Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Κάλλιστος Αγγελικούδης: "Στο χωρίο· «Εκείνοι ήταν οι ευγενείς από τις ανατολές του ηλίου» (2ο μέρος)".

Το 1ο μέρος θα το βρείτε εδώ

56. Όταν είδα, διέκρινα με τη νοερή όραση από πού ήρθα εδώ τόσο θαυμαστά και πού καταλήγω· και τρίτο, φαντάζομαι Αυτόν που με έφερε εδώ και με κυβερνά και θα με φέρει στο τέλος, και βάζω στο νου μου τον άρρητο Πατέρα και την αγάπη Του δεν μπορώ να πω ότι την αγνοώ. Και στη συνέχεια βλέπω κάπως σαν μέσα σε καθρέφτη το μυστήριο του σχετικού με μένα σκοπού Του.

Γι' αυτό βέβαια και ευφραίνομαι με τα τρία αυτά όσο δεν μπορεί να πει κανείς. Αλλά αυτή την τόσο μεγάλη ευφροσύνη τη διαδέχεται πολλές φορές ανάλογη λύπη, όταν εννοήσω ολοκάθαρα πόσο ανάξια προς την κλήση μου ζω και πολιτεύομαι. 

Βλέποντας κατόπιν πόσο άφθονα μου φανερώνεις την απρόσιτη δόξα Σου δια μέσου της κτίσεως και κατανοώντας την ανέκφραστη προς εμένα αγάπη Σου που μου παρουσιάζεις μέσω της ενανθρωπήσεως του μονογενούς Σου Υιού, και γνωρίζοντας την ανέκφραστη και υπερφυσική Σου ένωση μ' εμένα που μου την παρέχεις με ανείπωτη και αδιάλειπτη πνευματική μετοχή, θαυμάζω υπερβολικά τη δόξα Σου και εκπλήττομαι για το ασυνήθιστο έλεός Σου προς εμένα. Κι έτσι στη συνέχεια με βγάζεις έξω απ' όλα τα βλεπόμενα και με σταματάς απ' όλα τα νοούμενα και με αναπαύεις και με ευφραίνεις ανείπωτα μέσα σ' Εσένα, υπερούσιε Αγία Τριάς.

Όταν ο Θεός με πολλή σοφία θέλησε να κάνει τον άνθρωπο άλλον άγγελο επίγειο, ζώο ουράνιο, θεόμορφο και εικόνα δική Του, έβαλε μέσα του πολύ ταιριαστά ψυχή νοερή και ικανή ν' αποκτήσει θεία γνώση και επιστήμη. Γι' αυτό λέει: «Εγώ είπα ότι είστε θεοί και όλοι σας υιοί του Υψίστου»(Ψαλμ. 81, 6), με τη χάρη δηλαδή σαν άλλοι άγγελοι, να θεωρείτε σιωπηλά το Θεό και να υψώνεστε ερωτικά προς Αυτόν μέσα σε πνευματικό φως. Το να υψωθεί ο επίγειος άνθρωπος σε αγγελική κατάσταση είναι αδύνατο, αν δε γίνει σαφώς πνεύμα όπως οι Άγγελοι. Ότι ο πιστός με την πίστη γίνεται πνεύμα από τον παντοδύναμο και απειρόδωρο Θεό, δεχόμενος κατά κάποιο τρόπο δεύτερο, θείο μυστικό πλάσιμο, το φανερώνει ο Σωτήρας μ' εκείνο που λέει: «Ό,τι γεννήθηκε από το Πνεύμα είναι πνεύμα»(Ιω. 3, 6). 

