Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Όσιος Συμεών ο Στυλίτης ο εν τη μάνδρα, ο επιλεγόμενος Παλαιός

Ο όσιος Συμεών γεννήθηκε στο χωριό Σισάν, στα μεθόρια Συρίας και Κιλικίας, το έτος 390, κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου Α' (379-395), όταν πατριάρχης Αντιοχείας ήταν ο Φλαβιανός Α' (381-404).

Από τήν νεανική του ηλικία οι γονείς του συνήθιζαν να τον στέλνουν στις ερήμους, για να βόσκη τα πρόβατα. Μια ημέρα, που είχε πέσει πολύ χιόνι και ο νέος δεν μπορούσε να βγάλη το ποίμνιό του στην βοσκή, εισήλθε σε ενα ναό και άκουσε να διαβάζουν «Μακάριοι οι κλαίοντες νυν, ότι γελάσετε· μακάριοι οι καθαροί τη καρδία...» (Λουκ. 6, 21· Ματθ. 5, 8).


Ερώτησε τότε τι έπρεπε να κάνη, για να είναι και αυτός μεταξύ των μακαρίων, και πήρε την απάντησι ότι ο μόνος τρόπος είναι η μοναχική ζωή.
Αμέσως εγκατέλειψε τους δικούς του και κάθε τι που τον κρατούσε στον κόσμο και πήγε σε ένα γειτονικό ησυχαστήριο, όπου έμεινε δύο χρόνια.

Επειδή ο Συμεών επιθυμούσε ζωή αυστηρότερη από αυτήν που βρήκε εκεί, μετέβη στην κωμόπολι Τελεδάν (σημερ. Tell'Ada), κοντά στην Αντιόχεια, στον θαυμαστό ηγούμενο Ηλιόδωρο, ο οποίος καθοδηγούσε με πολλή σοφία και αυστηρότητα ογδόντα μοναχούς. Μαζί τους έμεινε δέκα χρόνια. Από την αρχή της διαμονής του υπερέβαλε όλους τους συναγωνιστάς του στην τραχύτητα της ασκήσεως. Ενώ οι άλλοι έτρωγαν κάθε δύο ημέρες, αυτός έπαιρνε ελάχιστη τροφή μία φορά την εβδομάδα.

Η επιθυμία του να αναπληρώση στην σάρκα του τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού (Κολ. 1, 24) ήταν τόση, ώστε έδεσε κατάσαρκα σχοινί κατασκευασμένο από φύλλα φοινίκων και το περιέσφιξε τόσο δυνατά στην μέση του, που κατεπλήγωσε το σώμα του. Βλέποντας τους σκληρούς αγώνες του οι γέροντες της μονής, τον πρόσταξαν να απομακρυνθή, για να μη γίνη αιτία βλάβης σε όσους θα ήθελαν να τον μιμηθούν επιχειρώντας ασκήσεις ανώτερες των δυνάμεων τους.

Ο Συμεών ανεχώρησε από το μοναστήρι προς τα ερημικώτερα μέρη του γειτονικού όρους και έμεινε μέσα σε ένα ξηροπήγαδο, υμνολογώντας απερίσπαστα νύκτα και ημέρα τον Θεό. Ύστερα από πέντε ήμερες οι μοναχοί μετενόησαν που τον έδιωξαν και ήθελαν να τον επαναφέρουν κοντά τους. Μετά από πολλές έρευνες τον ανεκάλυψαν στον εγκαταλελειμμένο αυτόν τόπο, όπου μόνον οι δαίμονες είχαν το θάρρος να κατοικήσουν, και ο Συμεών υπακούοντας επέστρεψε μαζί τους στο μοναστήρι.

Ανικανοποίητος όμως από τα κοινά ασκητικά μέτρα, μετά από λίγο ανεχώρησε οριστικά και πήγε στο χωριό Τελάνισσο. Εκεί, στους πρόποδες του όρους, βρήκε ένα παλαιό εγκαταλελειμμένο κελλί, στο οποίο έμεινε έγκλειστος επί τρία χρόνια.

