Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2021

Η "πνευματικότητα" του γούστου και ο Άγιος Παΐσιος (π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος)


Δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι γνώρισαν τον Άγιο Παΐσιο μέσα από τις προφητείες και συνωμοσιολογίες των εφημερίδων και περιοδικών, οι οποίες κατα 99% είναι ψευδείς. Δηλαδή είτε δεν τις είπε ποτέ ο Άγιος Παΐσιος είτε δεν της είπε έτσι ακριβώς όπως τις μεταφέρουν και κυρίως όπως τις ερμηνεύουν. Αφήνω και το 1% που όντως είπε ο Άγιος και είναι για πολύ συγκεκριμένα θέματα. 'Όταν ένας Άγιος προφητεύει  δεν δεσμεύει την ελευθερία του Θεού. Ο Θεός είναι εκείνος που κινεί τα πάντα. Οπότε μπορεί ακόμη και να αλλάξει και πορεία στην εξέλιξη των γεγονότων της ιστορίας. Ο Προφήτης αναφέρει τι συμβεί εάν..... δίχως αυτό να είναι απόλυτο, διότι η τελική κρίσις  ανήκει μόνο στον Θεό και στις άγνωστες  βουλές Του. 


Στην σύγχρονη εκκλησιαστική και θρησκευτική πραγματικότητα, έχει χαθεί το γνήσιο Ευαγγελικό κριτήριο, για δε το πατερικό, δεν αναφέρομαι καθόλου, διότι πίσω από τίτλο πατερικός ή πατερική θεολογία ο καθένας λέει ότι θέλει και όπως το θέλει. Αποτέλεσμα; Αυτοί που αυτοαποκαλούνται ως συνεχιστές των πατέρων να είναι και εκείνοι που τους παραμορφώνουν και παραχαράζουν καταστροφικά. 


Σήμερα ανθεί στην εκκλησία η πνευματικότητα του γούστου. Ο καθένας λέει, κάνει και πιστεύει ότι γουστάρει. Το εκκλησιαστικό φρόνημα και η εκκλησιαστική συνείδηση είναι πλέον άγνωστα βιώματα για τους σύγχρονους "πνευματικούς" ανθρώπους που μπορούν να ακούσουν τους πάντες, από τον εαυτό και λογισμό τους, μέχρι αμφιβόλου εκκλησιαστικής ποιότητας γέροντες αλλά σε καμία περίπτωση την Σύνοδο της Εκκλησίας. Μια και όπως μου είχε πει μια "ευσεβής" κυρία, εγώ κάνω υπακοή στον πνευματικό μου και όχι στην Εκκλησία. Και αναρωτιέται κανείς, του πνευματικού της ποιος του έδωσε την ιεροσύνη; Ποιος τον έκανε πνευματικό; Την βρήκε από τον πατέρα ή παππού του; Ήταν οικογενειακή ιδιοκτησία ή κληρονομιά; Δεν του την έδωσε η εκκλησία; Και όταν η εκκλησία του παρέδιδε την ιεροσύνη ήταν σωστή και τώρα που κάναμε οπαδούς και τους στρατούς και είδαμε τον ίσκιο μας, είναι προδότες και αιρετικοί; Αστεία πράγματα για να μην πούμε βλάσφημα. 


Μια άλλη κυρία από εκείνες που όπως είπα ακολουθούν την πνευματικότητα του γούστου , μου ανέφερε, "εσύ πάτερ μου καλά κάνεις και ακολουθείς την Σύνοδο της Εκκλησίας, αλλά εγώ ακολουθώ τον Χριστό...". Ε μα τότε αγαπητή μου αφού έχεις απευθείας σχέση με τον Χριστό δεν χρειάζεσαι την Εκκλησία, ούτε την ιεροσύνη, ούτε τα μυστήρια της, ούτε την μετοχή στο Ευχαριαστικό Σώμα, ουτε τις σχέσεις με τους αδελφούς μας και την εκκλησιατική κοινότητα. Κάθισε σπίτι σου να μιλάτε με τον "Χριστό", δεν χρειάζεται να μετέχεις στην Θεία Λειτουργία. Γιατί αυτή την τελεί η Εκκλησία ως κλήρος και λαός. Ως σώμα εννιαίο, και αδιαίρετο. 


Ο δε Άγιος Παΐσιος ο οποίος σήμερα γιορτάζει και ο οποίος υπήρξε υπόδειγμα εκκλησιαστικού φρονήματος, είπε σε δικό του πνευματικό παιδί ιερομόναχο ότι "εάν αυτά που σας λέω δεν συμφωνούν με αυτά που λέει η εκκλησία, να μην τα κάνετε, να κάνετε αυτά που σας λέει η Εκκλησία". Ας θυμηθούμε τι έλεγε ο Άγιος Πορφύριος όταν τον ρωτούσαν τόσο για χάραγμα όσο και τις ταυτότητες "θα κάνουμε προσευχή να φωτίσει ο Άγιον Πνεύμα την Σύνοδο και έπειτα θα πράξουμε ότι μας πει. Θα κάνουμε υπακοή στην εκκλησία..." Ο δέ Όσιος Ιωσήφ Ησυχαστής και ο Όσιος Εφραίμ Κατανουνακιώτης σε παρόμοιες δύσκολες περιπτώσεις που τέθηκαν μεγάλα διχαστικά διλήμματα για την εκκλησία, όπως το παλαιμερολογητικό ζήτημα, έπεσαν σε νηστεία, προσευχή και αγρυπνία, μέχρι να λάβουν πληροφορία για το τι πρέπει να κάνουν, και το Αγιον Πνεύμα τους πληροφόρησε ότι η αλήθεια είναι με την Σύνοδο της Εκκλησίας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκεί αναπαύεται ο Θεός. Και ενώ αρχικά είχαν αποκοπεί από τα Αγιορείτικα μοναστήρια έπειτα αποκατέστησαν τις σχέσεις τους, ζητώντας μάλιστα συγνώμη και βάζοντας μετάνοια για το λάθος τους. Αξίζει να διαβάσετε την μαρτυρία αυτή από το βιβλίο του μακαριστού Γέροντα Εφραίμ Αριζονίτη, "Ο όσιος Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής.." 


Αυτό είναι το ήθος των Αγίων της εκκλησίας που τόσο λέμε ότι αγαπάμε και θέλουμε να ακολουθούμε. Ήθος που βάζει το συλλογικό πάνω από τον ατομικό λογισμό και άποψη. Πάνω από όλα την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Ο μέγας Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος έλεγε "καλύτερα μέσα στην εκκλησία και ας κάνω λάθος, πάρα έξω από αυτή κι ας είμαι σωστός".  Η αλήθεια κατα την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία ποτέ δεν είναι στον έναν, θεσμικό ή χαρισματικό, αλλά πάντα στούς πολλούς. στο σύνολο, στο σώμα, διότι βασικό στοιχείο του Αγίου Πνεύματος είναι να συγκροτεί κοινότητες και κοινωνία όχι ατομικότητες. Ακόμη και εάν ένας άγιος μένει  να σώσει την αλήθεια αυτός θα εκφράζει το σώμα της εκκλησίας και ποτέ τον εαυτό του, θα εκφράσει δηλαδή το βίωμα και εμπειρία του λαού του Θεού και όχι της "άποψης" ή του "λογισμού" του. 


Ξεκίνησα το σημερινό κειμενάκι μου, λέγοντας ότι δυστυχώς οι περ θαισσότεροι γνώρισαν τον Άγιο Παΐσιο μέσα από τις εφημερίδες και τα περιοδικά που έβαζαν για λόγους οικονομικούς τις προφητείες του. Έτσι όμως δεν ήρθαν σε επαφή με τις μεγάλες αρετές του, που ήταν ο πόθος και έρωτας του για τον Χριστό, η νηστεία και προσευχή του, η ταπείνωση και απίστευτη αγάπη του για τον κόσμο, τους ανθρώπους, τα βάσανα και τους καημούς τους. 


Ένα μόνο περιστατικό θα σας πω και με αυτό θα κλείσω, "κάποτε πήγε ένα παλικάρι δυσκολεμένο στον Άγιο. Εκείνος είδε πνευματικά το πρόβλημα του, και κατάλαβε ότι κανείς ποτέ δεν του είχε δώσει αξία και σημασία. Κανένας, ούτε οι γονείς του δεν είχε κάνει το απλό, να καθίσουν να τον ακούσουν, να τον νοιαστούν. Οπότε ο Άγιος έκατσε μαζί του ακούγοντας τον επί ώρες δίχως να κουνήσει το σώμα του ούτε στο ελάχιστο. Πονούσε, αλλά δεν άλλαζε θέση ούτε κουνιόταν, μονάχα τον άκουγε. Γιατί όπως έλεγε αργότερα, "δεν ήθελα να του δείξω ότι κουράστηκα ή βαρέθηκα", να μην τον πονέσει κι αυτός όπως τόσοι άλλοι με την κόλαση της απόρριψης...". Αυτός ήταν ο Άγιος Παΐσιος ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη για τον Χριστό και τα ταλαιπωράκια του. 

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2021

ΓΙΑΤΡΟΙ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ (π. Κωνσταντίνος Παπαγιάννης)

Σχολιασμός του 38ου κεφαλαίου στίχ. 1-15 του βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης  "ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ" από τον π. Κωνσταντίνο Παπαγιάννη. 

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο "ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ", το οποίο αποτελείται από απομαγνωτοφωνήμενες ομιλίες του π. Κωνσταντίνου Παπαγιάννη και οι οποίες έγιναν από τον Οκτώβριο του 1996 έως τον Μάιο του 1999.



 

Συνηθισμένο φαινόμενο στη ζωή μας οι αρρώστιες· σχεδόν καθημερινό. Άλλοτε πάσχουμε οι ίδιοι και άλλοτε πάσχουν κάποιοι δικοί μας, συγγενείς ή φίλοι, και υποφέρουμε και εμείς μαζί τους. Για τη θεραπεία μας από τις αρρώστιες καταφεύγουμε στους γιατρούς και παίρνουμε φάρμακα. Δεν είναι αυτό κακό και αξιοκατάκριτο. Πέρα από τους γιατρούς και τα φάρμακα όμως υπάρχει ο Θεός, και σε αυτόν πρέπει κυρίως να καταφεύγουμε, γιατί στην πραγματικότητα αυτός είναι που δίνει τη θεραπεία. Αυτές τις σκέψεις αναπτύσσει ο σοφός Ιησούς* στο λη΄ κεφάλαιο του βιβλίου του. Τη σχετική περικοπή θα μελετήσουμε σήμερα.

 

Τίμα ἰατρόν πρός τάς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ, καί γάρ αὐτόν ἔκτισε Κύριος (λη' 1). 

