Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

"Λόγος για την εν Χριστώ εσωτερική εργασία και τη μοναχική ζωή"


(ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΛΗΠΤΟΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ)

Λόγος γιά τήν ἐν Χριστῶ ἐσωτερική ἐργασία καί τή μοναχική ζωή Ἡ μοναχική ζωή εἶναι ἕνα δένδρο ψηλό, πυκνόφυλλο καί γονιμότατο. Ρίζα της εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπ’ ὅλα τά σωματικά· κλαδιά της ἡ ἀπαλλαγή τῆς ψυχῆς ἀπό ἐμπαθείς κλίσεις καί τό νά μήν ἔχει ὁ μοναχός καμία σχέση πρός τά πράγματα ἀπό τά ὁποῖα ἔφυγε. Καρπός της εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ἡ θεοποιός ἀγάπη καί ἡ ἀδιάκοπη εὐφροσύνη, καθώς λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη κλπ.»(Γαλ. 5, 22). 

 

Ἡ φυγή ἀπό τόν κόσμο χαρίζει τήν καταφυγή στό Χριστό. Καί κόσμο ἐννοῶ, τήν ἀγάπη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων καί τῆς σάρκας. Ἐκεῖνος πού μέ ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας ἀποξενώνεται ἀπό αὐτά, γίνεται φίλος τοῦ Χριστοῦ, ἀποκτώντας τήν ἀγάπη Του, γιά τήν ὁποία ἀρνήθηκε ὅλα τά κοσμικά κι ἀγόρασε τό "πολύτιμο μαργαριτάρι”(Ματθ. 13, 46), δηλαδή τό Χριστό. 

 

Μέ τό σωτήριο βάπτισμα ντύθηκες τό Χριστό(Γαλ. 3, 27)· μέ αὐτό τό θεῖο λουτρό ἀπέβαλες τήν ἀκαθαρσία καί ἔλαβες τή λαμπρότητα τῆς πνευματικῆς χάρης καί τήν εὐγένεια πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος ὅταν πλάστηκε. Ἀλλά τί ἔγινε; Ἤ μᾶλλον, τί ἔπαθε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀπερισκεψία του; Ἐπειδή ἀγάπησε τόν κόσμο, ἀλλοίωσε τά θεϊκά χαρακτηριστικά. Ἐπειδή στράφηκε στά πάθη τῆς σάρκας, κακοποίησε τή θεία εἰκόνα. Τό σκοτάδι τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν θάμπωσε τόν καθρέφτη τῆς ψυχῆς στόν ὁποῖο ἐμφανίζεται ὁ νοητός ἥλιος Χριστός. Ἐσύ ὅμως καθήλωσες τήν ψυχή σου μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. 

 

Κατάλαβες τό σκοτάδι τῆς ἀνωμαλίας τοῦ κόσμου. Συνειδητοποίησες τό διασκορπισμό τῆς διάνοιας πού προξενοῦν οἱ κοσμικές μέριμνες. Εἶδες τόν μάταιο περισπασμό πού ἀντιμετωπίζουν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τήν πολυτάραχη ζωή. Πληγώθηκες μέ τό βέλος τοῦ ἔρωτα τῆς ἡσυχίας. Ζήτησες τήν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἐπειδή ἐγκολπώθηκες τό παράγγελμα: «Ζήτησε τήν εἰρήνη καί κυνήγησέ την»(Ψαλμ. 33, 15)· πόθησες τήν ἀνάπαυση πού αὐτή δίνει, ἐπειδή ἄκουσες τό λόγο: «Ξαναγύρισε ψυχή μου στήν ἀνάπαυσή σου»(Ψαλμ. 114, 7). Γιά ὅλα αὐτά, ἀναλογίστηκες νά ξανακερδίσεις τήν εὐγένεια πού ἔλαβες κατά χάρη μέ τό βάπτισμα, ἀλλά τήν ἔχασες θεληματικά ἀπό τά πάθη σου ζώντας στόν κόσμο. 

 

Ἔτσι λοιπόν ἔκανες πράξη τήν ἀγαθή αὐτή γνώμη μέ τό νά ἔρθεις στό ἱερό φροντιστήριο, νά φορέσεις τά σεμνά ἄμφια τῆς μετάνοιας καί νά ὑποσχεθεῖς ὁλόψυχα τήν παραμονή σου στό μοναστήρι μέχρι θανάτου. 

 

Τώρα ἔκανες δεύτερη συμφωνία μέ τό Θεό. Τήν πρώτη τήν ἔκανες κατά τό βάπτισμα, μέ τήν εἴσοδό σου σ’ αὐτή τή ζωή· τή δεύτερη τώρα πού σπεύδεις πρός τό τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς. Τότε σέ προσέλαβε ὁ Χριστός μέ τήν εὐσέβεια· τώρα προσκολλήθηκες στο Χριστό μέ τή μετάνοια. 

 

Ἐκεῖ βρῆκες δωρεά· ἐδώ παραδέχτηκες ἕνα χρέος. Τότε, καθώς ἤσουν νήπιο, δέν ἐννόησες τό ἀξίωμα πού σοῦ δόθηκε, ἄν καί ὅταν μεγάλωσες, κατάλαβες τό μέγε­θος τῆς δωρεᾶς καί ἔχεις στο στόμα σου χαλινάρι. Τώρα πού ἔχεις τέλεια σκέψη, ἐννοεῖς βαθιά τί σημαίνει τό ὅτι συντάχθηκες μ’ Ἐκεῖνον. Πρόσεξε μήν τυχόν παραβεῖς καί αὐτή τήν ὑπόσχεση καί σάν ἀγγεῖο πού ἔσπασε ἐντε­λῶς, ριχθεῖς στό σκότος τό ἐξώτερο, ὅπου εἶναι ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων(Ματθ. 8, 12). Γιατί ἔξω ἀπό τό δρόμο τῆς μετάνοιας, δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος πού ξαναφέρνει στή σωτηρία. 