Κατά το παράδειγμα του Μωυσέως, του Ηλιού και του Σωτήρος Χριστού, επιθυμούσε να μείνη και αυτός επί σαράντα ημέρες τελείως άσιτος και ζήτησε από ένα πιστό, ονομαζόμενο Βάσσο, να του κλείση με πηλό την είσοδο του κελλιού. Εκείνος δέχθηκε, υπό τον όρον να αφήση στον αθλητή του Χριστού δέκα ψωμιά και ένα σταμνί με νερό, για να τα έχη σε περίπτωσι έσχατης ανάγκης. Αφού πέρασαν οι σαράντα ημέρες, ο Βάσσος βρήκε τα ψωμιά και το νερό άθικτα, τον δε Συμεών να κείτεται κατά γης άφωνος και ακίνητος από την εξάντλησι· συνήλθε μόνον όταν ο Βάσσος του έφερε και εκοινώνησε των αχράντων μυστηρίων.

Από τότε, ενδυναμούμενος θεία χάριτι, σε όλη του την ζωή κρατούσε αλλεπάλληλες τεσσαρακονθήμερες νηστείες, κατά τις οποίες προσευχόταν και μελετούσε τα θεία λόγια με εξαιρετική αγαλλίασι μένοντας όρθιος, άστεγος, άσιτος, σχεδόν σαν άσαρκος.

Τρία χρόνια αγωνίσθηκε σε αυτό το κελλί να καταστολίση την ψυχή του με θείες αρετές και μετά ανέβηκε στην κορυφή του όρους. Περιμάνδρωσε κάποιον χώρο, όπου έμεινε υπαίθριος, και έδεσε σε βράχο το δεξί του πόδι με βαρειά αλυσίδα είκοσι πήχεων, για να μη μπορή να εξέλθη από την μάνδρα του.

Ο σοφός όμως χωρεπίσκοπος Αντιοχείας Μελέτιος του υπέδειξε να δέση τον εαυτό του με την θέλησι, διότι όταν αυτή χειραγωγήται από το λογικό, είναι ισχυρότερη από όλες τις αλυσίδες και εμποδίζει τον λογισμό να περιφέρεται εδώ και εκεί.

Ο Συμεών, που γνώριζε ότι η άσκησις είναι επαινετή μόνον όταν γίνεται με μέτρο και με σκοπό να επαναφέρη την εικόνα του Θεού στο πρωτόκτιστο κάλλος της, υπήκουσε στον ιεράρχη και έλυσε τις αλυσίδες. Τα μεγάλα σκουλήκια, που βγήκαν τότε από τις πληγές του, φανέρωσαν την υπομονή που έδειχνε ο άγιος στις θλίψεις· υπομονή παρόμοια και ίσως ανώτερη από αυτήν των μαρτύρων, αφού εκουσίως επέβαλλε στόν εαυτό του αυτές τις κακώσεις για την αγάπη του Χριστού.

Η φήμη της αγιότητός του σύντομα διέτρεξε τα περίχωρα και τον κατέστησε γνωστό ως τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Περσίας, Αρμενίας, Γεωργίας, Ιταλίας, Γαλατίας και Αγγλίας. Στην Ρώμη τον ηυλαβούντο τόσο, ώστε κρεμούσαν εικονίδιά του στις εισόδους των σπιτιών και των εργαστηρίων για προστασία και ασφάλεια.

