Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Ομιλία Στ΄ εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον

Ομιλία στ΄.
Ματθ. 2, 1-3

1 Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐγεννήθηκε εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡρώδη τοῦ βασιλέως, ἔφθασαν μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐρωτοῦσαν,
2 «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐγεννήθηκε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Διότι εἴδαμε τὸ ἄστρον του νὰ ἀνατέλλῃ καὶ ἤλθαμε νὰ τὸν προσκυνήσωμεν».

1. Μας χρειάζεται πολλή αγρυπνία, πολλές προσευχές, ώστε να μπορέσουμε να εξετάσουμε ικανοποιητικά αυτό το χωρίο και να μάθουμε ποιοι είναι αυτοί οι μάγοι και από ήλθαν και πώς και ποιος τους έπεισε και τι ήταν αυτό το αστέρι. Καλύτερα όμως, εάν θέλετε, ας αναφέρουμε πρώτα όσα λέγουν οι εχθροί της αλήθειας. Διότι του επετέθη με τόση σφοδρότητα ο διάβολος, ώστε τόλμησε να εξοπλίσει αυτούς και από το χωρίο τούτο εναντίον των λόγων της αληθείας. Τι λέγουν λοιπόν; Να που εφάνη αστέρι  και όταν εγεννήθη ο Χριστός, πράγμα, λέγει, το οποίον μαρτυρεί ότι η αστρολογία  γνωρίζει την αλήθειαν. Αφού εγεννήθη λοιπόν κατά τα αστρολογικά δεδομένα, πώς απέδειξε την αστρολογία ανάξια λόγου, πώς κατήργησε την πίστη εις την μοίρα, πώς απεστόμωσε τους δαίμονες, πώς εξαφάνισε την πλάνη και εξουδετέρωσε κάθε είδους μαγεία; Τι έμαθαν όμως οι μάγοι από το αστέρι εκείνο; Ότι ήταν βασιλεύς των Ιουδαίων; Αλλά, όπως είπε στον Πιλάτο, δεν ήταν βασιλεύς εις εγκόσμιον βασίλειον. "Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου"(Ιω. 18,36). Και πράγματι δεν παρουσίασε τίποτε σχετικό. Δεν είχε κοντά του ούτε σωματοφύλακες, ούτε υπασπιστές, ούτε άλογα, ούτε ζεύγος ημιόνων ούτε άλλο τίποτε παρόμοιο, αλλά ζούσε ως ασήμαντος και πτωχός και είχε μαζί του δώδεκα απλούς ανθρώπους. Αλλά και αν γνώριζαν ότι είναι βασιλεύς, γιατί πήγαν να τον συναντήσουν; Διότι δεν είναι βέβαια έργο της αστρολογίας να γνωρίζει από τα άστρα ποιοι εγεννήθησαν, αλλά. όπως λέγουν, να προφητεύει δια των άστρων τα μέλλοντα. Αυτοί όμως δεν παρευρέθησαν όταν εγεννούσε η μητέρα, ούτε εγνώριζαν τον χρόνο, κατά τον οποίο εγεννήθη ο Χριστός, ούτε στηρίχτηκαν στον χρόνο της γεννήσεως για να υπολογίσουν από την κίνηση των αστέρων τα μέλλοντα να συμβούν. Αντιθέτως, επειδή είδαν πριν απο πολύ καιρό ένα αστέρι που παρουσιάσθηκε επάνω από την πατρίδα τους, ήλθαν για να δουν τον νεογέννητο. Πράγμα το οποίο δημιουργεί πολύ μεγαλύτερες απορίες από το πρώτο. Διότι τι τους έπεισε, ποια ωφέλεια περίμεναν, ώστε να έλθουν από τόση απόσταση να προσκυνήσουν τον βασιλέα; Και αν ακόμη επρόκειτο να είναι δικός τους βασιλεύς και πάλι δεν ήταν λογικό αυτό που έκαναν. Διότι, εάν γεννιόταν σε κάποια βασιλική αυλή και ήταν βασιλεύς ο πατέρας του, θα έλεγε κανείς ότι έκαναν καλά που ήλθαν να προσκυνήσουν το νεογέννητον, για να κολακεύσουν τον πατέρα, και ότι με αυτή την ενέργειά τους εξασφάλισαν εκ των προτέρων μεγάλες πιθανότητες για μελλοντική εύνοια. Τώρα όμως γιατί ξεκίνησαν για τόσο μακρινό ταξίδι και πρόσφεραν δώρα, αφού δεν ανέμεναν να γίνει δικός τους βασιλεύς, αλλά ενός παράξενου λαού, που κατοικούσε σε πολύ μεγάλη απόσταση από την πατρίδα τους; Και αφού μάλιστα επρόκειτο να είναι επικίνδυνη η όλη ενέργειά τους; Διότι και ο Ηρώδης ταράχθηκε πάρα πολύ όταν το άκουσε και όλος ο λαός ανησύχησε, όταν άκουσε όλα όσα έλεγαν αυτοί. Αλλά δεν τα προέβλεψαν, θα έλεγε κάποιος, αυτά. Αυτό όμως δεν είναι λογικό. Διότι, και πολύ ανόητοι αν ήσαν, δεν έπρεπε να αγνοούν τούτο, ότι, αν φθάσουν σε χώρα που έχει βασιλέα και ανακοινώσουν όσα γνωρίζουν και ειπούν ότι υπάρχει κάποιος άλλος βασιλεύς και όχι ο κάτοχος του θρόνου, δεν θα επέσυραν άπειρες φορές εναντίον τους τον θάνατον; Και γενικώς, διατί ήλθαν και προσκύνησαν ένα παιδί που ευρίσκετο εις τα σπάργανα; Διότι, αν ευρίσκετο εις την ανδρική ηλικία, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι εξέθεσαν τους εαυτούς τους σε φανερό κίνδυνο, διότι ανέμεναν να ευεργετηθούν από αυτόν, αν και θα ήταν πολύ παράλογο, Πέρσες αυτοί, αλλόθρησκοι, που δεν είχαν τίποτε κοινό με τους Ιουδαίους, να θέλουν να αφήσουν τα σπίτια τους και την πατρίδα και τους συγγενείς και τους δικούς τους και να γίνουν οικειοθελώς υπήκοοι ξένου βασιλέως.         