 

 Ἄκουσε τί σοῦ ὑπόσχεται καί ὁ Δαβίδ: «Ἔκανες καταφυγή σου τόν Ὕψιστο. Ἀφοῦ λοιπόν ἐπέλεξες τήν κατά Χριστόν ζωή μέ τίς δυσκολίες της, δέ θά σέ πλησιάσουν πιά τά κακά πού ἀπέκτησες ἀπό τήν κοσμική σου ζωή. Ἀφοῦ ἀποφάσισες νά μετανοεῖς, δέ θά σέ ἀκολουθήσει ἔρωτας χρημά­των, τρυφή, τιμή, καλλωπισμός, ἀκράτεια τῶν αἰσθήσεων δέ θά παραμεί­νουν μπροστά σου παράνομοι, δηλαδή μετεωρισμοί τῆς διάνοιας, αἰχμαλω­σία τοῦ νοῦ, χαύνωση πού προκαλοῦν οἱ ἀλλεπάλληλοι λογισμοί, καί κάθε ἄλλη θεληματική ἐκτροπή καί σύγχυση. Οὔτε θά βρεθεῖ μπροστά σου ἀγάπη γονέων, ἀδελφῶν, συγγενῶν, φίλων καί γνωστῶν· οὔτε θά βρεῖ τόπο σέ σένα ἡ ἄκαιρη καί ἀνώφελη συνάντηση καί συντροφιά μαζί τους. 

 

Ἄν ἀγαπήσεις τήν ἀπάρνηση τῶν παραπάνω μέ τό σῶμα σου καί τήν ψυχή σου, δέ θ’ ἀγγίξει τήν ψυχή σου τό μαστίγιο τοῦ πόνου, καί τό βέλος τῆς λύπης δέ θά πληγώσει τήν καρδιά σου, οὔτε τό πρόσωπό σου θά σκυθρωπάσει»(Ψαλμ. 90, 9-10 και 5, 5-6). Ἐκεῖνοι δηλαδή πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τή φιλήδονη συνήθεια καί ἀπώθησαν τόν ἐμπαθή δεσμό μέ ὅλα ὅσα εἴπαμε, ἀμβλύνουν τά κεντριά τῆς λύπης. Γιατί ὁ Χριστός φανερώνεται στήν ψυχή πού ἀγωνίζεται καί δίνει στήν καρδιά ἀνέκφραστη χαρά, καί τήν πνευματική χαρά δέν μπορεῖ ποτέ νά τήν ἀναιρέσει κανένα ἀπό τά εὐχάριστα ἤ δυσάρεστα τοῦ κόσμου. Μελέτες ἀγαθές καί σω­τήριες μνῆμες καί θεία διανοήματα καί λόγοι σοφίας ὑπηρετοῦν τόν ἀγωνιστή, καί τόν φυλάγουν σέ ὅλους τούς δρόμους τῶν ἔργων πού κάνει γιά τό Θεό. 

 

Γι' αὐτό καί πατάει πάνω σέ κάθε ἄλογη ἐπιθυμία καί αὐθάδη θυμό σάν πάνω στά φίδια ἀσπίδα καί βασιλίσκο, καί καταπατεῖ τήν ὀργή σάν λιοντάρι καί τήν ἡδονή σάν δράκοντα(Ψαλμ. 90, 13). Καί ἡ αἰτία τούτου εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ἀπομάκρυνε κάθε ἐλπίδα του ἀπό τούς ἀνθρώπους καί τά πράγματα πού εἴπα­με, τήν ἔδεσε στό Θεό καί εἶναι πλούσιος σέ γνώση Θεοῦ καί πάντοτε καλεῖ νοερά τό Θεό νά τόν βοηθήσει. Ὅπως λέει καί στή Γραφή: «Στήριξε τήν ἐλπίδα του σ’ ἐμένα, γι’ αὐτό καί θά τόν σώσω· θά τόν προφυλάξω, γιατί γνωρίζει τό ὄνομά μου. Ὅταν μέ φωνάξει, θά τόν ἀκούσω, καί ὄχι μόνο θά τόν ἀπαλλάξω ἀπό ἐκείνους πού τόν θλίβουν, ἀλλά καί θά τόν δοξάσω»(Ψαλμ. 90, 14-15 ). 

 

Βλέπεις τούς ἀγώνες καί τά ἀκόλουθα βραβεῖα ὅσων ἀσκοῦνται σύμ­φωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Προσπάθησε λοιπόν νά κάνεις τήν κλήση πράξη. Καί ὅπως μονώθηκες σωματικά κι ἀπέβαλες καί τά νοήματα τῶν πραγμάτων καί ἄλλαξες ἀμφίεση, γίνε καί ξένος ἀποθέτοντας καί τούς λό­γους καί τούς συγγενεῖς σου. Γιατί ἄν δέ σταματήσεις τήν περιπλάνηση στά ἐξωτερικά, δέ θά ξεσηκωθεῖς ἐναντίον ἐκείνων πού ἐνεδρεύουν μέσα σου. Ἄν δέν νικήσεις ἐκείνους πού σέ πολεμοῦν μέ τά φανερά, δέν μπορεῖς νά κατα­τροπώσεις τούς ἀόρατους ἐχθρούς. Ὅταν καταργήσεις τούς ἐξωτερικούς πε­ρισπασμούς καί ἀφήσεις τούς ἐσωτερικούς λογισμούς, τότε διεγείρεται ὁ νοῦς γιά τά ἔργα καί τούς λόγους τοῦ Πνεύματος. Καί ἀντί νά ἔχεις συναναστρο­φή μέ συγγενεῖς καί φίλους, ἐκτελεῖς τίς ἀρετές. 

 

Καί ἀντί νά ἀσχολεῖσαι μέ τά μάταια λόγια πού γεννᾶ ἡ κοσμική συναναστροφή, φωτίζει καί συνετίζει τήν ψυχή ἡ μελέτη καί ἡ φανέρωση τῶν θεϊκῶν λόγων, πού κινοῦνται μέσα στή διάνοια. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν αἰσθήσεων γίνεται δέσμευση τῆς ψυχῆς. Καί ἡ δέσμευση τῶν αἰσθήσεων, χαρίζει ἐλευθερία στήν ψυχή. 