Κάθε δρόμος που οδηγούσε στην μάνδρα του έμοιαζε με πολυάνθρωπη αγορά από το πλήθος των ποικίλων ανθρώπων, που ασταμάτητα συνέρρεαν για να πάρουν την ευλογία του. Ο Συμεών όμως αγαπούσε και επιζητούσε την μόνωσι και την θεωρία. Για να αποφύγη τις ενοχλητικές τιμές, επινόησε —πρώτος αυτός— την κατασκευή ενός στύλου, στην κορυφή του οποίου εγκαταστάθηκε μέσα σε μικρό κιγκλίδωμα. Πρώτα έκανε ένα στύλο ύψους έξι πήχεων, έπειτα ένα δεύτερο δώδεκα πήχεων, ένα τρίτο είκοσι δύο πήχεων και τέλος έζησε τριάντα χρόνια, ως την κοίμησί του, σε ένα στύλο υψηλότερο από δεκαέξι μέτρα. Αυτοί οι όλο και υψηλότεροι στύλοι, τους οποίους είχε ως ενδιαίτημά του, ήσαν σαν ένα ορατό σημάδι των αναβάσεων της ψυχής του στο φως του Θεού.

Εκτεθειμένος στην θέα ολων, σαν φωτεινός λύχνος επάνω σε υψηλό λυχνοστάτη, ο όσιος Συμεών είλκυε όλο και περισσότερο πλήθος ανθρώπων στην ανάβασι της πνευματικής κλίμακος και φώτιζε τους εσκοτισμένους από την ειδωλομανία βαρβάρους, που έφθαναν κατά αγέλες, για να δουν αυτό το ξενοπρεπές θέαμα.

Επάνω από τον στύλο του, μεταξύ ουρανού και γης ευρισκόμενος ο άγιος, δεν έπαυσε να είναι όργανο του θείου ελέους. Από την γη μεν ανέφερε προς τον Θεό τις προσευχές του υπέρ όλου του κόσμου,από τον ουρανό δε κατεβίβαζε διαρκώς το θείον έλεος. Όταν έδυε ο ήλιος, ύψωνε τα χέρια του και όρθιος όλη την νύκτα προσευχόταν απερίσπαστος ως το πρωί. Την ημέρα δίδασκε στον συναθροισμένο λαό τον θείο λόγο και έπειτα, ανάλογα με το αίτημα του καθενός, παρείχε τις ιάσεις, έδιδε την γνώμη του στα διάφορα ζητήματα, προέλεγε τις θεομηνίες και τελούσε άπειρα θαύματα. Για όλους ήταν λιμήν σωτηρίας και παρακλήσεως.

Μολονότι λοιπόν με τόσους κόπους, τόσα κατορθώματα και πλήθος θαυμάτων είχε υπερβή το όριο κάθε αρετής, εν τούτοις ήταν τόσο μετριόφρων και ταπεινός, γλυκύς και ευχάριστος, ώστε η χάρις του Θεού μονίμως κατηύγαζε την όψι του και ήταν αρκετή η θέα του προσώπου του, για να μαλάξη και την σκληρότερη καρδιά ή να συμφιλίωση τις άγριες και ανυπότακτες φυλές των Ισμαηλιτών.

Αν και γινόταν «τοις πάσι τα πάντα», όμως δεν δίσταζε να υπερασπισθή με ιερό ζήλο τα δόγματα της Εκκλησίας, αποβλέποντας στην σωτηρία των αιρετικών. Έγραψε επιστολές για εκκλησιαστικά ζητήματα προς τον Θεοδόσιο Β', ο οποίος μαζί με τις αδελφές του τον εσέβοντο και τον αποκαλούσαν «πανάγιον και αέριον μάρτυρα». Προς δε τον αυτοκράτορα Λέοντα Α' απηύθυνε επιστολές κατά του μονοφυσιτισμού και υπέρ της Δ ' Οικουμενικής Συνόδου.

Εσταυρωμένος ως προς τον κόσμο, χωρίς να αποκρύπτη τίποτε από την ζωή του, «θέατρον τω κόσμω και αγγέλοις και ανθρώποις» (Α' Κορ. 4, 9.), ο σελασφόρος αυτός ήλιος εκοιμήθη εν ειρήνη το 459, σε ηλικία εξήντα εννέα ετών. Τρεις ημέρες πρόσμεναν τα πλήθη γονατιστά κάτω από τον στύλο να τα ευλογήση ο όσιος, όπως είχε συνήθεια. Αλλά εκείνος επάνω, σκυφτός σε στάσι προσκυνήσεως, δεν εκινείτο.