Να τιμάς τον γιατρό με τις τιμές που του ανήκουν σύμφωνα με τις ανάγκες, στις οποίες σε εξυπηρετεί. Να τον τιμάς, γιατί ο Κύριος τον εδημιούργησε και τον ανέδειξε, δίνοντάς του τις ιατρικές γνώσεις και τη θεραπευτική ικανότητα. Μερικοί Ιουδαίοι απέφευγαν να ζητήσουν τη βοήθεια των γιατρών στις αρρώστιες τους, γιατί είχαν την ιδέα ότι η προσφυγή στους γιατρούς δείχνει έλλειψι πίστεως στόν Θεό. Ίσως και σήμερα μερικοί Χριστιανοί να έχουν παρόμοιες αντιλήψεις. Έρχεται λοιπόν ο θεόπνευστος συγγραφεύς και βάζει τά πράγματα στη θέσι τους. Τον γιατρό -λέει- πρέπει να τον τιμούμε όπως του αξίζει. Εκείνος μας παρέχει τις υπηρεσίες του· εμείς πρέπει να τον τιμήσουμε, δίνοντάς του την ανάλογη αμοιβή γι’ αυτές και δείχνοντας προς αυτόν την εκτίμησι και την ευγνωμοσύνη μας.

 

Τιμώντας τον γιατρό τιμούμε τον ίδιο τον Θεό που τον ανέδειξε. Παρά γάρ Ὑψίστου ἐστίν ἴασις, καί παρά βασιλέως λήψεται δόμα (λη΄ 2). Η θεραπεία από τις ασθένειες προέρχεται από τον Θεό. Δια μέσου των γιατρών θεραπεύει ο Θεός. Αυτός δίνει σε αυτούς την ικανότητα να εξακριβώσουν από τι πάσχει ο ασθενής και να τον θεραπεύσουν είτε με κατάλληλα φάρμακα είτε με χειρουργικές επεμβάσεις. Ακόμη και ο βασιλεύς - ο οποίος κατά τις αντιλήψεις και τις συνήθειες της εποχής εκείνης ήταν απόλυτος κύριος των υπηκόων του και δεν είχε καμιά υποχρέωσι προς αυτούς - δίνει ευχαρίστως δώρα στους γιατρούς που του παρέχουν τις υπηρεσίες τους

 

 Οι γιατροί θεωρούνταν πάντοτε αξιοθαύμαστα και αξιοσέβαστα πρόσωπα. Κατά την αρχαιότητα η ιατρική ήταν πολύ ανεπτυγμένη στην Αίγυπτο. Εκεί, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ηρόδοτος, υπήρχαν πολλοί γιατροί και μάλιστα είχαν διακριθή σε πολλές και λεπτές ειδικότητες. Αλλά και στην Ελλάδα αναδείχθηκαν περίφημοι γιατροί, όπως ο Ιπποκράτης, που έζησε τον 5ο π.Χ. αιώνα και θεωρείται πατέρας της ιατρικής, και ο Γαληνός, που έζησε τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

 

 Οι αρχαίοι τιμούσαν πολύ τους γιατρούς, τούς θεωρούσαν φιλοσόφους, και πολλοί βασιλείς είχαν και γιατρούς ανάμεσα στους αυλικούς των. 

Αυτή την πραγματικότητα εκφράζει και ο Ιησούς λέγοντας: Ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλήν αὐτοῦ καί ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται (λη' 3). Οι επιστημονικές γνώσεις του γιατρού και οι θεραπευτικές του ικανότητες τον ανυψώνουν και τον δοξάζουν, τον αναδεικνύουν σε διακεκριμένη προσωπικότητα, που προκαλεί τον θαυμασμό στους μεγάλους και επισήμους ανθρώπους. Και πολύ λογικά και δίκαια, γιατί τις θαυμαστές αυτές γνώσεις, που υπηρετούν ένα μεγάλο αγαθό, την υγεία, δεν τις έχουν ούτε μπορούν να τις αποκτήσουν όλοι. Ο θαυμασμός αυτός είναι πολύ μεγαλύτερος και δικαιολογημένος σήμερα, με τις τεράστιες προόδους πού σημείωσε και σημειώνει συνεχώς η ιατρική.

 

Όχι μόνο τους γιατρούς αναδεικνύει και καθοδηγεί ο Κύριος, αλλά και τα φάρμακα αυτός τα χορηγεί. Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, και ἀνήρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ ἐν αὐτοῖς (λη' 4). Ο Κύριος παρήγαγε από τη γη τα φάρμακα, και κάθε φρόνιμος άνθρωπος δεν τα περιφρονεί και δεν τα απορρίπτει. Την εποχή εκείνη και για πολλούς αιώνες τα περισσότερα φάρμακα ήταν ιαματικά βότανα· γι' αυτό ο συγγραφεύς λέει ότι από τη γη παρήγαγε ο Κύριος τα φάρμακα. Αλλά και σήμερα, παρ’ όλη την ανάπτυξι της φαρμακοβιομηχανίας, χρησιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα τα θεραπευτικά βότανα. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν περισσότερα από πεντακόσια είδη ιαματικά βότανα, δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο· και πολλά φάρμακα παρασευάζονται από τα βότανα αυτά.

 

 Για να αποδείξη δε ο συγγραφεύς ότι διά μέσου των φαρμάκων ο Θεός θεραπεύει, αναφέρει ένα γεγονός από την ιστορία του ισραηλιτικού λαού. Οὐκ ἀπό ξύλου ἐγλυκάνθη ὕδωρ εἰς τό γνωσθῆναι τήν ἰσχύν αὐτοῦ; (λη' 5). Με ένα κομμάτι ξύλο δεν γλυκάθηκε κάποτε το νερό, για να γίνει γνωστή έτσι η δύναμις του ξύλου αυτού; Το περιστατικό αυτό στο οποίο αναφέρεται ο συγγραφεύς, συνέβη λίγο μετά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Μόλις είχαν περάσει την Ερυθρά θάλασσα και βρέθηκαν σε έναν τόπο που ονομαζόταν Μερρά, που σημαίνει πικρία. Και το όνομα αυτό δεν ήταν τυχαίο και αδικαιολόγητο, αφού εκεί υπήρχαν πολλά νερά, αλλά ήταν πικρά. Οι Ισραηλίται, διψασμένοι από την πορεία, έσπευσαν να πιουν, αλλά απογοητεύθηκαν και ξέσπασαν σε παράπονα και γογγυσμούς. Τότε ο Μωυσής έκανε θερμή προσευχή προς τον Κύριο, και εκείνος του υπέδειξε ένα ξύλο, που μόλις το έβαλε στο νερό, από πικρό έγινε γλυκό και πόσιμο. Δεν ήταν βέβαια το ξύλο που γλύκανε τα νερά, αλλά ο Θεός διά του ξύλου. Και αυτό ακριβώς θέλει να πη και εδώ ο Ιησούς: ότι διά μέσου των φαρμάκων ο Θεός δίνει τη θεραπεία. Είτε με γιατρούς λοιπόν είτε με φάρμακα, ο Θεός θεραπεύει. 

 

Καί γάρ αὐτός ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ (λη' 6). Ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους τη γνώσι και την επιστήμη, για να δοξάζωνται αυτοί με τα θαυμάσια έργα του. Ἐν αὐτοῖς ἐθεράπευσε καί ἦρε τόν πόνον αὐτῶν (λη' 7). Διά μέσου της ιατρικής επιστήμης ο Θεός θεραπεύει τις ασθένειες. Και ο γιατρός, με τη βοήθεια των φαρμάκων που έδωσε ο Θεός, επιτυγχάνει τις θεραπείες και παίρνει τον πόνο από τούς ανθρώπους. Μυρεψός ἐν τούτοις ποιήσει μεῖγμα, καί οὐ μή συντελέση ἔργα αὐτοῦ, καί εἰρήνη παρ’ αὐτοῦ ἐστιν ἐπί προσώπου τῆς γῆς (λη' 8). Από αυτά τα βότανα που εδημιούργησε ο Θεός, ο φαρμακοποιός και ο αρωματοποιός κατασκευάζουν μείγματα και συνθέσεις φαρμάκων. Και δεν θα δώση τέλος ο Θεός στα έργα του, αλλά θα προσφέρη τις θεραπείες του και θα χαρίζη την ειρήνη σε όλους τους ασθενείς της γης.

 

Ας ζητούμε λοιπόν τη βοήθεια των γιατρών ας χρησιμοποιούμε τα φάρμακα που μας συνιστούν. Είναι προσφορές, δώρα του Θεού πολύτιμα και ανεκτίμητα, και δεν πρέπει να τα απορρίπτουμε, περιμένοντας να μας θεραπεύση ο Θεός. Όταν εκείνος ορίζη αυτόν τον τρόπο της θεραπείας, είναι ασέβεια να απαιτούμε να κάνη θαύματα για χάρι μας. Θα κάνη βέβαια και θαύματα ο Θεός, όταν όμως κρίνη εκείνος ότι είναι αναγκαία και ωφέλιμα.

 

Αυτά μας λέει ο θεόπνευστος συγγραφεύς για τους γιατρούς και τα φάρμακα. Θέλει όμως να προλάβη και ένα άλλο άτοπο, στο οποίο ωδηγούνταν πολλοί και οδηγούνται και σήμερα. Όπως δηλαδή υπήρχαν μερικοί που δεν κατέφευγαν σε γιατρούς και δεν χρησιμοποιούσαν φάρμακα, γιατί αυτό το θεωρούσαν επέμβασι στο σχέδιο του Θεού, έτσι υπήρχαν και άλλοι που κατέφευγαν μόνο στους γιατρούς και στα φάρμακα και στήριζαν όλες τους τις ελπίδες στην ιατρική και λησμονούσαν τον Θεό στόν καιρό της αρρώστιας.

 

Γι’ αυτό αμέσως ο Ιησούς συμβουλεύει: Τέκνον, ἐν ἀρρωστήματί σου μή παράβλεπε, ἀλλ’ εὖξαι Κυρίῳ, και αὐτός ἰάσεταί σε (λη’ 9). Είναι ανάγκη λοιπόν παράλληλα με την ιατρική να καταφεύγουμε στον Θεό και από αυτόν να ζητούμε τη θεραπεία. Και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, συνιστώντας το μυστήριο του Ευχελαίου για τη θεραπεία μας από τις ασθένειες, παραγγέλλει: «Εὔχεσθε ὑπέρ ἀλλήλων ὅπως ἰαθῆτε» (Ιακ. ε' 16). Να προσεύχεσθε δηλαδή ο ένας για τον άλλον, για να θεραπευθήτε. Όχι μόνο ο ασθενής, αλλά και οι άλλοι, οι συγγενείς και οι φίλοι, να προσεύχωνται για τη θεραπεία του. Και συμπληρώνει ο άγιος Ιάκωβος: «Καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τον κάμνοντα, καί ἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος» (Ιακ. ε' 15). Η προσευχή που θα γίνη με πίστι, θα σώση τον πάσχοντα, και ο Κύριος θα τον σηκώση από το κρεβάτι της αρρώστιας.

 

Για να γίνη όμως η προσευχή μας δεκτή από τον Θεό, πρέπει να προσέχουμε τη ζωή μας, ώστε να είναι σύμφωνη με τον θείο νόμο. Γι' αυτό ο Ιησούς συνεχίζοντας συμβουλεύει: Απόστησον πλημμέλειαν καί εὔθυνον χεῖρας, καί ἀπό πάσης ἁμαρτίας καθάρισον καρδίαν (λη΄ 10). Διώξε μακριά κάθε σφάλμα και φταίξιμο, έχε καθαρά τα χέρια σου από κάθε αδικία και καθάρισε την καρδιά σου από κάθε αμαρτία. Φρόντιζε να είναι καθαρό το εσωτερικό σου από λογισμούς και επιθυμίες ακάθαρτες, αλλά και οι εξωτερικές σου ενέργειες να είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού. Δεν είναι λογικό να ζητούμε από τον Θεό να μας δώση αυτό που θέλουμε, αλλά να μη δίνουμε εμείς σ’ εκείνον αυτό που μας ζητεί. 