 

Ἡ δύση τοῦ ἡλίου φέρνει τή νύχτα. Καί ὁ Χριστός ἀποχωρεῖ ἀπό τήν ψυχή καί τήν κυ­ριεύει τό σκοτάδι τῶν παθῶν καί τά νοητά θηρία τήν κατασπαράζουν. Ἀνα­τέλλει ὁ αἰσθητός ἥλιος καί τά θηρία μαζεύονται στά σπήλαιά τους. Ἀνα­τέλλει καί ὁ Χριστός στό στερέωμα τῆς προσευχόμενης διάνοιας, καί φεύγει καί χάνεται κάθε κοσμική συνήθεια, ἡ ἀγάπη τῆς σάρκας περνᾶ καί ὁ νοῦς βαδίζει στό ἔργο του, δηλαδή στή μελέτη τῶν θείων, "ὥς τό βράδυ”(Ψαλμ. 103, 23). Ἡ ἔκφραση αὐτή δέ σημαίνει ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ πνευματικοῦ νόμου περιορίζεται σέ κάποιο χρονικό διάστημα ἤ ὅτι ἔχει ὁρισμένο μέτρο, ἀλλά ὅτι διαρκεῖ ὥσπου νά φτάσει τό τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς, προκαλώντας τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Αὐτό ἀκριβῶς φανέρωνε καί ὁ προφήτης Δαβίδ μέ τά λόγια: «Πόσο ἀγάπησα τό νόμο Σου, Κύριε! Εἶναι ἡ μελέτη μου ὅλη τήν ἡμέρα»(Ψαλμ. 118, 97). Ἡμέρα ἐννοεῖ ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς αὐτῆς. 

 

Σταμάτησε λοιπόν τίς ἐξωτερικές συναναστροφές καί πάλεψε μέ τούς ἐ­σωτερικούς λογισμούς, ἕως ὅτου βρεῖς τόν τόπο τῆς καθαρῆς προσευχῆς καί τόν οἶκο ὅπου κατοικεῖ ὁ Χριστός, φωτίζοντας καί γλυκαίνοντάς σε μέ τήν ἐπίγνωση καί τήν ἐπίσκεψή Του, καί κάνοντάς σε νά θεωρεῖς χαρά τίς θλίψεις γιά χάρη Του καί νά ἀποφεύγεις τίς κοσμικές ἡδονές ὅπως τό κατάπικρο ἀ­ψίνθιο. 

 

Οἱ ἄνεμοι σηκώνουν κύματα στή θάλασσα, καί ἄν αὐτοί δέ σταματή­σουν, δέν ἡσυχάζουν τά κύματα καί δέν ἡμερεύει ἡ θάλασσα. Καί τά πνεύ­ματα τῆς πονηρίας ἀνακινοῦν μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀμελοῦς τήν ἐνθύμηση γο­νέων, ἀδελφῶν, συγγενῶν, γνωστῶν, συμποσίων, πανηγυριῶν, θεάτρων καί ὅλες τίς ἄλλες φαντασίες τῆς ἡδονῆς καί τοῦ ὑποβάλλουν νά τοποθετεῖ τήν εὐτυχία στά μάτια, στή γλώσσα καί στό σῶμα. Ἔτσι καί τήν ὥρα ἐκεί­νη τή σπαταλᾶς μάταια, καί στή συνέχεια τήν ὥρα πού μένεις μόνος μέσα στό κελί σου, τήν ξοδεύεις στήν ἀναπόληση ἐκείνων πού εἶδες καί συζήτησες. Καί ἔτσι περνᾶ χωρίς προκοπή ἡ ζωή τοῦ μοναχοῦ, καθώς ἀποτυπώνουν τίς μνῆμες τους στή διάνοιά του οἱ κοσμικές ἀσχολίες, ὅπως τά πόδια τοῦ ἀν­θρώπου ἀποτυπώνουν τά ἴχνη τους πάνω στό χιόνι. 

 

Ἄν δίνομε τροφή στά θηρία, πότε θά τά θανατώσομε; Κι ἄν διαρκῶς ἀπασχολούμαστε μέ ἔργα καί λογισμούς τῆς ἄλογης φιλίας καί συνήθειας, πότε θά νεκρώσομε τό φρόνημα τῆς σάρκας; Πότε θά ζήσομε τήν κατά Χριστόν ζωή πού ὑποσχεθήκαμε; Τά ἴχνη τῶν ποδιῶν πάνω στό χιόνι ἤ διαλύονται ὅταν λάμψει ὁ ἥλιος, ἤ ὅταν βρέξει, ἐξαφανίζονται. Καί οἱ μνῆμες πού ἔχουν σκαφτεῖ στή διάνοια, ἀπό τή φιλήδονη διάθεση καί τίς ἀνάλογες πράξεις, ἐξαφανίζονται ὅταν ἀνατέλλει ὁ Χριστός στήν καρδιά, μέ τήν προσευχή καί τήν κατανυκτική βροχή τῶν δακρύων. Ὁ Μοναχός λοιπόν πού δέν πράττει σύμφωνα μέ τό λόγο, πότε θά ἐξαλείψει ἀπό τή διάνοιά του τίς ἐμπαθεῖς μνῆμες; 

 

Οἱ πρακτικές ἀρετές τελοῦνται μέ τό σῶμα, ἄν ἀφήσεις τή σχέση μέ τόν κόσμο. Οἱ ἀγαθές μνῆμες ἐντυπώνονται στήν ψυχή καί οἱ θεϊκοί λόγοι ἀνα­παύονται σ’ αὐτήν, ἄν μέ συνεχεῖς προσευχές πού ἀναπέμπονται μέ θερμή κατάνυξη ἀπό τή διάνοια, ἐξαλείψεις τίς μνῆμες τῶν προηγουμένων σου πράξεων. Γιατί ὁ φωτισμός ἀπό τήν πίστη καί τή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τή συντριβή τῆς καρδιάς, ἀποξέουν σάν ξυράφι τίς πονηρές μνῆμες. Μιμήσου τή σοφία τῶν μελισσῶν. Αὐτές ὅταν ἀντιληφθοῦν τό σμῆνος τῶν σφηκῶν νά πετοῦν γύρω τους, παραμένουν μέσα στήν κυψέλη καί ἀποφεύγουν τή βλάβη ἀπό τούς ἐχθρούς. 

 

Σφῆκες νά θεωρεῖς τίς κοσμικές συναναστροφές, τίς ὁποῖες ἀποφεύγοντας μέ πολλή σπουδή, παράμενε μέσα στό κελί σου στό μοναστή­ρι. Καί ἀπό ἐκεί πάλι νά προσπαθεῖς νά μπαίνεις στό ἐσωτερικότερο φρούριο τῆς ψυχῆς, πού εἶναι ὁ οἶκος τοῦ Χριστοῦ καί ἐκεῖ ἀστράφτει ἀδιατάρακτη εἰρήνη καί χαρά καί γαλήνη. Τά δῶρα αὐτά, σάν κάποιες ἀκτίνες τά ἐκπέμ­πει ἀπό τόν ἑαυτό Του ὁ νοητός ἥλιος Χριστός καί μέ αὐτά ἀμείβει τήν ψυχή πού Τόν ὑποδέχεται μέ πίστη καί καλή ἑτοιμασία. 

