Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Ομιλίες εις την Γένεσιν - Ομιλία Δ΄ (Γεν. 1, 6-8)

«Και είπεν ο Θεός ας γίνει το στερέωμα ανάμεσα εις τα ύδατα, δια να διαχωρίζει αυτά εις δύο μέρη· και έγινεν έτσι». 

1. Καθώς βλέπω, αγαπητοί, την συγκέντρωσίν σας που με προθυμίαν γίνεται καθημερινώς εδώ, απολαμβάνω μεγάλην ευχαρίστησιν και δεν παύω να δοξάζω τον φιλάνθρωπον Θεόν δια την ιδικήν σας προκοπήν. Διότι όπως η πείνα είναι απόδειξις της σωματικής ευεξίας, έτσι και το ενδιαφέρον δια την ακρόασιν των θείων λόγων θα ημπορούσε να το θεωρήσει κανείς μεγίστην απόδειξιν της ψυχικής υγείας.



Δι' αυτό και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εις τους μακαρισμούς εκείνους, που ελέχθησαν επί του όρους, έλεγε· «Μακάριοι εκείνοι, οι οποίοι ωσάν πεινασμένοι και διψασμένοι επιθυμούν την δικαιοσύνην, διότι αυτοί θα χορτασθούν». Ποίος λοιπόν θα ημπορέσει να επαινέσει αξίως σας, οι οποίοι εδέχθητε μίαν φοράν τον μακαρισμόν από τον Κύριον των πάντων και αναμένετε από αυτόν τα άπειρα αγαθά; Διότι τέτοιος είναι ο ιδικός μας Κύριος· όταν ιδεί, ότι η ψυχή προσέρχεται προς τα πνευματικά αγαθά με μεγάλον πόθον και υπερβολικήν προθυμίαν, χορηγεί με αφθονίαν την χάριν και χαρίζει πλούσιας τας δωρεάς του.

Επομένως αναμένω και εις ημάς δια την ιδικήν σας ωφέλειαν ότι θα παρασχεθεί μακρότερος ο λόγος της διδασκαλίας προς οικοδομή της ιδικής σας αγάπης. Διότι δια σας και την ιδικήν σας προκοπήν υπομένομεν όλον αυτόν τον κόπον, ώστε και σεις ταχύτερα να αναβείτε εις αυτήν την κορυφήν της αρετής, και εις όλους, που σας βλέπουν, να γίνετε διδάσκαλοι της κατά Θεόν ζωής, και ημείς να απολαμβάνωμεν μεγαλυτέραν παρρησίαν, όταν βλέπωμεν, ότι δεν κοπιάζομεν μάταια, ούτε άσκοπα, αλλά να αυξάνεται καθημερινώς ο πνευματικός αυτός σπόρος, και δια να μη συμβεί και εις ημάς έτσι, όπως είχε γίνει εις την περίπτωσιν του σπορέως εις το ευαγγέλιον.

Διότι εκεί μεν διεσώθη ένα μέρος του σπόρου και τα τρία είχαν χαθεί. Διότι εκείνο μεν το μέρος των σπόρων, που έπεσε πλησίον εις τον δρόμον, έμεινεν άκαρπον, άλλο δε μέρος κατεπνίγη από τα αγκάθια, και άλλο που έπεσε εις τας πέτρας και παρέμεινεν εις την επιφάνειαν, δεν ημπόρεσε να φέρη καθόλου καρπόν. Εδώ όμως αναμένομεν εξ αιτίας της χάριτος του Θεού όλος ο σπόρος να πέσει εις το εύφορον χώμα, και άλλοι μεν να αποδώσουν εκατόν, άλλοι δε εξήντα και άλλοι τριάντα.

Αυτό αυξάνει την προθυμίαν μας, αυτό διεγείρει την σκέψιν, το να γνωρίζωμεν δηλαδή, ότι δεν λέγομεν τα λόγια μας απλώς και τυχαίως, αλλά ότι δέχεσθε αυτά με διαυγή την ακοήν και τεταμένην την σκέψιν. Και δεν λέγω αυτά δια να κολακεύω την αγάπην σας, αλλά επειδή αναλογίζομαι την προθυμίαν από τα λεχθέντα χθες. Διότι έβλεπα όλους να είσθε αφωσιωμένοι εις την ομιλίαν και να κάνετε τα πάντα, ώστε να μη σας διαφύγει ούτε το ελάχιστον από τα λεγόμενα. Άλλωστε δε και τα συνεχή χειροκροτήματα ήσαν μεγίστη απόδειξις του ότι εδέχεσθε τα λεγόμενα με ευχαρίστησιν.

Εκείνος δε που ακούει με ευχαρίοτησιν αυτά που λέγονται, είναι φανερόν ότι και θέτει αυτά βαθιά εις τον νουν του και τα καθιστά ανεξίτηλα, αφού εναποθέτει αυτά εις το πλάτος της διανοίας του. Ποίος λοιπόν θα ημπορούσεν επαξίως και σας να επαινέσει και ημάς να μακαρίση, διότι ομιλούμεν εις ώτα ακουόντων; «Διότι είναι ευτυχής, λέγει, εκείνος που ομιλεί εις ώτα ακουόντων». Τούτο είναι το κατόρθωμα της νηστείας, τούτο το φάρμακον επραγματοποίησε την σωτηρίαν των ιδικών μας ψυχών. Εάν όμως αμέσως και από την αρχήν επαρουσίασε τόσον μεγάλην δύναμιν, με την παρέλευσιν των ημερών πόσην ώφέλειαν πρέπει να αναμείνωμεν ότι θα προέλθει; Μόνον σεις, παρακαλώ, «Με φόβον και τρόμον να εργάζεσθε την σωτηρίαν σας», και να μη επιτρέψετε καμμίαν παρέμβασιν εις τον εχθρόν της ιδικής σας σωτηρίας.