2. Και αν αυτό είναι παράλογο, ακόμη περισσότερο παράλογα είναι τα υπόλοιπα. Ποια είναι λοιπόν αυτά; Το ότι επέστρεψαν αμέσως, αφού ήλθαν τόσο μακριά από την πατρίδα τους και προσκύνησαν και ανησύχησαν τους πάντες. Και με δυο λέξεις, ποιο βασιλικό σύμβολο είδαν, αφού είδαν μια καλύβη με φάτνη και ένα παιδί στα σπάργανα και μια πτωχή μητέρα; Σε ποιον πρόσφεραν τα δώρα και γιατί; Μήπως υπήρχε νόμος και έθιμο να προσκυνούν τους νεογέννητους βασιλείς, όπου και αν εγεννήθησαν; Μήπως εγύριζαν συνεχώς όλη την οικουμένη και προσκυνούσαν πριν ακόμη να ανέβουν εις τον θρόνο, εκείνους που εγνώριζαν ότι από μικροί και ασήμαντοι θα γίνουν βασιλείς; Κανείς δεν μπορεί να προβάλλει παρόμοιο ισχυρισμό. Τότε γιατί τον προσκύνησαν; Εάν για το παρόν, τι περίμεναν να κερδίσουν από ένα νήπιο και μία πτωχή μητέρα; Εάν για το μέλλον, πώς γνώριζαν ότι θα συγκρατήσει εις την μνήμη του το παιδί, που το προσκύνησαν όταν ευρίσκετο εις τα σπάργανα, όσα έγιναν τότε; Και εάν επρόκειτο να του το υπενθυμίσει η μητέρα του, και πάλι δεν πρέπει να τιμηθούν, αλλά να τιμωρηθούν, διότι έρριψαν το νήπιο εις φανερόν κίνδυνο. Εξ αιτίας τους εταράχθη ο Ηρώδης και το αναζητούσε και ερευνούσε και προσπαθούσε να το εξοντώσει. Και σε κάθε περίπτωση εκείνος που αποκαλύπτει ότι ένας κοινός άνθρωπος μικρής ηλικίας πρόκειται να γίνει βασιλεύς, δεν κάμνει τίποτε άλλο παρά τον παραδίδει ει;ς την σφαγή και του ανάπτει μυρίους πολέμους.

Είδες πόσα παράλογα παρουσιάζονται, αν εξετάσουμε το ευαγγελικό χωρίο με τα ανθρώπινα μέτρα και κατά τον συνηθισμένο τρόπο; Και δεν είναι μόνον αυτά, αλλά θα ήταν δυνατό να αναφέρω περισσότερα, τα οποία απαιτούν περισσοτέρα συζήτηση, από όση απαιτούν όσα ανέφερα.

Αλλά για να μην σας κάνουμε, με την έκφραση της μιας απορίας κατόπιν της άλλης, να αισθάνεσθε ιλίγγους, ας προχωρήσουμε τώρα εις την λύσιν των αποριών. Ας προσπαθήσουμε να λύσουμε πρώτον το ζήτημα τους αστέρος. Διότι αν μάθουμε τι ήταν το αστέρι και ποια η προέλευσίς του και αν ήταν και αυτό ένα από τα πολλά ή διαφορετικό από τα άλλα και αν ήταν πράγματι αστέρι ή μόνον φαινομενικώς αστέρι, θα κατανοήσουμε εύκολα και όλα τα άλλα.

Από που όμως θα τα μάθουμε αυτά; Από το ίδιο το κείμενο.
 Είναι βεβαίως φανερό από την πορεία του κατ' αρχήν ότι το αστέρι αυτό δεν ήταν ένα από τα πολλά ή καλύτερα δεν ήταν, κατά την γνώμη μου τουλάχιστον, αστέρι, αλλά κάποια αόρατη δύναμις που έλαβε μορφήν άστρου. Διότι, είναι βεβαιότατον, δεν υπάρχει αστέρι που να ακολουθεί αυτήν την πορεία, αλλά και ο ήλιος και η σελήνη και όλα τα άλλα αστέρια τα βλέπομεν να προχωρούν από την ανατολή προς την δύσιν. Αυτό όμως επήγαινε από τον βορράν προς το νότον. Διότι αυτός είναι ο προσανατολισμός της Παλαιστίνης από την Περσία.

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η εξέταση της ώρας. Διότι δεν εφάνη την νύχτα, αλλά το μεσημέρι, όταν ο ήλιος ήταν ολόλαμπρος. Τούτο δεν είναι δυνατόν να συμβεί όχι μόνον με τα αστέρια, αλλά ούτε με την σελήνη. Διότι και αυτή, αν και είναι πολύ μεγαλύτερη από όλα, κρύπτεται και εξαφανίζεται αμέσως, μόλις φανούν οι ακτίνες του ήλιου. Αυτό το αστέρι όμως ενίκησε με την υπερβολική λαμπρότητά του τις ακτίνες του ήλιου και απεδείχθη φωτεινότερον από εκείνες και έλαμψε περισσότερον μέσα εις το τόσον φως.

Τρίτον αποδεικτικόν στοιχείον είναι ότι εκρύπτετο και εφαίνετο πάλιν. Διότι εφαίνετο και οδηγούσε τους μάγουςκατά την πορεία τους μέχρι της Παλαιστίνης. Όταν έφθασαν όμως εις τα Ιεροσόλυμα, εκρύφθη. Έπειτα εφανερώθη πάλιν, όταν επρόκειτο να αναχωρήσουν, αφού ανεκοίνωσαν εις τον Ηρώδη την αιτία της αφίξεώς τους και τον απεχαιρέτησαν. Αυτά αποδεικνύουν ότι δεν πρόκειται δια κίνησιν άστρου,  αλλά για κίνηση κάποιας πολύ λογικής δυνάμεως. Διότι δεν είχε κάποια μόνιμον πορείαν, αλλά εκινείτο όταν έπρεπε να κινείται, σταματούσε όταν έπρεπε να σταματάκαι ρύθμιζε τα πάντα όπως έπρεπε, όπως η στήλη της νεφέλης, που σταματούσε ή έκανε το στρατόπεδο των Ιουδαίων να ξεκινήσει όποτε χρειαζόταν.

Τέταρτο στοιχείο, από το οποίο μπορεί κανείς να γνωρίσει καλώς τα πράγματα, είναι ο τρόπος, με τον οποίο τους οδηγούσε. Διότι δεν τους οδηγούσε από τον ουρανό. Διότι δεν ήταν δυνατό να κατατοπίζονται αυτοί με αυτόν τον τρόπο. Αλλά κατέβαινε χαμηλά και τους οδηγούσε. Διότι γνωρίζετε καλώς ότι δεν είναι δυνατόν να κάνει ένα αστέρι γνωστόν ένα τόπο τόσο μικρό, όσον είναι ορθό να κατέχει μία καλύβη ή μάλλον όσον είναι λογικόν να κατέχει το σώμα ενός νηπίου. Επειδή λοιπόν το ύψος του αστέρος είναι πολύ μεγάλον, δεν ήταν δυνατό να επισημάνει και να κάνει γνωστόν εις τους επιθυμούντας να ιδούν ένα τόσο μικρόν τόπον. Αυτό είναι δυνατό να το αντιληφθεί κανείς και από την σελήνην, η οποία, αν και είναι πολύ μεγαλυτέρα από τα άστρα, δίδει την εντύοωσιν εις όλους τους κατοίκους της γης, που είναι διασκορπισμένοι εις όλην την επιφάνειαν της γης, ότι ευρίσκεται κοντά τους. Ειπέ μου, λοιπόν, πώς θα έδειχνε το αστέρι ένα τόπο μικρόν όσον μία φάτνη και μία καλύβη, αν δεν άφηνε το ύψος εκείνο και δεν κατέβαινε κάτω και δεν σταματούσε ακριβώς επάνω από την κεφαλή του παιδιού; Τούτο ασφαλώς υπονοούσε και ο Ευαγγελιστής όταν έλεγεν: "Και να, το άστρον, το οποίον είχαν ιδεί να ανατέλλει, προηγείτο, έως ότου ήλθε και εστάθηκε επάνω εις το μέρος, όπου ευρίσκετο το παιδί".
Βλέπεις με πόσα αποδεικνύεται ότι το άστρο αυτό δεν ήταν ένα από τα πολλά και ότι δεν εφαίνετο να ακολουθεί την φυσική τάξη;