 

Η αίτησις της θείας βοηθείας γινόταν τότε με την προσφορά θυσιών. Μια συνηθισμένη αναίμακτη θυσία ήταν η προσφορά σιμιγδαλιού μαζί με λάδι και θυμίαμα. Ο ιερεύς έπαιρνε μια χούφτα σιμιγδάλι από αυτό που έφερνε εκείνος που τελούσε τη θυσία, μαζί με το λάδι που ήταν χυμένο επάνω του και με όλο το θυμίαμα, και τα έριχνε στη φωτιά του θυσιαστηρίου, για να καούν (Λευϊτ. β' 1-2). Υπήρχαν και πολλές άλλες θυσίες αιματηρές, δηλαδή θυσίες ζώων. Η προσφορά θυσιών θεωρούνταν καθήκον κάθε Ισραηλίτου, και ο νόμος ώριζε λεπτομερώς ποιές τέτοιες θυσίες έπρεπε να προσφέρωνται σε κάθε περίπτωσι. Σε τέτοιες θυσίες που συνώδευαν κάποιο αίτημα, αναφέρεται στη συνέχεια ο Ιησούς. Δός εὐωδίαν καί μνημόσυνον σεμιδάλεως καί λίπανον προσφοράν ὡς μη ὑπάρχων (λη' 11). Πρόσφερε θυμίαμα ευωδιαστό και θυσία αναίμακτη από σιμιγδάλι, για να σε θυμηθή ο Θεός, και δώσε πλούσια και παχιά την αιματηρή θυσία σου, σαν να πρόκειται να πεθάνης και να μην υπάρχεις πια στη ζωή· σαν να είναι δηλαδή η τελευταία θυσία που προσφέρεις.

 

Σήμερα βέβαια δεν προσφέρουμε θυσίες εκτός από την αναίμακτη θυσία της θείας Ευχαριστίας. Υπάρχει όμως μια άλλη θυσία που πρέπει διαρκώς να προσφέρουμε: είναι η προσφορά του εαυτού μας στον Θεό με την αγία και ενάρετη ζωή μας. Γι' αυτή την προσφορά λέει ο απόστολος Παύλος: «Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διά τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ παραστῆσαι τά σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τήν λογικήν λατρείαν ὑμῶν» (Ρωμ. ιβ' 1). Αξιοπρόσεκτη είναι η σύστασις του σοφού Ιησού να προσφέρουμε τη θυσία σαν να είναι η τελευταία της ζωής μας. Και τη λογική λατρεία, την πνευματική θυσία του εαυτού μας, πρέπει να την προσφέρουμε πάντοτε, σαν να βρισκώμαστε στην τελευταία μέρα της ζωής μας, για να παρουσιασθούμε με καθαρό πρόσωπο στον αδέκαστο κριτή.

 

Έπειτα από αυτά ο συγγραφεύς επανέρχεται στη σύστασί του να ζητούμε τη βοήθεια των γιατρών στις αρρώστιες μας. Καί ἰατρῷ δός τόπον, καί γάρ αὐτόν ἔκτισε Κύριος, καί μή ἀποστήτω σου, καί γάρ αὐτοῦ χρεία (λη΄ 12). Παρακάλεσε τον Κύριο για την υγεία σου, παράλληλα όμως δώσε θέσι και στον γιατρό, γιατί ο Κύριος τον εδημιούργησε, και μην τον κρατάς σε απόστασι, γιατί τον έχεις ανάγκη. Με τη βοήθειά του έχεις ελπίδες να σωθής. Ἔστι γάρ καιρός ὅτε καί ἐν χερσίν αὐτοῦ εὐοδία (λη' 13). Υπάρχουν περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προσπάθειες των γιατρών επιτυγχάνουν και χαρίζουν στόν άνθρωπο την υγεία. Ο συγγραφεύς εκφράζεται έτσι, γιατί στην εποχή του οι ιατρικές γνώσεις ήταν περιωρισμένες, και οι προσπάθειες των γιατρών πολύ συχνά κατέληγαν σε αποτυχία. Παρά τούτο ο συγγραφεύς συνιστά να καταφεύγουμε στους γιατρούς με την ελπίδα της θεραπείας. Πολύ περισσότερο βέβαια ισχύει αυτό σήμερα, που χάρις στις μεγάλες προόδους της ιατρικής επιστήμης οι πιθανότητες θεραπείας είναι πολύ μεγαλύτερες ακόμη και στις δυσκολότερες και βαρύτερες αρρώστιες. 

 

Και οι γιατροί όμως αισθάνονται συχνά την ανάγκη να καταφύγουν στην προσευχή. Καί γάρ αὐτοί Κυρίου δεηθήσονται, ἵνα εὐοδώση αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καί ἴασιν χάριν ἐμβιώσεως (λη΄ 14). Και οι γιατροί θα παρακαλέσουν τον Κύριο να ευοδώση τις προσπάθειές τους και να τις κατευθύνη με επιτυχία, ώστε να ζήση ο ασθενής. Και βέβαια οι πιστοί γιατροί το κάνουν αυτό, γιατί πιστεύουν ότι ο Θεός είναι ο γιατρός, και αυτοί είναι τα όργανά του. Και ακούμε πολλές φορές να αποθέτουν οι γιατροί τις ελπίδες τους στον Θεό, όταν διαπιστώνουν την αδυναμία τους και βλέπουν τις προσπάθειές τους να αποτυγχάνουν.

 

 Και μια τελευταία παρατήρησι κάνει ο Ιησούς σχετικά με τις αρρώστιες και τους γιατρούς. Ὁ ἁμαρτάνων ἔναντι τοῦ ποιήσαντος αὐτόν ἐμπεσεῖται εἰς χεῖρας ἰατροῦ (λη' 15). Εκείνος που αμαρτάνει απέναντι του Θεού που τον εδημιούργησε, θα αρρωστήση και θα πέση στα χέρια του γιατρού. Με τα λόγια αυτά ο συγγραφεύς εκφράζει και πάλι την αντίληψι της εποχής του ότι όλες οι αρρώστιες οφείλονται στις αμαρτίες του πάσχοντος. Αυτό βέβαια δεν είναι απολύτως ακριβές, γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν πολλές και ποικίλες ασθένειες, για τις οποίες δεν ευθύνεται ο άνθρωπος. Είναι όμως εξ ίσου αναμφισβήτητο ότι και πολλές άλλες είναι συνέπειες μιας αμαρτωλής και άτακτης ζωής. Η πολυφαγία, η πολυποσία, το κάπνισμα, τα ναρκωτικά, η άτακτη ηθική ζωή, οι παντός είδους καταχρήσεις προκαλούν σοβαρώτατες βλάβες στην υγεία, πολύ συχνά ανεπανόρθωτες. Καταφεύγει τότε ο ασθενής στους γιατρούς και υποβάλλεται σε θεραπείες πολυδάπανες και οδυνηρές· πολλές φορές όμως είναι δυστυχώς πολύ αργά.

 

Απ’ όσα διαβάσαμε και είπαμε, διδασκόμαστε ότι για την αντιμετώπιση των ασθενειών μας δύο μέσα έχουμε στη διάθεσί μας: αφ’ ενός μεν τους γιατρούς και τα φάρμακα, αφ’ ετέρου δε τη βοήθεια του Θεού. Δεν πρέπει όμως ποτέ να ξεχνούμε ότι «παρά Ὑψίστου ἐστίν ἴασις» (λη' 2). Είτε ἀπ’ ευθείας είτε διά μέσου της ιατρικής, ο Θεός δίνει τη θεραπεία. Ας χρησιμοποιούμε λοιπόν τα μέσα της επιστήμης, ας ζητούμε όμως και την ιατρική δύναμι του Κυρίου. Ας τελούμε και το μυστήριο του Ευχελαίου σε σοβαρές ασθένειες. «Καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα καί ἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος» (Ιακ. ε' 16). Αν ο Θεός κρίνη ότι αυτό είναι για το συμφέρον της ψυχής μας, θα ξαναδώση την υγεία. Και τότε ας μην παραλείψουμε να του αναπέμψουμε θερμή ευχαριστία. 

 

*Πρόκειται για τον Ιησού τον υιό του Σειράχ, που είναι και ο συγγραφέας του βιβλίου ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ. 

 

-----------------------------------------------------------------------------

π. Κωνσταντίνου Παπαγιάννη, "ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ", Εκδ. ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, σελ. 426-431. 

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2021

Πώς γεννιέται μέσα μας η πείρα του πνευματικού πολέμου (Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

 Γιατί όλα μου έρχονται ανάποδα; Τα ανάποδα όμως είναι τα πιο χρήσιμα.


Ἥν (πεῖραν) οἶδε γεννᾶν ὁ φόβος ὁ διττός καί αἱ ὑπό Θεοῦ ἐγκαταλείψεις καί αἱ παιδευτικαί τῶν πειρασμῶν συμβάσεις. (Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος) 

Μετάφραση: Την οποίαν πείρα τη γεννά ο διπλός φόβος: τόσο οι εγκαταλείψεις από το Θεό, όσο και οι πειρασμοί που έρχονται για παιδαγωγία.

Θέλεις πραγματικά να γεννηθή μέσα σου η πείρα του πνευματικού πολέμου; Τότε να φοβάσαι την αορασία του πονηρού, ο οποίος δουλεύει μέσα σου, και την βαναυσότητα, την ψευδότητα και την υποκρισία του λογισμού. Να πιστεύης δηλαδή ότι ο δαίμων σε πειράζει αδιαλείπτως, οπότε πάντα να είσαι εν εγρηγόρσει. Αλλά και κάτι ακόμη: Να ξέρης ότι σου είναι χρήσιμα δύο πράγματα. Πρώτον, αἱ ὑπό Θεού ἐγκαταλείψεις, το να σε εγκαταλείπη ο Θεός. Καταλιμπάνει κανέναν ο Θεός; Ο Θεός ποτέ δεν μας εγκαταλείπει, εις τον αιώνα τον άπαντα. 

 

Αλλά εμείς βιούμε ως εγκαταλείψεις όσα δεν είναι κατά την γνώμη μας, κατά την κρίσι μας, κατά την πρόθεσί μας, κατά τα σχέδιά μας, όσα δεν συμφωνούν με εκείνα που περιμέναμε. Όταν εγώ παρακαλώ στην προσευχή μου, Κύριε, θεράπευσε το κεφάλι μου που πονάει, τότε νομίζω ότι αγάπη του Θεού είναι το να μου θεραπεύση το κεφάλι. Εάν ο Θεός δεν ανταποκριθή, νοιώθω πως δεν με αγαπάει, και εγκαταλείπω την προσευχή. Όταν λοιπόν δεν συμφωνή το θέλημα και η κρίσις του Θεού με όσα θέλω εγώ, τότε νοιώθω ότι είμαι εγκαταλελειμμένος από τον Θεόν. Στην πραγματικότητα όμως, εγώ εγκαταλείπω τον Θεόν, εγώ δεν τον παρακολουθώ, διότι θέλω ο Θεός να παρακολουθή εμένα.