Διότι όταν βλέπει τον πνευματικόν σας πλούτον τώρα, οργίζεται και εξαγριώνεται και ωσάν λεοντάρι βρυχώμενον περιτριγυρίζει ζητών κάποιον να καταπιεί. Αλλά εάν είμεθα νηφάλιοι, δεν θα καταβάλει κανένα εξ αιτίας της χάριτος του Θεού.


2. Τέτοια λοιπόν είναι τα πνευματικά μας όπλα, τα οποία μας εχορήγησεν η χάρις του Πνεύματος, όπως ακριβώς χθες εδιδάξαμεν την αγάπην σας. Εάν λοιπόν με αυτά φρουρούμεν διαρκώς όλα τα μέλη, δεν θα ημπορέσει κανένα από τα βέλη, που ρίπτει εκείνος, να μας εγγίσει, αλλά θα επιστρέψουν ανίσχυρα προς αυτόν, διότι η χάρις του Θεού μας κατέστησεν ισχυρότερους από το διαμάντι, και καθ' ολοκληρίαν αδάμαστους, εάν θέλωμεν.

Όπως ακριβώς λοιπόν εκείνος που κτυπά το διαμάντι, αυτό μεν δεν το έβλαψε καθόλου, κατέστρεψε δε την δύναμίν του, και εκείνος που λακτίζει εις καρφιά, πληγώνει τα πόδια του· έτσι βεβαίως θα συμβεί και εις μας και εις τον εχθρόν της ιδικής μας σωτηρίας, εάν προφυλάσσωμεν διαρκώς τους εαυτούς μας με τα όπλα, τα οποία μας εχορήγησεν η χάρις του Πνεύματος. Διότι είναι τόσον μεγάλη η δύναμις αυτών, ώστε να μη ανέχεται ο εχθρός ούτε την λάμψιν των, αλλά να τυφλώνεται από το φως, που εκπέμπεται από αυτά.

Με αυτά, παρακαλώ, τα όπλα αφού οχυρώνωμεν πάντοτε τους εαυτούς μας, έτσι και εις την αγοράν ας περιφερώμεθα και με τους συγγενείς ας συναναστρεφώμεθα και πράγματα ας χρησιμοποιούμεν. Και διατί λέγω εις την αγοράν; Kαι εις την εκκλησίαν όταν εμφανιζώμεθα ας έχωμεν αυτά μαζί μας και όταν επιστρέφωμεν εις το σπίτι και όταν κοιμώμεθα και όταν εγειρώμεθα, και ποτέ ας μη απομακρύνωμεν αυτά εις όλην μας την ζωήν, διότι απέρχονται μαζί μας και γίνονται η μεγίστη βάσις της παρρησίας μας κατά την μέλλουσαν ζωήν.

Ούτε βέβαια βαρύνουν το σώμα ομοίως με τα αισθητά όπλα, αλλά μάλλον το ελαφρύνουν, το καθιστούν ευκίνητον και ενισχύουν την δύναμίν του· μόνον εάν καθαρίζωμεν αυτά καθημερινώς, ώστε καθώς θα φαίνωνται λαμπερά να βλάπτουν με την ιδικήν των λάμψιν τα μάτια του πονηρού δαίμονος, ο οποίος μηχανεύεται τα πάντα εναντίον της σωτηρίας μας.

Εμπρός λοιπόν, επειδή σας εξωπλίσαμεν αρκετά, ας παραθέσωμεν εις σας το συνηθισμένον τραπέζι και ας θέσωμεν ενώπιον της αγάπης σας τα επόμενα εκείνων, που είχομεν ειπεί χθες, αφού καταστήσωμεν οδηγόν πάλιν της καλής αυτής διδασκαλίας τον θαυμάσιον οικοδεσπότην, τον μακάριον Μωυσή, τον μεγάλον προφήτην. Ας ιδούμεν λοιπόν ποία είναι εκείνα, τα οποία θέλει και σήμερα να μας διδάξει, και ας προσέχωμεν με ακρίβειαν εις τα λεγόμενα από αυτόν. Διότι δεν ομιλεί με ιδικήν του δύναμιν, αλλά εκείνα ακριβώς που θα του μεταδώσει η χάρις του Πνεύματος, αυτά εκφέρει με την γλώσσαν του διδάσκων το ανθρώπινον γένος. Αφού εσυμπλήρωσε λοιπόν τον λόγον δια την πρώτην ημέραν, και αφού είπε μετά την δημιουργίαν του φωτός, «Έγινε βράδυ και έγινε πρωί, ημέρα πρώτη», πάλιν λέγει· «Και είπεν ο Θεός· ας γίνει το στερέωμα ανάμεσα εις τα ύδατα, δια να διαχωρίζει αυτά εις δύο μέρη». Πρόσεχε εδώ, παρακαλώ, αγαπητέ, την συνέπειαν της διδασκαλίας.

Επειδή λοιπόν μας είπε προηγουμένως, ύστερα από την δημιουργίαν του ουρανού και της γης, ότι «Η δε γη ήτο αόρατος και άμορφος», επρόσθεσε και την αιτίαν, ότι δια τούτο ήτο αόρατος, επειδή εσκεπάζετο από το σκοτάδι και τα ύδατα· διότι το παν ήτο ύδωρ, και σκοτάδι, και τίποτε άλλο· έπειτα όταν επρόσταξεν ο Κύριος, παρήχθη το φως, και διεχωρίσθη το φως από το σκοτάδι, και το μεν πρώτον ωνομάσθη ημέρα και το δεύτερον νύκτα· πάλιν θέλει να μας διδάξει, ότι όπως διήρεσε το σκοτάδι δημιουργήσας το φως και εις το καθένα έδωσε την κατάλληλον ονομασίαν, έτσι διαιρεί και τα πολλά ύδατα με την προσταγήν του.


