Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

υποστράτηγος ε.α. Δημήτριος Γεδεών: Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-41 - Οι χερσαίς επιχειρήσεις (Α΄ μέρος)


Ιω. Μεταξάς
Στις 03:00 της 28ης Οκτωβρίου ο ιταλός πρέσβης στην Ελλάδα, Γκράτσι, εκτελώντας όπως ο ίδιος είπε μια από τις πιο επαίσχυντες αποστολές του, παρουσίασε στον Έλληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο της κυβέρνησής του για να εισπράξει την αναμενόμενη σε τέτοιες περιπτώσεις ελληνική απάντηση. Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος κτύπησε την πόρτα και της Ελλάδας, παρά τις προσπάθειες τις οποίες η χώρα είχε καταβάλλει για να τον αποφύγει.
 
Στις 04.45 της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο διοικητής της VIII Μεραρχίας Πεζικού στην Ηπειρο, υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, εξέδωσε την παρακάτω λακωνική διαταγή προς τις μονάδες της Μεραρχίας του:

"-Ο Ιταλός πρέσβυς εζήτησεν από την Κυβέρνησιν να διέλθουν σήμερον, την 6ην πρωινήν ώραν, ιταλικά στρατεύματα δια του εδάφους μας.


-Η Κυβέρνηση απέρριψε την αίτησιν ταύτην και διέταξε αντίστασιν μέχρις εσχάτων.

-Εφαρμόσατε σχέδιον ενεργείας και λάβετε μέτρα προς αποφυγήν αρπαγής φυλακίων".

 Υπ/γος Χ. Κατσιμήτρος.
Η διαταγή αυτή εκδόθηκε μία ώρα και ένα τέταρτο πριν από την επίσημη εκπνοή του τελεσιγράφου των Ιταλών, αλλά στην πραγματικότητα μόλις τρία τέταρτα της ώρας πριν από την έναρξη της ιταλικής εισβολής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 05.30 της 28ης Οκτωβρίου 1940. Η VIII Μεραρχία μόλις που είχε προλάβει να ενημερώσει τα τμήματά της. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει την επίθεση.

Το σχέδιο το οποίο ανέφερε ο Κατσιμήτρος στη διαταγή του είχε αρχίσει να συντάσσεται από τότε που οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αλβανία (Απρίλιος 1939). Το Γενικό Επιτελείο Στρατού συνέταξε το Σχέδιο ΙΒ το οποίο ήταν κατά βάση αμυντικό και για τη σύνταξή του ελήφθη υπόψη η πολιτικοστρατιωτική κατάσταση στα Βαλκάνια και η υπεροχή των πιθανών αντιπάλων (Ιταλίας και Βουλγαρίας) σε αεροπορία και άρματα. Το σχέδιο προέβλεπε σε πρώτη φάση άμυνα στις παραμεθόριες περιοχές με τις δυνάμεις οι οποίες θα διετίθεντο εκεί. Σε δεύτερη φάση, μετά την ολοκλήρωση της επιστράτευσης και της στρατηγικής συγκέντρωσης των ελληνικών δυνάμεων, προβλεπόταν ανάλογα με την κατάσταση η ανάληψη επιθετικής ενέργειας στο μέτωπο της Αλβανίας στην περιοχή της Κορυτσάς.

Το τίμημα για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού ήταν βαρύ: προβλεπόταν η παραχώρηση στον εχθρό ολόκληρης της περιοχής της Ηπείρου μέχρι τον ποταμό Άραχθο και της Δυτικής Μακεδονίας μέχρι το όρος Βέρμιο, προκειμένου να εξασφαλισθεί ο απαιτούμενος χρόνος για τη συγκέντρωση του στρατού. Η κύρια άμυνα προβλεπόταν στη φυσικά ισχυρή τοποθεσία ποταμός Αραχθος - Ζυγός Μετσόβου - ποταμός Αλιάκμονας - όρος Βέρμιο. Στην Ανατολική Μακεδονία το σχέδιο προέβλεπε την εξασφάλιση της οχυρωμένης τοποθεσίας όρος Μπέλες - ποταμός Νέστος.

Ομως τον Σεπτέμβριο του 1939 είχαν επιστρατευθεί οι σχηματισμοί οι οποίοι βρίσκονταν απέναντι από τα αλβανικά σύνορα, δηλαδή η VIII Μεραρχία Πεζικού της Ηπείρου και η IX Μεραρχία Πεζικού, καθώς και η IV Ταξιαρχία Πεζικού της Δυτικής Μακεδονίας. Επειτα από αυτό, το ΓΕΣ τροποποίησε το Σχέδιο IB και εξέδωσε μια παραλλαγή του την οποία ονόμασε Σχέδιο ΙΒα, ενώ ακολούθησε και νέα παραλλαγή, το Σχέδιο ΙΒβ. Με το νέο σχέδιο προβλεπόταν άμυνα ολόκληρου του ελληνικού χώρου επί της γραμμής αμύνης των συνόρων. Καθώς, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, οι πρώτες μάχες ήταν και οι αποφασιστικές, και επειδή η πρώτη μεγάλη μάχη δόθηκε και στέφθηκε με επιτυχία στην Ηπειρο, θα εκτεθεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια η σχεδίαση της άμυνας στον χώρο αυτόν.

Στην VIII Μεραρχία Ηπείρου είχαν δοθεί διαδοχικά οι παρακάτω αποστολές:

• Στις 4 Μαΐου 1939 (Σχέδιο IB): Κάλυψη του αριστερού του Θεάτρου Δυτικής Μακεδονίας (ΘΔΜ) από την κατεύθυνση Ιωάννινα - Ζυγός Μετσόβου. Απαγόρευση των οδεύσεων από την Ηπειρο προς την Αιτωλοακαρνανία (κύρια προσπάθεια).

• Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 (Σχέδιο ΙΒα): Ευρεία κάλυψη των Ιωαννίνων, απαγόρευση κατά το δυνατόν της ολοκλήρωσης κατάληψης από τον αντίπαλο της ηπειρωτικής ακτής και των στενών Κερκύρας, νότια του ποταμού Καλαμά.

• Στις 20 Απριλίου 1940 (Σχέδιο ΙΒβ): Σε περίπτωση απόπειρας απόβασης στις ακτές της Ηπείρου να μεριμνήσει για την κάλυψη της επιστράτευσής της και μετά, ανάλογα με την κατάσταση, να εξασφαλίσει την αποστολή της σύμφωνα με το σχέδιο IB ή ΙΒα, όπως θα καθοριζόταν με ειδικές διαταγές.

Σε κάθε περίπτωση, βασική αποστολή της Μεραρχίας ήταν η κάλυψη του ΘΔΜ και η απαγόρευση των οδών προς την Αιτωλοακαρνανία. Με διαδοχικές γραπτές και προφορικές οδηγίες το ΓΕΣ παραχώρησε τελικά στον διοικητή της VIII Μεραρχίας, υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, την πρωτοβουλία να επιλέξει εκείνος σε ποιο σημείο θα διεξήγε τον κύριο αμυντικό αγώνα. Επειτα από εκτιμήσεις όλων των παραγόντων, ο Κατσιμήτρος αποφάσισε να εγκατασταθεί αμυντικά στην τοποθεσία Καλπακίου (Ελαίας). Στην απόφαση αυτή κατέληξε για τους εξής λόγους:

• Η πιο πιθανή κατεύθυνση κύριας προσπάθειας των Ιταλών ήταν ο άξονας Αργυρόκαστρο - Καλπάκι - Ιωάννινα.

• Ο δεύτερος σε σημασία άξονας εισβολής από την Αλβανία στην Ηπειρο, δηλαδή ο άξονας Κορυτσά - Καλπάκι - Ιωάννινα, περνούσε και αυτός από το Καλπάκι.

• Προ της τοποθεσίας υπήρχε το έλος του ποταμού Καλαμά, το οποίο θα εμπόδιζε την κίνηση ιταλικών τεθωρακισμένων.

Στη συνέχεια θα εκτεθεί πώς υλοποιήθηκε το σχέδιο της VIII Μεραρχίας.

Ας επανέλθουμε στους Ιταλούς. Το Γενικό Σχέδιο Επιχειρήσεων κατά της Ελλάδας ήταν το "πνευματικό παιδί" του ανώτατου διοικητή Αλβανίας, στρατηγού Βισκόντι Πράσκα. Το ιταλικό πολεμικό σχέδιο προέβλεπε σε πρώτο στάδιο την αιφνιδιαστική κατάληψη της Ηπείρου και της Κέρκυρας. Σε δεύτερο στάδιο προέβλεπε την κατάληψη της Δυτικής Μακεδονίας. Μετά την εξασφάλιση των δύο αυτών περιοχών θα ακολουθούσε προέλαση προς Θεσσαλονίκη - Αθήνα με νέες δυνάμεις και τελικό σκοπό την κατάληψη ολόκληρης της χώρας. Με βάση αυτές τις γενικές οδηγίες ο Πράσκα συνέταξε το Γενικό Σχέδιο Επιχειρήσεων το οποίο εγκρίθηκε τελικά από το Ιταλικό Γενικό Επιτελείο. Το σχέδιο προέβλεπε σε πρώτη περίοδο τήρηση αμυντικής στάσης στην περιοχή ανατολικά της Κορυτσάς και επίθεση επί της γενικής κατεύθυνσης Καλπάκι - Ιωάννινα - Πρέβεζα, με ταυτόχρονη κάλυψη και υποβοήθηση της ενέργειας από την ορεινή κατεύθυνση Λεσκοβίκι - Σαμαρίνα - Μέτσοβο και από την παραλιακή κατεύθυνση με ταυτόχρονη κατάληψη της Κέρκυρας.

Κατά τη δεύτερη περίοδο προβλεπόταν επίθεση στην κατεύθυνση Κορυτσά - κοιλάδα ποταμού Αλιάκμονα - Θεσσαλονίκη, συνέχιση της προσπάθειας από Άρτα προς Αθήνα και παράλληλη δευτερεύουσα ενέργεια από το Μέτσοβο προς τον θεσσαλικό κάμπο.