 

Ὅταν λοιπόν κάθεσαι στό κελί σου, νά μνημονεύεις τό Θεό, ἀνυψώνοντας τό νοῦ σου ἀπ’ ὅλα καί ὁδηγώντας τον ἄφωνο πρός τό Θεό, καί νά συγκεντρώνεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅλη τή διάθεση τῆς καρδιᾶς σου, προσκολλώμενος σ’ Αὐτόν μέ τήν ἀγάπη. Γιατί ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ εἶναι θεωρία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλκει τήν ὅραση καί τήν ἐπιθυμία τοῦ νοῦ πρός τόν ἑαυτό Του καί τόν περιλάμπει μέ τό φῶς Του. Ὅταν δηλαδή ὁ νοῦς ἐπιστρέφει στό Θεό, ἀφήνοντας ὅλες τίς εἰδοποιούς ἔννοιες τῶν ὄντων, βλέπει χωρίς εἰκόνες καί λαμπρύνει τήν ὅρασή του μέ τήν ἀγνωσία αὐτή πού ὑπερβαίνει κά­θε γνώση, λόγω τοῦ ὅτι ἡ θεία δόξα εἶναι ἀπρόσιτη. Καί ἐνῶ δέ γνωρίζει, ἀφοῦ τό βλεπόμενο εἶναι ἀκατάληπτο, γνωρίζει ὡστόσο ἐπειδή βλέπει τήν ἀλήθεια τοῦ κυρίως Ὄντος, τοῦ μόνου πού ἔχει τό εἶναι πού ὑπερβαίνει κάθε εἶναι. Καί μέ τήν πλούσια ἀγαθότητα πού ἀναβλύζει ἀπό ἐκεῖ, τρέφοντας τόν ἔρωτά του καί ἱκανοποιώντας πλήρως τήν κινητικότητά του, ἀξιώνεται τήν χωρίς τέλος μακάρια ἀνάπαυση. Αὐτά εἶναι τά γνωρίσματα τῆς ὀρθῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. 

 

Προσευχή τώρα, εἶναι διάλογος τῆς διάνοιας μέ τόν Κύριο. Ὁ διάλο­γος αὐτός μεταφέρει λόγια δεήσεως στό Θεό, μέ ὁλοκληρωτική προσήλωση τοῦ νοῦ πρός Αὐτόν. Γιατί ὅταν ἡ διάνοια ἐπικαλεῖται συνεχῶς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί ὁ νοῦς προσέχει μέ ἐνάργεια στήν ἐπίκληση τοῦ θείου ὀνόματος, ἔρχεται τό φῶς τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ κι ἐπισκιάζει σάν φωτεινή νεφέλη ὁ­λόκληρη τήν ψυχή. Τήν ὀρθή μνήμη τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἀγάπη καί ἡ χα­ρά, ὅπως λέει ὁ Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα τό Θεό καί γέμισα εὐφροσύνη»(Ψαλμ. 76, 4). Τήν καθαρή προσευχή ἀκολουθεῖ ἡ γνώση καί ἡ κατάνυξη, ὅπως λέει ὁ ἴδιος: «Ὅποια μέρα θά σέ ἐπικαλεστῶ, ἰδού, γνωρίζω ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Θεός μου»(Ψαλμ. 55, 10), καί: «Θυσία πού ἀρέσει στό Θεό εἶναι τό συντετριμμένο πνεῦμα»(Ψαλμ. 50, 19). 

 

Ὅταν ὁ νοῦς καί ἡ διάνοια στέκονται μπροστά στό Θεό μέ ἐνεργό προσήλω­ση καί θερμή δέηση, τότε ἀκολουθεῖ καί ἡ κατάνυξη τῆς ψυχῆς. Κι ὅταν ὁ νοῦς, ὁ λόγος καί τό πνεῦμα προσπίπτουν στό Θεό, ὁ νοῦς μέ τήν προσοχή, ὁ λόγος μέ τήν ἐπίκληση καί τό πνεῦμα μέ τήν κατάνυξη καί τήν ἀγάπη, τότε ὅλος ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος προσφέρει λατρεία στόν Κύριο, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή: «Θ' ἀγαπήσεις τόν Κύριο, τό Θεό σου, μέ ὅλη τήν καρδιά σου»(Δευτ. 6, 5). 

 

Πλήν ὅμως θέλω νά γνωρίζεις καί τοῦτο· μήπως ἐνῶ νομίζεις ὅτι προ­σεύχεσαι, βαδίζεις μακριά ἀπό τήν προσευχή, κοπιάζεις χωρίς κέρδος καί τρέχεις ματαίως. Ὅ,τι συμβαίνει στήν ψαλμωδία, ὅταν ὁ νοῦς τρέχει ἀλλοῦ καί διασπᾶται σέ πάθη καί διάφορα πράγματα, ὥστε ἔτσι νά χάνεται τό νόη­μα τῶν ψαλλομένων, τό ἴδιο γίνεται καί μέ τή διάνοια. Πολλές φορές δηλα­δή, ἐνῶ αὐτή λέει τά λόγια τῆς προσευχῆς, ὁ νοῦς δέν συνοδεύει, οὔτε προ­σηλώνεται στό Θεό, μέ τόν ὁποῖο γίνεται ἡ συνομιλία κατά τήν προσευχή, ἀλλά ἐκτρέπεται ἀπό διάφορες σκέψεις χωρίς νά τό καταλάβει. 