3. Και πρόσεχε ανέκφραστον δύναμιν, η οποία υπερβαίνει κάθε ανθρώπινον νουν. Διότι διατάσσει μόνον, και το μεν ένα στοιχείον δημιουργείται, το δε άλλο υποχωρεί. «Και είπε, λέγει, ο Θεός, να γίνει στερέωμα ανάμεσα εις τα ύδατα, δια να διαχωρίζει αυτά εις δύο μέρη». Τι σημαίνει, «να γίνη στερέωμα»; Όπως θα ημπορούσε να είπη κανείς με ανθρωπίνην γλώσσαν, κάποιο τειχίον και διάφραγμα, που διαιρεί μεταξύ δύο πραγμάτων και κάνει το χώρισμα αυτών.

Και δια να μάθεις την μεγάλην υπακοήν των στοιχείων και την υπερβολικήν δύναμιν του δημιουργού, λέγει· «Και έγινεν έτσι». Είπε μόνον, και ηκολούθησε το έργον. «Και έκαμε, λέγει, ο Θεός το στερέωμα, και εχώρισεν ο Θεός τα ύδατα, τα ευρισκόμενα κάτω από το στερέωμα, από τα ύδατα, τα ευρισκόμενα επάνω από αυτό». Όταν έγινε, λέγει, το στερέωμα, επρόσταξε άλλα μεν ύδατα να ρέουν κάτω από το στερέωμα, άλλα δε να είναι επάνω από την επιφἀνειαν του στερεώματος.

Αλλά τι θα ημπορούσε να είπει κανείς ότι είναι το στερέωμα αυτό; Ύδωρ παγωμένον, ή μήπως κάποιος συμπυκνωμένος αέρας ή κάποια άλλη ουσία; Δεν θα ημπορούσε να ισχυρισθεί εύκολα αυτό κανείς από τους σώφρονας. Αλλά πρέπει με πολλήν ευγνωμοσύνην να δεχώμεθα τα λεγόμενα και να μη εξετάζωμεν περισσότερον τα ευρισκόμενα υπεράνω ημών, υπερβαίνοντες την ιδικήν μας φύσιν, αλλά αυτό μόνον να γνωρίζωμεν και να κατέχωμεν καλώς, ότι δηλαδή με την προσταγήν του Κυρίου εδημιουργήθη το στερέωμα δια να χωρίζει τα ύδατα, και άλλα μεν να κρατεί κάτω, τα άλλα δε να ημπορεί να φέρει ακυρούμενα επάνω από την επιφάνειάν του. «Και ονόμασε, λέγει, ο Θεός το στερέωμα ουρανόν».

Πρόσεξε, πως η αγία Γραφή εχρησιμοποίησε και τώρα την ιδίαν συνέπειαν. Όπως ακριβώς είπε χθες, «να γίνει φως», και όταν εδημιουργήθη, τότε επρόσθεσε, «Ας χωρίσει το φως από το σκοτάδι, και έτσι ονόμασε το φως ημέραν»· έτσι και σήμερα είπε· «να γίνει το στερέωμα ανάμεσα εις τα ύδατα». Έπειτα, όπως ακριβώς εις την περίπτωσιν του φωτός, έτσι και εδώ μας εδίδαξε την χρησιμότητα του στερεώματος, «Δια να χωρίζει, λέγει, τα ύδατα εις δύο μέρη». Και όταν μας εφανέρωσε την χρησιμότητά του, τότε όπως και εις το φως έδωσε την ονομασίαν, έτσι και εις το στερέωμα έδωσε την ονομασίαν. «Και ονόμασε, λέγει, το στερέωμα ουρανόν», αυτό το οποίον βλέπομεν.

Και πώς, θα ειπεί κάποιος, θέλουν μερικοί να λέγουν ότι έχουν γίνει πολλοί ουρανοί; Λέγουν, χωρίς να διδάσκωνται αυτά από την Αγίαν Γραφην, αλλά κινούμενοι από τας ιδικάς των σκέψεις. Διότι ο μακάριος Μωυσής δεν μας διδάσκει τίποτε περισσότερον από αυτά· αφού είπε λοιπόν, «Εις την αρχήν εδημιούργησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην»· έπειτα αφού εδίδαξε την αιτίαν, δια την οποίαν η γη ήτο αόρατος, επειδή εσκεπάζετο από το σκοτάδι και τα ύδατα της αβύσσου, μετά την δημιουργίαν του φωτός χρησιμοποιών κάποιαν τάξιν και συνέπειαν λέγει· «Και είπεν ο Θεός, να γίνει το στερέωμα». Έπειτα αφού εδίδαξε με ακρίβειαν την χρησιμότητα του στερεώματος αυτού, και αφού είπε, «Δια να χωρίζει τα ύδατα εις δύο μέρη», ονόμασεν ουρανόν αυτό το στερέωμα, το οποίον χωρίζει τα ύδατα.

Ποίος λοιπόν θα ημπορούσεν εις το εξής να ανεχθεί, μετά αυτήν την διδασκαλίαν, εκείνους, που θέλουν να ομιλούν απλώς εξ ιδίων και επιχειρούν να λέγουν αντίθετα προς την Αγίαν Γραφήν ότι υπάρχουν πολλοί ουρανοί; Ιδού όμως, λέγει, ο μακάριος Δαυίδ αναπέμπων δοξολογίαν προς τον Θεόν, έλεγεν· «Δοξολογείτε αυτόν οι ουρανοί των ουρανών». Μη θορυβήσαι, αγαπητέ, ούτε να νομίσεις ότι κάποτε η Αγία Γραφή λέγει αντίθετα προς τον εαυτόν της· αλλά να μαθαίνεις την αλήθειαν των λεχθέντων, και αφού κατέχεις την με ακρίβειαν γενομένην διδασκαλίαν αυτής, κλείσε τελείως τα αυτιά σου εις τους λέγοντας τα αντίθετα προς αυτήν.


