Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Γεώργιος Πατρώνος: "Κήρυγμα στην Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου"

Εισαγωγικά
Με την επιλογή της ευαγγελικής περικοπής του Τελώνου και του Φαρισαίου θέλει η Εκκλησία μας να μας εισαγάγει στο πνεύμα της περιόδου του Τριωδίου. Και όπως γνωρίζουμε πρόκειται για μια περίοδο ιδιαίτερης πνευματικής προετοιμασίας, μετανοίας, άσκησης και νηστείας, εν όψει των συγκλονιστικών γεγονότων της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα που ακολουθούν.

Η Εκκλησία δεν επιλέγει τυχαία τα σχετικά αναγνώσματα από τα ιερά κείμενα της Καινής Διαθήκης. Τα εντάσσει σε μια εσωτερική λογική, οργανικής σύνδεσης μεταξύ τους, αλλά και λειτουργικής σχέσης με τα ευαγγελικά γεγονότα, καθώς και με τους ποιμαντικούς σκοπούς τους οποίους έχει θέσει, για μια μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην πνευματική καθοδήγηση των πιστών. Έτσι αποφεύγει τους εξωτερικούς εντυπωσιασμούς και προχωρεί σε μια ουσιαστικότερη ποίμανση του λαού του Θεού.

Κατά τη θρησκευτική σημασιολογία, ο Τελώνης και ο Φαρισαίος εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς κόσμους. Προβάλλονται, επομένως, ως τύποι ζωής προς αποδοχή ή απόρριψη. Ο Τελώνης εκ προοιμίου θεωρείται αμαρτωλός και γι' αυτό είναι κατακριτέος από τους θρησκευτικούς ανθρώπους, ενώ ο Φαρισαίος ακραιφνής και καθαρόαιμος θρησκευτικός τύπος, που καλούνται οι πάντες να τον σέβονται και να τον μιμούνται για τις αρετές του και την αγαθοεργία του. Όμως στην αγιογραφική και βιβλική αντίληψη και ερμηνεία ανατρέπεται αυτή η λογική και τα πρόσωπα της ευαγγελικής διήγησης, του Τελώνου και του Φαρισαίου, παίρνουν άλλες διαστάσεις. Μάλλον ο Τελώνης δικαιώνεται και καταξιώνεται, ενώ ο Φαρισαίος προβάλλεται ως θρησκευτικός τύπος προς αποφυγήν.

1. Ο Φαρισαίος τύπος θρησκευτικής ανεντιμότητας
Ο Φαρισαίος λόγω παράδοσης και θρησκευτικής αγωγής εθεωρείτο άνθρωπος της προσευχής, της νηστείας και της φιλανθρωπίας. Θα περιμέναμε, όμως, αυτά τα θετικά στοιχεία να μην οδηγούν μόνο σε μια κοινωνική και θρησκευτική καταξίωση, αλλά και σε μια αποδοχή και δικαίωση ενώπιον του Θεού.

Χωρίς αμφιβολία οι Φαρισαίοι της εποχής εκείνης είχαν κατορθώσει μαζί με τους Γραμματείς να αποτελέσουν μια ισχυρή ομάδα που ασκούσαν έντονη κοινωνική επιρροή. Επηρέαζαν και έλεγχαν τους θρησκευτικούς ανθρώπους και είχαν μεγάλη εξουσία, εξαιτίας του πλούτου και της δύναμης που διέθεταν. Ήταν παραδοσιακοί και συντηρητικοί άνθρωποι με ακραίες τοποθετήσεις, και διακατέχονταν από έναν έντονο, φαρισαϊσμό, που σημαίνει νοοτροπία υποκριτική και τυπολατρική. Δεν αποδέχονταν καμιά αλλαγή και καμιά ανανέωση. Όλα ήθελαν να βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους και προέτρεπαν στην αυστηρή εφαρμογή του Μωσαϊκού νόμου και των λατρευτικών διατάξεων.

Ο Φαρισαίος εκμεταλλεύεται την εκτίμηση των άλλων και εμπορεύεται τη θρησκευτική του θέση. Ψεύδεται ασύστολα προς τους συνανθρώπους του και εμπαίζει το Θεό με τη θρησκευτική υποκριτικότητά του.

Ο Θεός, όμως, έχει άλλα κριτήρια. Δεν πλανάται από τις εξωτερικές συμπεριφορές και από τις θρησκευτικές αυτοεπιβεβαιώσεις. Τα κριτήρια του Θεού είναι διαφορετικά από τα δικά μας κριτήρια και αναφέρονται στα ουσιώδη της πνευματικής ζωής και ιδιαίτερα στην ταπεινόφρονα συνειδησιακή αυτοεκτίμησή μας.