 

Ἔτσι, ἡ διάνοια λέει ἀπό συνήθεια τά λόγια, ὁ νοῦς ὅμως ἀπομακρύνεται ἀπό τή γνώση τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἡ ψυχή φαίνεται τότε ὅτι οὔτε ἐννοεῖ, οὔτε ἔχει διά­θεση, ἐπειδή ὁ νοῦς διασκορπίζεται σέ κάποιες φαντασίες καί ἀπασχολεῖται σ’ ἐκεῖνα πού τόν ξεγελοῦν ἤ σ’ ἐκεῖνα πού ἐπιθυμεῖ. Γιατί ὅταν δέν ὑπάρχει γνώση τῆς προσευχῆς καί ὁ δεόμενος δέν παραστέκεται μπροστά σ’ Αὐτόν πού παρέχει παρηγοριά, πῶς θά γλυκαθεῖ ἡ ψυχή; Πῶς θά εὐφρανθεῖ ἡ καρδιά πού ὑποκρίνεται ὅτι προσεύχεται, ἀλλά δέν ἐνδιαφέρεται γιά ἀληθινή προσευχή; Θά εὐφρανθεῖ ἡ καρδιά ὅσων ζητοῦν τόν Κύριο(Ψαλμ. 104, 3). Ζητεῖ τόν Κύριο ἐκεῖνος πού μέ ὁλόκληρη τή διάνοια καί θερμή διάθεση πέφτει ἐμπρός στό Θεό καί ἀπομακρύνει κάθε νόημα τοῦ κόσμου γιά χάρη τῆς γνώσεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πού πηγάζουν ἀπό τήν συνεχή καί καθαρή προσευχή. 

 

Γιά νά διασαφηνίσω τή θεωρία πού γεννιέται στό νοῦ κατά τή μνήμη τοῦ Θεοῦ, καί τήν ἀξία τῆς διάνοιας κατά τήν καθαρή προσευχή, θά καταφύ­γω σέ παρομοίωση μέ τό σωματικό μάτι καί τή γλώσσα. Ὅ,τι εἶναι δηλαδή ἡ κόρη γιά τό μάτι καί ἡ προφορά τοῦ λόγου γιά τή γλώσσα, τό ίδιο εἶναι ἡ μνήμη γιά τό νοῦ καί ἡ προσευχή γιά τή διάνοια. Ὅπως τό μάτι ὅταν δεῖ κάποιο ὁρατό δέ λέει τίποτε, ἀλλά μέ τήν πείρα τῆς ὁράσεως δέχεται τή γνώση τοῦ βλεπομένου, ἔτσι καί ὁ νοῦς, καθώς μέσω τῆς μνήμης παραδίδεται ἐρωτικά στό Θεό μέ τήν προσκόλληση τῆς διάπυρης διαθέσεως καί μέ τή σιγή τῆς ὁλότελα ἁπλῆς νοήσεως, καταφωτίζεται ἀπό τή θεία ἔλλαμψη, λαμβάνοντας ἀρραβώνα τῆς μέλλουσας λαμπρότητας. 

 

Καί πάλι, ὅπως ἡ γλώσσα, μέ τά λόγια πού λέει, φανερώνει στόν ἀκροατή τήν ἀθέατη θέληση τοῦ νοῦ, ἔτσι καί ἡ διάνοια, ὅταν ἀπαγγέλλει τά σύντομα λόγια τῆς προσευχῆς μέ θέρμη καί χωρίς διακοπή, παρουσιάζει στόν παντογνώστη Θεό τήν αἴτηση τῆς ψυχῆς. Καί μέ τήν παραμονή στήν προσευχή καί μέ τήν ἐπίμονη συντριβή τῆς καρδιᾶς, ἀνοίγουν τά φιλάνθρωπα σπλάχνα τοῦ Κυρίου πού εἶ­ναι γεμάτος συμπάθεια, καί ὁ προσευχόμενος δέχεται πλούσια τή σωτηρία, ὅπως λέει καί ὁ Ψαλμωδός: «Ὁ Θεός δέ θά ἀπορρίψει τήν καρδιά πού ἔχει συντριβεῖ καί ταπεινωθεῖ»(Ψαλμ. 50, 19). 

 

Θά σέ χειραγωγήσει στήν καθαρή προσευχή καί ἐκεῖνο πού γίνεται μέ τόν ἐπίγειο βασιλιά. Ὅταν δηλαδή παρουσιαστεῖς στό βασιλιά, καί σωματι­κά εἶσαι μπροστά του καί μέ τή γλώσσα τόν ἱκετεύεις καί μέ τά μάτια τόν ἀ­τενίζεις, κι ἔτσι προσελκύεις τήν εὐμένειά του. Αὐτό κάνε κι ἐσύ, εἴτε στή σύ­ναξη τῆς ἐκκλησίας, εἴτε μόνος στό δωμάτιό σου. Ὅταν δηλαδή συνάγεστε στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μέ τούς ἀδελφούς γιά τήν ἀκολουθία, ὅπως παρίστασαι μέ τό σῶμα καί προσφέρεις μέ τή γλώσσα σου στόν Κύριο τήν ψαλμω­δία, ἔτσι νά ἔχεις καί τό νοῦ σου προσηλωμένο στά λόγια καί στό Θεό καί νά γνωρίζει μέ ποιόν συνομιλεῖ καί ποιόν πλησιάζει. Γιατί ὅταν ἡ διάνοια παραδίδεται μέ ζέση καί καθαρότητα στήν προσευχή, τότε ἡ καρδιά ἀξιώνεται νά ἀπολαύσει ἀναφαίρετη χαρά καί ἀνέκφραστη εἰρήνη. Καί πάλι ὅταν πα­ραμένεις μόνος στό δωμάτιό σου, μήν ἀφήνεις τήν προσευχή ἀπό τή διάνοιά σου, μέ νήψη τοῦ νοῦ καί συντριβή τοῦ πνεύματος· καί μέ τή νήψη θά σέ ἐπι­σκιάσει ἡ θεωρία, ἡ γνώση θά κατασκηνώσει μέσα σου μέ τήν προσευχή καί ἡ σοφία θά ἀναπαυθεῖ ἐντός σου μέ τήν κατάνυξη, ἐξορίζοντας τήν ἄλογη ἡδονή καί ἐγκαθιστώντας τή θεία ἀγάπη. 

 

Πίστεψέ με, σοῦ λέω ἀλήθεια· ἄν σέ ὅλη σου τήν πνευματική ἐργασία ἀποκτήσεις ἀχώριστη τήν μητέρα τῶν καλῶν, τήν προσευχή, αὐτή δέ θά νυστάξει ὥσπου νά σοῦ δείξει τόν θεῖο νυμφώνα, νά σέ ὁδηγήσει μέσα καί νά σέ γεμίσει ἀνείπωτη δόξα καί εὐφροσύνη. Γιατί αὐτή ἀφαιρεῖ ὅλα τά ἐμπόδια, ἐξομαλύνει τό δρόμο τῆς ἀρετῆς καί τόν κάνει εὔκολο σ’ ἐκεῖνον πού τή ζητεῖ. 

