. Και γίνεται κατοικία του σατανά και όλου του ακάθαρτου συρφετού του, επειδή είναι απειθής και βαδίζει στην απώλεια.

43. Παρακαλώ εσένα, το τέκνο της υπακοής, να έχεις συνεχώς αυτά μέσα στο νου σου, και να αγωνίζεσαι με όλη τη δύναμή σου να μην γκρεμιστείς στα δεινά του άδη που αναφέραμε, αλλά να παρακαλείς θερμά κάθε μέρα το Θεό λέγοντας: «Θεέ και Κύριε των απάντων, Εσύ που έχεις εξουσία πάνω σε κάθε πνοή και ψυχή, που Εσύ μόνος μπορείς να με γιατρέψεις, άκουσε τη δέησή μου του ταλαίπωρου, και το φίδι που φωλιάζει μέσα μου, θανάτωσέ το με την επιφοίτηση του παναγίου Σου Πνεύματος και αφάνισέ το. Και εμένα που είμαι φτωχός και γυμνός από κάθε αρετή, αξίωσέ με να πέσω στα πόδια του αγίου μου πατέρα με δάκρυα· και έλκυσε την αγία του ψυχή σε συμπάθεια για να με ελεήσει. Και δώσε Κύριε ταπείνωση στην καρδιά μου και λογισμούς που αρμόζουν σε αμαρτωλό, ο οποίος σου υποσχέθηκε να μετανοεί. Και μην εγκαταλείψεις τελείως μια ψυχή που ήρθε μια για πάντα μαζί Σου και σε ομολόγησε και σε διάλεξε και σε προτίμησε αντί όλο τον κόσμο. Γνωρίζεις Κύριε ότι θέλω να σωθώ, αν και η κακή μου συνήθεια μού γίνεται εμπόδιο. Αλλά σε Σένα Κύριε είναι δυνατά, όλα όσα είναι αδύνατα στους ανθρώπους».

44. Όποιοι με φόβο και τρόμο έβαλαν το καλό θεμέλιο της πίστεως και της ελπίδας στην αυλή της ευσέβειας, και στήριξαν τα πόδια τους ασάλευτα στο βράχο της υπακοής σε πνευματικούς πατέρες και ακούνε τις εντολές τους σαν να προέρχονται από το στόμα του Θεού, και πάνω σ' αυτό το θεμέλιο της υπακοής τις κτίζουν αδίστακτα με ταπείνωση, αυτοί παρουσιάζουν αμέσως προκοπή. Και κατορθώνουν το μεγάλο και πρώτο κατόρθωμα, την απάρνηση του εαυτού των. Γιατί το να εκπληρώνει κανείς το ξένο θέλημα και οχι το δικό του, αυτό προξενεί όχι μόνον απάρνηση της ψυχής του, αλλά και νέκρωση προς τον κόσμο όλο.

45. Με αυτόν που αντιλέγει στον πνευματικό του πατέρα, χαίρονται οι δαίμονες. Εκείνον που ταπεινώνεται μέχρι θανάτου, τον θαυμάζουν οι Άγγελοι. Γιατί αυτός εργάζεται θεϊκό έργο, καθώς εξομοιώνεται με τον Υιό του Θεού, που έκανε υπακοή στον Πατέρα Του μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού.

46. Η υπερβολική και άκαιρη συντριβή της καρδιάς σκοτίζει και θολώνει τη διάνοια· εξαφανίζει την καθαρή προσευχή και την κατάνυξη από την ψυχή και προξενεί πολύ μεγάλο πόνο στην καρδιά, και απ' αυτό φέρνει σκληρότητα και άπειρη πώρωση. Μ' αυτό τον τρόπο επιχειρούν οι δαίμονες να οδηγήσουν τους πνευματικούς σε απόγνωση.