4. Τι είναι δε εκείνο, το οποίο θέλω να ειπώ, ακούσατε με πολλήν προσοχήν, δια να μη παρασύρεσθε εύκολα από εκείνους, που θέλουν να λέγουν τα παρόντα. Όλα τα θεόπνευστα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είχαν συνταχθεί από την αρχήν εις την εβραϊκήν γλώσσαν, και αυτό θα ημπορούσαμεν όλοι μας να παραδεχθούμεν. Ολίγα δε έτη πριν από την γέννησιν του Χριστού κάποιος βασιλεύς Πτολεμαίος, ο οποίος έδειξε μέγα ενδιαφέρον δια την συγκέντρωσιν των βιβλίων και αφού συνεκέντρωσε πολλά άλλα και διαφορετικά βιβλία, κατενόησεν ότι έπρεπε να συγκεντρώσει και αυτά τα βιβλία.

Αφού επροσκάλεσε λοιπόν μερικούς Ιουδαίους, που εκατοικούσαν εις τα Ιεροσόλυμα, παρήγγειλε να μεταφράσουν αυτά εις την ελληνικήν γλώσσαν· και βεβαίως έφεραν εις πέρας προς χάριν του αυτό το έργον. Έγινε δε και αυτό το έργον της οικονομίας του Θεού, ώστε όχι μόνον οι ομιλούντες την εβραϊκήν γλώσσαν, αλλά και όλοι οι άνθρωποι της οικουμένης να απολαύσουν την ωφέλειαν από αυτά.

Και το εντελώς θαυμαστόν και περίεργον είναι, ότι το ενδιαφέρον αυτό επέδειξεν όχι κάποιος, που επίστευεν εις την ιουδαϊκήν θρησκείαν, αλλά άνδρας ο οποίος ήτο αφωσιωμένος εις τα είδωλα και διέκειτο εχθρικώς προς την θρησκείαν. Διότι τέτοια είναι όλα εκείνα, τα οποία ρυθμίζει ο ιδικός μας Κύριος· πάντοτε με τους εχθρούς αυξάνουν τα προστάγματα της αληθείας. Αυτά δε διηγήθην εις την αγάπην σας όχι απλώς, αλλά δια να ημπορείτε να γνωρίζετε, ότι δεν είχαν συνταχθεί εις αυτήν την γλώσσαν, δηλαδή την ελληνικήν, αλλά εις την εβραϊκήν.

Λέγουν λοιπόν oι ομιλούντες εκείνην την γλώσσαν με ακρίβειαν, το όνομα του ουρανού απαντάται εις τον πληθυντικόν εις τους Εβραίους, και αυτό δέχονται και οι γνωρίζοντες την γλώσσαν των Σύρων. Και δεν θα ειπεί κανείς, λέγει, εις την γλώσσαν αυτών: ο ουρανός, αλλά οι ουρανοί. Δι' αυτό λοιπόν έτσι έχει λεχθεί ο λόγος του μακαρίου Δαυίδ, «Οι ουρανοί των ουρανών», όχι επειδή οι ουρανοί είναι πολλοί· ούτε βεβαίως μας εδίδαξεν αυτό ο μακάριος Μωυσής· αλλ' επειδή ήτο συνήθεια εις την εβραϊκήν γλώσσαν να ονομάζουν έτσι την ονομασίαν του ενός πράγματος εις τον πληθυντικόν.

Διότι εάν ήσαν πολλοί, δεν θα παρέλειπε το Άγιον Πνεύμα να μη μας διδάξει με την γλώσσαν του μακαρίου αυτού προφήτου την δημιουργίαν και των άλλων ουρανών. Αυτά να κατέχετε με ακρίβειαν, παρακαλώ, δια να ημπορείτε να αποστομώνετε εκείνους, που θέλουν να εισάγουν δοξασίας αντιθέτους προς την Εκκλησίαν και να γνωρίζετε με ασφάλειαν την δύναμιν των ευρισκομένων λέξεων μέσα εις την Αγίαν Γραφήν. Δι' αυτό βεβαίως και παρευρίσκεσθε εδώ συνεχώς, και ημείς σας διδάσκομεν συχνότερα, δια να είσθε έτοιμοι να δίδετε απάντησιν εις τον καθένα, που σας ερωτά.

Αλλά ας επανέλθωμεν εις την συνέχειαν, εάν θέλετε. «Και ωνόμασεν ο Θεός, λέγει, το στερέωμα ουρανόν. Και είδεν ο Θεός, ότι ήτο καλόν». Παρατήρησε πόση είναι η συγκατάβασις των λέξεων εξ αιτίας της ανθρώπινης αδυναμίας. Διότι όπως ακριβώς είπεν εις την περίπτωσιν του φωτός, «Είδεν ότι ήτο καλόν», έτσι και τώρα δια τον ουρανόν, δηλαδή δια το στερέωμα, «Και είδε, λέγει, ο Θεός ότι ήτο καλόν»· διδάσκων ημάς με αυτόν τον τρόπον τα ανυπέρβλητον κάλλος αυτού. Διότι ποίος δεν θα εκπλαγεί και δεν θα θαυμάσει, διότι εις τόσον πολύν χρόνον διετήρησε ζωηρόν το κάλλος, και όσον προχωρεί ο καιρός, τόσον επαυξάνεται και το κάλλος;

Τι λοιπόν θα ημπορούσε να γίνει ωραιότερον από εκείνο, που εδέχθη τον έπαινον από τον δημιουργόν; Διότι εάν ημείς, βλέποντες ένα συμπληρωμένον έργον ανθρώπου, θαυμάζωμεν το σχήμα, την θέσιν, την ομορφιάν, την αναλογίαν, τον ρυθμόν, όλα τα άλλα, εκείνο που εδημιούργησεν ο Θεός πώς θα ημπορέσει να επαινέσει κανείς επαξίως, και προ παντός όταν δεχθή τον έπαινον και αυτού του Κυρίου; Αυτό βέβαια έχει λεχθεί δια την ιδικήν μας συγκατάβασιν, και θα ιδείς να λέγει αυτός το ίδιον εις κάθε δημιούργημα, και να αναιρεί από πριν την τόλμην εκείνων, που ύστερα από αυτά πρόκειται να ακονίζουν την γλώσσαν των εναντίον της δημιουργίας του Θεού και να λέγουν, διατί έχει γίνει αυτό και αυτό;