Το σχέδιο συζητήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1940 στο Παλάτσο Βενέτσια της Ρώμης, παρουσία μεταξύ άλλων του ίδιου του Μουσολίνι, του υπουργού Εξωτερικών Τσιάνο, του στρατάρχη Μπαντόλιο αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων και φυσικά του αντιστράτηγου Βισκόντι Πράσκα, ο οποίος οραματιζόταν ήδη τον εαυτό του στρατηγό στην Πρέβεζα και στρατάρχη στην Αθήνα. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ο Πράσκα περιέγραψε, όπως φανταζόταν εκείνος, τις επιχειρήσεις στην Ηπειρο:

"Το θέατρο επιχειρήσεων θα μας επιτρέψει να διεξάγουμε μια σειρά επιχειρήσεων κύκλωσης κατά των ελληνικών δυνάμεων που κατά τις εκτιμήσεις μας ανέρχονται σε 30.000 άντρες περίπου. Με τον τρόπο αυτόν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την Ηπειρο σε σύντομο χρόνο, δέκα με δεκαπέντε ημέρες. Η επιχείρηση αυτή - η οποία μπορεί να μας επιτρέψει να εξαφανίσουμε τις ελληνικές δυνάμεις- έχει προετοιμαστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια και είναι τέλεια όσο είναι ανθρώπινα δυνατόν. Η επιτυχία της θα επιφέρει βελτίωση της κατάστασής μας, θα μας δώσει πιο ασφαλή σύνορα και η κατοχή του λιμανιού της Πρέβεζας θα έχει ως αποτέλεσμα πλήρη αλλαγή της κατάστασής μας. Αυτή θα είναι η πρώτη φάση των επιχειρήσεων... Το ηθικό των ανδρών μας είναι εξαιρετικό... Τα μόνα σημάδια απειθαρχίας στους αξιωματικούς και τους οπλίτες είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής ανυπομονησίας τους να προχωρήσουν και να πολεμήσουν".

Σχεδιάγραμμα της ιταλικής επίθεσης (28 Οκτωβρίου -13 Νοεμβρίου 1940) (Σχεδίαση χάρτη: Μανίνα Δουραλή για το περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία)

Για την υλοποίηση του σχεδίου κατά την πρώτη περίοδο οι Ιταλοί διέθεταν στην Αλβανία τις παρακάτω δυνάμεις:

• Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση.

• XXV Σώμα Στρατού “Τσαμουριάς" υπό τον στρατηγό Κάρλο Ρόσι στο Θέατρο Ηπείρου το οποίο είχε τις παρακάτω μεραρχίες:

- 23η Μεραρχία "Φεράρα" υπό τον στρατηγό Τζιανίνι, ανεπτυγμένη στην περιοχή Μέρτζανη - Πρεμετή με συνολική δύναμη 12.785 άνδρες, 60 πυροβόλα και 3.500 Αλβανούς.

- 51η Μεραρχία "Σιένα" υπό τον στρατηγό Γκαμπούτι, ανεπτυγμένη στην περιοχή Κονίσπολη - Δέλβινο - Αγιοι Σαράντα με συνολική δύναμη 9.200 άντρες και 50 πυροβόλα.

-131 ΤΘ Μεραρχία “Κένταυροι" με μειωμένη δύναμη υπό τον στρατηγό Μάλι, ανεπτυγμένη στην περιοχή Τεπελένι - Αργυρόκαστρο με συνολική δύναμη 4.037 άντρες, 24 πυροβόλα και 163 ελαφρά άρματα από τα οποία τα 90 ήταν σε πολεμική ετοιμότητα.

- Μεραρχία Ιππικού υπό τον στρατηγό Ριβόλτα, σταθμευμένη στην περιοχή Κονίσπολης με συνολική δύναμη 4.823 άντρες και 32 πυροβόλα.

Συνολικά το XXV Σώμα Στρατού διέθετε 22 τάγματα πεζικού, 3 συντάγματα ιππικού, 90 άρματα μάχης και 61 πυροβολαρχίες από τις οποίες οι 18 ήταν βαριές. Το σύνολο της παραπάνω δύναμης μαζί με μονάδες Μελανοχιτώνων κλπ. ανερχόταν σε 42.000 άνδρες περίπου.

Εναντι αυτών των δυνάμεων ο Ελληνικός Στρατός αντιπαρέταξε στην Ηπειρο την VIII Μεραρχία Πεζικού για την οποία έχει γίνει ήδη λόγος. Η Μεραρχία είχε επιστρατευθεί και διέθετε 15 τάγματα πεζικού, 1 ομάδα αναγνώρισης, 16 πυροβολαρχίες από τις οποίες οι δύο ήταν βαριές και 5 ουλαμούς συνοδείας. Είχε ενισχυθεί επίσης με το στρατηγείο της III Ταξιαρχίας Πεζικού υπό τον συνταγματάρχη πεζικού Δημήτριο Γιατζή. Τα δύο συντάγματα της Ταξιαρχίας είχαν αποσπασθεί το ένα στην I Μεραρχία και το άλλο στην VIII. Στις 27 Οκτωβρίου το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III Μεραρχίας Πεζικού (Πατρών) που είχε προεπιστρατευθεί, κινείτο από την Αιτωλοακαρνανία προς την Ηπειρο για να ενισχύσει την VIII Μεραρχία.

Οπως φαίνεται, οι Ιταλοί υπερείχαν ελαφρά ως προς το πεζικό αλλά η υπεροχή τους στο πυροβολικό ήταν καταθλιπτική (Στο πυροβολικό τους πρέπει να προστεθεί και ο σημαντικός αριθμός όλμων που διέθεταν οι μονάδες πεζικού). Η παρουσία των αρμάτων επίσης αύξανε το επιθετικό δυναμικό των Ιταλών αλλά από το άλλο μέρος η τοποθεσία Καλπακίου (Ελαίας) - Καλαμά είχε οχυρωθεί, αν και μόνο με έργα εκστρατείας.

• XXVI Σώμα Στρατού "Κορυτσάς" στο ΘΔΜ, υπό τον στρατηγό Νάσσι, το οποίο είχε τις παρακάτω μεραρχίες:

- 49η Μεραρχία "Πάρμα" υπό τον στρατηγό Γκραναρόλα, ανεπτυγμένη ανατολικά της Κορυτσάς με συνολική δύναμη 12.000 άνδρες και 60 πυροβόλα.

- 29η Μεραρχία "Πιεμόντε" υπό τον στρατηγό Νάλντι, ανεπτυγμένη δυτικά της Κορυτσάς με συνολική δύναμη 9.300 άνδρες και 32 πυροβόλα.

- 19η Μεραρχία "Βενέτσια" υπό τον στρατηγό Μπονίνι, ανεπτυγμένη από τη λίμνη Πρέσπα μέχρι το Ελβασάν με συνολική δύναμη 10.000 άνδρες και 40 πυροβόλα.

- 53η Μεραρχία "Αρέτζο” υπό τον στρατηγό Φερόνε, ανεπτυγμένη στην περιοχή της Σκόδρας με συνολική δύναμη 12.000 άνδρες και 32 πυροβόλα.

Συνολικά το XXVI Σώμα Στρατού διέθετε 32 τάγματα πεζικού, 2 ίλες ιππικού, 10 άρματα και 68 πυροβολαρχίες από τις οποίες οι επτά ήταν βαριές. Το σύνολο της παραπάνω δύναμης ανερχόταν σε 44.000 άνδρες. Η 49η και η 29η Μεραρχία ήταν προσανατολισμένες προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ενώ η 19η και η 53η προς τα σύνορα της Αλβανίας με τη Γιουγκοσλαβία.

Εναντι του XXVI Σώματος Στρατού βρισκόταν στη Δυτική Μακεδονία από το όρος Σμόλικας μέχρι τη λίμνη Πρέσπα το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) υπό τον αντιστράτηγο Ιωάννη Πιτσίκα με έδρα την Κοζάνη. Στο ΤΣΔΜ υπάγονταν το Β' Σώμα Στρατού υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Παπαδόπουλο με δύο μεραρχίες και μία ταξιαρχία πεζικού και το Γ΄ Σώμα Στρατού υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου με δύο μεραρχίες και μία ταξιαρχία πεζικού. Τα δύο σώματα στρατού διέθεταν συνολικά στον τομέα του ΤΣΔΜ 22 τάγματα πεζικού, 2 ομάδες αναγνώρισης και 22 πυροβολαρχίες από τις οποίες οι επτά ήταν βαριές.

• 3η Μεραρχία Αλπινιστών "Τζούλια" στον τομέα Πίνδου μεταξύ των τομέων των δύο προηγούμενων σωμάτων στρατού υπό τον στρατηγό Τζιρότι, με συνολική δύναμη 5 τάγματα πεζικού, 6 πυροβολαρχίες και 1 ίλη ιππικού. Συνολικά διέθετε 10.800 άνδρες και 20 πυροβόλα.

Εναντι της "Τζούλια" βρισκόταν το Απόσπασμα Πίνδου υπό τον ανακληθέντα εξ εφέδρων συνταγματάρχη πεζικού Κωνσταντίνο Δαβάκη με δύναμη 2 τάγματα πεζικού, 1 ίλη ιππικού και 1,5 πυροβολαρχία.

Γενικά στον τομέα του ΤΣΔΜ οι ελληνικές δυνάμεις υπερτερούσαν ελαφρά εκτός από τον τομέα Πίνδου όπου οι Ιταλοί υπερτερούσαν σε πεζικό και πυροβολικό.

Οι παραπάνω δυνάμεις των αντιπάλων αποτελούσαν τα πρώτα κλιμάκιά τους, τα οποία θα μπορούσαν σταδιακά να ενισχυθούν μέσα σε λίγες ημέρες. Μια επιτυχής αρχική ενέργεια των τμημάτων αυτών θα μπορούσε να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα εξέλιξη των επιχειρήσεων, όπως συνέβη και στην πραγματικότητα.

Το σχέδιο των Ιταλών ήταν καλά μελετημένο αλλά οι δυνάμεις που είχαν διατεθεί για την πρώτη περίοδο των επιχειρήσεων αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Κύριος υπεύθυνος γι' αυτό ήταν ο ίδιος ο Πράσκα, ο οποίος είχε πείσει τον Ντούτσε ότι η επίθεση της Ελλάδας θα εξελισσόταν σε περίπατο που θα κατέληγε σε θριαμβευτική είσοδο του Ιταλικού Στρατού στην Αθήνα - με τον Πράσκα στρατάρχη. Ο γηραιός στρατηγός Μπαντόλιο είδε ότι οι δυνάμεις που βρίσκονταν έναντι της Ηπείρου ήταν ανεπαρκείς και πρότεινε να αυξηθεί ο αριθμός των μεραρχιών σε είκοσι. Ο Πράσκα κατόρθωσε να πείσει τον Μουσολίνι ότι οι δυνάμεις ήταν επαρκείς. Η σκέψη του είχε μεγάλη δόση υστεροβουλίας: ο Πράσκα ήταν νέος αντιστράτηγος και μπορούσε να διοικήσει μια δύναμη μερικών μεραρχιών μόνο. Αν ο αριθμός των μεραρχιών αυξανόταν, θα έπρεπε να αναλάβει τη διοίκηση αρχαιότερός του στρατηγός, γεγονός το οποίο δεν ήθελε να συμβεί. Αντίθετα, μια επιτυχία του με μικρό αριθμό μεραρχιών θα είχε ως αποτέλεσμα τη βέβαιη προαγωγή του. Τις παραμονές της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα ο Ντούτσε με επιστολή του τον πληροφόρησε ότι είχε αποτρέψει πολλές προσπάθειες που είχαν γίνει για να του αφαιρεθεί η διοίκηση.