 

Δεύτερον, μας είναι χρήσιμες αἱ παιδευτικαί τῶν πειρασμῶν συμβάσεις. Τέτοιες είναι, όταν έχωμε σκοτεινιά στο μυαλό μας ή στην καρδιά μας, όταν μας καταλαμβάνη πειρασμός υπνηλίας, αγωνίας, αιφνίδιος επιδρομή λογισμών που δεν τους σπείραμε εμείς, αλλά που οφείλονται σε παλαιές παραστάσεις ή σε άλλες αιτίες που τις επιτρέπει ο Θεός. Βγαίνω επί παραδείγματι έξω να περπατήσω και πέφτω, γιατί δεν πρόσεξα ή γιατί έχει πάγο. Εγώ όμως θα νοιώσω ότι έπεσα, επειδή ο Θεός θέλει να με παιδέψη.

 

Αλλά, εάν θέλωμε να έχωμε νίκας κατά βαρβάρων δωρουμένας υπό του Θεού, είναι ανάγκη να μάθωμε να χαιρώμαστε όταν μας εγκαταλείπη ο Θεός και όταν μας παιδαγωγή. Να χαιρώμαστε δηλαδή, όταν μαζί με τις εγκαταλείψεις επισυμβαίνουν και παιδαγωγικοί πειρασμοί που δεν τους περιμέναμε, όπως διάφορες δυσκολίες, προβλήματα, θλίψεις, πόνοι, αρρώστιες, ακόμη και πτώσεις, διότι είμαστε άνθρωποι. Τότε δεν είναι σωστό να τα χάσωμε, διότι έτσι εμποδίζομε την χάρι του Θεού, αλλά να εξομολογηθούμε «τῷ Θεῷ, τῷ εἰδότι τήν καρδίαν ἡμῶν». 

 

Ας αναφέρωμε δύο ακόμη παραδείγματα πειρασμικής συμβάσεως: Αρχίζω να προσεύχωμαι πιστεύοντας ότι, όσα δεν έκανα τριάντα χρόνια, θα τα κάνω μέσα σε έναν μήνα. Μετά από έναν μήνα όμως βλέπω ότι ακόμη νυστάζω, ότι ο πειρασμός με νικάει, ότι οι λογισμοί με χτυπούν, ότι ο σατανάς δεν με αφήνει. Ή έχεις έναν μοναχό, ο οποίος ποτέ του δεν είχε κανέναν πειρασμό, και ξαφνικά, εκεί που κάθεται, νοιώθει να μισή τον αδελφό του, ενώ ποτέ κανέναν δεν μισούσε, ή κρίνει μέσα του τους πάντες, ενώ ποτέ δεν έκρινε. Ή, αν είναι δόκιμος, του μπαίνουν κάτι ιδέες! Πω, πω, πώς θα ζήσης εδώ μια ολόκληρη ζωή; Τώρα που είσαι ακόμη δόκιμος, σκέψου το καλά. Διότι μετά τι θα κάνης; Θα μπορέσης να αντέξης;

 

Αἱ παιδευτικαί τῶν πειρασμῶν συμβάσεις είναι τόσο χρήσιμες στην ζωή μας, όσο και η παρουσία του Θεού. Εμείς βέβαια τις νοιώθομε κουραστικές, πικρές, δύσκολες, μας παιδεύουν, αλλά τελικώς από παιδευτικές γίνονται μορφωτικές, καθ’ ότι μορφώνουν, παιδαγωγούν την ύπαρξί μας.

 

Αἱ παιδευτικαί τῶν πειρασμῶν συμβάσεις καί αἱ ἐγκαταλείψεις τοῦ Θεοῦ είναι, κατά κάποιον τρόπο, τα στηλώματα του Θεού. Έχομε τα στηλώματα του πονηρού, τα στηλώματα του νοός μας, και τώρα έχομε τα στηλώματα του Θεού, που είναι τα σημάδια της παρουσίας Του. Ο διάβολος γράφει επάνω στους λογισμούς μας, εκεί κάνει τα στηλώματά του, αλλά και ο Θεός γράφει, μορφώνοντας, παιδαγωγώντας την ύπαρξί μας. Χρωστήρας του είναι οι πειρασμικές συμβάσεις, με τις οποίες γράφει την εικόνα που Αυτός θέλει, για να μας βοηθήση.

 

Αποφασίζεις, παραδείγματος χάριν, να κάνης νηστεία και παθαίνεις γαστρορραγία. Λες να κάνης υπακοή, και σπάζεις το πόδι σου. Και αναρωτιέσαι: Μήπως δεν σκέπτομαι καλά που αποφάσισα να κάνω νηστεία και υπακοή; Γιατί όλα μου έρχονται ανάποδα; Τα ανάποδα όμως είναι τα πιο χρήσιμα. Όπως είναι χρήσιμο το φως και ο καθαρός αέρας, έτσι είναι χρήσιμες και αἱ ἐγκαταλείψεις τοῦ Θεοῦ καί αἱ παιδευτικαί τῶν πειρασμῶν συμβάσεις, διότι από αυτά γεννάται η πείρα και το αποτέλεσμα του πολέμου, η σπορά και ο θερισμός του Θεού. 

 

------------------------------------------------------

Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου "ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΝΗΨΕΩΣ", εκδ. Ίνδικτος, σελ. 98-101. 

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2021

«– Γέροντα Παΐσιε, ποια είναι η σωστή αντιμετώπιση, όταν προκύπτουν δύσκολα εκκλησιαστικά θέματα;»

Να προσέχουμε να μη δημιουργούμε θέματα στην Εκκλησία ούτε να μεγαλοποιούμε τις μικρές ανθρώπινες αταξίες που γίνονται, για να μη δημιουργούμε μεγαλύτερο κακό και χαίρεται ο πονηρός.

 


«– Γέροντα Παΐσιε, ποια είναι η σωστή αντιμετώπιση, όταν προκύπτουν δύσκολα εκκλησιαστικά θέματα;» 

– Να αποφεύγωνται τα άκρα∙ με τα άκρα δεν λύνονται τα θέματα. Βλέπαμε παλιά, ο μπακάλης έβαζε λίγο‐λίγο με την σέσουλα στην ζυγαριά, και έτσι έβρισκε την ακρίβεια και ισορροπούσε και η ζυγαριά. Δηλαδή δεν έβαζε απότομα πολύ ούτε αφαιρούσε απότομα πολύ.

 

Τα δύο άκρα πάντα ταλαιπωρούν την Μητέρα Εκκλησία και οι ίδιοι που τα κρατούν ταλαιπωρούνται, γιατί τα δύο άκρα συνήθως καρφώνουν... Είναι σαν να κρατάη το ένα άκρο δαιμονισμένος, όταν έχη αναίδεια πνευματική (περιφρόνηση για όλα), και το άλλο άκρο σαν να το κρατάη τρελλός, όταν έχη μωρό ζήλο με στενοκεφαλιά. Ένας πνευματικά αναιδής δηλαδή με έναν ζηλωτή, που έχει μωρό ζήλο, ποτέ δεν συμφωνούν, αλλά τρώγονται και χτυπιούνται, γιατί και οι δύο στερούνται την θεία Χάρη. Τότε –Θεός φυλάξοι!– μπορεί να χτυπιούνται συνέχεια τα δύο άκρα και «άκρη να μην τους βρίσκη» κανείς. Εκείνοι που θα μπορέσουν να λυγίσουν τα δύο αυτά άκρα, για να ενωθούν –να ομονοήσουν‐, θα στεφανωθούν από τον Χριστό με δύο αμάραντα στεφάνια.

 

Να προσέχουμε να μη δημιουργούμε θέματα στην Εκκλησία ούτε να μεγαλοποιούμε τις μικρές ανθρώπινες αταξίες που γίνονται, για να μη δημιουργούμε μεγαλύτερο κακό και χαίρεται ο πονηρός. Όποιος για μικρή αταξία ταράσσεται πολύ και ορμάει απότομα με οργή, δήθεν να την διορθώση, μοιάζει με ελαφρόμυαλο νεωκόρο που βλέπει να στάζη ένα κερί και ορμάει απότομα, με φόρα, για να το διορθώση δήθεν, αλλά παίρνει σβάρνα ανθρώπους και μανουάλια, και δημιουργεί μεγαλύτερη αταξία την ώρα της λατρείας.

 

Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς που ταράσσουν την Μητέρα Εκκλησία. Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Όσοι πάλι είναι αγράμματοι έπιασαν και αυτοί το δόγμα με τα δόντια, Γι’ αυτό και τρίζουν τα δόντια, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα, και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημία στην Εκκλησία από αυτούς παρά από τους πολέμιους της Ορθοδοξίας μας. Καλά είναι το ποτάμι να μην είναι πολύ ορμητικό, γιατί παίρνει σβάρνα κούτσουρα, πέτρες, ανθρώπους, αλλά ούτε βέβαια και πολύ ρηχό, γιατί θα κάθωνται κουνούπια.

 

Είναι μερικοί πάλι που ασχολούνται με την κριτική ο ένας του άλλου και όχι με το γενικώτερο καλό. Παρακολουθεί ο ένας τον άλλο περισσότερο από τον εαυτό του. Κοιτάζει τι θα πη ή τι θα γράψη ο άλλος, για να τον χτυπήση κατόπιν αλύπητα, ενώ ο ίδιος, εάν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υποστήριζε και με πολλές μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Το κακό που κάνει είναι μεγάλο, γιατί αφ ́ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ ́ ετέρου δε τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των πιστών. Πολλές φορές μάλιστα σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, γιατί τους σκανδαλίζει. Όσοι δικαιολογούν την κακία τους με τον δήθεν έλεγχο των άλλων και όχι του εαυτού τους ή με το να δημοσιεύουν στον κόσμο εκκλησιαστικές καταστάσεις –ακόμη και πράγματα που δεν λέγονται– προφασιζόμενοι το «ειπέ τη Εκκλησία», ας κάνουν πρώτα αρχή από την μικρή τους εκκλησία, την οικογένειά τους ή την Αδελφότητά τους και, εάν τους φανή καλό, τότε ας ρεζιλέψουν και την Μητέρα Εκκλησία. Τα καλά παιδιά, νομίζω, ποτέ δεν κατηγορούν την μάνα τους.

 

Όλοι χρειάζονται στην Εκκλησία. Όλοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ' αυτήν∙ και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως στο σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, ακόμη και τα πικρά ραδίκια, γιατί το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες, έτσι και στο Σώμα της Εκκλησίας όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχώμαστε όχι μόνον τον πνευματικό χαρακτήρα του άλλου αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος. 

 

Δυστυχώς μερικοί έχουν παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουν να έχουν όλοι ίδιο πνευματικό χαρακτήρα με τον δικό τους, και όταν κάποιος δεν συμφωνή με τον χαρακτήρα τους, δηλαδή ή είναι λίγο επιεικής ή λίγο οξύς, αμέσως βγάζουν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος." 