3. Αλλά διατί εφάνη; Για να καυτηριάσει την αναισθησία των Ιουδαίων και να τους αφαιρέσει κάθε ίχνος δικαιολογίας για την απιστία τους. Επειδή δηλαδή επρόκειτο, αυτός που ήλθε από τους ουρανούς να δώσει τέλος εις τον παλαιό τρόπο ζωής και να καλέσει την οικουμένη να τον προσκυνήσει και να τον λατρεύσει εις όλη την ξηρά και την θάλασσα, ήνοιξε εξ αρχής την θύρα δι' όλους τους ανθρώπους, επειδή ήθελε να παραδειγματίσει τους ιδικούς τουδια των ξένων. Επειδή δηλαδή, αν και ήκουαν συνεχώς τους προφήτας που μιλούσαν δια την ενανθρώπισή του, δεν έδιδαν την απαιτούμενη σημασία, έκαμε να έλθουν και βάρβαροι από χώρα μακρινή και να αναζητούν τον βασιλέα που ευρίσκετο κοντά τους και επληροφορήθησαν πρώτα από περσική φωνήν εκείνα, τα οποία δεν ηθέλησαν να μάθουν από τους προφήτας, ώστε αν τον ακολουθήσουν, να έχουν σοβαρότατον στοιχείο ότι επείσθησαν δια την παρουσίαν του. Αν αντιθέτως τον αντιμετωπίσουν με εχθρότητα, να μην έχουν καμία δικαιολογία. Διότι ποία δικαιολογία θα έχουν να παρουσιάσουν, αν δεν πιστεύσουν εις τον Χριστόν μετά από τόσες προφητείες, όταν ιδούν ότι οι μάγοι επείσθησαν επειδή είδαν ένα αστέρι και ήλθαν και προσκύνησαν τον νεογέννητον; Ενήργησε λοιπόν και εις την περίπτωση των μάγων όπως εις την περίπτωση των Νινευϊτών, που τους έστειλε τον Ιωνάν, και όπως εις την περίπτωση της Σαμαρείτιδος και της Χαναναίας. Δια τούτο είπεν: "Οι άνθρωποι της Νινευΐ θα εγερθούν κατά την κρίσιν μαζί με την γενεάν αυτήν και θα την κρίνουν". Και: "η βασίλισσα του Νότου θα εγερθεί κατά την κρίσιν μαζί με την γενεάν αυτήν και θα την κρίνει"(Ματθ. 12, 41-42). Διότι εκείνοι μεν επίστευσαν εις τα μικρότερα, ενώ αυτοί δεν επίστευσαν ούτε εις τα μεγαλύτερα.

Αλλά διατί, λέγει, τους προσείλκυσε με θέαμα αυτού του είδους;

Αλλά πώς έπρεπε; Να τους στείλει προφήτες; Ήσαν μάγοι και δεν θα παραδέχονταν τους προφήτες. Να τους ομιλήσει από τον ουρανό; Δεν θα έδιναν σημασία. Να αποστείλει άγγελον; Και αυτόν θα τον περιφρονούσαν. Γι' αυτό δεν χρησιμοποίησε ο Θεός τίποτε από αυτά και με πολλή συγκατάβαση τους προσκάλεσε με μέσον, προς το οποίο είχαν εξοικείωσιν, και τους έδειξε ένα μεγάλο και εντελώς διαφορετικό αστέρι, για να τους προξενήσει μεγάλη εντύπωση και με το μέγεθός του και με το κάλλος του και με τον τρόπο της κινήσεώς του. Αυτά εμιμήθη και ο Παύλος και ομίλησε προς τους Έλληνες από ένα βωμό και ήντλησε επιχειρήματα από ποιητές. Προς τους Ιουδαίους πάλιν ομιλεί επικαλούμενος προς διαβεβαίωση την περιτομή και αρχίζει με θυσίες την διδασκαλία του προς τους ζώντες κατά τον ιουδαϊκό νόμο. Επειδή δηλαδήκάθε άνθρωπος αγαπά εκείνα, με τα οποία έχει εξοικειωθεί, τα χρησιμοποιούν και ο Θεός και οι άνθρωποι που απέστελε προς σωτηρία της οικουμένης.