Οι ιταλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ηπειρο στις 05.30 της 28ης Οκτωβρίου. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος που ακολούθησε διαιρείται σε τρεις περιόδους:

• Πρώτη περίοδος από 28 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 1940: απόκρουση της ιταλικής επίθεσης.

• Δεύτερη περίοδος από 14 Νοεμβρίου 1940 μέχρι 6 Ιανουαρίου 1941: η ελληνική αντεπίθεση. Υποδιαιρείται σε δύο φάσεις:

- Πρώτη φάση από 14 έως 23 Νοεμβρίου 1940: αποκατάσταση συνόρων, κατάληψη Κορυτσάς.

-Δεύτερη φάση από 24 Νοεμβρίου 1940 έως 6 Ιανουαρίου 1941: κατάληψη Αγίων Σαράντα -Αργυροκάστρου - Πρεμετής - Μοσχόπολης -Πόγραδετς.

•Τρίτη περίοδος από 6 Ιανουαρίου έως 6 Απριλίου 1941. Υποδιαιρείται σε δύο φάσεις:

- Πρώτη φάση από 6 Ιανουαρίου έως 8 Μαρτίου 1941: Κατάληψη Κλεισούρας - Τρεμπεσίνας- Μπούμπεσι.

- Δεύτερη φάση, η μεγάλη Εαρινή Επίθεση "Πριμαβέρα" (Ανοιξη) των Ιταλών.


Η ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Οι ιταλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ηπειρο με οκτώ φάλαγγες από τον παραλιακό τομέα μέχρι τον Σμόλικα.

Στον παραλιακό τομέα κινήθηκε η Μεραρχία Ιππικού με αποστολή να αρχίσει την κύκλωση της Ηπείρου από τα δυτικά. Η Μεραρχία κινήθηκε προς την κατεύθυνση Κονίσπολη-Σαγιάδα και μετά την κατάληψη της Ηγουμενίτσας προς τις γενικές κατευθύνσεις:

- Ηγουμενίτσα - Πάργα - Πρέβεζα.

- Μαζαρακιά - Μαργαρίτι - Αρτα.

Στον κεντρικό τομέα:

• Η Μεραρχία "Σιένα" κινήθηκε στο δυτικό τμήμα με δύο φάλαγγες προς τις κατευθύνσεις:

- Κώτσικα - Φιλιάτες - Βρυσέλλα.

- Πόβλα - Κεραμίτσα - Βρουσίνα.

• Η Μεραρχία "Φεράρα", η οποία είχε αναλάβει την κύρια προσπάθεια, κινήθηκε προς την κύρια τοποθεσία αμύνης Καλπακίου (Ελαίας) με τέσσερις φάλαγγες στις κατευθύνσεις:

- Κακαβιά - Κρυονέρι - Παλαιόκαστρο.

- Κοιλάδα Δρίνου - Δελβινάκι - Καλπάκι.

- Δρυμάδες - Λαχανόκαστρο - Γεροπλάτανος-Μεσοβούνι.

- Κοιλάδα Αώου - γέφυρα Περάτι (Μέρτζανη)-Καλπάκι.

Αποστολή της ήταν να διασπάσει την τοποθεσία Καλπακίου και να καταλάβει τα Ιωάννινα.

• Στον τομέα Πίνδου κινήθηκε η Μεραρχία "Τζούλια" με πέντε φάλαγγες:

- Δύο στη γενική κατεύθυνση Γκόλιο - Δ. Σμόλικας - Δίστρατο,

- Τρεις στη γενική κατεύθυνση Σταυρός -Φούρκα - Σαμαρίνα - Βωβούσα - Μέτσοβο.

Αποστολή της ήταν η κατάληψη του Μετσόβου και η κύκλωση των δυνάμεων της Ηπείρου από τα ανατολικά.

Μετά την έναρξη της ιταλικής επίθεσης η αρχηγεία του κατά ξηράν Στρατού ανετέθη στον αντιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο. Από τις 24.00 της 28ης Οκτωβρίου άρχισε να λειτουργεί στην Αθήνα το Γενικό Στρατηγείο. Τα επιτελικά γραφεία και οι διευθύνσεις του επανδρώθηκαν από το σύνολο των αξιωματικών που υπηρετούσαν στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, το οποίο σε όλη τη διάρκεια του πολέμου λειτούργησε ως έμπεδο επιτελείο. Αρχηγός του ΓΕΣ τοποθετήθηκε ο έφεδρος εκ μονίμων αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Πάλλης.

Σχεδιάγραμμα της ελληνικής αντεπίθεσης Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1940 (Σχεδίαση χάρτη: Μανίνα Δουραλή για το περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία)

Ο αγώνας στην τοποθεσία Καλαμά - Καλπακίου
Στις 28 Οκτωβρίου κυκλοφόρησε στις μονάδες της VIII Μεραρχίας η παρακάτω ημερησία διαταγή του διοικητή της:

"Αξιωματικοί και οπλίται της Ογδόης Μεραρχίας,

Ο Πρέσβυς της Ιταλίας εν Αθήναις εζήτησεν από την Κυβέρνησιν ημών να διέλθη ο Ιταλικός Στρατός δια του εδάφους μας.

Η Κυβέρνησις απέρριψε την αίτησιν ταύτην και διέταξε αντίστασιν μέχρις εσχάτων.

Ηδη διανοίγεται το στάδιον της εκτελέσεως του υπέρτατου προς την πατρίδα καθήκοντος δι' αντιοτάσεως, μέχρις εσχάτων συμφώνως προς το σχέδιον ενεργείας.

Αξιωματικοί και οπλίται της Ογδοης Μεραρχίας αμυνθήτε του Ιερού Πατρίου εδάφους μετά φανατισμού εναντίον του επιδρομέως όστις θέλει να προσβάλη ημάς υπούλως και ανάνδρως.

Αναμνησθήτε των ενδόξων παραδόσεων του Εθνους μας και πολεμήσατε μετά λύσσης κατά του ανάνδρου εχθρού όστις τόσον ατίμως και ανάνδρως θέλει να προσβάλη τούτο.

Δείξατε εις αυτόν ότι είμεθα εις θέσιν να δώσωμεν την δέουσαν απάντησιν όπως έδωσαν οι Πρόγονοί μας εις τους επιδρομείς Πέρσας.

Ο Θεός ας βοηθήσει τον Τίμιον υπέρ Πατρίδος αγώνα μας και ας ευλογήσει τα όπλα μας διότι θα αγωνισθώμεν υπέρ βωμών και εστιών και υπέρ της ελευθερίας μας.

Με την πεποίθησιν ακράδαντον υπέρ της νίκης αναφωνώ μεθ’ ημών
Ζήτω το Εθνος!
Ζήτω η Πατρίς!
Ζήτω ο Στρατός!
Ωρα 5η Ιωάννινα τη 28 Οκτωβρίου 1940
Χαράλ. Κατσιμήτρος
Υποστράτηγος

(τηρήθηκε η ορθογραφία και η στίξη του πρωτοτύπου, το οποίο όπως φαίνεται γράφτηκε εν σπουδή).

Για να αντιμετωπίσει την απειλή στην τοποθεσία Καλαμά-Καλπακίου, η VIII Μεραρχία είχε την ακόλουθη διάταξη. Το Σχέδιο ΙΒα προέβλεπε την παραχώρηση μιας στενής λωρίδας εδάφους στην Ηπειρο. Στη λωρίδα εκείνη είχε διατεθεί μια δύναμη πέντε ταγμάτων πεζικού, δύο ορειβατικών πυροβολαρχιών και τριών ουλαμών πυροβόλων συνοδείας. Οι δυνάμεις αυτές, ανεπτυγμένες κατά μήκος των συνόρων, είχαν αποστολή τμημάτων κάλυψης: επιβράδυνση και φθορά του εχθρού και στη συνέχεια είσοδο στην κύρια αμυντική τοποθεσία όπου θα αποτελούσαν την εφεδρεία της Μεραρχίας.

Η κύρια αμυντική τοποθεσία στήριζε το δεξιό πλευρό της στο ύψωμα Κόζακο του Μιτσικελίου και το αριστερό στο ύψωμα Χάβος του Κασιδιάρη. Η γραμμή αμύνης από δεξιά προς τα αριστερά στοιχιζόταν στα υψώματα Γκραμπάλας, Ασσόνισας, Καλπακίου (Ελαίας), Παρακάλαμου, Αγίου Αθανασίου, Βροντισμένης και δυτικά του Καλαμά στα υψώματα Ρεπέτιστας, Μονής Σωσίνου και Γκορτσιές. Η τοποθεσία είχε σχήμα πετάλου που περιέβαλε τις πηγές του ποταμού Καλαμά και τον παραπόταμό του Γόρμπο. Ο χώρος μπροστά από τη στενωπό Καλπακίου ήταν ένα απέραντο έλος που εμπόδιζε την κίνηση όχι μόνο των μηχανοκίνητων μέσων αλλά και του πεζικού.

Στην κύρια αμυντική τοποθεσία ο όγκος των δυνάμεων της VIII Μεραρχίας είχε διαταχθεί από τα δεξιά προς τα αριστερά σε έναν ανεξάρτητο υποτομέα και τρεις τομείς:

• Υποτομέας Αώου. Διοικητής ο ταγματάρχης Νικόλαος Γίγας, με σταθμό διοίκησης στην Κόνιτσα. Ο υποτομέας ήταν επανδρωμένος με ένα τάγμα προκάλυψης.

• Τομέας Νεγράδων. Διοικητής ο συνταγματάρχης Γεώργιος Ντρεν με σταθμό διοίκησης στους Νεγράδες. Οι δυνάμεις του τομέα ήταν 5 τάγματα πεζικού, 10 πυροβολαρχίες από τις οποίες οι δύο βαριές, 1 τάγμα πολυβόλων, 1 πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων και 1 ουλαμός πυροβολικού συνοδείας. Οι δυνάμεις αυτές είχαν κατανεμηθεί σε τρεις υποτομείς: Βροντισμένης, Καλπακίου, Σουδενών.