Ανακόπτων λοιπόν προκαταβολικά αυτούς, που επιχειρούν να λέγουν αυτά, λέγει· «Και είδεν ο Θεός, ότι ήτο καλόν». Όταν δε ακούσεις, ότι είδεν ο Θεός και επήνεσε, να εννοείς το λεχθέν όπως αρμόζει εις τον Θεόν, και όπως είναι φυσικόν εις αυτόν. Διότι ο δημιουργήσας και προτού ακόμη δημιουργήσει, εγνώριζε καλά την ομορφιάν του δημιουργήματος· αλλά επειδή δεν ήτο δυνατόν να ακούσωμεν κατά διαφορετικόν τρόπον, καθόσον είμεθα άνθρωποι και περιβαλλώμεθα με τόσον μεγάλην αδυναμίαν, δια τούτο έκαμε την γλώσσαν του μακαρίου προφήτου να χρησιμοποιήσει τας χονδροειδείς αυτάς λέξεις προς διδασκαλίαν του ανθρωπίνου γένους.


5. Όταν λοιπόν σηκώσεις το βλέμμα σου προς τα επάνω και ιδείς την ομορφιάν του ουρανού, το μέγεθος, την χρησιμότητα, τότε από εκεί να ανατρέξεις προς τον δημιουργόν, όπως ακριβώς κάποιος σοφός έλεγε· «Διότι από το μέγεθος και την ωραιότητα των δημιουργημάτων κατ' αναλογίαν συμπεραίνεται και ο δημιουργός των».

Και παρατήρησε την δύναμιν του Κυρίου σου, πόσον μεγάλη είναι, και από την δημιουργίαν των στοιχείων αυτών. Διότι εκείνος που έχει ευγνώμονα ψυχήν, εάν θα ήθελε να εξετάσει καθένα από τα δημιουργήματα χωριστά· και διατί λέγω καθένα από τα δημιουργήματα χωριστά; την ιδικήν του μόνον διάπλασιν εάν θελήσει να διερευνήσει με προσοχήν, θα ιδεί και δια μέσου των μικρών αυτών την άπειρον και ανέκφραστον δύναμιν του Θεού.

Και εάν τα ορατά είναι εις θέσιν να διδάξουν το μέγεθος της δυνάμεως του δημιουργού, εάν έλθεις και εις τας αοράτους δυνάμεις, και στρέψεις την σκέψιν εις τας στρατιάς των αγγέλων, των αρχαγγέλων, των άνω δυνάμεων, των θρόνων, των κυριοτήτων, των αρχών, των εξουσιών, των Χερουβείμ, των Σεραφείμ, ποίος νους, ποίος λόγος είναι αρκετός να εξυμνήσει την ανέκφραστον μεγαλωσύνην αυτού; Διότι εάν ο Δαυίδ, ο μακάριος προφήτης, αφού κατενόησε την ωραιότητα των ορατών εφώναζε λέγων, «Πόσον μεγάλα είναι τα έργα σου, Κύριε, έκαμες τα πάντα με σοφίαν»· ο οποίος ηξιώθη τόσου Πνεύματος και ημπόρεσε να μάθη τα αφανέρωτα και τα κρυφά της σοφίας, τι θα ημπορέσωμεν να ειπούμεν ημείς, οι οποίοι είμεθα χώμα και στάκτη, και πρέπει διαρκώς να σκύβωμεν προς τα κάτω και να θαυμάζωμεν την άπειρον φιλανθρωπίαν του Κυρίου των πάντων;

Και διατί αναφέρω τον προφήτην; Διότι ο μακάριος Παύλος, η μεγάλη εκείνη ψυχή, ο οποίος είχε σώμα και επροσπαθούσε να συναγωνισθεί με τας ασωμάτους δυνάμεις, ο οποίος εβάδιζεν εις την γην και με την προθυμίαν του επεριφέρετο εις τον ουρανόν, όταν ησχολήθη με ένα μέρος από τα σχέδια του Θεού (το αναφερόμενον δηλαδή εις τους Ιουδαίους και εθνικούς, και πώς οι μεν εξεδιώχθησαν, οι δε εισήχθησαν εις αντικατάστασίν των), και αφού εθαύμασε και έπαθεν ίλιγγον, ανέκραξε δυνατά και λέγων, «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως του Θεού! πόσον ανεξερεύνητοι είναι αι κρίσεις του και ανεξιχνίαστοι οι τρόποι ενεργείας του».

Αλλά εδώ με ευχαρίστησιν θα ερωτήσω εκείνους, που τολμούν να περιεργάζωνται την γέννησιν του Υιού του Θεού και επιχειρούν να καταλύσουν την αξίαν του Αγίου Πνεύματος· από που, ειπέ μου, προέρχεται εις σας η απερισκεψία τόσης τόλμης; από ποίαν παραφροσύνην παρεσύρθητε εις τόσην μανίαν; Διότι εάν ο Παύλος, ο τόσον μέγας και τόσον σπουδαίος, λέγει ότι αι κρίσεις του Θεού, δηλαδή, τα σχέδιά του και οι τρόποι διοικήσεώς του, είναι ανεξερεύνητοι, και δεν είπεν ακατανόητοι, αλλά ανεξερεύνητοι, δια να μη επιδέχωνται ούτε έρευναν και αν λέγει ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού, πάλιν το αυτό εννοών, διότι οδούς ονομάζει τας προσταγάς και εντολάς του, πώς τολμάτε σεις να περιεργάζεσθε την ουσίαν του Μονογενούς Υιού και να μειώνετε, όσον βεβαίως εξαρτάται από σας, την αξίαν του Αγίου Πνεύματος;

Βλέπετε, αγαπητοί, πόσον κακόν είναι το να μη προσέχετε με ακρίβειαν εις τα κείμενα της Αγίας Γραφής. Διότι εάν εδέχοντο αυτοί με ευγνωμοσύνην τας διδασκαλίας της Αγίας Γραφής και δεν εξέφραζον τας ιδικάς των σκέψεις, δεν θα εξετρέποντο εις τόσον μεγάλην μωρίαν. Ημείς όμως ούτε έτσι θα παύσωμεν να διδάσκωμεν εις αυτούς το διδάγματα της Αγίας Γραφής και να φράσσωμεν εντελώς τα αυτιά των εις τας καταστρεπτικάς διδασκαλίας αυτών.