--------------------------------------------------------------------

Από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι, Α΄ "Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο", Ιερόν Ησυχαστήριον "Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", Σουρωτή Θεσσαλονίκη, 1999, σελ. 322 - 324.

Η συνάντηση μας με τοξικούς ανθρώπους (π. Ανδρέας Αγαθοκλέους)

Η ταραχή που μπορεί να προκαλέσει η παρουσία ή ο λόγος κάποιου, δείχνει το ευάλωτο του εαυτού μας που υποκρύπτει τον εγωισμό και άλλα πάθη.


Συμβαίνει η συνάντηση με άνθρωπο που εκπέμπει άρνηση, να μας προκαλέσει αναστάτωση. Ο λόγος του δε, γίνεται αιτία σύγχυσης και τέτοιας εσωτερικής φουρτούνας που χρειάζεται χρόνος, θετικές σκέψεις και επίκληση της άνωθεν βοήθειας, για να ηρεμήσουμε.


Γιατί άραγε; Τι φταίει ώστε ένας άνθρωπος να μπορεί να ταράζει την ειρήνη και τη γαλήνη της καρδιάς μας; Είναι εύκολο να αποδώσουμε ευθύνη στους άλλους για τα δικά μας «κακώς έχοντα». Όμως αυτό δεν μας βοηθά ουσιαστικά, μάλλον μας αφήνει αθεράπευτους, μας σκληραίνει απέναντί τους και μας αυτοδικαιώνει – πράγμα που απωθεί την αλλαγή μας.


Η ταραχή που μπορεί να προκαλέσει η παρουσία ή ο λόγος κάποιου, δείχνει το ευάλωτο του εαυτού μας που υποκρύπτει τον εγωισμό και άλλα πάθη.


Η ισορροπημένη εσωτερική κατάσταση είναι καρπός χάριτος του Θεού ως αποτέλεσμα αγώνα πνευματικού. Ο άνθρωπος, δηλαδή, που ασκείται κατά τον τρόπο που προτείνει η Εκκλησία, που προσεύχεται καρδιακά, που συμμετέχει αγαπητικά στη θεία κοινωνία, που διακονεί ανιδιοτελώς τον πλησίον του, βιώνει τη φυσιολογική κατάσταση. Όχι πως δεν ταράσσεται ούτε πως δεν θυμώνει, αλλά γίνονται α-παθώς, χωρίς εμπάθεια. Δεν κατευθύνεται από επιθυμίες παράλογες, δεν ζει χωρίς έλεγχο, δεν «αναπνέει» χωρίς αγάπη.


Η διάφοροι ιοί και τα διάφορα μικρόβια που υπάρχουν γύρω μας επηρεάζουν και αρρωσταίνουν τους ευάλωτους οργανισμούς. Και αυτό φαίνεται με τα συμπτώματα· πυρετός, ρίγος κλπ. Οι δυνατοί οργανισμοί δέχονται τους ιούς και τα μικρόβια, αλλά δεν τους καταβάλλουν.


Είναι φανερό, με το πιο πάνω παράδειγμα, πως η ταραχή που μας προκαλούν με τη συμπεριφορά, το λόγο ή την παρουσία τους κάποιοι άνθρωποι, δείχνει το ευάλωτο της πνευματικής μας κατάστασης.


Όποιος έχει ταπείνωση, θεωρώντας τον εαυτό του πιο κάτω από τους άλλους και τους άλλους καλύτερους απ’ αυτόν, αποδεχόμενος την αδιαφορία ή την απόρριψή τους ως μέσα για την προσωπική του διόρθωση, δεν αναστατώνεται. Εμπιστεύεται την πρόνοια του Κυρίου του, που αθόρυβα και μυστικά επεξεργάζεται την ωριμότητά του μέσω των γεγονότων που επιτρέπει να συμβούν.


Έτσι, χωρίς να υποτιμήσει το πρόσωπο που, πράγματι, μπορεί να συμπεριφέρεται διαφορετικά απ’ ό,τι περιμένουμε, βλέπει τον «τοξικό άνθρωπο» ως μέσον που του αποκαλύπτεται ο εαυτός του που δεν έχει αγάπη, που δεν ταπεινώθηκε με την κατά Χριστόν ταπείνωση, που δεν ανέχεται τη δυσκολία του αδελφού του.


Η συνάντηση μας -τακτικά ή έκτακτα- με «τοξικούς ανθρώπους» μπορεί να εκδηλωθεί ως εξής:


1. Να αντιπαλέψουμε μαζί τους συμπεριφερόμενοι όπως εκείνοι – «οφθαλμόν αντί οφθαλμού».

2. Περιφρονώντας τους, ενεργοποιώντας τη σκληρότητα της καρδιάς μας.

3. Με αγαπητική διάθεση, βλέποντας την ασθένεια που έχουν και άρα τον κρυφό πόνο που περνούν με τη μοναξιά που βιώνουν.

Τα δύο πρώτα μας αποστασιοποιούν. Το τρίτο, η αγάπη, μας ενώνει μεταξύ μας, και άρα μας χαρίζει τη χαρά και την ελευθερία των τέκνων του Θεού.

---------------------------------------

Pemptousia



Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2021

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΑ (αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

Ο λόγος για τον οποίο μια κοπέλα πιθανόν ακολούθησε τον δρόμο της αμαρτίας και της πορνείας, ο ίδιος ο λόγος κάνει εμένα να πάω στο μοναστήρι. Η ανθρώπινη ψυχή είναι ίδια.


Στον κόσμο οι Εκκλησίες γεμίζουν από ανθρώπους, οι οποίοι όμως δεν πιστεύουν στην καθημερινή τους ζωή.


Στον κόσμο οι άνθρωποι επαγγέλλονται Χριστόν, και όμως δεν θυμούνται τον Χριστόν. Πρέπει κάτι να γίνει· κάποιος θάνατος, κάποιο αυτοκίνητο να τους χτυπήσει, κάποια αρρώστια να τους έλθει, κάποια αποτυχία ή κάτι άλλο, για να θυμηθούν τον Χριστόν. Αυτό είναι μια πραγματικότητα την οποία ζούμε.


Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι χριστιανοί; Είναι· τα του κόσμου μεν μεριμνώσιν, αλλά είναι χριστιανοί, τέκνα του Θεού.


Αυτοί οι χαμένοι, οι απολωλότες, οι κοσμικοί, οι αμαρτωλοί, που δεν θυμούνται τον Χριστόν, που δεν αγαπούν την Εκκλησία, που την αρνούνται ενίοτε, αυτοί που κάνουν τους φόνους, τα εγκλήματα, τις πορνείες, όλοι αυτοί είναι τέκνα του Θεού. Ό,τι αξία έχομε εμείς ενώπιον του Θεού, έχουν και αυτοί· ό,τι δικαιώματα έχομε εμείς, έχουν και αυτοί· ό,τι πόθους έχομε εμείς, έχουν και αυτοί.


Ο λόγος για τον οποίο μια κοπέλα πιθανόν ακολούθησε τον δρόμο της αμαρτίας και της πορνείας, ο ίδιος ο λόγος κάνει εμένα να πάω στο μοναστήρι. Η ανθρώπινη ψυχή είναι ίδια. Επομένως, όλοι αυτοί είναι τέκνα του Θεού· είναι ο κόσμος που τον έπλασε ο Θεός· και αυτοί είναι πλάσματα του ουρανίου Πατρός. Εμείς δεν διαφέρομε σε τίποτε από τους κοσμικούς ανθρώπους. 

 

Αν μάλιστα το σκεφτούμε σωστά, εμείς που γνωρίσαμε περισσότερα, μπορεί να είμαστε πολύ πιο αμαρτωλοί και τιποτένιοι και εφθαρμένοι και υποκριτές· τουλάχιστον αυτοί δεν είναι υποκριτές. 

 

Εμείς φορώντας το ράσο, μπορεί να καλύπτωμε ποικίλα πάθη, στα οποία μάλιστα μπορεί να δίνομε και χριστιανική χροιά, ή να τα θεωρούμε ως καθήκον ή να νομίζωμε ότι εξυπηρετούμε τον Θεόν, για να μπορέσουμε έτσι να στηριχθούμε στην ζωή μας. 

 

Ο κοσμικός λέγει ότι δεν πιστεύει στον Χριστόν, και έτσι είναι πιο τίμιος ενίοτε από εμάς, ενώ εμείς στην πράξη δεν πιστεύομε στον Θεόν. 

[...]

Είναι βέβαια πολλοί, οι οποίοι θέλουν να λένε ότι είναι πνευματικοί άνθρωποι και ότι δήθεν ζουν χριστιανική ζωή. Αυτοί μπορεί να είναι οι πιο σκληροί, οι πιο ανώμαλοι, οι πιο παράξενοι, οι πιο εγωιστές, οι πιο στριμμένοι, που να μην μπορής να συνεννοηθής μαζί τους, και τελικώς ολόκληρη η ευσέβειά τους και η ζωή τους να είναι μια κηδεία.

 ---------------------

Αρχ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης "Οίκος Θεού, πύλη ουρανού", εκδ. Ίνδικτος, σελ. 25-28

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2021

ΠΟΤΕ ΜΗ ΔΩΣΕΙΣ ΑΦΟΡΜΗ ΝΑ ΛΥΠΗΘΕΙ Ο ΑΛΛΟΣ (Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

Ἐάν ἡ καταλαλιά θλίβῃ σε εἰς τόν ἀδελφόν σου, μνήσθητι ὅτι, ἐάν ἀκούσῃ, λυπηθῆναι ἔχει, καί διατρέπῃ ἀπαντῆσαι αὐτῷ, καί ἀναπαύῃ. Ἐάν ἡ ὑπερηφανία κατακυριεύσῃ σου, μνήσθητι ὅτι αὕτη ἀπόλλυσί σου ὅλον τόν κόπον, καί οὐκ ἔστι τοῖς συμπειθομένοις αὐτῇ μετάνοια, καί ἀναπαύσῃ (Αββάς Ησαΐας) 
 

Εάν δεις ότι σε καταπιέζει η καταλαλιά εναντίον του αδελφού σου, θυμήσου ότι θα λυπηθεί όταν την μάθει. Πόση ευγένεια! Πρόσεξε όχι μήπως εσύ κατηγορηθείς, συκοφαντηθείς και λυπηθείς, αυτό δεν έχει σημασία, αλλά πρόσεξε μη δώσεις αφορμή στον άλλον να λυπηθεί. Εάν λυπηθεί, πώς θα τον συναντήσεις; πώς θα επικοινωνήσεις μαζί του; Εσύ λοιπόν άλλαξε. Κάνε πως δεν ξέρεις τίποτε, αγνόησε τα πάντα. Εσύ, λόγου χάριν, με κατέκρινες, με κατελάλησες, είπες τα χείριστα για μένα, και εγώ το έμαθα. Ας μη σου δείξω ότι το γνωρίζω, ας κλείσω ακόμη και το στόμα εκείνου που έρχεται να μου αναγγείλει την καταλαλιά σου. Έτσι, αναπαύεσαι και εσύ, αναπαύομαι και εγώ και μπορώ άνετα να παρουσιάζωμαι ενώπιόν σου. 