• Τομέας Καλαμά. Διοικητής ο συνταγματάρχης Δημήτριος Γιατζής, με σταθμό διοίκησης στη Ζίτσα. Οι δυνάμεις του τομέα ήταν 3 τάγματα πεζικού, 3 πυροβολαρχίες, 1 τάγμα πολυβόλων (-), 1 μεραρχιακή ομάδα αναγνώρισης και 2 ουλαμοί πυροβολικού συνοδείας. Οι δυνάμεις αυτές ήταν διατεταγμένες σε τρεις υποτομείς: Βρουσίνας, Γρανιτσοπούλας, Γρίμπιανης.

• Τομέας Θεσπρωτίας. Διοικητής ο υποστράτηγος Νικόλαος Λιούμπας, με σταθμό διοίκησης στο Νεοχώρι. Οι δυνάμεις του τομέα ήταν 2 τάγματα πεζικού και 2 πυροβολαρχίες ανεπτυγμένες σε δύο υποτομείς: Παραποτάμου και Νεοχωρίου.

Ενας ακόμα τομέας είχε δημιουργηθεί για να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενη ενέργεια των Ιταλών στην περιοχή του Αμβρακικού κόλπου. Επρόκειτο για τον τομέα Πρέβεζας - Φιλιππιάδας όπου είχαν διατεθεί ένα τάγμα πεζικού, μία πυροβολαρχία πεδινού πυροβολικού, ένας λόχος πολυβόλων και δύο ουλαμοί συνοδείας. Οταν εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση και έπειτα από εκτίμηση του Γενικού Στρατηγείου ότι η απειλή στην περιοχή εκείνη ήταν αμελητέα, οι δυνάμεις του τομέα αυτού μεταφέρθηκαν για να ενισχύσουν τον τομέα Θεσπρωτίας όπου, όπως θα δούμε, οι Ιταλοί είχαν προχωρήσει σε αρκετό βάθος.

Η επίθεση των Ιταλών εξελίχθηκε ως εξής:

Στο διάστημα 28 και 29 Οκτωβρίου οι ιταλικές φάλαγγες κινήθηκαν με σχετική διστακτικότητα. Τα τμήματα προκάλυψης, αφού διεξήγαγαν με επιτυχία τον επιβραδυντικό αγώνα, συμπτύχθηκαν στην κύρια αμυντική τοποθεσία. Παράλληλα πυροδοτήθηκαν οι καταστροφές των γεφυρών του Δρίνου, του Γόρμπου και του Αώου στη Μεσογέφυρα, όπου καταστράφηκαν και τέσσερα ιταλικά άρματα. Η είσοδος των τμημάτων κάλυψης στην αμυντική τοποθεσία πραγματοποιήθηκε τη νύκτα της 29/30 Οκτωβρίου ύστερα από διαταγή της Μεραρχίας. Παράλληλα, το ΓΣ επέσπευσε την 29η Οκτωβρίου την προώθηση του 39ου Συντάγματος Ευζώνων από το Αγρίνιο στην Αρτα για την ενίσχυση της Μεραρχίας. Ενα τάγμα του Συντάγματος προωθήθηκε στις 31 Οκτωβρίου στην τοποθεσία Καλπακίου ως εφεδρεία.

Στις 29 Οκτωβρίου εκδόθηκε η παρακάτω ανακοίνωση του Ιταλικού Γενικού Στρατηγείου:

"Χθες την αυγή οι δυνάμεις μας στην Αλβανία πέρασαν τα ελληνικά σύνορα και διείσδυσαν σε πολλά σημεία στο εχθρικό έδαφος. Η προέλαση συνεχίζεται. Η Αεροπορία μας, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες βομβάρδισε επανειλημμένα στρατιωτικούς στόχους, κατέστρεψε κτήρια και πλατφόρμες στον σιδηροδρομικό σταθμό και το λιμάνι των Πατρών και προκάλεσε πυρκαγιές. Βομβάρδισε επίσης εγκαταστάσεις κατά μήκος της διώρυγας της Κορίνθου, τη ναυτική βάση της Πρέβεζας και εγκαταστάσεις του αεροδρομίου του Τατοϊου κοντά στην Αθήνα. Ολα τα αεροπλάνα επέστρεψαν στις βάσεις τους".

Το ανακοινωθέν λησμόνησε να αναφέρει ότι ανάμεσα στους "στρατιωτικούς στόχους" ήταν και μερικά μικρά παιδιά στην Πάτρα, τα οποία είχαν βγει στους δρόμους για να δουν τα αεροπλάνα...

Στο χρονικό διάστημα 30-31 Οκτωβρίου και 1η Νοεμβρίου οι Ιταλοί ασχολήθηκαν με την προετοιμασία της κύριας επίθεσης κατά της τοποθεσίας Καλαμά-Καλπακίου. Τα ζωτικά υψώματα της περιοχής βομβαρδίζονταν καθημερινά πρώτα από την αεροπορία και στη συνέχεια από το πυροβολικό. Ομως, χάρη στην οργάνωση της τοποθεσίας, οι απώλειες ήταν μικρές. Την 1η Νοεμβρίου οι Ιταλοί είχαν προωθηθεί αρκετά ώστε να λάβουν επαφή με την αμυντική τοποθεσία. Ηδη όμως, όπως θα δούμε παρακάτω, ο αγώνας στην Πίνδο είχε λάβει δυσάρεστη τροπή και απειλείτο άμεσα ο ζωτικός χώρος του Μετσόβου. Για τον λόγο αυτόν το ΓΣ εξέδωσε στις 31 Οκτωβρίου την παρακάτω διαταγή προς την VIII Μεραρχία:

"Παρακαλώ έχετε πάντα υπ’ όψιν ότι η αποστολή σας είναι κάλυψις του ΘΔΜ από γενικής κατευθύνσεως Ιωάννινα - Ζυγός και απόφραξις των εξ Ηπείρου προς Αιτωλοακαρνανίαν οδεύσεων. Επί της εντολής ταύτης προέχουσαν σημασίαν έχει η απόφραξις κατευθύνσεως Ζυγού. Απόφραξις αύτη εκτελεσθήσεται υπό VIII Μεραρχίας. Προσπάθειά σας δια διεκδίκησιν εθνικού εδάφους Ηπείρου δεν πρέπει να σας αγάγωσιν εις φθοράν μέσων καθιστώσαν προβληματικήν εκπλήρωσιν ανωτέρω αποστολών".

Ο Κατσιμήτρος, παρά τη διαταγή του ΓΣ, όχι μόνο δεν άλλαξε την αρχική του απόφαση αλλά ενέτεινε τις προσπάθειές του για την απόκρουση της επικείμενης ιταλικής επίθεσης.

Λόγω όμως της δυσμενούς κατάστασης η οποία δημιουργήθηκε στον τομέα Πίνδου και έθεσε σε κίνδυνο το δεξιό πλευρό της αμυντικής διάταξής της, ύστερα από διαταγή του ΓΣ η Μεραρχία εξέδωσε την 31η Οκτωβρίου διαταγή με την οποία συγκροτήθηκε απόσπασμα από ένα τάγμα του 4ου ΣΠ, το Τάγμα Κονίτσης, και μια πυροβολαρχία υπό τον αντισυνταγματάρχη Μαρδοχαίο Φριζή. Το Απόσπασμα Φριζή ανέλαβε την κάλυψη του δεξιού πλευρού της Μεραρχίας καταλαμβάνοντας τα υψώματα νότια του ποταμού Αώου. Έπρεπε να αποκλείσει με κάθε θυσία τις ορεινές διαβάσεις μεταξύ των ορέων Γκαμήλα και Κουκουρούντζος. Υπό το Απόσπασμα ετέθησαν επίσης οι δυνάμεις που φύλαγαν τις ορεινές διαβάσεις Πάπιγκου και Αστρακά.

Η ιταλική επίθεση κατά της τοποθεσίας εκδηλώθηκε στις 2 Νοεμβρίου. Εκείνο το πρωί ο διοικητής του XXV Σώματος Στρατού έστειλε την ακόλουθη διαταγή προς την Αεροπορία του:

Επωφεληθείτε από την καλή ημέρα και χτυπήστε δυνατά τον εχθρό".

Ακολούθησε σφοδρός βομβαρδισμός από την αεροπορία και το πυροβολικό, με ιδιαίτερη ένταση στον τομέα Καλπακίου. Στις 15.00 η Μεραρχία "Φεράρα" κινήθηκε όπως προβλεπόταν στο σχέδιό της και ένα τμήμα Αλβανών ενός τάγματος, επωφελούμενο από τη χιονοθύελλα που είχε ξεσπάσει, κατόρθωσε να πλησιάσει αθέατο το ύψωμα Γκραμπάλα, να αιφνιδιάσει τη διμοιρία που κατείχε την κορυφή του και να την καταλάβει. Κατόρθωσαν να κρατήσουν το ύψωμα μέχρι το πρωί. Στις 05.00 της 3ης Νοεμβρίου εκτοξεύθηκε αντεπίθεση για την ανακατάληψη του υψώματος ενώ παράλληλα το υπόλοιπο ιταλικό τάγμα, το οποίο είχε μείνει καλυμμένο για να αποφύγει τη χιονοθύελλα, κινήθηκε και αυτό για να σταθεροποιηθεί επί του υψώματος. Ελληνικά και ιταλο-αλβανικά τμήματα συναντήθηκαν και έπειτα από σφοδρό αγώνα με χειροβομβίδες και ξιφολόγχες, η Γκραμπάλα πέρασε πάλι σε ελληνικά χέρια.

Την ίδια ημέρα οι ελληνικές δυνάμεις στο Καλπάκι αντιμετώπισαν με επιτυχία μια έφοδο 50-60 αρμάτων και 80 μοτοσικλετιστών και κατέστρεψαν εννέα άρματα και 30 μοτοσικλέτες. Το γεγονός αυτό ανέβασε στα ύψη το ηθικό των Ελλήνων μαχητών. Εχει μείνει ιστορική η αναφορά του ταγματάρχη Χρυσοχόου, διοικητή του Ιου Τάγματος του 40 Συντάγματος Ευζώνων, προς τον διοικητή της Μεραρχίας:

"Στρατηγέ μου σας αναφέρω ότι πάει, εξευτελίστηκε και αυτό το όπλο του Μουσολίνι...".