Ξέρουμε, ότι η εγωκεντρική θρησκευτικότητα αλλοτριώνει, τελικά, τον άνθρωπο και τον κάνει υποκριτικό, υπερφίαλο και αντικοινωνικό. Ενώ, το ταπεινό φρόνημα φέρνει τον έναν άνθρωπο κοντά στον άλλο και τον συμφιλιώνει με τον Θεό. Ο θρησκευτικός άνθρωπος, αν δεν γίνεται κάθε μέρα κοινωνικότερος, γλυκύτερος και ελκυστικότερος, τότε δεν τον αποστρέφεται μόνο η κοινωνία αλλά και ο ίδιος ο Θεός.


2. Ο Τελώνης τύπος ταπεινόφρονα ανθρώπου
Ενώ όλα αυτά συμβαίνουν με τον Φαρισαίο, ο Τελώνης της ευαγγελικής περικοπής προβάλλει τον ταπεινόφρονα άνθρωπο, αν και δεν έχει κάποια εμφανή θρησκευτική παιδεία. Στον ιερό χώρο του Ναού, όπου εισέρχονται και οι δύο, έχουμε δύο διαφορετικές πνευματικές συμπεριφορές. Ο Φαρισαίος, κατά την παραβολή, «σταθείς προς εαυτόν» αρχίζει να προσεύχεται. Η προσευχή του είναι μια αυτοεπιβεβαίωση. Κατέχεται από το αίσθημα της αυτοϊκανοποίησης, διότι δεν είναι «ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων», δηλαδή «άρπαγες, άδικοι, μοιχοί». Ο ίδιος έχει τη συνείδηση ότι είναι μοναδικός, αφού, όπως λέει, «νηστεύει δις του Σαββάτου», αποδίδει στους φτωχούς το ένα δέκατο των κερδών του, και προπαντός δεν είναι «ως ούτος ο τελώνης».

Από την άλλη πλευρά, σε μια σκοτεινή και αθέατη γωνιά του Ναού, ο τελώνης, μη τολμώντας ακόμη να σηκώσει τα μάτια του προς τον ουρανό, ελεεινολογεί ταπεινόφρονα τον εαυτό του και ζητεί το έλεος του Θεού, λέγοντας, «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Αυτή η μυστική κραυγή του τελώνη, που αναδεικνύεται τύπος ενός βαθύτατα σεμνού και πνευματικού άνθρωπου, καθιερώθηκε, όπως γνωρίζουμε, ως η μυστική ευχή των ανθρώπων της άσκησης και της προσευχής.

Και η παραβολή καταλήγει στο συγκλονιστικό συμπέρασμα, ότι ο μεν τελώνης «κατέβη δεδικαιωμένος εις τον οίκον του», ο δε Φαρισαίος καταδικάζεται στη συνείδηση όλων των ανθρώπων τους οποίους περιφρόνησε στη ζωή και προπαντός απορρίπτεται ο φαρισαϊσμός του από τον ίδιο τον Θεό. Το τελικό συμπέρασμα της όλης ευαγγελικής περικοπής είναι, «ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».

Ο Τελώνης είχε πλήρη συναίσθηση της αθλιότητάς του και της αμαρτωλότητάς του. Όταν απευθύνεται στον Θεό δεν παίζει με τις λέξεις και προπαντός δεν εμπαίζει τα ιερά και τα όσια. Η βαθύτατη υπαρξιακή και συγκλονιστική κραυγή του είναι ικανή να εκπορθήσει τις πύλες του ελέους του Θεού, γιατί είναι έκφραση μιας υγιούς αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας. Η πνευματική ζωή επιβάλλει τιμιότητα και εντιμότητα. Ο θρησκευτικός εμπαιγμός και φαρισαϊσμός ιδιαίτερα καταδικάζεται εδώ.

Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ανατρέπει τη λογική των συσχετισμών και των εξωτερικών εντυπώσεων. Δεν δικαιώνεται ενώπιον του Θεού ο Φαρισαίος αλλά ο Τελώνης, έστω και αν η εκτίμηση των ανθρώπων είναι διαφορετική. Το συμπέρασμα της παραβολής αποτελεί, πράγματι, ένα θρησκευτικό σκάνδαλο. Το κριτήριο του Θεού δεν λειτουργεί βάσει της θρησκευτικής λογικής και αυτό πρέπει να το έχουν υπόψη τους ιδιαίτερα οι ζηλωτές θρησκευτικοί τύποι. Γιατί, ενώ στη θρησκευτική λογική τους οι ίδιοι αυτοδικαιώνονται, τελικά μπορεί να βρεθούν εκτός νυμφώνος και εκείνοι οι οποίοι μέμφονται τους εαυτούς τους να δικαιωθούν.


3. Η εγωκεντρική θρησκευτικότητα και η κοσμική κοινωνικότητα
Η εγωκεντρική θρησκευτικότητα αλλοτριώνει τον άνθρωπο και απαξιώνει τις δήθεν αρετές του. Υπάρχει κίνδυνος αυτός που αισθάνεται καθαρός να γίνει υπερφίαλος, ψεύτικος και αντικοινωνικός. Μόνο το ταπεινό φρόνημα συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τους συνανθρώπους του και με τον ίδιο τον Θεό. Η ταπεινοφροσύνη γίνεται ελκτική και κοινωνικά λειτουργική. Είναι αρετή ενοποιητική και εκκλησιαστικά καταξιωμένη. Θεωρείται η ύψιστη αρετή ιδιαίτερα μέσα στους κανόνες της μοναχικής πολιτείας.