Μη νομίσεις λοιπόν ότι θα έκρινε ταπεινωτικό να τους καλέσει με αστέρι. Διότι τότε θίγεις όλους τους ιουδαϊκούς θεσμούς, τις θυσίες, τους καθαρμούς, την πρωτομηνιά, την κιβωτό, ακόμη και το ναό τον ίδιο. Διότι αυτά έχουν την αρχή τους εις την ειδωλολατρική θρησκεία. Ο Θεός όμως, για να σώσει τους παραπλανημένους, εδέχθη να χρησιμοποιούν ως θεραπευτικά μέσα, αφού τα μετέβαλε ολίγον, εκείνα με τα οποία ελάτρευαν τα είδωλα οι ειδωλολάτρες, για να τους απομακρύνει σταδιακώς από τις συνήθειές τους και να τους οδηγήσει εις την υψηλήν πίστιν. Αυτό λοιπόν έκανε και εις την περίπτωση των μάγων. Ηνέχθη να τους καλέσει με τη θέα ενός άστρου, γιανα τους οδηγήσει κατόπιν υψηλότερα. Και αφού τους κατηύθυνε και τους οδήγησε και τους έφερε μπροστά εις την φάτνη, δεν συνεννοείται πλέον μαζί τους δια του άστρου, αλλά δι' αγγέλου, και έτσι έγιναν σιγά σιγά καλύτεροι. Το ίδιο έκανε και με τους Ασκαλωνίτες και τους Γαζαίους. Επειδή οι πέντε(1) εκείνες πόλεις υπέφεραν μεγάλα δεινάόταν έφθασε εκεί η κιβωτός, και επειδή δεν εύρισκαν τρόπο να απαλλαγούν από τα βάσανα που τους ταλαιπωρούσαν, εκάλεσαν τους μάντεις, συγκέντρωσαν τον λαό και εζητούσαν να εύρουν απαλλαγή από τα θεόπεμπτα εκείνα δεινά(Α΄ Βασ. κεφ.5). Όταν είπαν οι μάντεις ότι πρέπει να ζεύσουν στην κιβωτό αγύμναστα και πρωτόγεννα μοσχάρια και να τον αφήσουν να προχωρούν χωρίς να τα κατευθύνει κανείς, διότι έτσι θα αποδειχθεί πλήρως αν είναι θεόπεμπτα τα δεινά ή αν πρόκειται περί επιδημίας (διότι, είπαν, αν συντρίψουν ένεκα απειρίας τον ζυγόν ή επιστρέψουν προς τα μοσχάρια τους που θα φωνάζουν, οφείλονται, όσα συμβαίνουν, εις την τύχην(Α΄ Βασ. κεφ. 6). Αν βαδίσουν όμως σωστά και δεν επηρεασθούν από τους μυκηθμούς των μοσχαριών τους και αν δεν βαδίσουν με αταξία επειδή στερούνται πείρας, είναι ολοφάνερο ότι ωργίσθη ο Θεός κατά των πόλεων αυτών). Επειδή λοιπόν επείσθησαν οι κάτοικοι αυτών των πόλεων από τα λόγια των μάντεων και ενήργησαν όπως τους εσυμβούλευσαν, ο Θεός έδειξε πάλιν την συγκατάβασή του, ηκολούησε την γνώμη των μάντεων και δεν έκρινε ότι είναι ανάξιο δι' αυτόν να αποδείξει ορθές τις προβλέψεις των μάντεων και να κάνει να θεωρούνται αξιόπιστοι δια όσα είπαν τότε. Διότι, με το να  ομολογήσουν ακόμη και οι αρνητές του Θεού την δύναμή του και να εκφράσουν την γνώμη τους περί αυτού οι θρησκευτικοί καθοδηγητές του λαού αυτού, επετυγχάνετο κάτι το σπουδαιότερο.

Είναι δυνατό να δει κανείς ότι ο Θεός ρυθμίζει και άλλα πολλά κατά τον ίδιο τρόπο. Και εις την περίπτωση της γυναικός που προφήτευσε με αυθυποβολή φαίνεται ότι ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο, πράγμα το οποίον θα μπορέσετε βεβαίως να ερμηνεύσετε έπειτα από όσα ακούσατε(Α΄ Βασ. κεφ. 28).

Αυτά λοιπόν είχα να πω εγώ για την αιτία της εμφανίσεως του αστέρος, εσείς δεν θα μπορούσατε να πείτε περισσότερα. "Δίδου γαρ", λέγει, "σοφώ αφορμήν και σοφώτερος έσται"(Παρμ. 9,9).              


4. Πρέπει τώρα να εξετάσουμε την αρχή του ευαγγελικού χωρίου. Αλλά ποια είναι η αρχή;
"Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας, εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως, ιδού μάγοι από ανατολών έρχονται εις Ιεροσόλυμα".
Οι μάγοι ακολούθησαν το αστέρι που τους οδηγούσε. Αυτοί αντιθέτως δεν επίστευσαν ούτε εις τους προφήτες που τους εδίδασκαν.

Αλλά γιατί μάς αναφέρει και τον χρόνο και τον τόπο με τις λέξεις"Εν Βηθλεέμ" και "εν ταις ημέραις Ηρώδου του βασιλέως"; Και γιατί προσθέτει και το αξίωμά του; Προσθέτει το αξίωμά του, επειδή υπήρχε κι άλλος Ηρώδης, εκείνος που αποκεφάλισε τον Ιωάννη. Εκείνος όμως ήταν τετράρχης, ενώ αυτός ήταν βασιλεύς. Μας αναφέρει δε τον τόπο και τον χρόνο, για να μας υπενθυμίσει παλαιές προφητείες. Από αυτές η μία είναι του Μιχαία, που είπε: "Και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα"(Μιχ. 5,2). Η άλλη του πατριάρχου Ιακώβ, που μας καθορίζει με ακρίβεια τον χρόνον και δίδει σπουδαίον χαρακτηριστικόν του χρόνου της γεννήσεως του Χριστού. Λέγει: "Ουκ εκλείψει γαρ άρχων εξ Ιούδα, ουδέ ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθει ώ απόκειται. και αυτός προσδοκία εθνών"(Γεν 49,10). Και αξίζει να ερευνήσουμε και το εξής: Από τι το κατάλαβαν οι μάγοι και ποιος τους παρεκίνησε; Διότι έχω την γνώμη ότι αυτό δεν είναι μόνον έργο του αστέρος, αλλά και του Θεού, ο οποίος εκίνησε την ψυχή τους. Το ίδιο έκαμε και εις τον Κύρον, όταν τον προετοίμαζε να αφήσει ελεύθερους τους Ιουδαίους. Δεν ενήργησεν όμως κατά τρόπον που να περιορίσει την ελεύθερη βούλησή τους. Και όταν εκάλεσε τον Παύλον από τον ουρανόν δια φωνής, έδειξε και την δική του συγκατάβαση και την υπακοή του Παύλου(Πραξ. κεφ.9).

Αλλά γιατί, λέγει, δεν το απεκάλυψεν εις όλους τους μάγους;

Διότι δεν επρόκειτο να πιστεύσουν όλοι και διότι αυτοί ήσαν καταλληλότεροι  από όλους. Διά τούτο εχάθησαν χιλιάδες έθνη, αλλά μόνον εις τους Νινευίτας έστειλεν ο Θεός προφήτην. και οι σταυρωμένοι ληστές ήσαν δύο, αλλά εσώθη ο ένας μόνον. Πρόσεξε όμως την αρετήν των δύο αυτών μάγων, που φαίνεται όχι μόνο επειδή ήλθαν, αλλά και επειδή ομιλούν με κάθε ειλικρίνειαν. Δια να μη νομισθεί ότι ψεύδονται, λέγουν ποιος τους οδήγησε και από πόσο μεγάλη απόστασιν ήλθαν και, μόλις έφθασαν, έδειξαν την ειλικρίνειά τους. "Ήλθομεν γαρ", λέγει, "προσκυνήσαι αυτώ". Και δεν εφοβήθησαν ούτε του λαού την οργή ούτε την δύναμη του βασιλέως. Νομίζω λοιπόν ότι και εις την πατρίδα τους εκήρυξαν τα ίδια εις τους συμπατριώτες τους. Διότι, αφού δεν παρέλειψαν να τα ειπούν εδώ, θα τα είπαν πολύ περισσότερο ελεύθερα εις την πατρίδα τους, αφού μάλιστα επληροφορήθησαν και για την επίσκεψη του αγγέλου εις την Μαρία και για τις προφητείες.