Τη νύκτα της 3/4 Νοεμβρίου, μια μικρή ιταλική δύναμη κατόρθωσε να περάσει τον Καλαμά στην περιοχή Αγίου Αθανασίου, αλλά απωθήθηκε ύστερα από άμεση αντεπίθεση. Την ίδια νύκτα με διαταγή της Μεραρχίας συμπτύχθηκαν τα τμήματα τα οποία βρίσκονταν δυτικά του ποταμού και μεταφέρθηκαν σε οργανωμένες θέσεις ανατολικά του ποταμού στην περιοχή Ζίτσας και Σουλόπουλου. Η σύμπτυξη επετεύχθη με τόση τάξη ώστε οι Ιταλοί αντιλήφθηκαν την απουσία των τμημάτων μόλις το απόγευμα της 4ης Νοεμβρίου.

Η 5η Νοεμβρίου ήταν μια κρίσιμη ημέρα. Οι Ιταλοί επιτέθηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα για να καταλάβουν τη Γκραμπάλα, το Καλπάκι και τη Βροντισμένη, αλλά απέτυχαν οικτρά. Το ίδιο βράδυ υπεκλάπη ένα σήμα ιταλικής μονάδας από το οποίο φάνηκε η δύσκολη θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι Ιταλοί. Το σήμα έλεγε:

Είμαστε υποχρεωμένοι να αναστείλουμε τις επιχειρήσεις αναμένοντας ενισχύσεις. Οι Ελληνες που είναι γνωστοί για το πείσμα και την επιμονή τους, οργάνωσαν από τον καιρό της ειρήνης το τραχύ και ανώμαλο έδαφος της Ηπείρου με τέτοια μεθοδικότητα και επιμέλεια ώστε ο κάθε βράχος να αποτελεί μια φωλιά πολυβόλου και κάθε σπήλαιο μια Θέση άμυνας, παρουσιάζοντας τόση λύσσα στον αγώνα ώστε να χρειάζονται περισσότερα και ισχυρότερα μέσα για να τους διώξουμε".

Στις 6 και 7 Νοεμβρίου οι Ιταλοί συνέχισαν τις προσπάθειές τους και στις 22.00 της 7ης μια διλοχία τους κατόρθωσε να καταλάβει για δεύτερη φορά τη Γκραμπάλα, προσωρινά όμως γιατί ανετράπη έπειτα από άμεση αντεπίθεση. Οι νεκροί Ιταλοί που βρέθηκαν στη Γκραμπάλα έφεραν κρεμασμένες από τον λαιμό ταυτότητες με την επιγραφή Fanti della Morte (Στρατιώτες του Θανάτου).

Στις 8 Νοεμβρίου φάνηκαν οι πρώτες ενδείξεις ότι οι Ιταλοί υποχωρούσαν από την τοποθεσία: παρατηρήθηκαν κινήσεις μεταγωγικών προς τα μετόπισθεν, αλλαγή θέσεων πυροβολικού και απουσία αρμάτων μπροστά από την αμυντική τοποθεσία. Αρχικά η χαλάρωση της εχθρικής δραστηριότητας αποδόθηκε σε προπαρασκευή νέας επίθεσης με νέες δυνάμεις που αναμενόταν να ενισχύσουν τις αρχικές. Η κατάσταση ξεκαθάρισε όταν περιήλθε στην κατοχή της Μεραρχίας μια απόρρητη διαταγή της Μεραρχίας "Φεράρα", η οποία αναφερόταν σε άμυνα στον τομέα μεταξύ υψώματος Μεσοβουνίου και αμαξιτής οδού Καλπακίου - Ιωαννίνων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες, ολόκληρο το XXV ΣΣ θα λάμβανε "θέσεις προσεκτικής αναμονής" περιμένοντας νέα στρατεύματα για να επαναληφθεί η προέλαση στα Ιωάννινα. Η άμυνα θα διεξαγόταν μέχρις εσχάτων στις θέσεις Βουρτόπια και Προφήτης Ηλίας με αντεπιθέσεις κατά ελληνικών ενεργειών εκ της κατεύθυνσης Καλιβίων - Τσερβάρι. Ο "περίπατος" των Ιταλών τον οποίο είχε ονειρευτεί ο Βισκόντι Πράσκα, μετετράπη σε "άμυνα μέχρις εσχάτων" σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Σχεδιάγραμμα της Εαρινής ιταλικής επίθεσης (9-15 Μαρτίου 1941)

Η ιταλική επίθεση στον παραλιακό τομέα (τομέας Θεσπρωτίας)
Στον τομέα Θεσπρωτίας η εξέλιξη των επιχειρήσεων υπήρξε δυσμενής και έθεσε προς στιγμήν σε κίνδυνο τις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες αμύνονταν στην τοποθεσία Καλαμά-Καλπακίου. Με την έναρξη της επίθεσης τα τμήματα προκάλυψης πιεζόμενα από ισχυρές εχθρικές δυνάμεις υποχώρησαν, όχι πάντα με τάξη, νότια του ποταμού Καλαμά. Οι Ιταλοί έλαβαν επαφή με την τοποθεσία στις 29 Οκτωβρίου και ένα μικρό τμήμα τους κατόρθωσε να περάσει το ποτάμι κοντά στις εκβολές του και να προχωρήσει προς Δαφνά. Αποκρούστηκε όμως και αναγκάστηκε να επιστρέφει στη βάση του αφού υπέστη σοβαρές απώλειες. Η κακή κατάσταση της οδού Κονίσπολη - Σαγιάδα καθυστέρησε σημαντικά τους Ιταλούς, οι οποίοι κατέβαλαν εντατικές προσπάθειες για να την επισκευάσουν προκειμένου να μπορέσει να κινηθεί το βαρύ πυροβολικό τους. Από την 3η Νοεμβρίου η τοποθεσία του τομέα βομβαρδίστηκε σφοδρά και τη νύκτα 4/5 Νοεμβρίου οι Ιταλοί πέρασαν τον Καλαμά στο ύψος του χωριού Βρυσέλα με ισχυρές δυνάμεις και ανέτρεψαν το τάγμα το οποίο αμυνόταν εκεί. Το τάγμα συμπτύχθηκε στη γραμμή Δρυμίτσα-Δράμεσι που αποτελούσε και τη γραμμή αναχαίτισης. Η Μεραρχία, όταν πληροφορήθηκε την κατάσταση και μη έχοντας να διαθέσει εφεδρείες στον τομέα Θεσπρωτίας, διέταξε να ανακοπεί με κάθε θυσία η κίνηση του εχθρού πέρα από τη γραμμή Δρυμίτσα - Δράμεσι - Αυχένας Νεοχωρίου - διάβαση Ζούμπανη και να καλυφθεί η διάβαση από Ηγουμενίτσα προς Μαργαρίτι. Σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης των παραπάνω, ο τομέας Θεσπρωτίας θα συμπτυσσόταν προς την τοποθεσία Αχέροντα με διαδοχικά άλματα όπου και θα αμυνόταν. Εκείνο το οποίο ανησυχούσε ιδιαίτερα τη Μεραρχία ήταν η διάβαση Ελευθεροχωρίου που οδηγούσε στο χωριό Κοσμηρά, 10 χιλιόμετρα ΝΔ των Ιωαννίνων. Για τη διατήρηση της διάβασης η μεραρχία συγκρότησε το Απόσπασμα Ελευθεροχωρίου, το οποίο εκτός από την ομώνυμη διάβαση είχε αναλάβει τη φύλαξη της ορεινής διάβασης Ζαμπάνη. Το ίδιο βράδυ το Απόσπασμα Θεσπρωτίας αποφάσισε να συμπτυχθεί αμέσως προς την τοποθεσία Αχέροντα, αφενός μεν για να διακοπεί η επαφή με τον εχθρό, αφετέρου για να έχει χρόνο για αναδιοργάνωση και ανασυγκρότηση. Η Μεραρχία ενέκρινε την απόφαση αυτή.

Στις 6 Νοεμβρίου οι Ιταλοί κατέλαβαν την Ηγουμενίτσα ενώ τα τμήματα του τομέα Θεσπρωτίας συμπτύχθηκαν στην τοποθεσία Αχέροντα όπου ενισχύθηκαν με τμήματα της VIII Μεραρχίας τις νύκτες 6/7 και 7/8 Νοεμβρίου. Ο διοικητής της VIII Μεραρχίας, σε επαφή του με τον αρχιστράτηγο Παπάγο, διατύπωσε την άποψη ότι όσο κρατούσε σταθερά η τοποθεσία Καλαμά-Καλπακίου δεν προέβλεπε κίνηση των Ιταλών προς νότο στον παραλιακό τομέα, πολύ περισσότερο μάλιστα τη στιγμή κατά την οποία ο αγώνας στην Πίνδο είχε λάβει ευνοϊκή τροπή για τις ελληνικές δυνάμεις. Στις 7 Νοεμβρίου οι Ιταλοί πέτυχαν τη μεγαλύτερη διείσδυσή τους στον παραλιακό τομέα, φθάνοντας με προωθημένα τμήματά τους μέχρι το Μαργαρίτι. Στις 8 Νοεμβρίου έφθασε στην Αλβανία ο στρατηγός Σοντού, υφυπουργός Στρατιωτικών της Ιταλίας, και ανέλαβε τη διοίκηση των εκεί ιταλικών δυνάμεων. Ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα, που είχε ονειρευτεί μεγαλεία και τιμές στρατάρχη, περιορίστηκε στη διοίκηση των ιταλικών δυνάμεων στην Ηπειρο.

Από τις 10-12 Νοεμβρίου 1940 η VIII Μεραρχία διεξήγαγε επιθετικές αναγνωρίσεις με σκοπό την αποκατάσταση του εδάφους που είχε χαθεί. Οι Ιταλοί απάντησαν με σφοδρούς βομβαρδισμούς πυροβολικού και αεροπορίας. Στις 12 Νοεμβρίου η VIII Μεραρχία υπήχθη στο Α' Σώμα Στρατού, υπό τον αντιστράτηγο Δημήτριο Δεμέστιχα, ο οποίος ανέλαβε τον τομέα Ηπείρου. Ο τομέας Θεσπρωτίας μετονομάστηκε σε Απόσπασμα Λιούμπα και υπήχθη απευθείας στο Α' ΣΣ. Στις 13 Νοεμβρίου τμήματα του Αποσπάσματος Λιούμπα είχαν αποκαταστήσει την τοποθεσία Καλαμά ενώ τα τμήματα στην τοποθεσία Καλπακίου ήταν έτοιμα να κινηθούν επιθετικά κατά του εχθρού.