 

Πρόσεξε τώρα τόν τρόπο τῆς προσευχῆς τῆς διάνοιας. Ἡ συνομιλία μέ τό Θεό ἀφανίζει τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ἡ ἀνάταση τοῦ νοῦ στό Θεό φυ­γαδεύει τίς ἔννοιες τοῦ κόσμου. Ἡ κατάνυξη τῆς ψυχῆς ἀπομακρύνει τή φι­λία τῆς σάρκας. Καί τότε φανερώνεται ἡ προσευχή, ἀπό τήν ἀσίγητη ἀπαγγελία τοῦ θείου ὀνόματος, ὅτι εἶναι συμφωνία καί ἕνωση τοῦ νοῦ, τοῦ λόγου καί τῆς ψυχῆς. «Ὅπου εἶναι —λέει ὁ Κύριος—, δύο ἤ τρεῖς συναγμένοι στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι κι ἐγώ ἀνάμεσά τους»(18). Ἔτσι λοιπόν ἡ προσευχή, ἀνακαλώντας τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ἀπό τό διασκορπισμό πού προκαλοῦν σ’ αὐτές τά πάθη, τίς συνδέει μεταξύ τους· καί συνδέοντας τότε μαζί της τήν τριμερή ψυχή, τή συμφιλιώνει μέ τόν ἕνα τρισυπόστατο Θεό. Πρῶτα, δηλα­δή, μέ τούς τρόπους τῆς ἀρετῆς ἀφαιρεῖ ἀπό τήν ψυχή τήν ἀσχήμια τῆς ἁμαρτίας· ἔπειτα, ἀφοῦ ξαναζωγραφίσει στήν ψυχή τό κάλλος τῶν θείων χαρακτήρων μέ τήν ἁγία γνώση πού δίνει, τήν παρουσιάζει στό Θεό. Καί ἡ ψυχή παρευθύς γνωρίζει τόν Ποιητή της, ὅπως λέει ὁ Ψαλμωδός: «Ὅποια μέρα σέ ἐπικαλεστῶ, ἰδού, γνωρίζω ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Θεός μου»(Ψαλμ. 55, 10)· καί αὐτή, γνωρίζεται ἀπό τό Θεό. Γιατί ὁ Κύριος γνωρίζει τούς δικούς Του(Β΄ Τιμ. 2, 19). 

 

Τόν γνωρίζει, γιατί ἔχει μέσα της καθαρή τήν εἰκόνα Του, καί κάθε εἰκόνα ἀναφέρεται στό πρωτότυπο· καί γνωρίζεται ἀπό Αὐτόν γιά τήν ὁμοίωσή της μέ Αὐτόν λόγω τῶν ἀρετῶν, μέ τίς ὁποῖες καί γνώση Θεοῦ ἔχει, καί γνωρίζεται ἀπό τό Θεό. 

 

Ἐκεῖνος πού ζητάει τήν εὔνοια τοῦ βασιλιά, μεταχειρίζεται τρεῖς τρό­πους: ἤ ἀπευθύνει λόγους ἱκεσίας, ἤ στέκεται σιωπώντας, ἤ πέφτει στά πό­δια ἐκείνου πού μπορεῖ νά τόν βοηθήσει. Ἔτσι καί ἡ καθαρή προσευχή, συναπτόμενη μέ τό νοῦ, τό λόγο καί τό πνεῦμα, μέ τό λόγο επικαλείται τό θεῖο ὄνομα, μέ τό νοῦ ἀτενίζει σταθερά τόν παρακαλούμενο Θεό, ἐνῶ μέ τό πνεῦ­μα ἐκδηλώνει τήν κατάνυξη, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Καί ἔτσι ἐξευ­μενίζει τήν ἄναρχη Τριάδα, τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τόν ἕνα Θεό. 

 

Ὅπως ἡ ποικιλία τῶν φαγητῶν ἀνοίγει τήν ὄρεξη νά τά δοκιμάσει κα­νείς, ἔτσι καί οἱ διάφορες ἔννοιες τῶν ἀρετῶν ξυπνοῦν τήν κινητικότητα τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτό, βαδίζοντας τό δρόμο τῆς διάνοιας, νά διαλέγεις τά λόγια τῆς προσευχῆς καί ν’ ἀπευθύνεσαι στόν Κύριο μέ ἀδιάκοπες φωνές χωρίς νά ἀποθαρρύνεσαι· νά δέεσαι συνεχῶς μιμούμενος τήν ἀναίδεια τῆς χήρας πού πέτυχε νά κάμψει τόν ἀμείλικτο δικαστή(Λουκ. 18, 2-5). Τότε βαδίζεις σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Πνεύματος(Γαλ. 5-6)· δέν προσέχεις τίς σαρκικές ἐπιθυμίες καί δέ διακόπτεις μέ κοσμικούς λογισμούς τή συνέχεια τῆς προσευχῆς, ἀλλά γίνεσαι ναός τοῦ Θεοῦ καθώς Τόν ὑμνεῖς ἀπερίσπαστος. Ὅταν ἀσκεῖς ἔτσι τήν κατά διά­νοια προσευχή, ἀξιώνεσαι νά φτάνεις καί στή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί νά εἰσέρ­χεσαι στά ἄδυτα τοῦ νοῦ καί νά κατοπτεύεις τόν Ἀόρατο μέ μυστικές θεω­ρίες καί μόνος νά λατρεύεις στή μόνωση μόνο τό Θεό πλημμυρίζοντας ἀπό γνώση μαζί μέ ἀγάπη. 

 