"Ακούσας δε", λέγει, "ο Ηρώδης, εταράχθη και πάσα Ιεροσόλυμα μετ' αυτού". Ο Ηρώδης ευλόγως ανησύχησεν, επειδή ήτο βασιλεύς και εφοβείτο και δια τον εαυτόν του και δια τους απογόνους του. Αλλά τα Ιεροσόλυμα διατί ανησύχησαν; Αφού μάλιστα οι προφήτες ομιλούσαν προ πολλού δι' αυτόν ως σωτήρα και ευεργέτην και ελευθερωτήν. Διατί λοιπόν ανησύχησαν; Διότι είχαν την ιδίαν νοοτροπίαν, ένεκα της οποίας δεν ελάτρευαν τον Θεόν και παλαιότερα την ώραν που τους ευεργετούσεν, αλλά ενώ τους είχε χαρίσει την ελευθερία τους, αυτοί ενοσταλγούσαν τα κρέατα της Αιγύπτου.

Σε παρακαλώ να προσέξεις την ακρίβειαν των προφητειών. Διότι και αυτό το είπε παλαιότερα ο προφήτης με τα εξής λόγια: "Θελήσουσιν, ει εγεννήθησαν πυρίκαυστοι. ότι παιδίον εγεννήθη υμίν, υιός και εδόθη υμίν"(Ησ. 9,5-6). Επειδή όμως εταράχθησαν δεν εζήτησαν να ιδούν αυτό που συνέβη, ούτε ηκολούθησαν τους μάγους, ούτε ενδιαφέρον έδειξαν. Τόσον πολύ ήσαν στριφνοί και αδιάφοροι συγχρόνως. Κανονικώς έπρεπε να υπερηφανεύονται, διότι ο βασιλεύς εγεννήθη εις την πατρίδα των και απέσπασε την προσοχή της Περσίας και επρόκειτο να έχουν τους πάντας υπό την εξουσία των, αφού η κατάστασις εβελτιώθη και ήρχισαν ευθύς εξ αρχής τόσον λαμπρά. Αυτοί όμως παρ' όλα αυτά δεν εβελτιώθησαν. Αν και είχαν απαλλαγεί προσφάτως από την αιχμαλωσίαν, και έπρεπε, και αν ακόμη δεν εγνώριζαν τίποτε από τα μυστηριώδη και υψηλά, αλλά έκριναν με μόνην βάσιν τα παρόντα, έπρεπε να σκεφθούν ότι, αφού τόσον τρέμουν τον βασιλέα ημών μόλις εγεννήθη, θα τον φοβηθούν πολύ περισσότερο, όταν μεγαλώσει, και ότι θα υπακούσουν και ότι το βασίλειό μας θα γίνει λαμπρότερο από των βαρβάρων. Τίποτε όμως δεν τους έκανε να ανανήψουν. Τόση ήταν η νωθρότης και τόσος συγχρόνως ο φθόνος τους. Δια τούτο πρέπει να ξεριζώνουμε με σχολαστικότητα και τα δύο αυτά από την ψυχή μας και να είναι επιθετικότερος και από την φωτιά εκείνος που πρόκειται να αντιπαραταχθεί εις αυτά. Δια τούτο είπε και ο Χριστός: "Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην. και τι ήθελον, ει ήδη ανήφθη"(Λουκ. 12,49). Δια τούτο και το Άγιο Πνεύμα παρουσιάζεται ωσάν φλόγα.


5. Εμείς όμως γίναμε αναισθητότεροι από την τέφρα και νεκρότεροι από τους νεκρούς. Και συμβαίνει τούτο, αν και βλέπουμε ότι ο Παύλος ανέβη επάνω από τον ουρανό και επάνω από τον ουρανό του ουρανού και ότι ενίκησε τα πάντα με ορμή μεγαλυτέρα από της φωτιάς και υψώθη επάνω από όλα, τα επάνω και τα κάτω, τα παρόντα και τα μέλλοντα, τα υπαρκτά και τα ανύπαρκτα. Αν ισχυρισθείς ότι είναι ανώτερον από τας δυνάμεις σου αυτό το πρότυπον, ο ισχυρισμός σου αυτός οφείλεται  οπωσδήποτε εις την νωθρότητά σου, (διότι τι είχε παραπάνω από σε ο Παύλος και ισχυρίζεσαι ότι σου είναι αδύνατον να μιμηθείς τον ζήλον του;). αλλά, για να μην ασχολούμεθα με αμφισβητήσεις, ας αφήσουμε τον Παύλον και ας ενθυμηθούμε τους πρώτους - πρώτους πιστούς, οι οποίοι εγκατέλειψαν και χρήματα και κτήματα και κάθε βιοτική φροντίδα και ασχολίαν, αφιερώθησαν ολοψύχως εις τον Θεόν και ήσαν αφοσιωμένοι ημέραν και νύκτα εις την διδασκαλίαν του θείου λόγου. Διότι η πνευματική φλόγα έχει αυτήν την ιδιότητα. Δεν μας αφήνει να έχωμεν την παραμικράν επιθυμίαν δια τα γήινα, αλλά αναπτύσσει μέσα μας έναν άλλον έρωτα. Δια τούτο αν χρειασθεί να εγκαταλείψει τα υπάρχοντά του, να περιφρονήσει την καλοπέρασιν και την δόξαν ή να χάσει και τη ζωή του ακόμη εκείνος που διακατέχεται από τον πνευματικόν αυτόν έρωτα, τα κάμνει όλα αυτά με κάθε ευκολίαν. Διότι εισέρχεται εις την ψυχήν του η θερμότης της πνευματικής φλόγας, διώχνει κάθε δισταγμόν του και τον ανυψώνει περισσότερον από όσον τα πτερά. Αυτός περιφρονεί πλέον όλα τα ορατά, διακατέχεται συνεχώς από βαθείαν θρησκευτικήν συγκίνησιν, χύνει συνεχώς ποταμούς δακρύων και αισθάνεται δι' αυτά άπειρον ψυχικήν ηδονήν. Διότι δεν υπάρχει τίποτε, το οποίον να μας συνδέει αρρήκτως και να μας ενώνει με τον Θεόν τόσον, όσο τα δάκρυα αυτού του είδους. Και αν ακόμη κατοικεί μέσα εις πόλεις αυτός ο άνθρωπος, είναι ωσάν να ευρίσκεται εις την έρημον και εις τα όρη και εις τα δάση, διότι δεν βλέπει κανένα από τους γύρω του ούτε χορταίνει τους θρήνους αυτούς, είτε θρηνεί δια τα ιδικά του παραπτώματα είτε δια τα ξένα. Δια τούτο ο Θεός μακάρισε αυτούς περισσότερο από τους άλλους, και είπε: "Μακάριοι οι πενθούντες"(Ματθ. 5,5). Και ο Παύλος είπε: "Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε"(Φιλιπ. 4,4). Και εννοούσε την ηδονή που προέρχεται από τα δάκρυα. Όπως δηλαδή η χαρά δια τα κοσμικά αγαθά είναι στενά συνδεδεμένη με τη λύπη, έτσι και τα θεάρεστα δάκρυα κάμνουν να βλαστήσει αιωνία και αμάραντη χαρά. Έτσι και η πόρνη, επειδή εκυριεύθη από αυτήν την φλόγα, έγινε σεμνοτέρα από τα αγνά κορίτσια. Επειδή δηλαδή μετενόησε με όλη τη φλόγα της ψυχής της, ένοιωσεν έπειτα άπειρην αγάπη δια τον Χριστόν και έλυσε τα μαλλιά της, έβρεξε τα άγια πόδια με τα δάκρυα, τα εσκούπισε με τα μαλλιά της και τα ερράντισε με όσα αρώματα είχεν. Όλα αυτά ήσαν εξωτερικές εκδηλώσεις. Όσα συνέβαιναν εις την ψυχήν της, ήσαν πολύ θερμότερα από αυτά. Αυτά όμως τα έβλεπε μόνον ο Θεός. Δια τούτο ακριβώς συμμετέχει εις την χαράν της όποιος ακούει τι έκαμε και ευχαριστείται δια τα κατορθώματά της και της συγχωρεί όλας τας αμαρτίας της.