6. Αλλά δεν γνωρίζω, πώς πάλιν από την ορμήν του λόγου οδηγηθέντες εις αυτά, απεμακρύνθημεν από την συνέχειάν μας· δι' αυτό πρέπει να επαναφέρωμεν πάλιν τον λόγον εις τα προηγούμενα. «Και ονόμασε, λέγει, ο Θεός το στερέωμα ουρανόν, και είδεν ο Θεός, ότι ήτο καλόν. Και έγινε βράδυ, και έγινε πρωί, ημέρα δευτέρα». Αφού έθεσε την ονομασίαν εις το στερέωμα και αφού επήνεσε το δημιουργηθέν, έδωσε τέλος εις την δευτέραν ημέραν, και λέγει· «και έγινε βράδυ, και έγινε πρωί, ημέρα δευτέρα».

Είδες πώς μας διδάσκει με ακρίβειαν καλών το μεν τέλος του φωτός βράδυ, το δε τέλος της νυκτός πρωί και όλον αυτό ονομάζων ημέραν, δια να μη εξαπατώμεθα μεις, ούτε να θεωρούμεν ότι το βράδυ είναι τέλος της ημέρας, αλλά δια να γνωρίζωμεν με σαφήνειαν, ότι η διάρκεια και των δύο αποτελεί μίαν ημέραν; Και το μεν βράδυ δικαίως θα ελέγετο τέλος του φωτός, ο δε όρθρος, δηλαδή, το τέλος της νυκτός, ολοκλήρωσις της ημέρας. Διότι αυτό θέλει να δηλώσει η Αγία Γραφή, όταν λέγει, «και έγινε βράδυ, και έγινε πρωί, ημέρα δευτέρα».

Ίσως επεκτείναμεν την ομιλίαν εις μεγάλην διάρκειαν, χωρίς να το θέλωμεν, αλλά από αυτήν, όπως θα ημπορούσε να ειπεί κανείς, την συνέχειαν των λόγων, ωσάν να παρεσύρθημεν από κάποιον ορμητικώτατον χείμαρρον. Και δι' αυτό δε σεις είσθε οι υπεύθυνοι, οι οποίοι ακούετε με ευχαρίστησιν τα λεγόμενα από ημάς. Διότι τίποτε δεν ημπορεί να διεγείρει τόσον πολύ τον ρήτορα και να τον οδηγήσει εις μεγαλύτερον πλούτον σκέψεων, όπως η προθυμία των ακροατών.

Και όπως οι αποθαρρυνόμενοι και αδιάφοροι ακροαταί καθιστούν οκνηρότερον και τον δεινόν ρήτορα, έτσι σεις εξ αιτίας της χάριτος του Θεού, και αν ακόμη είμεθα αφωνότεροι και από αυτούς τους λίθους, είσθε ικανοί να διεγείρετε την ιδικήν μας νωθρότητα και να απομακρύνετε τον ύπνον και να μας εξαναγκάσετε να σας ειπούμεν κάτι χρήσιμον και να συντελεί εις την ιδικήν σας προκοπήν.

Επειδή λοιπόν συμβαίνει να είσθε τόσον θεοδίδακτοι και ημπορείτε, σύμφωνα με τον μακάριον Παύλον, να νουθετείτε και άλλους, ας σας παρακαλέσωμεν, περισσότερον από κάθε άλλην φοράν, κατά τον καιρόν της νηστείας, να φροντίσετε πολύ δια την κατά Θεόν αρετήν και να μη σας προκαλεί απέχθειαν ο λόγος, εφ' όσον καθημερινά συζητούμεν δι' αυτά τα θέματα· διότι το να λέγω τα ίδια, εις εμέ μεν δεν προκαλεί οκνηρίαν και ενόχλησιν, κατά τον μακάριον Παύλον, εις σας δε είναι ασφαλές. Διότι η ψυχή μας, επειδή είναι νωθρά, έχει ανάγκην από συνεχή υπενθύμισιν.

Και όπως ακριβώς το σώμα μας καθημερινώς χρειάζεται την υλικήν τροφήν, δια να μη καθίσταται αδρανές, όταν περιέλθει εις μεγάλην αδυναμίαν, έτσι λοιπόν και η ψυχή έχει ανάγκην από την πνευματικήν τροφήν και την αρίστην συμπεριφοράν, ώστε αφού συνηθίσει κάπως το καλόν, να καταστεί εις το εξής απόρθητος εις τας σκευωρίας του πονηρού.


7. Ας περιεργαζώμεθα λοιπόν καθημερινώς την δύναμιν αυτής και ας μη σταματήσωμεν ποτέ να εξετάζωμεν με προσοχήν τους εαυτούς μας· και ας κάνωμεν έλεγχον εις τους εαυτούς μας, και των εισαγομένων και των εξαγομένων, τι μεν είπαμεν χρήσιμον, ποίον δε αργόν λόγον επροφέραμεν, και πάλιν, τι μεν ωφέλιμον με την ακοήν μας εφέραμεν εις την ψυχήν, τι δε πάλιν εφέραμεν μέσα εις αυτήν από εκείνα, που ημπορούν να βλάπτουν. Και εις μεν την γλώσσαν ας θέσωμεν κάποιους κανόνας και όρους, ώστε πρώτα να αναμασά τα λόγια και έτσι να τα προφέρει· τον δε νουν ας εκπαιδεύωμεν να μη εκφράζει τίποτε βλαβερόν, αλλά και αν από έξω εισέρχεται κάτι τέτοιο, αυτό ας το απορρίψει ως περιττόν και ικανόν να βλάπειη, και αν ακόμη γεννάται μέσα μας, γρήγορα να το φυγαδεύει με την ευσεβή σκέψιν, και ας μη νομίζωμεν, ότι η νηστεία μόνον μέχρι το βράδυ είναι αρκετή δια την σωτηρίαν μας.