Ὅταν λοιπόν δεῖς νά σέ κυριεύει χαύνωση στήν προσευχή, τότε νά με­ταχειρίζεσαι βιβλίο, καί διαβάζοντας προσεκτικά, νά δέχεσαι μέσα σου τή γνώση. Μήν προσπερνᾶς βιαστικά τά λόγια, ἀλλά νά τά στοχάζεσαι βαθιά καί νά θησαυρίζεις τό νόημά τους. Ὕστερα νά ἀναλογίζεσαι ὅσα διάβασες, ὥστε μέ τή μελέτη αὐτή νά τά κατανοεῖς, νά γλυκαίνεται ἡ διάνοιά σου καί νά σοῦ μένουν ἀλησμόνητα. Κι ἔτσι ν’ ἀναρριπίζεται ὁ ζῆλος σου γιά τά θεῖα διανοήματα, σύμφωνα μέ τό ρητό: «Κατά τή μελέτη μου θ’ ἀνάψει μέσα μου φωτιά»(Ψαλμ. 38, 4). Ὅπως ἡ τροφή μέ τή μάσηση εὐχαριστεῖ τή γεύση, ἔτσι καί τά θεῖα λόγια, ὅταν στρέφονται μέσα στήν ψυχή, τρέφουν καί κατευφραίνουν τή διάνοια, ὅπως λέει καί ὁ Ψαλμωδός: «Πόσο γλυκά εἶναι τά λόγια Σου στό λάρυγγά μου!»(Ψαλμ. 118, 103). Ν’ ἀποστηθίζεις καί λόγια τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀποφθέγματα τῶν μακαρίων Πατέρων καί νά ἐρευνᾶς τούς βίους τους, γιά νά τά ἔχεις μελέτημά σου κατά τίς νύχτες· ὥστε ὅταν ἡ διάνοιά σου κουραστεῖ ἀπό τήν προσευχή, νά τήν ἀνανεώνεις μέ τήν ἀνάγνωση καί τή μελέτη τῶν θείων λόγων καί νά τήν κάνεις προθυμότερη στήν προσευχή. Ἐπίσης νά χρησιμο­ποιεῖς τήν ψαλμωδία, ἀλλά μέ φωνή πολύ σιγανή καί μέ παρακολούθηση ἀ­πό τό νοῦ, δίχως νά ἀνέχεσαι ν’ ἀφήσεις κάποιο λόγο νά περάσει χωρίς νά τόν ἐννοήσεις. 

 

Κι ἄν ποτέ κάτι διαφύγει τήν προσοχή σου, ἐπανάλαβε τό στί­χο, ὅσες φορές χρειαστεῖ, μέχρις ὅτου κάνεις τό νοῦ σου νά παρακολουθεῖ τά λεγάμενα. Γιατί ὁ νοῦς ἔχει τή δύναμη καί νά ψάλλει μέ τό στόμα, καί τό Θεό νά μνημονεύει. Καί αὐτό διδάξου το ἀπό τή φυσική πείρα. Ὅπως δη­λαδή ἐκεῖνος πού βρίσκεται καί συνομιλεῖ μέ κάποιον, τόν βλέπει ταυτόχρο­να καί μέ τά μάτια του, ἔτσι κι ἐκεῖνος πού ψάλλει μέ τά χείλη μπορεῖ συνά­μα καί νά ἀτενίζει μέ τή μνήμη τό Θεό. Τίς γονυκλισίες μή τίς ἀφήνεις, γιατί μέ τό γονάτισμα εἰκονίζεται ἡ πτώση τῆς ἁμαρτίας καί γίνεται ἕνα εἶδος ἐξομολογήσεως, ἐνῶ μέ τήν ἀνόρθωση ὑποδηλώνεται ἡ μετάνοια καί συμβολίζεται ἡ ὑπόσχεση γιά ἐνάρετο βίο. Κάθε γονυκλισία νά γίνεται μέ τή νοερή ἐπίκληση τοῦ Χριστοῦ, ὥστε πέφτοντας μπροστά στόν Κύριο μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα, νά κάνεις εὐδιάλλακτο τό Θεό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. 

 

Ἄν, τέλος, ἀπασχολήσεις καί τά χέρια σου μέ κάποιο ἔργο ἀθόρυβο μαζί μέ τήν κατά διάνοια προσευχή, γιά νά ἀποκρούεις τόν ὕπνο καί τή ρα­θυμία, καί τοῦτο συμβάλλει στόν ἀσκητικό ἀγώνα. 

 

Ὅλες αὐτές οἱ ἐργασίες, ὅταν γίνονται μαζί μέ τήν προσευχή, ἀκονί­ζουν τό νοῦ, ἐξορίζουν τήν ἀκηδία, κάνουν πιό ζωηρή τήν ψυχή καί τό νοῦ ὀξύτερο καί θερμότερο στήν ἀπασχόλησή του μέ τήν κατά διάνοιαν ἐργασία. 

 

Ὅταν χτυπήσει τό τάλαντο, βγές ἀπό τό κελί σου, ἔχοντας τά σωμα­τικά μάτια στραμμένα στή γῆ καί τή διάνοια στερεωμένη στή μνήμη τοῦ Θε­οῦ. Ἀφοῦ μπεῖς στήν ἐκκλησία καί πάρεις τή θέση σου στό χορό, μήτε νά ἀργολογεῖς μέ τόν διπλανό σου Μοναχό, μήτε νά μετεωρίζεσαι μέ τό νοῦ σέ ματαιότητες. Ἀλλά ν’ ἀσφαλίζεις τή γλώσσα σου μέ μόνη τήν ψαλμωδία καί τή διάνοιά σου μέ τήν προσευχή. Ὅταν γίνει ἀπόλυση, πήγαινε στό δω­μάτιό σου καί ἄρχισε τόν κανόνα πού σοῦ ἔχει ὁριστεῖ. 

 

Ὅταν πᾶς στήν τράπεζα, μήν παρατηρεῖς γύρω τίς μερίδες τῶν ἀδελφῶν, μήτε νά ἀφήνεις τήν ψυχή σου σέ διάφορες ὑποψίες ὄχι καλές. Νά βλέπεις καί νά τρῶς ἐκεῖνα πού ἔβαλαν ἐμπρός σου, δίνοντας στό στόμα τήν τροφή, στήν ἀκοή τήν ἀκρόαση τῶν ἀναγνωσμάτων καί στήν ψυχή σου τήν προσευχή. Ἔτσι θά τρέφεσαι σωματικά καί πνευματικά καί θά δοξολογεῖς ὁλοκληρωμένα Αὐτόν πού σοῦ παρέχει πλούσια τά ἀγαθά τῆς ἐπιθυμίας σου(Ψαλμ. 102, 5). Ἀπό ἐκεῖ ἀφοῦ σηκωθεῖς μέ σεμνότητα καί σιωπή, πήγαινε στό κελί σου καί σάν ἐργατική μέλισσα νά ἐπιδοθεῖς στήν ἐργασία τῶν ἀρετῶν. Ὅταν ἐκτελεῖς μιά διακονία μαζί μέ τούς ἀδελφούς, νά ἐργάζονται τά χέρια σου, τά χείλη νά σιωποῦν καί ὁ νοῦς νά μνημονεύει τό Θεό. Καί ἄν κανένας ἀρχίσει νά ἀργολογεῖ, γιά νά διακόψεις αὐτή τήν ἀταξία σήκω καί βάλε μετάνοια. 