Ετσι τελείωσε με περιφανή νίκη των δυνάμεων της VIII Μεραρχίας η μάχη της Ηπείρου, η οποία διήρκεσε εννέα ημέρες. Στο διάστημα αυτό οι απώλειες της Μεραρχίας ήταν 3 αξιωματικοί και 57 οπλίτες νεκροί, 5 αξιωματικοί και 203 οπλίτες τραυματίες. Οι περισσότερες απώλειες είχαν προκληθεί από τον βομβαρδισμό της εχθρικής αεροπορίας και του πυροβολικού. Οι απώλειες των Ιταλών σύμφωνα με τον ίδιο τον Πράσκα ήταν μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 17 αξιωματικοί και 354 οπλίτες νεκροί, 65 αξιωματικοί και 1.134 οπλίτες τραυματίες και 10 αξιωματικοί καί 648 οπλίτες αγνοούμενοι. Ο αρχιστράτηγος, όταν η VIII Μεραρχία υπήχθη στο Α' ΣΣ, έστειλε την παρακάτω διαταγή:

Εκφράζομεν πλήρη ικανοποίησιν δι’ επιτυχήν αντψετώπισιν καταστάσεων επί λήξει περιόδου ενεργείας σας ως ανεξαρτήτου μεραρχίας. Τούτο αφορά διοικητήν Μεραρχίας πρωτίστως και εν αναλόγω βαθμώ συνεργάτας του".

Η ιταλική επίθεση στην Πίνδο
Η 3η Μεραρχία Αλπινιστών "Τζούλια", όπως προαναφέρθηκε, κινήθηκε ακολουθώντας τις ορεινές διαβάσεις της Πίνδου με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του Μετσόβου. Επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού αυτού σήμαινε απειλή των νώτων της VIII Μεραρχίας και διαχωρισμό των ελληνικών δυνάμεων Ηπείρου, Δυτικής Μακεδονίας και Θεσσαλίας. Ο τομέας της Πίνδου λοιπόν ήταν ζωτικής σημασίας για την άμυνα της Ηπείρου αλλά και για την παραπέρα εξέλιξη των επιχειρήσεων.

Ο Αγγελος Τερζάκης στο θαυμάσιο έργο του "Η Ελληνική Εποποιία", δίνει μια πολύ παραστατική περιγραφή του τομέα της Πίνδου, ο οποίος εκτός των άλλων εκείνη την εποχή είχε πολύ πιο φτωχό οδικό δίκτυο:

Είναι ένα συγκρότημα από βουνά, που ριζώνουν κατάσαρκα στον ελληνικό κορμό και κλαδώνεται από τα βορειοδυτικά στα νοτιοανατολικά, κάπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μάκρος. Χταπόδι τεράστιο, κουβάρι από μυώνες, πλοκάμια καβαλικευτά, μπερδεμένα, πλάθει τη ραχοκοκκαλιά της ελληνικής χερσονήσου. Για να κατέβεις βιαστής από τον Βοριά, να χτυπήσεις τις πύλες της χώρας, πρέπει τον κόμπο τούτο να τον λύσεις. Δύσκολο πολύ. Κοιτάς τα καταρράχια όπου κατρακυλάει το μαύρο έλατο, τις λαγκαδιές που βουίζουν μυστικά μέσα στην άχνα της απεραντοσύνης και το μάτι σου θολώνει. Τα χωριά σωπαίνουν κουρνιασμένα στις βουνοπλαγιές σαν όρνια. Ψηλά στα ουρανοθέμελα πυργώνονται απανωτά άσωστες οι βουνοκορφές. Σαν έρθει το πρώτο χιόνι όλος αυτός ο γιγάντιος κόσμος παραχώνεται, γίνεται απέραντος άσπρος τάφος, όλο μυστήριο και σιωπή. Τότε μήτε η αρκούδα, το αγριογούρουνο ή ο λύκος δεν ξεθαρρεύουν μακριά από τις μονιές τους. Μονάχα ο άνεμος θερίζει δρασκελώντας τα διάσελα, κυρίαρχος σα Χάρος."

Είδαμε τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε η Μεραρχία Αλπινιστών "Τζούλια" στην Πίνδο. Το Απόσπασμα Πίνδου που την αντιμετώπιζε είχε οργανωθεί για την περίσταση αυτή. Ηταν μονάδα εφεδρείας και είχε δημιουργηθεί με προεπιστράτευση στις 29 Αυγούστου 1940, δύο μόλις μήνες πριν από την ιταλική εισβολή. Διοικητής του ήταν ο ανακληθείς έφεδρος εκ μονίμων συνταγματάρχης πεζικού Κωνσταντίνος Δαβάκης, ο οποίος συνέδεσε για πάντα το όνομά του με την Πίνδο. Το Απόσπασμα αποτελείτο από το 51ο Σύνταγμα Πεζικού. Κατά την προεπιστράτευση της 29ης Αυγούστου είχαν επιστρατευθεί τα δύο μόνο τάγματα του Συντάγματος, τα Ι/ 51 και Ι Ι / 51. Το τρίτο τάγμα του, το Ι Ι Ι/ 51 ΤΠ, επιστρατεύθηκε στις 15 Οκτωβρίου και όταν εκδηλώθηκε η επίθεση των Ιταλών κινείτο προς την τοποθεσία όπου θα χρησιμοποιείτο ως εφεδρεία. Το Απόσπασμα διέθετε επίσης μία ορειβατική πυροβολαρχία των 75 mm και έναν ουλαμό πυροβολικού συνοδείας με πυροβόλα των 65 mm. Είχε επίσης και έναν ουλαμό ιππικού. Η συνολική του δύναμη ανερχόταν σε 2.000 άνδρες περίπου. Ο σταθμός διοίκησης του Αποσπάσματος βρισκόταν στο Επταχώρι και η αποστολή του ήταν να εξασφαλίσει την τοποθεσία του Σχεδίου ΙΒα στον τομέα του, να τηρήσει τον σύνδεσμο μεταξύ VIII Μεραρχίας καί IX Μεραρχίας (του ΤΣΔΜ) και να φράξει τις ορεινές διαβάσεις της Πίνδου που οδηγούσαν από τα ανατολικά προς τα δυτικά σε μια από τις παρακάτω τοποθεσίες:

-Τοποθεσία ΙΒα από Τσομπάνη μέχρι Καταφύκη.

- Επί της γενικής γραμμής Κόζακας - Επάνω Αρένα - Πέτρα - Μούκα - Σουμιολάζαρι - Λιβάδια -Γύφτισσα - Μπιγκιόζ - Νταλιόπολις.

- Επί της γραμμής Μυροβλήτης - Κάτω Αρένα -Βαγγούρνος - Γούπα - Ταμπούρι - Λιάγκι - Σμόλικας.

Η άμυνα επί των γραμμών ανατολικά της γραμμής ΙΒα θα εξαρτάτο από την κατάσταση η οποία θα δημιουργείτο σε περίπτωση ιταλικής εισβολής.

Το Απόσπασμα έπρεπε να καλύψει ένα μέτωπο με ανάπτυγμα 37 χιλιομέτρων περίπου. Ετσι, τα όποια πλεονεκτήματα προσέφερε για τον αμυνόμενο το έδαφος, εξανεμίζονταν από τη διασπορά των δυνάμεων σε ένα τόσο μεγάλο μέτωπο.

Για την εκτέλεση της αποστολής του Αποσπάσματος ο τομέας Πίνδου είχε διαιρεθεί σε τρεις υποτομείς, τον αριστερό, τον κεντρικό και τον δεξιό. Ο αριστερός υποτομέας ήταν επανδρωμένος με τάγμα μείον έναν λόχο και διμοιρία πολυβόλων. Ο κεντρικός υποτομέας ήταν επανδρωμένος με τάγμα μείον διμοιρία πολυβόλων. Το τάγμα είχε υπό τις διαταγές του τον λόχο προκάλυψης του Τάγματος Προκαλύψεως Κονίτσης. Ο δεξιός υποτομέας ήταν επανδρωμένος με λόχο πεζικού, τις δύο διμοιρίες πολυβόλων, μια ομάδα ανιχνευτών, ουλαμό πυροβολικού συνοδείας των 65 mm και μία διμοιρία που είχε διατεθεί από την IX Μεραρχία για την τήρηση του συνδέσμου με αυτή.

Η κατάσταση στον τομέα της Πίνδου ήταν απελπιστική. Κάποια στοιχειώδης οργάνωση του εδάφους άρχισε να επιχειρείται μόλις ανέλαβε τη διοίκηση ο Δαβάκης. Επειδή τα χρήματα τα οποία διετέθησαν για τον σκοπό αυτόν ήταν πολύ λίγα, ο διοικητής του Αποσπάσματος μπόρεσε να πράξει κάτι μόνο με τη βοήθεια των κατοίκων των χωριών, οι οποίοι προσφέρθηκαν να εργασθούν εθελοντικά. Οι ανάγκες του Αποσπάσματος σε επικοινωνίες καλύπτονταν από μια αστική τηλεφωνική γραμμή μεταξύ Επταχωρίου και Κόνιτσας με ελάχιστες δευτερεύουσες διακλαδώσεις. Σε ό,τι αφορά το υλικό, αυτό ήταν ελλιπές από κάθε άποψη. Ακόμα και τα πυρομαχικά ήταν λιγοστά. Ετσι, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 με καιρό κρύο και βροχερό, το Απόσπασμα Πίνδου θα αντιμετώπιζε χωρίς να έχει συμπληρώσει όλη του τη δύναμη έναν αντίπαλο ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν εκπαιδευμένος στον ορεινό αγώνα και ο οποίος υπερείχε 5 προς 1 στο πεζικό και 6 προς 1 στο πυροβολικό.

Οπως στην Ηπειρο έτσι και στην Πίνδο, οι Ιταλοί επιτέθηκαν μισή ώρα πριν από την εκπνοή του τελεσιγράφου που είχε παραδώσει ο Γκράτσι στον Μεταξά. Ομως οι κρούσεις στα φυλάκια προκάλυψης είχαν αρχίσει πιο νωρίς. Οι αλπινιστές επιτέθηκαν σε όλους τους υποτομείς του Αποσπάσματος ακολουθώντας πέντε κύριες κατευθύνσεις και πολλές δευτερεύουσες. Η επίθεση διεξήχθη μέσα σε καταρρακτώδη βροχή και κρύο. Σε κάθε κατεύθυνση χρησιμοποίησαν δύναμη λόχου ή διμοιρίας. Τα φυλάκια προκάλυψης συμπτύχθηκαν γρήγορα. Κατά του δεξιού υποτομέα κινήθηκαν δύο λόχοι αλπινιστών χωρίς υποστήριξη πυροβολικού ή όλμων. Χάρη στην αντίσταση των αμυνομένων η κίνηση των λόχων επιβραδύνθηκε και τελικά σταμάτησε μπροστά από την κύρια αμυντική τοποθεσία στη λεγάμενη γραμμή αμύνης ΙΒα. Μάλιστα, τη νύκτα της 28ης προς την 29η Οκτωβρίου, ο διοικητής του υποτομέα οργάνωσε και εκτέλεσε καταδρομή κατά του χωριού Γράμμος με αποτέλεσμα τη σύλληψη 11 Ιταλών στρατιωτών και ενός αξιωματικού βαριά τραυματισμένου και τη διάσωση του αρχείου του σταθμού χωροφυλακής του χωριού. Στη συνέχεια μια διμοιρία ενισχυμένη με ένα πολυβόλο κάλυψε την όδευση από Αετομηλίτσα προς Μυροβλήτη, η οποία είχε μείνει ακάλυπτη.