Εάν βέβαια ο φιλάνθρωπος Κύριος έλεγε προς τους αχαρίστους Ιουδαίους δια μέσου του προφήτου· «Ιδού επί εβδομήντα ήδη έτη, μήπως επολλαπλασιάσατε τας νηστείας σας προς χάριν μου; Και όταν ετρώγετε και επίνετε, δεν είσθε σεις οι τρώγοντες και οι πίνοντες; Τα εξής λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· απονέμετε πράγματικήν δικαιοσύνην και κάνετε ευσπλαγχνίαν και οικτιρμόν ο καθένας με τον αδελφόν του, και μη καταπιέζετε χήραν και ορφανόν, ξένον και πτωχόν, και μη σκέπτεσθε κακόν μέσα εις την καρδίαν σας ο ένας κατά του άλλου».

Εάν λοιπόν εις εκείνους που εκάθηντο εις την σκιάν και ήσαν προσηλωμένοι εις το σκοτάδι της πλάνης, δεν προήρχετο κανένα κέρδος από την νηστείαν μόνον, χωρίς να έχουν επιτύχει αυτά και να απομακρύνουν από την καρδίαν των την κακίαν προς τον πλησίον, ποίαν δικαιολογίαν θα έχωμεν, ημείς, οι οποίοι είμεθα υποχρεωμένοι να πράττωμεν τα μεγαλύτερα, και δεν προτρεπόμεθα μόνον να κάνωμεν αυτά, αλλά και διατασσώμεθα να αγαπώμεν και να ευεργετούμεν και τους εχθρούς μας;

Και διατί λέγω, να ευεργετούμεν; να προσευχώμεθα λοιπόν υπέρ αυτών και να παρακαλούμεν τον Κύριον και να τον ικετεύωμεν δια την φροντίδα υπέρ αυτών; Διότι αυτό θα παρουσιασθεί προ πάντων ενώπιόν μας κατά την φοβεράν εκείνην μέραν, και θα είναι η μεγίστη φθορά των αμαρτιών μας, εάν συμπεριφερώμεθα έτσι προς εκείνους που μας εχθρεύονται.

Και εάν πράγματι η εντολή είναι υπερβολικά μεγάλη, εάν όμως γνωρίσεις το βραβείον, το οποίον δίδεται εις εκείνους, που κατορθώνουν αυτήν, δεν θα σου φανεί καθόλου, και αν ακόμη είναι υπερβολικά μεγάλη. Ποίον λοιπόν είναι αυτό; «Εάν θα κάμετε αυτό, λέγει, θα γίνετε όμοιοι προς τον Πατέρα σας, ο οποίος είναι εις τους ουρανούς».

Και δια να μας κάνει σαφέστερον τον λόγον, επρόσθεσε, «Διότι ανατέλλει τον ιδικόν του ήλιον αδιακρίτως εις πονηρούς και εις αγαθούς, και βρέχει την βροχήν του εις δικαίους και αδίκους». Να μιμείσαι λοιπόν, λέγει, τον Θεόν κατά την ανθρωπίνην δύναμιν. Διότι όπως ακριβώς εκείνος δεν ανατέλλει τον ήλιον μόνον εις τους δικαίους, αλλά και εις τους εργαζομένους τα πονηρά έργα, και δεν χορηγεί την ραγδαίαν βροχήν, ούτε τας ετησίους νεροποντάς μόνον εις τους αγαθούς, αλλά και εις τους πονηρούς, έτσι και συ, εάν δεν αγαπάς μόνον εκείνους, που σε αγαπούν, αλλά και εκείνους, που διάκεινται εχθρικώς προς σε, κατά την δύναμίν σου μιμείσαι τον ιδικόν σου Κύριον.

Είδες πώς ανεβίβασεν εις την υψηλοτάτην κορυφήν εκείνον, που ημπορεί να επιτυγχάνει αυτήν την αρετήν; Αλλά μη σκέπτεσαι μόνον τας δυσκολίας του πράγματος, αγαπητέ, αλλά πρώτα να αναλογίζεσαι μόνος σου, πόσην μεγάλην τιμήν πρόκειται να αξιωθείς· και η υπόσχεσις της τιμής ας κάνει το βαρύ και το ενοχλητικόν ελαφρόν εις σε. Και δεν πρέπει να αναγνωρίζεις ευγνωμοσύνην, διότι ευρίσκεις αφορμήν με την ευεργεσίαν εις τον εχθρόν να ανοιχθούν εις σε αι θύραι της παρρησίας προς τον Θεόν και να σου εξαλειφθούν αι αμαρτίαι; Ίσως όμως επιθυμείς να αποκρούσεις τον εχθρόν και να ανταποδώσεις τα ίσα ή και μεγαλύτερα εις εκείνον, που σε έβλαψε;

Και τι περισσότερον θα γίνει από αυτό, όταν, μαζί με το ότι δεν γίνεται εις σε καμμία ωφέλεια, πρόκειται να σου ζητηθούν και ευθύναι κατά το φοβερόν εκείνο δικαστήριον, διότι παρεχάραξες τους νόμους, που ετέθησαν από τον Θεόν, Διότι ειπέ μου, εάν κάποιος επίγειος βασιλεύς εθέσπιζε τέτοιον νόμον, ώστε να περιποιούμεθα τους εχθρούς ή ο θάνατος να είναι η τιμωρία, δεν θα έσπευδαν όλοι εις την εκτέλεσιν του νόμου εξ αιτίας του φόβου του σωματικού αυτού θανάτου; Πόσην κατηγορίαν λοιπόν δεν θα άξιζε, δια μεν τον σωματικόν θάνατον, τον οποίον και χωρίς αυτόν προκαλεί οπωσδήποτε το χρέος της φύσεώς μας, να καταδεχώμεθα να κάνωμεν τα πάντα, δια τον θάνατον όμως, όπου δεν είναι δυνατόν να ευρούμεν παρηγορίαν, να φροντίζωμεν ολιγώτερον από τον νόμον, ο οποίος τίθεται από τον Κύριον των όλων;