Όταν κανείς ξεκινά από το τι χαροποιεί τον άλλον και τι τον λυπεί, τότε η κοινωνική μας σχέσις είναι ασφαλής, μας ενώνει. Τα λόγια αυτά του αββά Ησαΐα μας θυμίζουν το πόσο αναγκαία είναι η συμβατικότης των ανθρωπίνων σχέσεων. Ενίοτε ξεχνάμε ότι πρέπει να είμαστε λεπτοί στην εξωτερική μας έκφρασι και, εν ονόματι μιας βαθύτερης εσωτερικής ειλικρίνειας, εν ονόματι της αλήθειας, οι σχέσεις μας γίνονται δαιμονικές αντί αληθινές. 

 

Δεν επιτρέπεται να καταργώ την συμβατικότητα, διότι δεν μπορώ να λυπώ τον αδελφό μου. Γνωρίζω, παραδείγματος χάριν, ότι με μισείς. Σήμερα όμως με χρειάζεσαι ή σε έστειλαν σε μένα. Εγώ πρέπει να αγνοήσω ότι με μισείς, και αν τυχόν εσύ δεν μπορέσεις να συγκρατηθείς αλλά μου δείξεις κάτι, εγώ να κλείσω το στόμα μου, ώστε να είναι άψογες οι σχέσεις μας. Αυτό δεν είναι ψέμα, είναι αγάπη και αποδεικνύει ότι δέχομαι να προηγείσαι. 


Ας υποθέσωμε ότι σε είδα να πέφτεις σε κάποιο παράπτωμα και σε κατέκρινα μέσα μου. Βέβαια, το ότι σε κατέκρινα είναι αμαρτία. Έρχεσαι αργότερα να ζητήσεις την γνώμη μου για το παράπτωμά σου και σου λέγω τι σκέφθηκα. Αυτό δεν είναι βοήθεια, αλλά σπάσιμο από την ώρα εκείνη του δεσμού μας. Δεν είναι ειλικρίνεια, τιμιότητα, σεβασμός, αλλά γεμάτη από αυτοϊκανοποίηση και χαιρεκακία αποκάλυψις της σκέψεώς μου, για να σε υποβιβάσω και να φανεί η δική μου αγιότητα. Πρέπει να σου το πω κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην καταλάβεις τι σκέφθηκα και πληγωθείς· να κάνω όσο μπορώ μικρότερο το πταίσμα ώστε να έχεις την αντοχή, καθ’ εαυτόν ή στον πνευματικό σου ή και σε μένα, να ομολογήσεις το μέγεθος της αμαρτίας σου. 

 

 Ο,τιδήποτε μπορεί να λυπήσει τον πλησίον, ο,τιδήποτε έρχεται σε σύγκρουση με το θέλημά του και την επιθυμία του, αυτό γίνεται κριτήριο της σχέσεώς μας, της τιμιότητάς μας, της ειλικρίνειάς μας, της αλήθειάς μας. Το υπερβαίνομε λοιπόν, για να μπορούμε να επικοινωνούμε. 


Ας είμεθα αληθείς και ας μην ξεχνάμε την ανθρώπινη συμβατικότητα. Πρέπει να φαινώμαστε ότι θέλομε να έχωμε κοινωνία, και δεν χρειάζεται ούτε να εξηγούμε ούτε να εξηγούμεθα. Εξηγούμε μόνον στον Πατέρα μας, όταν μας το ζητά ή όταν πρέπει. Τους άλλους μόνον τους ρωτάμε. Πέρασα, λόγου χάριν, από μπροστά σου, δεν σε είδα και μετά σου εξηγώ: Με συγχωρείς, είχα το μυαλό μου αλλού, γι’ αυτό δεν σε είδα. Ό,τι και αν σου πω, από την ώρα εκείνη όλα με χωρίζουν από σένα. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να ζητήσω συγγνώμη, χωρίς να μεγεθύνω την απόστασι που δημιουργήθηκε μεταξύ μας, διότι δεν υπάρχει απάντησις που να ικανοποιεί τον λογισμό του ανθρώπου. 


Ας έχουμε λοιπόν ως κριτήριο την ειρήνη του άλλου και ας προσέχωμε ποτέ να μην τον λυπήσωμε. Τότε η ειρήνη θα γεμίζει και την δική μας ψυχή. 


Ας υποθέσουμε ότι θέλομε να διαβάσωμε, και κάποιος προτείνει να βγούμε έναν περίπατο. Γα να μη λυπήσωμε τον πλησίον, είναι προτιμότερο να αφήσωμε το διάβασμα; 


Ειδικώς για το θέμα των συζητήσεων και της γλώσσης, λέγει ο αββάς Ησαΐας, δεν μπορούμε να καταργούμε το θέλημα του Θεού, προκειμένου να μη λυπήσωμε τον άλλον. Εάν λοιπόν δεν θέλεις να πας, θα τους εκφράσεις πρώτα την χαρά σου και την διάθεσή σου να τον ακολουθήσεις, θα του πης όμως, αδελφέ μου, είμαι άρρωστος, ή είμαι απασχολημένος, γι’ αυτό δυσκολεύομαι να έρθω μαζί σου, ώστε να μη στενοχωρηθεί. Εάν μπορείς βέβαια, καλό είναι να πας, εφ’ όσον και τα βιβλία μας λένε ότι ακόμη και στο κελλί σου εάν έρθει ο αδελφός σου και προσεύχεσαι, να σταματήσεις την προσευχή και να ασχοληθείς μαζί του. Εάν όμως σε πλησιάζει για να κουβεντολογήσει, εάν η πείρα σου σε έχει διδάξει ότι αυτός πίπτει συνεχώς λόγω της γλώσσης του, είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορέσεις να ξεφύγεις την αμαρτία. Σε αυτή την περίπτωση θα του δείξεις την αγάπη σου, αλλά θα αρνηθείς. Αν λυπηθεί, είναι υπόθεσις δική του. 

 

Ο νόμος του Θεού δεν σου επιτρέπει ούτε πολυλογία, ούτε να ακούς λογισμούς απιστίας ή αμαρτίας του άλλου, ή την σύγκρουσί του με τον Ηγούμενό του. Αν τον ακούσεις, γίνεσαι χειρότερος και από τον διάβολο, διότι του δίνεις αφορμή να αμαρτήσει περαιτέρω. 

 

Εάν όμως εσύ του αρνηθείς και ο άλλος του αρνηθεί, θα κλεισθεί στο κελλί του, θα μείνει μόνος του και θα κανονίσει την πορεία του. Με το να διοχετεύει τα πάθη του, καθίσταται αδύνατη η παραμονή του στην πνευματική ζωή. Ο αββάς Ησαΐας λοιπόν δεν εννοεί να μη λυπήσουμε τον αδελφό μας όταν πρόκειται περί αμαρτίας, αλλά όταν ερχώμαστε σε αντίθεση μαζί του με το θέλημά μας, με την επιθυμία μας, με τον εαυτό μας. 

 

 ------------------------------------------------------------------------------------------------ 

Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, "ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ - Ερμηνεία στον Αββά Ησαΐα", εκδ. Ίνδικτος, σελ. 368-371.

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΝΗΨΕΩΣ" ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ π. ΒΑΡΝΑΒΑ ΓΙΑΓΚΟΥ

 

 

01_Η ΝΗΨΗ ΚΑΙ Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΗΣΥΧΙΑ 

02_Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ 

03_Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ 

04_Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ 

05_Η ΜΕ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ, Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ 

06_ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΥΔΩΡ, Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΗΓΗ ΖΩΗΣ 

07_Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ 

08_ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΜΙΑΣ ΥΓΙΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΑΛΛΑΓΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ 

09_ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ Η ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ ΜΟΛΥΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΤΑΡΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ 

10_Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ 

11_ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ 

12_ΠΩΣ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΟΓΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ 

13_Η ΕΠΙΜΟΝΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ 

14_ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ  

15_Η ΝΗΨΗ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΟΔΗΓΟΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ 

16_ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΕΜΑ, Η ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 


17_Η ΑΓΑΘΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ (και ΠΕΡΙ ΕΥΧΗΣ και ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ)  

 

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2021

ΠΕΡΙ ΠΑΘΩΝ (Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)




Ενθυμούμαι κάποιον αναχωρητή που πήγε σε έναν περίφημο Γέροντα, τον όσιο Ποιμένα. Έκανε ολόκληρο ταξίδι για να τον δη και να τον ακούση. Και όπως ήταν ο ίδιος καλλιεργημένος, άρχισε να μιλάη για την βασιλεία των ουρανών. Μόλις τον άκουσε ο όσιος Ποιμήν, έστρεψε αλλού το πρόσωπό του και στάθηκε ακίνητος, χωρίς να του πη τίποτε. Και ο επισκέπτης που είχε κάνει ολόκληρο ταξίδι έφυγε απογοητευμένος. Τελικώς όμως, επέστρεψε και λέγει στον όσιο: Πάτερ, θέλω να μου μιλήσης για τα πάθη. Και του απαντά ο όσιος: Εάν θέλεις να μιλήσωμε περί παθών, τότε μάλιστα, άνοιξε την καρδιά σου και θα σου την γεμίσω με αγαθά. Άνοιξε πραγματικά εκείνος την καρδιά του, τον άκουσε και φεύγοντας του είπε: Αλήθεια, αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στην βασιλεία των ουρανών. Σπανίως οι άνθρωποι σκέπτονται έτσι, αλλά όντως ο λόγος περί παθών οδηγεί στην βασιλεία του Θεού. Διότι τι είναι τα πάθη; Είναι αυτά που δημιουργήθηκαν, όπως ξέρετε, από την απώλεια της βασιλείας του Θεού. Για να καταλάβωμε λίγο καλύτερα τι είναι, θα κάνωμε μία μικρή αναδρομή, ίσως λίγο κουραστική, αλλά αναγκαία. Το θέμα μας είναι πολύ βαθύ. 

 

Α΄

Τα πάθη υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο. Ο Θεός βέβαια, προτού πλάση τον άνθρωπο, είχε φτιάξει τα πάντα «καλά λίαν», ώστε ο άνθρωπος να μπη μέσα σε έναν ωραιότατο κόσμο που να μην του λείπη τίποτε, να μην έχη καμία ανάγκη, για να μπορή να είναι ευτυχισμένος. Μέσα στον παράδεισο, κάθε πρωί και κάθε βράδυ αλλά και άλλες φορές, ο ίδιος ο Θεός περπατούσε μαζί με τον πρωτόπλαστο και έκαναν ωραιότατες συζητήσεις. Ο παράδεισος, ο τόπος των θείων συναντήσεων, ήταν το μέσο και το εργαλείο το οποίο θα υπηρετούσε τον άνθρωπο και θα τον βοηθούσε να γνωρίσει καλύτερα τον Θεόν και να μάθη πώς θα γίνει «κοινωνός θείας φύσεως».