Στον κεντρικό υποτομέα η κατάσταση φάνηκε από την αρχή ότι θα ήταν δύσκολη. Οι Ιταλοί έστρεψαν κατά του τομέα αυτού την κύρια προσπάθειά τους, την οποία υποστήριξαν με σφοδρά πυρά πυροβολικού και όλμων. Τα ελληνικά τμήματα αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν αλλά το απόγευμα της 28ης αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στη γραμμή Πάτωμα - Μούκα - Πάνω Αρένα, γιατί η κατάληψη του υψώματος Σταυρός από τους Ιταλούς άνοιγε τον δρόμο για την Αετομηλίτσα και τη Λυκορράχη, ενώ απειλούσε με αποκοπή τους λόχους της Βούρμπιανης και Πυρσόγιαννης.

Στον αριστερό υποτομέα οι Ιταλοί επιτέθηκαν το απόγευμα με δύναμη δύο ταγμάτων. Παρά τις προσπάθειές τους όμως την ημέρα εκείνη, δεν κατόρθωσαν να προχωρήσουν χάρη στη σθεναρή αντίσταση των αμυνομένων.

Στο μεταξύ ο Δαβάκης άρχισε να προωθεί προς την πρώτη γραμμή τους λόχους του ΙΙΙ/ 51 ΤΠ μόλις αυτοί έφθαναν στο Επταχώρι, μένοντας με τον τρόπο αυτόν χωρίς εφεδρεία. Για να ανεφοδιάσει τα τμήματά του με όσα πυρομαχικά και εφόδια του είχαν απομείνει, ζήτησε τη συνδρομή των χωρικών της Πίνδου οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με συγκινητική αυτοθυσία. Γέροι, γυναίκες και παιδιά έγραψαν το δικό τους έπος στην Πίνδο, μεταφέροντας με ό,τι μέσα διέθεταν πυρομαχικά και άλλα εφόδια στους μαχητές του Αποσπάσματος Πίνδου.

Ομως, παρά τις ηρωικές προσπάθειες των Ελλήνων μαχητών, ήδη από το βράδυ της 28ης το μέτωπο του τομέα Πίνδου είχε δημιουργηθεί εισέχουσα και κατείχε τη γραμμή που στοιχιζόταν στα χωριά Μόλιστα και Καστάνιανη και στα υψώματα Πάτωμα, Μούκα, Πάνω Αρένα, Κιάφα και Καταφύκι. Η κατάσταση αυτή ανησύχησε τη διοίκηση του ΤΣΔΜ, η οποία έλαβε ορισμένα μέτρα για να την αντιμετωπίσει, κυριότερο από τα οποία ήταν η ανάθεση του τομέα Πίνδου στην I Μεραρχία Πεζικού την οποία διέταξε να κινηθεί εντός της 29ης Οκτωβρίου στο Επταχώρι. Παράλληλα έστειλε για ενίσχυση του Αποσπάσματος Πίνδου όσα τμήματα μπορούσε να συγκεντρώσει, τα οποία όμως έφταναν στον προορισμό τους ύστερα από εξαντλητικές πορείες.

Στις 29 Οκτωβρίου άρχισε να χιονίζει στην Πίνδο. Οι Ιταλοί επανέλαβαν τις επιθέσεις τους με ιδιαίτερη σφοδρότητα, ειδικά κατά του κεντρικού και του αριστερού υποτομέα. Στον κεντρικό υποτομέα επιτέθηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα κατά των υψωμάτων Μούκα και Πάτωμα και το απόγευμα ύστερα από σκληρό αγώνα κατόρθωσαν να καταλάβουν τη Μούκα. Πολύ γρήγορα όμως αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν ύστερα από αντεπίθεση κατά την οποία τραυματίστηκε ο διοικητής του ΙΙΙ/ 51 ΤΠ. Ηταν ο πρώτος τραυματίας αξιωματικός στην Πίνδο. Ομως, παρά το γεγονός ότι τα τμήματα στο ύψωμα Μούκα διατηρούσαν τη θέση τους, τα τμήματα στο ύψωμα Πάτωμα άρχισαν να υποχωρούν. Η κατάσταση αυτή ανάγκασε τον διοικητή του Αποσπάσματος να διατάξει σύμπτυξη των τμημάτων στη γραμμή Κάτω Αρένα - Γουστερίτσα. Ομως τα τμήματα του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν αγγίξει τα όρια της αντοχής τους. Ετσι η υποχώρηση γενικεύθηκε και τα τμήματα κατευθύνθηκαν προς το Επταχώρι. Ο Δαβάκης έστειλε τον υπασπιστή του για να διαπιστώσει την κατάσταση και εκείνος του ανέφερε απλά ότι η κατάσταση ήταν απελπιστική: οι άνδρες δεν ήταν μόνο καταπονημένοι από τον σκληρό αγώνα κάτω από τις άθλιες καιρικές συνθήκες, στερούντο επιπλέον όπλων, πυρομαχικών και τροφίμων.

Στον αριστερό υποτομέα οι Ιταλοί επιτέθηκαν κατά των υψωμάτων Γύφτισσα, Ταμπούρι και Κάντζικο. Στόχος τους ήταν να καταλάβουν αυτά τα υψώματα και να ανοίξουν τον δρόμο προς Σαμαρίνα, παρακάμπτοντας τη Μάλιστα όπου αμυνόταν με επιτυχία ένας λόχος. Τις απογευματινές ώρες ο εχθρός πέτυχε μια μικρή διάσπαση του μετώπου του υποτομέα στο κέντρο του και υπερφαλάγγισε από νότο τη Μάλιστα. Παράλληλα τμήματα του εχθρού προσπάθησαν να ολοκληρώσουν την κύκλωση του λόχου. Για τον λόγο αυτόν διετάχθη η σύμπτυξη του λόχου προς Κεράσοβο, η οποία άρχισε στις 2 μετά τα μεσάνυκτα μέσα σε φοβερό κρύο. Ο Δαβάκης, βλέποντας την κατάσταση των ανδρών του Αποσπάσματος, διέταξε τη σύμπτυξη των τμημάτων του υποτομέα στη γραμμή Γύφτισσα - Λαγκάδα - Λειβάδια έτσι ώστε να ευθυγραμμιστούν με τα τμήματα του κεντρικού υποτομέα τα οποία βρίσκονταν στην περιοχή Σιουμουλάζαρι.

Στον δεξιό υποτομέα οι Ιταλοί δεν κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες. Οι άνδρες του Αποσπάσματος Πίνδου διατήρησαν τις θέσεις τους στην Κιάφα με μόνο αντίπαλο τις κακές καιρικές συνθήκες. Ετσι, το βράδυ της 29ης Οκτωβρίου το Απόσπασμα Πίνδου διατηρούσε σταθερά τις θέσεις του στα υψώματα Κιάφα και Σκάλα, ενώ στον υπόλοιπο τομέα και συγκεκριμένα στα υψώματα Πάνω Αρένα, Μούκα, Πάτωμα, Σιουμουλάζαρι, Ταμπούρι και Μάλιστα η κατάσταση ήταν συγκεχυμένη. Οι Ιταλοί είχαν κατορθώσει να διασπάσουν το μέτωπο στον κεντρικό υποτομέα και απειλούσαν να καταλάβουν τη Σαμαρίνα και να κινηθούν προς Μέτσοβο, απειλώντας τα νώτα της VIII Μεραρχίας.

Στις 30 Οκτωβρίου οι Ιταλοί επανέλαβαν τις επιθέσεις τους στον κεντρικό και τον αριστερό υποτομέα. Ο Δαβάκης αποφάσισε να συμπτυχθεί πίσω από τη γραμμή Σαμαρίνα - Κούτσουρο - Τσούκα, η οποία ήταν ήδη επανδρωμένη από ενισχύσεις που είχαν φθάσει στο μεταξύ. Στις 16.00 της 30ής κατέφτασε στο Επταχώρι ο υποστράτηγος Βασίλειος Βραχνός, διοικητής της I Μεραρχίας, και ανέλαβε τη διοίκηση όλων των τμημάτων τα οποία ανήκαν στον τομέα της Πίνδου. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου ο Βραχνός ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση των τμημάτων του τομέα, με αναγνωρίσεις και με την ενίσχυση των τμημάτων που κατείχαν τα υψώματα Βούζιο - Κούτσουρο - Πάνω Αρένα. Οι Ιταλοί από τη μεριά τους συνέχισαν τις επιθετικές ενέργειες και το βράδυ της 31ης κατείχαν τη γραμμή Μάλιστα - Φούρκα - Ταμπούρι - Κάντζικο - Λυκορράχη -Αετομηλίτσα - Γράμμος. Είχαν δημιουργήσει έναν θύλακα που απειλούσε όλη την αμυντική διάταξη των Ελλήνων στην περιοχή μεταξύ Σμόλικα και Γράμμου, στα όρια μεταξύ VIII και IX Μεραρχίας.

Οι ελληνικές δυνάμεις κρατούσαν τη γραμμή Τσούκα - Σμάρα - Προφήτης Ηλίας - Γάβρος -Ζούζουλη - Λευκάδια και νοτιότερα τον αυχένα Ρωμιός. Το αριστερό της διάταξης στηριζόταν στον Σμόλικα. Το Απόσπασμα Πίνδου, ενσωματωμένο τώρα στην I Μεραρχία, η Ταξιαρχία Ιππικού και η Μεραρχία Ιππικού που διετέθησαν στον τομέα Πίνδου, θα έδιναν εκεί τη Μάχη της Πίνδου.