Ότι και γεννιούνται πνευματικά οι άνθρωποι, ενώ έχουν και σώμα μαζί με την ψυχή, το μαρτυρεί ο αξιόπιστος Ιωάννης που λέει: «Τους έδωσε εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού, σε όσους πιστεύουν στο όνομά Του. Αυτοί δε γεννήθηκαν από αίμα άνθρωπου, ούτε από σαρκική επιθυμία, αλλά από το Θεό»(Ιω. 1, 12-13). Γεννήθηκαν δηλαδή κατά τον έσω άνθρωπο, αυτόν που είναι κατ' εικόνα του Δημιουργού, γιατί η γέννηση αυτή δεν είναι κατά τους νόμους της φύσεως, αλλά ακολουθεί κατά χάρη όσους γεννιούνται πνευματικά, ανεξάρτητα από τη θέλησή τους. 

Γι' αυτό και όπως είναι φυσικό ο μέτοχος νους γίνεται θρόνος του Αγίου Πνεύματος. Όπως το σίδερο όταν μπει στη φωτιά γίνεται κι αυτό φωτιά, όχι κατά τη φύση του αλλά κατά μετοχή, με τη μετάδοση της φωτιάς, όσο είναι ενωμένο με τη φωτιά, και μάλιστα γίνεται και θρόνος της φωτιάς η οποία έχει εγκατασταθεί και κατά κάποιο τρόπο αναπαύεται σ' αυτό, έτσι ακριβώς και ο νους με τη γέννηση ή ένωση και μετοχή του Πνεύματος, γίνεται και πνεύμα και θρόνος του Πνεύματος, με το να περιλαμβάνει πρόδηλα ο Θεός το νου και να κάθεται κατά κάποιο τρόπο και να αναπαύεται σ' αυτόν όπως σε θρόνο. Αυτή είναι η θαυμαστή αρχή της προκοπής της ψυχής. 

Όχι δηλαδή να καταλάβει αρχικά την τάξη αγγέλου, της κατώτερης ας πούμε από τις ουράνιες δυνάμεις, αλλά την τάξη του Θεού του Υψίστου· έπειτα θα περάσει στην τάξη του Θρόνου, κατόπιν του Χερουβείμ, κατόπιν του Σεραφείμ, και προχωρεί μέχρις ότου λάβει ολοκληρωτικά την ιδιότητα του αγγέλου, της χαμηλότερης δηλαδή τάξεως, αγγέλλοντας στους πλησίον του τα ενδοξότατα και μυστικά του Θεού με την έμπνευση του Πνεύματος. Η μέθεξη του Πνεύματος πρέπει, όπως λένε οι σοφοί στα θεία, να προηγείται από τη μετάδοσή Του. Έτσι, είναι πρόδηλο ότι πρέπει να γίνει κανείς φανερά μέτοχος του Πνεύματος, ώστε να γίνει ο νους θρόνος Του, και τότε να μεταδώσει τα πνευματικά· πρέπει να γίνει με τη χάρη του Πνεύματος Χερουβείμ, που σημαίνει πλημμύρα και πλήθος πνευματικής σοφίας, και τότε να μεταδίδει σοφία στους άλλους· να γίνει ομοίως Σεραφείμ από τη γνώση της σοφίας και πίνοντας από το οινοδοχείο και το κρασί της σοφίας να φτάσει σε διάπυρες και ορμητικές αγάπες του Θεού —γιατί αυτό σημαίνει Σεραφείμ—, κι ύστερα να θερμάνει και άλλους προς τους θείους έρωτες και ακολούθως να τους αναρριπίσει· κι έτσι να συνεχίσει διαδοχικά ώσπου να φτάσει στην τάξη του αγγέλου, δηλαδή να διδάσκει τους πλησίον.

Επομένως, εκείνοι που δεν έγιναν πρωτύτερα με τη χάρη του Πνεύματος θεοί και θρόνοι Θεού, Χερουβείμ και Σεραφείμ και λοιπές κατώτερες πνευματικές τάξεις, ούτε άγγελοι σωστοί μπορούν να είναι, ούτε θα μπορέσουν να λατρεύουν το Θεό, ούτε να διδάσκουν αληθινά στους άλλους τα πρέποντα με την έμπνευση του Πνεύματος. Άρα η αληθινή προκοπή της ψυχής έχει την αρχή της από τη μέθεξη του Υψίστου Θεού και προχωρεί με τα στάδια που είπαμε, με τη δύναμη του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας.