8. Βεβαίως όμως ελησμόνησα, όταν έλεγα αυτά, εκείνους που δεν επιδεικνύουν την ίσην αγάπην ούτε προς τους αγαπώντας αυτούς. Ποίος λοιπόν θα μας σώσει εις το μέλλον από την κόλασιν εκείνην, όταν όχι μόνον είμεθα μακράν από την εντολήν εκείνην, αλλά ούτε τα ίδια με τους τελώνας πράττωμεν; «Διότι, αγαπήσετε εκείνους μόνον, που σας αγαπούν, λέγει, τι μέγα κάνετε; δεν κάνουν το ίδιον και οι τελώναι; Όταν λοιπόν δεν κάμνωμεν ούτε αυτό, ποία η ελπίδα της σωτηρίας μας; Δι' αυτό, παρακαλώ, ας μη γινώμεθα άσπλαγχνοι, αλλά ας δαμάσωμεν την σκέψιν μας και πρώτον μεν ας μάθωμεν να νικώμεν τον πλησίον εις την αγάπην, και, κατά τον μακάριον Παύλον, να προλαμβάνετε ο ένας τον άλλον εις την απόδοσιν της τιμής ως υπέρτερον και ανώτερον από τον εαυτόν σας· και να μη ανεχώμεθα να μειονεκτούμεν, αλλά να νκώμεν, και να μη υπερηφανευώμεθα, αλλά να επιδεικνύωμεν μεγαλυτέραν και θερμοτέραν συμπάθειαν προς εκείvoυc, που μας αγαπούν.

Διότι τούτο είναι που κατ' εξοχήν συγκροτεί και διατηρεί την ζωήν μας, και εις τούτο διαφέρομεν από τα ζώα και τα θηρία, εις το ότι ημπορούμεν, εάν θα θελήσωμεν, να διατηρούμεν την αρμόζουσαν εις ημάς τάξιν και να επιδεικνύωμεν μεγάλην ομόνοιαν δια τους συνανθρώπους μας· έπειτα δε να πιέζωμεν την σκέψιν, και το ατίθασσον αυτό θηρίον, εννοώ τον θυμόν, να εξαλείφωμεν εντελώς, και να προβάλλωμεν εις την ψυχήν μας την αγωνίαν του φοβερού δικαστηρίου και να διδάσκωμεν αυτήν, ότι αν δεχθεί να συμφιλιωθεί με τους εχθρούς, θα επιτύχει τα μεγάλα αγαθά· εάν όμως θα φιλονεικεί ακόμη, θα υποστεί μεγάλην τιμωρίαν.

Ούτε βέβαια πρέπει να εξοδεύωμεν τον χρόνον μας απλά και μάταια, αλλά κάθε ημέραν και ώραν να προβάλλωμεν ενώπιόν μας την κρίσιν του Κυρίου, και ποία μεν είναι εκείνα, που ημπορούν να μας προκαλέσουν την μεγάλην παρρησίαν και ποία δε εκείνα, που επαυξάνουν την τιμωρίαν. Και έτσι συλλογιζόμενοι αυτά, ας υπερισχύσωμεν των παθών, ας καταστέλλωμεν τας επιθυμίας της σαρκός μας και ας νεκρώσωμεν, κατά τον μακάριον Παύλον, «τα μέλη μας που επιθυμούν τα γήινα, την πορνείαν, την ακαθαρσίαν, κάθε πάθος, κάθε κακήν επιθυμίαν, τον θυμόν, την πλεονεξίαν, την κενοδοξίαν, την βασκανίαν».

Εάν καταστήσωμεν νεκρούς τους εαυτούς μας εις τα πάθη αυτά, ώστε να μη ημπορούν να ενεργούν μέσα μας, θα κατορθώσωμεν να δεχθούμεν τον καρπόν του Αγίου Πνεύματος, ο οποίος είναι «Η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η καλωσύνη, η αγαθή διάθεσις, αξιοπιστία, η πραότης, η εγκράτεια». Αυτή ας είναι η υπεροχή του χριστιανού προς τον άπιστον. Αυτά ας είναι τα γνωρίσματά μας, ας μη καυχώμεθα μόνον δια το όνομα, ούτε να υπερηφανευώμεθα δια την εξωτερικήν εμφάνισιν, μάλλον δε ούτε, εάν θα αποκτήσωμεν αυτά που ανέφερα, να υπερηφανευθούμεν ποτέ, αλλά και τότε ας συγκρατήσωμεν περισσότερον τους εαυτούς μας. «Διότι όταν κάμετε όλα, λέγει ο Ιησούς, πρέπει να λέγετε, ότι είμεθα δούλοι άχρηστοι».

Εάν έτσι μεριμνώμεν και φροντίζωμεν δια την σωτηρίαν μας, θα ημπορέσωμεν να ωφελήσωμεν πάρα πολύ και τους εαυτούς μας και να αποφύγωμεν την μέλλουσαν τιμωρίαν και να γίνωμεν διδάσκαλοι εκείνων που συμφέρουν εις αυτούς, οι οποίοι μας παρακολουθούν· δια να αξιωθούμεν, αφού ζήσωμεν την παρούσαν ζωήν κατά τον ορθόν τρόπον, και εις την μέλλουσαν ζωήν την φιλανθρωπίαν, την οποίαν είθε όλοι ημείς να επιτύχωμεν, με την χάριν και την ευσπλαγχνίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίον εις τον Πατέρα ανήκει η δόξα, η δύναμις, η τιμή εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Διαβάστε επίσης: Ομιλίες στην Γένεση: 1-4


πηγή: Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 2, Πατερικαί Εκδόσεις "Γρηγόριος ο Παλαμάς", μτφρ. Σπυρίδων Μουστάκας, 1981. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......