Το Απόσπασμα Δαβάκη επί δύο ημέρες υπέμεινε το βάρος της Μεραρχίας "Τζούλια". Διαθέτοντας ανεπαρκή μέσα πυρός και επικοινωνιών, με ελάχιστα μεταγωγικά και πρωτόγονες επικοινωνίες, αντιμετώπισε τον όγκο της "Τζούλια" κάτω από απάνθρωπες καιρικές συνθήκες και εκτέλεσε το καθήκον του με τη βοήθεια των κατοίκων της αφιλόξενης εκείνης περιοχής. Λύγισε όπως ήταν φυσικό κάτω από τον όγκο πυρός και προσωπικού των Ιταλών, αν και σε ορισμένα σημεία οι άνδρες του έμειναν ακατάβλητοι στις θέσεις τους, αποκρούοντας τις κάτω από καταιγισμό πυρών υποστήριξης επιθέσεις των αντιπάλων τους. Αφού είχαν πράξει ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό, ο διοικητής και οι άνδρες του Αποσπάσματος Πίνδου παρέδωσαν την ευθύνη του τομέα σε ανώτερα κλιμάκια και συνέχισαν να μάχονται.

Οι μονάδες οι οποίες βρέθηκαν στην Πίνδο ανέλαβαν τις παρακάτω αποστολές:

• Η Μεραρχία Ιππικού υπό τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά, να φράξει την κατεύθυνση Βωβούσα- Μέτσοβο.

• Η Ταξιαρχία Ιππικού, υπό τον συνταγματάρχη Σωκράτη Δημάρατο, να φράξει την κατεύθυνση Σαμαρίνα - Γρεβενά.

• Η I Μεραρχία να συγκεντρώσει όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του τομέα Πίνδου στην περιοχή Επταχωρίου και να φράξει την κατεύθυνση Επταχώρι - Νεάπολη.

• Η V Ταξιαρχία Πεζικού να αποκαταστήσει την τοποθεσία μεταξύ Κάτω Αρένας και Σούφλικα στον Γράμμο για να καλύψει το πλευρό της IX Μεραρχίας.

Στις 31 Οκτωβρίου η μεν V Ταξιαρχία Πεζικού πέτυχε να ολοκληρώσει τους αντικειμενικούς σκοπούς της, η δε I Μεραρχία, η οποία αγωνίστηκε με τα καταπονημένα τμήματα του Αποσπάσματος Πίνδου, κατόρθωσε μόνο να σταθεροποιήσει τα όρια του θύλακα που είχαν δημιουργήσει οι Ιταλοί. Το απόγευμα της 2ας Νοεμβρίου τραυματίσθηκε βαριά στο στήθος ο συνταγματάρχης Δαβάκης στη διάρκεια αναγνωρίσεων στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας Φούρκας. Στις 3 Νοεμβρίου η I Μεραρχία ανακατέλαβε το ύψωμα Ταμπούρι και το χωριό Φούρκα, αποκόπτοντας τα ιταλικά τμήματα που είχαν κινηθεί προς Σαμαρίνα. Την ίδια ημέρα η Ταξιαρχία Ιππικού κατέλαβε τη Σαμαρίνα και την επομένη η Μεραρχία Ιππικού τη Βωβούσα.

Στις 5 Νοεμβρίου η Μεραρχία "Τζούλια" άρχισε να εγκαταλείπει τα υψώματα Βασιλίτσα και ΝΑ Σμόλικα. Οι ελληνικές δυνάμεις μέχρι τις 13 Νοεμβρίου είχαν ολοκληρώσει την κατάληψη του Γράμμου και του Σμόλικα καθώς και των συνοριακών διαβάσεων της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας όπου οι Ιταλοί είχαν εμπλέξει το μεγαλύτερο μέρος της 49ης Μεραρχίας “Μπάρι", η οποία προοριζόταν να καταλάβει την Κέρκυρα, για να μπορέσουν να διευκολύνουν τη σύμπτυξη των υπολειμμάτων της "Τζούλια". Ετσι έληξε και η μάχη της Πίνδου, με περιφανή νίκη των ελληνικών όπλων. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν βαριές σε νεκρούς και τραυματίες, αξιωματικούς και οπλίτες. Εξίσου βαριές ήταν οι απώλειες της "Τζούλια". Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι νεκροί και οι τραυματίες ξεπερνούσαν τους 500, ενώ οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 1.200.

Το πρώτο θύμα της ελληνικής νίκης ήταν ο επίδοξος “στρατάρχης" Βισκόντι Πράσκα, ο οποίος αντί να πάει στην Αθήνα αντικαταστάθηκε χωρίς πολλές διατυπώσεις από τον στρατηγό Σοντού. Στις 18 Νοεμβρίου ο Μουσολίνι μιλώντας στους τοπικούς ηγήτορες του Φασιστικού Κόμματος αναφέρθηκε μεταξύ άλλων:

"Δεν νομίζω ότι αξίζει να διαψεύσουμε όλες πς ειδήσεις που διαδίδει η ελληνική προπαγάνδα και τα βρετανικά μεγάφωνά της. Η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» που λέγεται ότι υπέστη τεράστιες απώλειες, ότι τράπηκε σε φυγή, ότι κονιορτοποιήθηκε από τους Ελληνες, επιθεωρήθηκε από τον στρατηγό Σοντού. Μετά το τέλος της επιθεώρησης μου τηλεφώνησε στις 12 Νοεμβρίου: "Σήμερα το πρωί επιθεώρησα τη Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια». Πρέπει να σας ενημερώσω, Ντούτσε, για τη θαυμάσια εντύπωση που μου δημιουργήθηκε από αυτή τη θαυμάσια μονάδα, που είναι πιο περήφανη και πιο ισχυρή από ποτέ άλλοτε με τους γρανιτένιους αλπινιστές της".

Δυστυχώς για τον Ντούτσε, ο λόγος του της 18ης Νοεμβρίου είχε συνταχθεί από τη 12η! Φυσικά δεν είπε τίποτα για το τηλεγράφημα του Σοντού το οποίο είχε σταλεί τη νύκτα της 8/9 Νοεμβρίου, με το οποίο αναστέλλονταν όλες οι επιθετικές επιχειρήσεις των Ιταλών στην Αλβανία. Οι ιταλικές δυνάμεις θα διατηρούσαν τις θέσεις τους εν όψει επανάληψης της δράσης τους.

Αν θελήσει κανείς να αναζητήσει τα αίτια της ήττας των Ιταλών κατά την επίθεσή τους στην Ελλάδα, θα πρέπει πρώτα να λάβει υπόψη την υψηλή μαχητική αξία των Ελλήνων στρατιωτών και τον επαγγελματισμό των στελεχών του. Σημαντικό μέρος της νίκης ανήκει στη σωστή σχεδίαση της άμυνας της Ηπείρου από την VIII Μεραρχία και στην επιμονή του μεράρχου να παραμείνει ακλόνητος στη θέση την οποία είχε επιλέξει. Από πλευράς Ιταλών η υπερβολική τους αισιοδοξία και η υποτίμηση όχι μόνο του αντιπάλου αλλά επίσης του εδάφους και του καιρού, είχαν μοιραίες συνέπειες. Το σχέδιο του Πράσκα ήταν αριστοτεχνικό. Ομως πέρα από τις ανεπαρκείς δυνάμεις τις οποίες διέθεσε, για τους λόγους που εξετέθησαν ήδη, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ένα σχέδιο επιζεί μόνο της πρώτης επαφής με τον εχθρό. Μπορεί να είχε την κύρια προσπάθεια στον τομέα Καλπακίου, αλλά η απλή γνώση τακτικής υπαγορεύει τη μεταφορά της κύριας προσπάθειας εκεί όπου ενδίδει ο αντίπαλος. Ο αντίπαλος ενέδωσε στα άκρα της διάταξής του, στον παραλιακό τομέα της Ηπείρου και στον τομέα Πίνδου, αλλά δεν επιχειρήθηκε καμία εκμετάλλευση της επιτυχίας και το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο αντέδρασε σωστά και έγκαιρα και εξάλειψε τον κίνδυνο.

Τεράστιος υπήρξε ο αντίκτυπος της ελληνικής αντίδρασης στην πρόκληση των Ιταλών και στην περιφανή νίκη. Ο "χαρτονένιος" σύμμαχος των Γερμανών είχε εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Οι Βρετανοί οι οποίοι μέχρι τότε πολεμούσαν μόνοι τους τον Αξονα, βρήκαν έναν άξιο σύμμαχο. Η Βρετανική Κυβέρνηση υποσχέθηκε κάθε δυνατή ενίσχυση και παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε διέθεσε από τις 3 Νοεμβρίου τέσσερις μοίρες αεροπλάνων δίωξης και βομβαρδισμού με το απαραίτητο προσωπικό, ενώ παράλληλα διετέθη και μία μοίρα βομβαρδιστικών Wellington, τα οποία θα ενεργούσαν από την Αίγυπτο με ενδιάμεσο βοηθητικό αεροδρόμιο ε

κείνο της Ελευσίνας. Στη διάρκεια του εξάμηνου αγώνα της Ελλάδας κατά του Αξονα, οι Βρετανοί διέθεσαν παντοειδές υλικό και κυρίως οπλισμό ο οποίος προερχόταν κατά μεγάλο μέρος από λάφυρα που συνέλεξαν κατά τις επιχειρήσεις τους εναντίον των Ιταλών στη Λιβύη. Τη σημασία της νίκης της Ελλάδας κατά την πρώτη περίοδο του Ελληνοϊταλικού Πολέμου την περιγράφει γλαφυρότατα ο Βρετανός συγγραφέας Κόμπτον Μακένζι στο βιβλίο του Wind of Freedom (Ανεμος Ελευθερίας), το οποίο έγραψε το 1944:

“Ας μη ξεχάσουμε ποτέ ότι ενώ οι Ιταλοί διώχνονταν τόσο άδοξα από την Ελλάδα, η εκστρατεία του Ουέιβελ στη Λιβύη και η νίκη του Κάννιγκαμ στη ναυμαχία του Ταινάρου δεν είχαν πραγματοποιηθεί. Ακόμα και η καταστροφική επιδρομή στον Τάραντα δεν πραγματοποιήθηκε παρά στις 11 Νοεμβρίου. Οταν αυτός ο μεγάλος πόλεμος θα έχει γίνει ανάμνηση, ή μάλλον όταν θα έχει γίνει απλά ένα παραμύθι ατυχών μακρινών γεγονότων και μαχών πριν πολλά χρόνια, η Ελλάδα θα είναι εκείνη στην οποία, στις σελίδες της ιστορίας, θα αποδίδεται η τιμή ότι ήταν η πρώτη χώρα που τσάκισε τον μύθο του αήττητου του Αξονα".

----------------------------------------------------------
πηγή: Ο ελληνικός στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου (1940-41), περιοδ. Στρατιωτική Ιστορία - Μεγάλες μάχες, εκδ. Περισκόπιο, τεύχος 3, Οκτώβριος 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......