Ασφαλώς προκαλεί θλίψη η απόρριψη του Φαρισαίου και η δικαίωση του Τελώνη. Η απόρριψη του θρησκευτικού ανθρώπου και η αποδοχή του κοσμικού. Και είναι μεγάλο κρίμα, ένας άνθρωπος της προσευχής και της νηστείας, της εφαρμογής των θρησκευτικών κανόνων και εντολών, της ηθικότητας και της φιλανθρωπίας, των καλών έργων και των θετικών εντυπώσεων, να μη δικαιώνεται από τον Θεό. Και τούτο, γιατί στην κάθε του εκδήλωση προβάλλει το εγώ του. Ενώ ο Τελώνης, στην έσχατη αχρείωση και ταπεινότητά του, αισθάνεται την μηδαμινότητά του και εκζητάει απεγνωσμένα το έλεος του Θεού.

Η αναπάντεχη αυτή εκτίμηση και κατάληξη της παραβολής δεν οφείλεται, πάντως, σε κάποια παραδοξότητα του Θεού. Οφείλεται μόνο στην εωσφορική αυτοεπιβεβαίωση και στην εγωιστική απόρριψη των άλλων. Την αρετή την βλέπουν μόνο σε αναφορά με τον εαυτό τους και τους άλλους τους θεωρούν ανάξιους και αμαρτωλούς. Ακόμη, η απολυτοποίηση της προσωπικής μας αρετής αμφισβητεί το δικαίωμα στον Θεό να έχει διαφορετική εκτίμηση και να εκχωρεί το έλεός του και τη συγχωρητικότητα και προς τους αμαρτωλούς.

Αλλά και η δικαίωση στο πρόσωπο του κοσμικού και ταπεινού Τελώνη όλων ημών των αμαρτωλών και αναξίων είναι μια ύψιστη ελπίδα για όλη την ανθρωπότητα. Κανένας δεν αποκλείεται από το δείπνο της βασιλείας του Θεού. Η οδός της σωτηρίας είναι εύθετος και για τους ταπεινούς της ζωής. Το μήνυμα είναι συγκλονιστικό και ελπιδοφόρο, «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».


Επίλογος
Το σημερινό αποστολικό Ανάγνωσμα προς την ίδια κατεύθυνση καλεί όλους μας. Μας καλεί η πίστη να επιβεβαιώνεται καθημερινά στη βίωση της μακροθυμίας, της αγάπης και της υπομονής, ιδιαίτερα προς τους μικρούς και αδυνάτους. Θα ήταν ερμηνευτικό λάθος να εκλάβουμε την παραβολή ως εναντίωση προς τη θρησκευτικότητα και καταξίωση της κοσμικότητας. Ούτε και ο Κύριος κατηγορεί τον Φαρισαίο για τις αρετές του, ή επαινεί τον Τελώνη για την αναξιότητά του.

Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στο φαρισαϊκό υπεροπτικό πνεύμα και στην ταπεινότητα του Τελώνη. Ο Φαρισαίος κατακρίνεται γιατί στηρίζει την ιστορική καταξίωση και την εσχατολογική δικαίωσή του στην προσωπική αξία και στην θρησκευτική ιδιαιτερότητα και όχι στην κρίση και το έλεος του Θεού. Και ο Τελώνης δεν επαινείται για την αμαρτωλότητά του, αλλά κυρίως για την αυτογνωσία του και την αίσθηση της αναξιότητάς του. Επαφίεται στο έλεος του Θεού και εξαρτά τη σωτηρία του αποκλειστικά και μόνο από τη χάρη και την αγάπη του Κυρίου. Αυτή η αναφορά του εαυτού μας και της ζωής μας στον Θεό σώζει την κατάσταση.

Όταν κανείς εξουθενώνει και ταπεινώνει τους άλλους με τη στάση του και τη συμπεριφορά του, όταν διακατέχεται από αρνητικά αισθήματα προς τον πλησίον, τότε και ο Θεός τον αρνείται και τον απορρίπτει. Όποιος, όμως, έχει ταπεινόφρονα αισθήματα, μέμφεται τον εαυτό του για τις ελείψεις του και επαινεί τις προσπάθειες των άλλων για το καλό και το αγαθό, τότε και ο Θεός θα προσβλέψει επάνω του με συμπάθεια και κατανόηση για την ανθρώπινη αδυναμία. Ο δρόμος του Θεού είναι τόσο απλός και φυσικός. Η αγιότητα γίνεται μια απλή υπόθεση μέσα στην Εκκλησία, βιώνεται στην αγάπη και την αποδοχή του άλλου, την μείζονα αυτή αρετή

-------------------------------------------------------
πηγή: Γ. Π. Πατρώνου, ομοτιμ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Κήρυγμα και Θεολογία», τ. Β΄, εκδ. Αποστολική Διακονία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......