Αφού εμείς οι σκληρόκαρδοι την συγχωρούμεν, σκέψου τι της εχάρισε ο φιλάνθρωπος Θεός και πόσα αγαθά εκέρδισεν από την μετάνοιάν της, πριν ακόμη την ανταμείψει ο Θεός. Διότι, όπως γίνεται κατακάθαρος ο ουρανός μετά από σφοδρή καταιγίδα, έτσι και μετά από τα πολλά δάκρυα ακολουθεί ψυχική γαλήνη και ηρεμία και εξαφανίζεται το σκότος της αμαρτίας. Και όπως καθαριζόμεθα με το νερό και με το Άγιο Πνεύμα, έτσι καθαριζόμεθα επίσης με τα δάκρυα και την εξομολόγησιν, εν δεν ενεργούμεν προς επίδειξιν και από φιλοδοξίαν. Διότι εγώ θα έλεγα ότι είναι δίκαιον να επικρίνεται περισσότερον εκείνη που κλαίει κατ' αυτόν τον τρόπο, παρά εκείνη που καλλωπίζεται με βαψίματα και καλλυντικά. Εγώ δηλαδή σας ζητώ δάκρυα που τρέχουν όχι προς επίδειξιν, αλλά από βαθείαν ευσέβειαν. Δάκρυα που στάζουν κρυφά και μέσα εις τα ιδιαίτερα δωμάτιά σας, ήσυχα και χωρίς θόρυβον, και δεν τα βλέπει κανείς. Δάκρυα που βγαίνουν από τα βάθη της ψυχής σας, που οφείλονται εις θλίψιν και οδύνην, που απευθύνονται αποκλειστικώς εις τον Θεόν, όπως ήσαν τα δάκρυα της Άννης. "Τα χείλη αυτής", λέγει, "εκινείτο και η φωνή αυτής ουκ ηκούετο"(Α΄ Βασ. 1,13). Αλλά μόνα αυτά τα δάκρυα έβγαζαν φωνήν δυνατοτέρα από της σάλπιγγος. Δια τούτο έκαμεν ο Θεός καρποφόρον την κοιλίαν της και μετέβαλλε την σκληράν πέτραν εις απαλήν γην.                                     


6. Αν δακρύζεις και συ έτσι, είσαι μιμητής του Κυρίου. Διότι και εκείνος εδάκρυσε και δια τον Λάζαρον και δια την πόλιν(2) και εστενοχωρήθη πολύ δια τον Ιούδαν. Και είναι δυνατόν να τον ιδείς να δακρύζει πολλές φορές, πουθενά όμως δεν θα τον ιδείς να γελά. ούτε καν να χαμογελά. ουδείς τουλάχιστον ευαγγελιστής αναφέρει ότι εγέλασε. Δια τούτο και ο Παύλος λέγει και ο ίδιος δια τον εαυτόν του και άλλοι δι' αυτόν ότι εδάκρυσε και μάλιστα ότι επί τρία χρόνια εδάκρυζε νύκτα και ημέραν. Ούτε ο ίδιος όμως λέγει πουθενά ότι κανείς άγιος δια τον εαυτόν του ούτε δι' άλλον άγιον ότι εγέλασε. Μόνον δια την Σάρραν λέγεται ότι εγέλασεν, αλλά ο Θεός την κατέκρινε δι' αυτό(3). Και δια τον υιόν του Νώε, όταν από ελεύθερος έγινε δούλος. Και τα λεγω αυτά όχι επειδή θέλω να εξαφανίσω τον γέλωτα, αλλά επειδή θέλω να εξαλείψω την ηθικήν χαλάρωσιν. Διατί, ειπέ μου, ενώ είσαι υπόλογος δια πολλάς αμαρτίας και πρόκειται να παρουσιασθείς ενώπιον φοβερού διακστηρίου και να λογοδοτήσεις λεπτομερώς δια όλας τας επί της γης ενεργείας σου, διασκεδάζεις και καλοπερνάς; Αφού θα λογοδοτήσωμεν δια τα εκούσια και δια τα ακούσια αμαρτήματά μας. "Ος γαρ αν αρνήσηταί με", λέγει, "έμπροσθεν των ανθρώπων, καγώ αρνήσομαι αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου"(Ματθ. 10,35). Αν και η άρνησις αυτή είναι ακουσία, δεν διαφεύγει την τιμωρίαν, αλλά έχομεν ευθύνας και δι' αυτήν. Και δι' όσα γνωρίζομεν και δι' όσα αγνοούμεν. "Ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα", λέγει ο Παύλος , "αλλ' ουκ εν τούτω δεδικαίωμαι"(Α΄ Κορ. 4,4). Και δι' όσα επράξαμεν υπό άγνοιαν και όσα με επίγνωσιν. "Μαρτυρώ γαρ αυτοίς", λέγει, "ότι ζήλον Θεού έχουσιν, αλλ' ου κατ' επίγνωσιν"(Ρωμ. 10,2). Αλλά δεν είναι αρκετόν αυτό προς αθώωσίν των. Και εις επιστολήν του προς τους Κορινθίους τους έγραφε: "Φοβούμαι μήπως ως ο όφις εξηπάτησεν Εύαν εν τη πανουργία αυτού, ούτω φθαρή τα νοήματα υμών από της απλότητος της εις τον Χριστόν"(Β΄ Κορ. 11,3). Ενώ λοιπόν πρόκειται να λογοδοτήσεις δια τόσον πολλά, κάθεσαι και γελάς και αστειεύεσαι και έχεις τον νουν σου εις την καλοπέρασιν;

Θέτει όμως κάποιος το ερώτημα: Αν αποφύγω όλα αυτά και πενθήσω, τι θα κερδίσω;