Την τρίτη ημέρα ο μαθητής του Αντωνίνος ανήσυχος ανέβηκε στο κιγκλίδωμα και είδε το πρόσωπό του λαμπρό σαν ήλιο και όλο του το σώμα να αναδίδη ευωδία. Του ζήτησε να ευλογήση τον λαό, αλλ' ο όσιος δεν απαντούσε. Τότε τον εψηλάφησε και κατάλαβε ότι εκοιμήθη. Την επομένη ο επίσκοπος Αντιοχείας Μαρτύριος (459-468) με πολλούς επισκόπους τοποθέτησαν τον πάνσεπτο νεκρό σε άμαξα και ξεκίνησαν για την Αντιόχεια συνοδευόμενοι από αναρίθμητα πλήθη πιστών, που ακολουθούσαν με λαμπάδες και θυμιάματα, οδυρώμενα για την στέρησα του οσίου.

Την πομπή φρουρούσε ο στρατηλάτης της Ανατολής Αρδαβούριος με έξι χιλιάδες στρατιώτες, για να μην ορμήσουν στο ιερό λείψανο οι γύρω κώμες των Αράβων χριστιανών και το αρπάξουν —όπως και εσκέπτοντο να κάνουν— φιλονεικώντας ποια θα το κληρονομήση. Φθάνοντας στην Αντιόχεια, όλη η πόλις βγήκε να τον υποδεχθή με κεριά και ύμνους λέγοντας: «Ήλθε ο ποιμένας μας. Ανοϊξτε, πύλες, να δεχθήτε τον φύλακα της πόλεώς μας». Το ιερό λείψανο εναπετέθη αρχικά, την 1η Σεπτεμβρίου 459, στον ναό του αγίου Κασσιανού, μέχρις ότου έκτισαν δικό του, όπου τον μετέθεσαν.

Ο αυτοκράτωρ Λέων Α' ο Μακέλλης (457-474) θέλησε να μετακομίση την σορό των τιμίων λειψάνων στην Βασιλεύουσα, αλλά οι Αντιοχείς με δεήσεις και ικεσίες τον έπεισαν να τους αφήση τον άγιο, για να τον έχουν ως τείχος και οχύρωμα της πόλεώς τους. Τελικώς όμως, το 467 ο Λέων διενήργησε την μετακομιδή, χάρις σε αίτημα του οσίου Δανιήλ του Στυλίτου (βλ. 11 Δεκ.), εφάμιλλου του Συμεών. Κοντά στον δικό του στύλο ανηγέρθη ναός για την κατάθεσι των λειψάνων, τα οποία αμέσως άρχισαν ιάσεις και θαύματα.

Στην Συρία, γύρω από τον στύλο του οσίου Συμεών, το 480 κτίσθηκαν τέσσερεις βασιλικές σε σχήμα σταυρού. Στο μέσον υπήρχε οκταγωνική υπαίθριος αυλή, όπου ήταν ο στύλος, επάνω από τον οποίο κάθε χρόνο την ημέρα της μνήμης του υπερμεγέθης αστήρ περιέλαμπε όλο τον χώρο. Ο εσωτερικός περίβολος ήταν άβατος για τις γυναίκες· έφθαναν ως τα εξωτερικά κατώφλια και από εκεί, μέσω των θυρίδων, έβλεπαν τον αστέρα ή προσηύχοντο στραμμένες προς τον στύλο. Το μεγάλο αυτό προσκυνηματικό κέντρο αρχικά περιήλθε στα χέρια των μονοφυσιτών και αργότερα (638) καταστράφηκε από τους Άραβες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......