 

Ν’ ἀποδιώχνεις τούς λογισμούς καί νά μήν τούς ἐπιτρέπεις νά διαβαί­νουν ἀπό τήν καρδιά σου καί νά πολυκαιρίζουν σ’ αὐτήν, γιατί ἡ παραμονή τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν ζωογονεῖ τά πάθη καί θανατώνει τό νοῦ. Ἀμέσως τήν ὥρα πού σέ προσβάλλουν, μέ τήν πρώτη κίνηση τοῦ νοῦ, βιάσου νά τούς ἐξοντώσεις μέ τό βέλος τῆς προσευχῆς. Κι ἄν ἐπιμένουν νά σέ ἐνοχλοῦν καί νά προκαλοῦν σύγχυση στή διάνοιά σου, καί ἄλλοτε νά ὑποχωροῦν, ἐνῶ ἄλ­λοτε νά ἐπιτίθενται, νά ξέρεις ὅτι εἶναι ὀχυρωμένοι πίσω ἀπό προηγούμενό σου θέλημα. Καί ἐπειδή ἔχουν ἀποκτήσει δικαιώματα στήν ψυχή σου λόγω τῆς ἥττας τῆς προαιρέσεώς της, γι’ αὐτό σέ ταράζουν καί σέ ἐνοχλοῦν. Γι' αὐτό πρέπει νά τούς στηλιτεύεις μέ τήν ἐξομολόγηση· γιατί ὅταν φανερω­θοῦν οἱ πονηροί λογισμοί, τρέπονται σέ φυγή. Ὅπως δηλαδή ὅταν φωτίζει τό φῶς, τό σκότος ὑποχωρεῖ, ἔτσι καί τό φῶς τῆς ἐξομολογήσεως ἀφανίζει τούς λογισμούς τῶν παθῶν, πού κι αυτοί εἶναι σκότος. Τοῦτο γίνεται ἐπειδή ἡ κενοδοξία καί ἡ ἄνεση, λόγω τῶν ὁποίων ἔβρισκαν τόπο οἱ λογισμοί, καταστράφηκαν μέ τήν αἰσχύνη τῆς ἐξομολογήσεως καί τήν κακοπάθεια τοῦ κανόνα πού ἐπιβλήθηκε. Ἔτσι, καθώς οἱ λογισμοί βρίσκουν τή διάνοια ἐ­λεύθερη ἀπό τά πάθη μέ τή συνεχή καί κατανυκτική προσευχή, τρέπονται σέ φυγή ντροπιασμένοι. 

 

Ὅταν ὁ ἀγωνιστής προσπαθεῖ μέ τήν προσευχή νά ἀνακόπτει τούς λογισμούς πού τόν ταράζουν, τούς ἀνακόπτει γιά λίγο καί ἐμ­ποδίζει τά ποικίλα νοήματά τους καθώς παλεύει καί ἀντιπολεμᾶ· δέ λυτρώ­νεται ὅμως τελείως, γιατί ἀποδέχεται τίς αἰτίες τῶν λογισμῶν πού τόν ἐνο­χλοῦν, δηλαδή τή σωματική ἀνάπαυση καί τήν ἐπιθυμία τῶν κοσμικῶν τι­μῶν, καί γι’ αὐτές τίς αἰτίες δέ σπεύδει στήν ἐξομολόγηση. Ἔτσι δέν ἔχει εἰ­ρήνη, ἀφοῦ κατέχει αὐτά πού ἀνήκουν δικαιωματικά στούς ἐχθρούς. Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού κατέχει ξένα σκεύη καί δέν τοῦ τά ζητοῦν οἱ ἰδιοκτῆτες τους; Καί ποιός, πού δέν ἀποδίδει ὅταν τοῦ ζητοῦν ἐκεῖνα πού κακῶς κατέ­χει, ἐλευθερώνεται ἀπό τούς ἀντιδίκους του; Ὅταν ὅμως ὁ ἀγωνιζόμενος, ἐνισχυμένος ἀπό τή μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἀγαπήσει τήν ἐξουθένωση καί τήν κακοπάθεια τῆς σάρκας καί προχωρήσει χωρίς νά ντρέπεται στήν ἐξομολόγηση τῶν λογισμῶν του, ἀμέσως οἱ ἐχθροί ἀναχωροῦν καί ἡ διάνοια ἐλευθερωμένη ἐξασφαλίζει ἀδιάκοπη τή συνέχεια τῆς προσευχῆς καί τή μελέτη τῶν θείων. 

 

Κάθε ὑπόνοια πού δημιουργεῖται στήν καρδιά σου ἐναντίον κάποιου, νά τήν ἀπορρίπτεις τελείως, γιατί καταλύει τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη. Κάθε συμφορά πού σοῦ ἔρχεται ἀπ’ ἔξω, νά τή δέχεσαι μέ γενναιότητα, γιατί προ­ξενεῖ τή σωτήρια ὑπομονή, τήν ὑπομονή πού χαρίζει τή διαμονή καί τήν ἀνά­παυση στούς οὐρανούς. Ὅταν ἔτσι περνᾶς τίς ἡμέρες σου, θά ζήσεις τήν πα­ρούσα ζωή μέ καλή διάθεση, καθώς θά σέ εὐφραίνουν οἱ μακάριες ἐλπίδες, ἐ­νῶ κατά τό θάνατό σου θά μετατεθεῖς ἀπό τά ἐδῶ μέ παρρησία καί θά μεταβεῖς στούς τόπους τῆς ἀναπαύσεως, τούς ὁποίους σοῦ ἑτοίμασε ὁ Κύριος, ὡς ἀνταπόδοση τῶν ἐδῶ κόπων σου, γιά νά συμβασιλεύεις μέ Αὐτόν. 

 

 Στόν Κύριο ἀνήκει κάθε τιμή καί προσκύνηση, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πα­τέρα Του καί τό πανάγιο, ἀγαθό καί ζωοποιό Του Πνεῦμα, τώρα καί πάντο­τε καί σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Ἀμήν. 

-------------------------------------------- 

(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 145-154).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Στηρίξτε......

  • Η σαλάτα του Νεοέλληνα - Δεν θέλω να μπω στο γαϊτανάκι του πολέμου που (για ακόμα μια φορά σε αυτή τη χώρα) έχει ξεσπάσει σχετικά με την επικείμενη συμφωνία των Πρεσπών, μα δεν μπο...
    Πριν από 2 χρόνια