Ασφαλώς κάτι το πολύ μεγάλον, τόσον μεγάλον, όσον δεν ημπορώ να σου παραστήσω ούτε με τα  λόγια. Διότι εις τα ανθρώπινα δικαστήρια δεν θα αποφύγεις την τιμωρία μετά την απόφασιν, όσα δάκρυα και αν χύσεις. Εις αυτό όμως το δικαστήριον, έστω και αν σκυθρωπάσεις μόνον, ακυρώνεις την απόφασιν και συγχωρήσαι. Δια τούτο ο Χριστός μας λέγει πολλά περί θλίψεως και μακαρίζει τους θλιβομένους και ελεεινολογεί τους γελώντας. Διότι δεν γίνεται η συνάθροισις αυτή δια να γελούμεν, ούτε ήλθαμεν εις αυτήν δια να καγχάζωμεν, αλλά δια να θρηνούμεν και κληρονομήσουμε  με τον θρήνον αυτόν την αιωνίαν βασιλείαν. Εσύ, όταν ευρίσκεσαι εμπρός εις τον βασιλέα, δεν τολμάς ούτε να μειδιάσεις απλώς. Και εδώ, που ευρίσκεσαι εις το ίδιο σπίτι με τον Κύριον των αγγέλων, δεν στέκεσαι με τρόμον και με τον απαιτούμενον σεβασμόν, αλλά γελάς πολλές φορές και όταν εκείνος οργίζεται; Δεν καταλαβαίνεις ότι με αυτόν τον τρόπο τον εξοργίζεις περισσότερον παρά με τις αμαρτίες σου; Διότι ο Θεός δεν οργίζεται τόσον με όσους αμαρτάνουν, όσον οργίζεται με εκείνους που δεν δείχνουν ταπείνωσιν μετά την αμαρτίαν. Αλλά μερικοί είναι τόσο ασυγκίνητοι, ώστε εξακολουθούν να λέγουν και μετά από όσα ακούετε: Εύχομαι να μη αναγκασθώ ποτέ να δακρύσω, αλλά ο Θεός να δώσει να γελώ και να διασκεδάζω εις όλην μου την ζωήν. Υπάρχει επιπολαιότερη από αυτήν την σκέψιν; Την διασκέδασιν δεν την δίνει ο Θεός, αλλά ο διάβολος. Άκουσε επομένως τι έπαθαν εκείνοι που διασκέδαζαν: "Εκάθισε", λέγει, "ο λαός φαγείν και πιείν και ανέστησαν παίζειν"(Έξ. 32,6). Τέτοιοι ήσαν οι κάτοικοι των Σοδόμων, τέτοιοι όσοι εζούσαν κατά τον κατακλυσμόν. Δια τούτο λέγει και δι' εκείνους. "Ότι εν υπερηφανία και εν ευθυνίαις και εν πλησμονή άρτων εσπατάλων"(Ιεζ. 16,49). Και όσοι εζούσαν την εποχή του Νώε, αν και έβλεπαν επί τόσα έτη ότι εκείνος κατεσκεύαζε την κιβωτόν, αδιαφορούσαν εντελώς δια το μέλλον και διασκέδαζαν με απάθειαν. Δια τούτο απήλθεν ο κατακλυσμός και τους έπνιξεν όλους και έκαμε να ναυαγήσει όλη η οκουμένη.  


7. Μη ζητείς λοιπόν από τον Θεό εκείνα που δίδει ο διάβολος. Διότι ο Θεός δίδει σοβαρόν και ταπεινόν λογισμόν, ήρεμον, φρόνιμον και αυτοκυριαρχούμενον, μετανοούντα και ευσεβή. Αυτά είναι τα δώρα του Θεού, επειδή μας είναι χρησιμώτατα. Διότι μας έχει επιβληθεί αγώνας δύσκολος, παλεύομεν κατά δυνάμεων που δεν τας βλέπομεν, μαχόμεθα κατά των πονηρών πνευμάτων, διεξάγεται πόλεμος κατά των αρχών και των εξουσιών(Εφ. 6,12). Και είναι αρκετόν να ημπορέσωμεν να αποκρούσωμεν με τον ζήλον, την πραότητα και την επαγρύπνησίν μας τα άγρια αυτά στρατεύματα. Αν όμως γελούμεν και διασκεδάζωμεν και γενικώς επιδεικνύωμεν αδράνειαν, θα νικηθούμεν πριν από την σύγκρουσιν, ένεκα της ιδικής μας αδράνειας. Δεν μας ταιριάζει λοιπόν να γελούμεν συνεχώς, και να ζούμεν ακόλαστα και να καλοπερνούμεν, αλλά ταιριάζει εις τους θεατρίνους, εις τας πόρνας, εις τους θηλυπρεπείς, εις τα παράσιτα και εις τους κόλακας. Όχι εις τους προσκαλεσμένους εις τον ουρανόν, όχι εις εκείνους που περιλαμβάνονται εις τον κατάλογον της πολιτείας του ουρανού, όχι εις εκείνους που κρατούν πνευματικά όπλα, αλλά εις εκείνους που είναι υποχείριοι του διαβόλου. Διότι ο διάβολος είναι, ο διάβολος είναι που μετέβαλε τας εκδηλώσεις αυτάς εις τέχνασμα, δια να αποχαυνώσει τους στρατιώτας του Χριστού και να εξασθενήσει την δύναμη της θελήσεώς τους. Δια τούτο έκτισε θέατρα μέσα εις τις πόλεις, ήσκησε τους γελωτοποιούς και εκσφενδόνισεν εναντίον ολοκλήρου της πόλεως με τας φθοροποιούς ενεργείας εκείνων την φοβεράν αυτήν επιδημίαν. Αυτά, την μωρολογίαν και τα αισχρά και ανόητα αστεία, συμβουλεύει ο Παύλος να τα αποφεύγωμεν και προσπαθεί να μας πείσει να τα θεωρούμε απαγορευμένα. Το χειρότερον από αυτά είναι βεβαίως ότι γελούμεν. Όταν δηλαδή ειπούν οι γελωτοποιοί εκείνοι, καμμίαν βλασφημίαν ή αισχρολογίαν, τότε γελούν και διασκεδάζουν πολλοί ανόητοι, και χειροκροτούν δια πράγματα, δια τα οποία έπρεπε να τους λιθοβολούν, και με την διασκέδασιν αυτήν επισύρουν κατά της κεφαλής των την κάμινον του πυρός. Διότι, όσοι επαινούν αυτούς που λέγουν αυτάς τας ανοησίας, αυτοί προ πάντων είναι εκείνοι που τους πείθουν να τας επαναλαμβάνουν. Δια τούτο είναι περισσότερον υπεύθυνοι δια την τιμωρίαν, που επιβάλλεται δι' αυτά. Διότι, αν δεν υπήρχαν θεατές, δεν θα υπήρχαν και θεατρίνοι. Όταν όμως βλέπουν ότι εγκαταλείπομεν τα εργαστήρια και τας εργασίας μας και τα έσοδα, που έχομεν από αυτάς, και όλα γενικώς, δια να τρέξωμεν να τους ιδούμεν, αυξάνεται η προσπάθεια και η όρεξίς των. 