Θα σε δοξολογήσω, άρρητε Κύριε, Αγία Τριάς. Όχι όσο σου αρμόζει, Δέσποτα, αλλά όσο επιτρέπει η δύναμή μου. Γιατί Εσύ, Ανέκφραστε, μαζί με ό,τι σε αφορά, είσαι άπειρα πιο πάνω και πιο πέρα από κάθε λόγο που θέλει να σου μιλήσει και κάθε νου που θέλει να σε νοεί. Εσύ με δημιούργησες από το μηδέν με τη μεγαλειώδη βουλή Σου, πλάθοντάς με με τα χέρια Σου όπως κανένα άλλο δημιούργημά Σου, και δημιουργώντας με σύμφωνα με τη δική Σου εικόνα και την ομοίωση(Γέν. 1, 26)· εγώ όμως ο μωρός που πλάστηκα με τόσο μεγάλη τιμή και δόξα, έγινα πολύ αχάριστος ως προς τις εντολές Σου, αν και αυτές είναι άγιες και γεμάτες από ειρήνη και αληθινή ευφροσύνη και θεουργική δύναμη.

Και αυτό που είναι το πιο θαυμαστό· πριν με φέρεις στο είναι, για χάρη μου και για χάρη της ζωής μου, και για να μπορώ να βλέπω προς τα άνω και να σε κατανοώ, και για την αφόρητη πνευματική ηδονή της θείας θεωρίας, δημιούργησες τον κόσμο που έχει μεγαλειώδη ομορφιά και δόξα και τόση δύναμη και σοφία δημιουργική και είναι στολισμένος πλουσιοπάροχα και με κάθε τρόπο, που χωρίς αυτά ούτε μία ώρα δε θα μπορούσα να υπάρχω, και με αυτά ζω, σωματικά μεν με ευδαιμονία με όσα απολαμβάνω και με τρέφουν, ψυχικά δε με όσα κατανοώ κατά τη θεωρία και εκπλήττομαι από την πανσοφία και την παντοδυναμία της πρόνοιάς Σου και το πέλαγος της αγάπης Σου. Και αυτά έκανες Εσύ, Άρρητε.

Εγώ όμως ο ανόητος έζησα ασώτως τη ζωή μέχρι τώρα, αλοίμονο! αντίθετα προς τις εντολές Σου, που είναι τόσο ευχάριστες και αξιαγάπητες στους φρόνιμους. Αλοίμονό μου, ψυχή, για την αναισθησία και την πώρωσή μου! Δεν αισθάνεσαι, βέβηλε, ότι ο φτωχός και μόνο για να ζήσει σωματικά, και μάλιστα πρόσκαιρα, γίνεται δούλος στον πλούσιο και υποτάσσεται αμέσως στις προσταγές του κυρίου του, ακόμη κι αν μερικές είναι βαριές, παρ' όλο που αυτές δε γίνονται για χάρη αυτού που τις εκτελεί, αλλά προς όφελος αυτού που διατάζει. Πώς εσύ, άμυαλε, παραβαίνεις ποταπά και στρέφεις στο αντίθετο τις εντολές τέτοιου Δημιουργού και Ευεργέτη και Τροφέα, αν και δίνονται για χάρη δική σου και της αθάνατης δόξας σου; Αλοίμονο στην αδιαντροπιά σου και το αιώνιο κακό που σε περιμένει!

Όταν ξαναγύρισα σ' Εσένα, υπεράγαθε Κύριε, την ανέκφραστη απόλαυση, είπα στη φτωχή και όντως αμαρτωλή μου ψυχή, που είναι δικό Σου πλάσμα, φιλανθρωπότατε: «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά πνευματικά, φάγε, πιές, ευφραίνου»(Λουκ. 12, 19). Και όταν ξεσηκώθηκε ο αμαρτωλός (ο διάβολος) εναντίον μου, κακοπάθησα και ταπεινώθηκα όσο δεν έπαιρνε άλλο(Ψαλμ. 37, 9).