Όλα τα κτίσματα, και τότε και σήμερα, είχαν μόνον έναν σκοπό, την υπηρεσία του ανθρώπου. Καθ’ ευατά, δεν έχουν καμία αξία, καμία ποιότητα, καμία σχέσι με τον θάνατο ή την αθανασία. Όλα, και τα έμψυχα και τα άψυχα, είναι δοχεία γεμάτα από την αγάπη του Θεού. Είναι κάτοπτρα τα οποία συγκεντρώνουν μέσα τους φως από το φως της θεότητος και αντανακλούν την ωραιότητα, το μεγαλείο και την σοφία του Θεού. Ότι και αν κοιτάξει κανένας στην κτίσι, του δείχνει τον Θεόν. Πολύ δε περισσότερο κάτοπτρο του Θεού είναι ο άνθρωπος, ο μεγαλοπρεπέστατος αυτός βασιλεύς της φύσεως, που πλάσθηκε για να σκύβη το κεφάλι του μόνον στον βασιλέα των ουρανών. Ο άνθρωπος είναι η ωραιοτέρα αποκάλυψης του Θεού, της φιλανθρωπίας Του, της αγάπης Του και της δυνάμεώς Του. Την κοινωνία στην οποία ζούσε ο πρωτόπλαστος Αδάμ, την αποτελούσε αυτός και η Εύα – ο άνθρωπος -, ο Θεός και η άλογος φύσις. Επικοινωνούσε δε ο άνθρωπος και με τους αγγέλους, και έτσι ήταν πληρέστερη η κοινωνία του. 


Ο θεοχώρητος λοιπόν άνθρωπος, ο οποίος κάθε ημέρα αντήλλασε φως και ζωή με τον Θεόν, ήλθε μια στιγμή που προτίμησε να χάση τον Θεόν, για να γίνη θεός ο ίδιος. Δελεάσθηκε από την ωραιότητα την δική του, και η διάνοιά του συνέλαβε την σκέψι να γίνη ο ίδιος ένα είδωλο. Έγινε επομένως αυτοπλαστουργός, ένα αυτοείδωλο, το οποίο ήθελε να προσκυνήται. Εγκατέλειψε την ζωοποιό δύναμι και σχέσι με τον Θεόν και χωρίσθηκε παντελώς από αυτόν. 

 

Και έμεινε τώρα ο επαναστάτης Αδάμ – που είπε, γιατί να είσαι εσύ Θεός και να μην είμαι εγώ – μονώτατος, καλαμιά μέσα στον κάμπο, που αξίζει κανείς να την λυπάται. Έγινε αξιολύπητος από την στιγμή εκείνη ο πριν ευτυχής Αδάμ, ο συζητητής, ο σύντροφος, ο φίλος του Θεού, μακριά πλέον από τον Θεόν, χωρίς την παραμικρή προστασία. 

 

Έγινε επίσης περίφοβος, ένιωσε γυμνός και ξένος στον χώρο του παραδείσου. Τον παράδεισο, που τον δημιούργησε ο Θεός γι’ αυτόν, τον έχασε πια και έγινε τώρα έγκοπος. Για να πετύχη δηλαδή το κάθε τι, έπρεπε να κοπιάζη πολύ, να χύνη ποτάμια ιδρώτος. Και ενώ χύνει ποτάμια ιδρώτος, οι καρποί του είναι μηδαμινοί. Το πολύ πολύ σπέρνει λίγο χωράφι ή εφευρίσκει κάποιο εργαλείο και έχει κάποια επιτυχία, που δεν οδηγεί όμως πουθενά. 

 

Η σχέσις του με τον Θεόν έπαυσε να υπάρχη, και το κοίταγμα του Θεού ήταν πλέον νεκροποιό γι’ αυτόν, του χορηγούσε περισσότερη νέκρωσι. Μπήκε βέβαια μέσα στην καρδιά του μία μακρινή ελπίδα ότι κάποτε θα λυτρωθή, τώρα όμως έστενε, βογγούσε, πονούσε, και δεν υπήρχε τίποτα που να τον απαλλάξη από αυτή την θλίψι, διότι ζούσε ως θεός πλέον ο ίδιος και δεν υπήρχε κανένας ανώτερός του για να τον βοηθήσει. 

 

Η φύσις λοιπόν επανεστάτησε εναντίον του επαναστάτου ανθρώπου και το παν στρεφόταν εναντίον του. Η φύσις ένοιωθε ότι ο άνθρωπος, ο πρώην βασιλιάς της, έγινε ένας δήμιος. Η ασφάλεια, την οποία ένοιωθε προηγουμένως ο πρωτόπλαστος μέσα στον παράδεισο, και η τρυφή του παραδείσου αντικαταστάθηκαν με δύο άλλα πράγματα. Η μεν ασφάλεια με την αγωνία και την μέριμνα να δημιουργήση καινούργιο τρόπο ασφαλείας, η δε τρυφή με την οδύνη, με τον πόνο, με την θλίψι και το βογγητό. 

 

Κυριευμένος τώρα από την φαντασιόπληκτη ιδεοληψία της αυτοθεότητός του, από ένα ψεύτικο όνειρο, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία σκιά, δεν έχει πλέον καμία αίσθηση ζωής μέσα του, και αυτή η πράξις του δεν έχει κανένα νόημα, δεν οδηγεί πουθενά. 

 

Η μέριμνά του αποδεικνύεται εντελώς αδύναμη για να τον υποκινήση σε μία ουσιαστική πράξι, και καταλήγει σε πλήρη ματαιοπονία. Οι σχέσεις του με τα πράγματα και με τα ολισθηρά διανοήματα της καρδιάς του τού δημιουργούν ένα ασήκωτο βίωμα ενός μανιακού ριψίματος επάνω στη γη. Αφού Θεόν δεν είχε πλέον, ουρανό δεν ήλπιζε, η συντροφιά του έλειπε, το μόνον το οποίο είχε ήταν το χώμα της γης, που έπρεπε να το καλλιεργή. Η απώλεια δε αυτής της ισορροπίας, αυτής της χαράς, η απώλεια του Θεού, δεν ήταν μόνο απώλεια του Αδάμ, αλλά ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Ο άνθρωπος τώρα δεν έχει Θεόν, τον ξεχνάει, γίνεται δυστυχής και αμαρτωλός. Η αμαρτία του είναι αυτή η μοναξιά του, η μόνιμη στέρησις της συντροφιάς, το ότι είπε στον Θεόν: Κάθισε στην άκρη εσύ, είμαι αυτάρκης.

 

Επομένως, η σχέσις του ανθρώπου με τα έμψυχα και με τα άψυχα δεν τον οδηγεί πλέον σε κάποια κοοινωνία. Είναι απλώς μία προβολή των αναγκών του, μία νοητική και μία καρδιακή, ας πούμε, κίνησις προς τα έξω, η οποία δεν τον κάνει να αγκαλιάζη κάτι άλλο και μάλιστα τον Θεόν. Καθώς σκύβει τώρα ο άνθρωπος, βλέπει την απουσία παντός ετέρου, βλέπει την δική του ερημιά. Ο κόπος του γίνεται άστοχος και άκοπος, δεν στοχεύει πουθενά και δεν πετυχαίνει κανέναν σκοπό. 

 

Οι πράξεις του αρχίζουν επίσης να του δίνουν μια ταραχή, ένα θάμβος, έναν βραχνά μέσα στην ψυχή του. Όταν όμως κανείς κουράζεται έτσι, όταν βραχνιάζη η ψυχή του, παύει να έχει λογική, οπότε οι κινήσεις του και η λογική του απέκτησαν μία αλογία, μία παραλογία. Τα πάντα έγιναν μία φθίσις, ένα λειώσιμο, μία φθορά, που ωδηγούσε στον τάφο. Άλογος η σχέσις του με τους ανθρώπους, άλογο το μίσος του εναντίον του Θεού, άλογα τα πάντα, παράλογα, χωρίς να τον διευκολύνουν καθόλου. 

 

Αυτό σημαίνει πως ο Αδάμ ήταν τώρα ένας δέσμιος. Δεν μπορούσε να λυτρωθή, δεν μπορούσε να αγαπήση, δεν μπορούσε να μην αποθάνη, δεν μπορούσε να έχη Θεόν, δεν μπορούσε να κάνη αυτό που ήθελε. Έκανε εκείνο που δεν ήθελε. Έπεσε δηλαδή σε δύο λόγους μέσα του, έπαθε μία σχιζοείδεια. Σκορπίσθηκε η καρδιά του, η ζωή του, σαν το νερό που χύνεται και σκορπίζεται από εδώ και από εκεί. Έτσι σκορπιζόταν και έλειωνε καθημερινά η ζωή του, αφού είχε γίνει ένας σκλάβος, ένας ανελεύθερος. Και όσο τον περιέσφιγγαν τα λουριά της δουλείας του, τόσο εκείνος τα τραβούσε για να λυτρωθή, αλλά δενόταν πιο σφιχτά ακόμη. Και όσο έβλεπε την κατάντια του – έτσι γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις -, τόσο τον έπιανε και μία μανία εναντίον του Θεού, και ταυτόχρονα αισθανόταν ότι έχανε όλο και περισσότερο την δυνατότητα να κυβερνάη τον εαυτό του. 

 

Η ετεροκρατία του αυτή και η μανία του εναντίον του Θεού ήταν νέα πράγματα, χαρακτηριστικά της καινούργιας του ζωής, και δεν μπορούσε πλέον να λυτρωθή. Ότι και αν έκανε, ότι και αν έλεγε, του φαινόταν ότι ξερρίζωνε τα σωθικά του και τα πετούσε έξω. Οι εξωτερικές κινήσεις του ήταν και αυτές αντανακλαστικές του εσωτερικού του κόσμου, ήταν σύμφυτες με την καρδιά του, είχαν ζυμωθή με την ψυχή του, και ότι γινόταν ήταν ένα βγάλσιμο της ψυχής του. Μόνον έβγαζε και δεν είχε τίποτε να βάλη στη θέσι του. Έτσι διαλυόταν, και δεν είχε τίποτε με το οποίο θα μπορούσε να συνθέση την ζωή του. 

 

Τα δε πάθη του τον έκαναν ακόμη περισσότερο να μεριμνά, και αυτή η μέριμνα τον ανάγκαζε να μεγαλώνη την αντίστασί του εναντίον του Θεού, μη τυχόν και υποκύψη ο Θεός. Έτσι όμως η ζωή του έγινε πολύμοχθος και η αμαρτία του οριστικοποιήθηκε. Δεν υπήρχε πια τρόπος να λυτρωθή, διότι δεν μπορούσε να ζητήση την σωτηρία, αφού είχε αρνηθή τον Θεόν. Ως άνθρωπος δεν καταλάβαινε τον εαυτό του, διότι και η λογική του τώρα άλλαξε, ανετράπη, έμεινε χωρίς λογική. 

 

Η αμαρτία του έγινε κομμάτι της σάρκας του και της ψυχής του, τα δε πάθη του ήταν τα βογγητά, ο λόξυγκας, η βλέννα, ότι έβγαζε το είναι του, για να μπορέση να νοιώση λίγη ανακούφισι. Με τα πάθη προσπαθούσε να νοιώση ότι έχει και αυτός λίγη ζωή μέσα του. Όμως το πάθος δεν είναι ζωή, είναι θάνατος. Έτσι, η πόρτα της επιστροφής προς τον Θεόν είχε κλεισθή από τον ίδιο. 