Αυτά δεν τα λέγω δια να τους απαλλάξω από τας ευθύνας των, αλλά δια να κατανοήσετε ότι εσείς κυρίως που δαπανάτε όλην σας την ημέραν εις αυτά και διαπομπεύετε σεβαστάς γαμηλίους εκδηλώσεις και εξευτελίζετε το μεγάλον αυτό μυστήριον, αποτελείτε την βάσιν και τα θεμέλια αυτών των ανηθίκων εκδηλώσεων. Διότι δεν αμαρτάνει τόσον εκείνος που αναλαμβάνει τον ρόλο του θεατρίνου, όσον εσύ που τον ωθείς να τον αναλαμβάνει. Και δεν είναι ότι τον ωθείς μόνον, αλλά και δείχνεις ενδιαφέρον και διασκεδάζεις και γελάς και επαινείς όσα γίνονται και οργανώνεις με κάθε τρόπον τα εργαστήρια αυτά των διαβόλων. Ειπέ μου λοιπόν, με τι μάτια θα ιδείς την γυναίκα σου εις το σπίτι σου, όταν την βλέπεις να εξευτελίζεται εκεί; Και πώς ενθυμήσαι την γυναίκα σου και δεν κοκκινίζεις, όταν βλέπεις ότι διαπομπεύεται το γυναικείον φύλον;


8. Μη μου φέρεις το επιχείρημα ότι αυτό είναι μίμησις και όχι πραγματικότης. Διότι η μίμησις αυτή οδήγησε πολλούς εις την μοιχείαν και διέλυσε πολλές οικογένειες. Αυτό είναι που με κάμνει να στενοχωρούμε περισσότερον, το ότι δεν θεωρείτε ανήθικα αυτά που γίνονται, αλλά ενώ τολμούν τόσα ανήθικα, εσείς χειροκροτείτε και επιδοκιμάζετε και γελάτε πολύ. Τι λέγεις; Είναι απλή μίμησις αυτά που γίνονται; Δια τούτο ακριβώς αξίζει να θανατωθούν αυτοί χίλιες φορές, διότι προσπαθούν να μιμούνται εκείνα που όλοι οι νόμοι προστάζουν να τα αποφεύγωμεν. Διότι, αν είναι μια ενέργεια ανήθικη, είναι ανήθικη και η μίμησίς της. Και δεν ανέφερα καθόλου πόσους οδηγούν εις την μοιχείαν αυτοί που παίζουν τα ανήθικα αυτά δράματα, πόσον ανηθίκους και αδιαντρόπους κάμνουν όσους τα παρακολουθούν. Διότι δεν υπάρχει τίποτε περισσότερον αδιάντροπον και ανήθικον, από τα μάτια που ανέχονται να βλέπουν τέτοια θεάματα. Εσύ δεν θα ανεχόσουν να ιδείς να γυμνώνεται μια γυναίκα εις την αγοράν ή μάλλον ούτε μέσα εις κάποιαν οικίαν, αλλά θα εθεωρούσες την ενέργειαν αυτήν μεγάλην αναίδειαν. Και πηγαίνεις εις το θέατρον, δια να εξευτελίσεις το γένος των ανθρώπων και ανα αγκάσεις τα μάτια σου να εντρέπωνται; Και μη ισχυρισθείς ότι είναι πόρνη αυτή που γυμνώνεται, διότι και η πόνρη και κάθε άλλη γυναίκα έχουν την ιδίαν φύσιν και το ίδιο σώμα. Εάν λοιπόν δεν είναι τίποτε αυτό, διατί, αν ιδείς να γίνεται εις την αγοράν, φεύγεις ολοταχώς και διώχνεις και εκείνην που ασχημονει; Ή είναι ανήθικον αυτό, όταν είμεθα σκορπισμένοι, ενώ όταν συγκεντρωθούμε  και καθίσουμε όλοι μαζί, δεν είναι εξ ίσου ανήθικον; Αυτά είναι γελοία και αδιάντροπα, δείχνουν τρομερή παραφροσύνη και είναι προτιμότερον να αλείψεις το πρόσωπόν σου με βούρκον και με λάσπην, παρά να παρακολουθήσεις αυτό το ανήθικον θέαμα. Διότι δεν είναι τόσον βλαβερός ο βούρκος δια τα μάτια, όσον το ανήθικον θέαμα, η θέα γυμνής γυναίκας. Άκουσε λοιπόν ποια είναι η αιτία που ένοιωσε δια πρώτην φοράν γυμνός ο άνθρωπος και σκέψου πόσον φοβερά είναι αυτή η ανήθικη ενέργεια. Ποια είναι λοιπόν η αιτία που ένοιωσε γυμνός ο άνθρωπος; Η παρακοή και η προτροπή του διαβόλου. Έτσι το έργον αυτό είναι από την αρχή του και την ρίζα του διαβολικόν. Αλλά οι πρωτόπλαστοι ένοιωθαν τουλάχιστον εντροπήν επειδή ήσαν γυμνοί. Εσείς όμως καμαρώνετε, "εν αισχύνη την δόξαν έχοντες"(Φιλιπ. 3, 19), όπως λέγει ο Απόστολος.

Πώς θα σε ιδεί λοιπόν η γυναίκα σου όταν επιστρέψεις από αυτό το αμαρτωλό θέαμα; Πώς θα σε υποδεχθεί; Πώς θα σου ομιλήσει, αφού εξευτέλισες με τόσην αδιαντροπιάν όλον το γυναικείον φύλον και έγινες, ένεκα του θεάματος αυτού, αιχμάλωτος και δούλος της πόρνης;

Θα σας χρεωστώ μεγάλιν χάριν, αν σας στενοχωρεί που ακούετε αυτά. "Τις γαρ εστιν ο ευφραίνων με, ει μη ο λυπούμενος εξ εμού";(Β΄ Κορ. 2,2). Και μη παύσετε ποτέ να αναστενάζετε και να πονείτε δι' αυτά. Διότι η θλίψις δια την διαγωγήν αυτήν θα αποτελέσει την βάσιν της βελτιώσεώς σας. Δια τούτο ομίλησα αυστηρότερα, δια να κάμω βαθυτέραν την εγχείρησιν και να σας απαλλάξω από την σήψιν της ανηθικότητος. Δια να σας επαναφέρω εις την πλήρη υγείαν της ψυχής. Και εύχομαι να την απολαύσετε όλη εις όλην σας την ζωήν και να κερδίσετε με τα κατορθώματά σας τα καθιερωμένα βραβεία, με την χάριν και την φιλανθρωπίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του οποίου η δόξα και η δύναμις είναι αιωνία.

ΑΜΗΝ!                                             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......