Αλλά πόσο μεγάλος είναι ο πλούτος της αγαθότητάς Σου, πανάγαθε Κύριε! Όταν έσφαλα και ξέφυγα από τον ίσιο δρόμο και το καλό, Εσύ πρόλαβες με θαυμαστό τρόπο και με πρωτοφανείς δωρεές πάλι με ξαναγύρισες πίσω. Και έφαγα πράγματι και ήπια και στη συνέχεια ευφράνθηκα πνευματικά από ευσπλαχνία δική Σου, αλλά και πάλι πλανήθηκα πολλές φορές και εξορίστηκα, δε γνωρίζω για ποιο από τα δύο· από φοβερή απάτη του δαίμονα ή από απροσεξία δική μου, ή και από τα δύο, ή ίσως και από κάποια βαθύτερη δική Σου κρίση, από την οποία προέρχονται οι παραχωρήσεις και οι εγκαταλείψεις και οι τιμωρίες κατά διάφορους τρόπους.

Πάλι λοιπόν και πολλές φορές βούλιαξα στο βούρκο όπου δεν υπήρχε στερεό έδαφος(Ψαλμ. 68, 3) και υπέφερα και καταβλήθηκα καθώς με τρυπούσε σαν αγκάθι(Ψαλμ. 31, 4) το θανατηφόρο κεντρί της αμαρτίας, και γενικά από τα πολλά πονηρά που μηχανεύτηκε με κακία ο εχθρός κατά της ψυχής μου εξαιτίας της φοβερής μου αμέλειας και της εξοργιστικής ανοησίας μου. Εσύ όμως, ποτέ δεν αδιαφόρησες για τα πάθη μου μέχρι τέλους, αλλά και με φωνή πνευματική φώναξες στα μυστικά μύχια της καρδιάς μου και είπες στην εξουθενωμένη ψυχή μου: «Εγώ είμαι η σωτηρία σου(Ψαλμ. 34, 3), μη φοβάσαι, αλλά ξαναγύρισε στην ανάπαυσή σου, μην πλανάσαι». Κι έτσι με παρηγόρησες, Ιησού ανεξίκακε, κι έγινες λαμπρός υπερασπιστής της σωτηρίας μου, κι Εσύ που είσαι το δεξί χέρι του Πατέρα με κράτησες με δύναμη και η παιδαγωγία Σου με ανόρθωσε(Ψαλμ. 17, 36) και πάλι, όπως και πολλές άλλες φορές, με την τόσο μεγάλη ευφροσύνη των ανέκφραστων μυστικών Σου.

Έλα λοιπόν, Λόγε του Θεού, στην καρδιά μου σαν σφραγίδα ασφάλειας, για να θεωρώ το ανέκφραστο υπερφυσικό κάλλος Σου· έλα στα χέρια μου, για να πράττω τις άγιες και ζωοποιές εντολές Σου· έλα, Βασιλεύ 'Ιησού Χριστέ υπερουράνιε, έλα για να ζήσω μέσα σ' Εσένα πνευματικά. Έλα κοντά μου γρήγορα, καθώς επιστρέφω σ' Εσένα με όλη μου την ψυχή, Εσύ που είσαι η υπερκόσμια ευφροσύνη εκείνων που είσαι μέσα τους με τρόπο άρρητο. Άστραψε την αστραπή Σου, Απειρόσοφε, για να συναχθεί η νοερή μου ψυχή στον εαυτό της και κατόπιν σ' Εσένα, και να διασκορπιστούν και να χαθούν εκείνοι που με εχθρεύονται χωρίς λόγο(Ψαλμ. 3, 8) και με καταδιώκουν άδικα και με κακοποιούν αλύπητα. Φύλαξέ με, Κύριε, για πάντα σε παρακαλώ, ως κόρην οφθαλμού(Ψαλμ. 16, 8), για να σε θεωρώ μένοντας αιώνια μαζί Σου, υπερένδοξε, άρρητε Δέσποτα.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 182-186).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......