47. Όταν, Μοναχέ, σου συμβούν αυτά, έχεις όμως στην ψυχή σου μεγάλο ζήλο και πόθο για την τελειότητα, ώστε να επιθυμήσεις να εκπληρώσεις κάθε εντολή του Θεού, και να μην πέφτεις και αμαρτάνεις ούτε ακόμη και σε μάταιο λόγο, και να μην υπολειφθείς κανένα από τους παλιούς Αγίους στην πράξη, στη γνώση και στη θεωρία· και παρ' ολα αυτά βλέπεις τον εαυτό σου να εμποδίζεται από εκείνον που σπέρνει τα ζιζάνια της αθυμίας και δε σε αφήνει να φτάσεις σε τέτοιο ύψος αγιοσύνης υποβάλλοντάς σου λογισμούς αθυμίας και λέγοντας: «Αδύνατο μέσα στον κόσμο να σωθείς και να φυλάξεις απαρασάλευτα όλες τις εντολές του Θεού»· τότε εσύ κάθισε μόνος σε μιά γωνιά, περιόρισε τον εαυτό σου, συγκέντρωσε το λογισμό σου, πάρε καλή απόφαση στην ψυχή σου και πες: «Γιατί, ψυχή μου, είσαι περίλυπη; Γιατί με συνταράζεις; Στήριξε την ελπίδα σου στο Θεό, γιατί σ' Αυτόν θ' ανοίξω την καρδιά μου. Σωτηρία μου δεν είναι τα έργα μου, αλλά ο Θεός μου. Με τα έργα του νόμου ποιος μπορεί να σωθεί; Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δικαιώσει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού. Πιστεύοντας όμως στο Θεό μου, ελπίζω να μου χαρίσει Αυτός τη σωτηρία ένεκα της ανέκφραστης ευσπλαχνίας Του. Φύγε πίσω μου, σατανά. Εγώ προσκυνώ τον Κύριο και Θεό μου και Τον λατρεύω από τη νεότητά μου. Αυτός μπορεί να με σώσει με μόνο το έλεός Του. Απομακρύνσου λοιπόν από μένα. Ο Θεός που με έκανε κατ' εικόνα και ομοίωσή Του, θα σε καταργήσει.»

48. Ο Θεός μόνον αυτό ζητά από μας τους ανθρώπους, να μην αμαρτάνομε. Αυτό δεν είναι έργο νόμου, αλλά φύλαξη απαράβατη της θείας εικόνας που έχομε και του θείου αξιώματος. Μένοντας σ' αυτά, όπως επιβάλλει η φύση μας, και φορώντας το λαμπρό χιτώνα του Πνεύματος, μένομε μέσα στο Θεό και ο Θεός μέσα σε μας και γινόμαστε θεοί κατά χάρη και υιοί Θεού, φωτιζόμενοι με το φως της γνώσεως του Θεού.

49. Η ακηδία και η αίσθηση βάρους του σώματος που προκαλούνται στην ψυχή από την οκνηρία και την αμέλεια, οδηγούν σε εγκατάλειψη του συνηθισμένου κανόνα και σε σκοτισμό του νου και σε αθυμία, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται στην καρδιά λογισμοί δειλίας και βλασφημίας, ώστε ούτε στο συνηθισμένο τόπο της προσευχής να μην μπορεί να μπει εκείνος που πειράζεται από τον δαίμονα της ακηδίας, αλλά να γίνεται οκνηρός, ή ακόμη και να κάνει παράλογες σκέψεις σε βάρος του Δημιουργού των όλων. Αφού λοιπόν έμαθες ποιά είναι η αιτία αυτών και από που σου προξενήθηκαν, σπεύσε στο συνηθισμένο τόπο της προσευχής σου, πέσε εμπρός στον φιλάνθρωπο Θεό και παρακάλεσέ Τον με στεναγμούς της καρδίας, με πόνο και δάκρυα, ζητώντας να ελευθερωθείς από το βάρος της ακηδίας και από τους πονηρούς λογισμούς. Θα σου δοθεί γρήγορα η απαλλαγή από αυτά, καθώς θα το ζητάς με πόνο και επιμονή.

50. Όποιος απέκτησε καθαρή καρδιά, αυτός νίκησε τη δειλία. Όποιος βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της καθάρσεως, άλλοτε χτυπά τη δειλία και άλλοτε τον χτυπά αυτή. Εκείνος που δεν αγωνίζεται καθόλου, είναι τελείως αναίσθητος και είναι φίλος των δαιμόνων και των παθών και μαζί με την κενοδοξία έχει και υπερηφάνεια, νομίζοντας ότι είναι κάτι ενώ δεν είναι τίποτε· ή είναι δούλος και υποχείριος της δειλίας και εξαιτίας του νηπιώδους φρονήματός του τρέμει και φοβάται εκεί που δεν υπάρχει φόβος, ούτε δειλία για εκείνους που φοβούνται τον Κύριο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......