 

Η μόνωσις τώρα, στην οποία είχε περιπέσει, και το πάθος που τον χαρακτήριζε, έκαναν την ζωή του κατάρα και συμφορά. Αν υπήρχε κάποιο ορόσημο μπροστά του, προς το οποίο έτεινε, αυτό ήταν η ημέρα και ο τόπος του θανάτου του. Μπροστά του δηλαδή έβλεπε μόνον τον χάρο. Οι νύκτες του ήταν πληγώματα και οι ημέρες του δάκρυα ατελείωτα. 

 

Πού είναι τα χαρίσματα που του είχε δώσει ο Θεός; Πού είναι οι χαρές του, πού είναι οι αποκαλύψεις που του έκανε ο Θεός, πού είναι οι ωραιότατες αναμνήσεις, που αντιφέγγιζαν την σοφία του ουρανού; Όλα χάθηκαν μαζί με τον Θεόν που ξεχάσθηκε. Τώρα «δέδεται αλύσεσι σκότους η ψυχή» του, όπως λέγει κάποιος Πατήρ, και είναι αδύνατον πλέον να λυθή. Δέθηκε με αλυσίδες, που έρριξαν την καρδιά του μέσα στα σκοτεινά. 

 

Το σώμα του, και αυτό δουλεύει τώρα στην αμαρτία, διότι το σώμα κάνει ότι το διατάζει η ψυχή. Και όχι μόνον αυτό, αλλά σπρώχνει την ψυχή ακόμη περισσότερο προς τον θάνατο. Ο ίδιος ο άνθρωπος έχει γίνει ένας διαρρήκτης της καρδιάς του, της έχει κλέψει τα μυστικά της, τις ομορφιές της, τις ελπίδες της.

 

 Και τώρα πώς θα σωθή ο άνθρωπος; πώς θα απαλλαγή από τα σκότη των παθών; Το πάθος του, όπως καταλάβατε, είναι το ότι δεν μπορεί να κάνη αυτό που πρέπει, ότι δεν κατανοεί και δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνη, η δε μόνωσις είναι ένας καταπέλτης που τον κτυπάει. Η απομόνωσις από τον Θεόν, η μοναξιά του, η απερίγραπτη αυτή φρίκη, τον εξηνάγκαζε να κτυπιέται. Για να λυτρωθή όμως από τα πάθη, έπρεπε να το θελήση, να λυτρωθή «ιδία βουλήσει». Διότι ο Θεός, όπως ξέρομε, από την αγάπη του γέννησε το πλάσμα του, το γέννησε δε ως άνθρωπο και όχι ως ζώο. Αγάπησε δηλαδή τον άνθρωπο πλούσιο ως προς την ελευθερία του και ουδέποτε έκανε κάτι χωρίς να το θέλη ο ίδιος ο άνθρωπος. Ουδέποτε ο Θεός εξηνάγκασε κανέναν, ουδέποτε μπήκε στην ζωή κάποιου ανθρώπου. 

 

Γνωρίζομε ότι τρία χρόνια ζούσε ο Χριστός μαζί με τον Ιούδα που θα τον πρόδιδε. Το ήξερε ο παντογνώστης Κύριος, και όμως ούτε μία φορά δεν του είπε: Εσύ, που σε διάλεξα ως διάλεξα ως απόστολό μου, καταλαβαίνεις τι ετοιμάζεις να κάνης; Μόνον με αγάπη του μιλούσε. Του είχε δώσει ακόμη και χρήματα για να τα κρατή, αν και ήξερε πως ήταν κλέπτης, μόνο και μόνο για να του δώση την δυνατότητα να νοιώση την συντροφιά Του, να νοιώση την αγάπη Του, τον σεβασμό Του προς αυτόν, και να μπορέση να ανυψωθή στο ύψος του Θεανθρώπου. Μόνος του διάλεξε ο προδότης την κατάρα, Μόνος του την είχε διαλέξει και ο πρώτος άνθρωπος, γι’ αυτό έπρεπε ο ίδιος να ζητήση και την σωτηρία του. Όμως δεν μπορούσε, δεν ήξερε πως να το κάνει. 

 

Και τι σοφίζεται ο Θεός; Ο ίδιος ο Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος. Ο Χριστός, ο τέλειος άνθρωπος – ως άνθρωπος δεν είχε καμία αμαρτία -, εκλέγει και προτιμά την σωτηρία και την ελευθερία του ανθρωπίνου γένους. Αρπάζει την ανθρώπινη φύσι και την ανεβάζει επάνω στον ουρανό. Έχασε τον επίγειο παράδεισο ο άνθρωπος, αλλά ο Χριστός του προσφέρει τώρα ουράνιο παράδεισο. Σαρκώθηκε ο Θεός, για να μπορή ο άνθρωπος να αποκτήση την θεότητα του Ιησού Χριστού. 

 

Έπρεπε να βρεθή ένας άνθρωπος που να ζητήση την σωτηρία του ανθρώπου και την έξοδό του από το χάος της καταστροφής, και βρέθηκε αυτός ο άνθρωπος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Από τότε, η ελευθερία και η σωτηρία του ανθρώπου είναι πολύ εύκολο να κερδηθή. Λαχείο είναι, που το δίδει στο χέρι του ανθρώπου ο Θεός, και οποιαδήποτε στιγμή θέλει, το παίρνει και κερδίζει, διότι τραπεζίτης είναι ο ίδιος ο Θεός. 

 

Επομένως, πάθος είναι η φρικτή αδυναμία του ανθρώπου να κάνη κάτι εφικτό, δυνατό. Τέτοια πάθη που μας δυναστεύουν, και από τα οποία θέλομε να απαλλαγούμε, έχομε όλοι μας πολλά. Εφ’ όσον όμως με το πάθος του μας ελευθέρωσε ο Κύριος, μας ωδήγησε στην απάθεια, σημαίνει ότι και εμείς μπορούμε να απελευθερωθούμε από τα δικά μας πάθη, και να οδεύσωμε προς την απάθεια. Αλλά πώς; πώς είναι δυνατόν να επιτύχωμε προσωπικά αυτή την κάθαρσι; 

 

Β΄ 

Πρώτα από όλα, όπως λέγαμε προηγουμένως, πρέπει να θέλη ο άνθρωπος, για να τον βοηθήσης σε κάτι. Συνεπώς, αρχή καθάρσεως από τα πάθη μας είναι η πλήρης και τελεία θέλησις της καρδιάς μας. Εάν δεν θέλω να λυτρωθώ από το πάθος, είναι αδύνατον να μου φύγη. Το «θέλειν είναι η αρχή της σωτηρίας», λέγει ο αββάς Δωρόθεος, είναι η προϋπόθεσις, για να βαδίσωμε προς τον Θεόν. 

 

Γιατί όμως χρειάζεται η δική μας θέλησις, αφού ο Χριστός ξέρει ότι πρέπει να είμαστε ελεύθεροι και ότι κουραζόμαστε από τα πάθη; Γιατί δε μας λυτρώνει εκείνος; Διότι εμείς θα σηκώσωμε τις συνέπειες του πάθους και της αμαρτίας, εμείς θα παλέψωμε, εμείς θα ζήσωμε, εμείς θα χαρούμε ή θα κλάψωμε. Γι’ αυτό πρέπει εμείς να θέλωμε να απαλλαγούμε από τα πάθη. 

 

Ο ίδιος ο άνθρωπος πρέπει να κινητοποιήση όλες του τις δυνατότητες, όλη του την επιθυμία, για να φθάση στο προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Διότι, για να αποβάλω ένα πάθος, το οποίο γεμίζει την καρδιά και που στην πραγματικότητα μου δίνει μία ικανοποίησι, είναι ανάγκη να νοιώσω ξερρίζωμα. Όταν λόγου χάριν είμαι θυμώδης και θελήσω να γίνω ήρεμος, μου φαίνεται ότι τότε θα χάσω και δεν θα μπορώ πλέον να κυβερνάω. Όταν είμαι υπερήφανος και θελήσω να γίνω ταπεινός, έχω την εντύπωση ότι οι άλλοι θα με πατούν με τα πόδια τους. Τώρα, με την υπερηφάνεια μου νομίζω ότι κάτι είμαι. Χρειάζεται από αυτό το κάτι να κενωθώ. Είναι ανάκγη να αδειάσω από τον εαυτό μου, για να φύγη ένα πάθος μου. 

 

Πώς όμως εκφράζεται η θέλησίς μου να λυτρωθώ από ένα πάθος; Επί παραδείγματι, είμαι φιλοχρήματος ή είμαι ακηδιαστής, δηλαδή ράθυμος ή είμαι υπερήφανος. Πώς θα δείξω στον Θεόν ότι θέλω να λυτρωθώ; Χρειάζονται παράλληλα δύο πράγματα. Το ένα είναι η απόρριψις, η επιθυμία της απορρίψεως του πάθους πιστεύοντας ότι το πάθος είναι «έχθρα εις Θεόν», είναι εχθρικό ενώπιον του Θεού. Πράγματι δηλαδή να θελήσω να το απορρίψω και ταυτόχρονα να θέλω να κάνω αυτό που ευχαριστεί τον Θεόν. 

 

Αλλά αυτή η επιθυμία της απορρίψεως μου δημιουργεί μία εσωτερική απαίτησι. Για να το καταλάβετε, θα σας φέρω ένα παράδειγμα από τη μοναχική πολιτεία. Γιατί πηγαίνει κανείς στο μοναστήρι; Διότι είναι ο τόπος που μπορεί να παραμένει καθαρός, ο τόπος από τον οποίο λείπουν τα προβλήματα, τα εμπόδια, οι κίνδυνοι και οι δυσκολίες. πηγαίνω λοιπόν εκεί, για να πάψω να έχω πάθη, και να ευαρεστήσω εις τον Θεόν. 

 

Φθάνοντας τώρα ο μοναχός στο μοναστήρι, το πρώτο που κάνει, όπως θα έχετε ακούσει, είναι να ζητήση από τον Γέροντα έναν κανόνα. Εάν δεν του δώσει κανόνα, ο υποτακτικός νοιώθει ότι ο Γέροντας δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Το πιστεύει. Και πράγματι, εάν τον αγαπώ, πρέπει να του δώσω κανόνα. Τι είναι όμως ο κανόνας; Είναι κάτι το καθημερινό, το κάνω καθ’ ημέραν και με τον τρόπο αυτό γίνομαι ικανός να ζήσω την ζωή της απαθείας. Είναι, ας πούμε, η αναπνοή των πνευματικών μου πνευμόνων. Όπως, εάν δεν αναπνέω, δεν μπορώ να ζήσω, έτσι και εάν δεν έχω κανόνα, δεν μπορώ να ζήσω. Όπως χρειάζεται η εισπνοή και η εκπνοή – χωρίς αναπνοή άγχεται ο άνθρωπος -, έτσι και χωρίς κανόνα τον πιάνει αγωνία, δίοτι δεν νοιώθει ότι οι σχέσεις του με τον Θεόν είναι αποκαταστημένες. Δίδεται λοιπόν πάντοτε ένας κανόνας και στους μοναχούς. 

 

Έναν κανόνα πρέπει να έχη και ο λαϊκός ο οποίος θέλει να οδηγηθή στον δρόμο της απαθείας. Ο κανόνας στα μοναστήρια εφαρμόζεται περισσότερο την νύκτα και φέρει το όνομα «λειτουργία», δεν είναι όμως η θεία ευχαριστία. Ο κανόνας αποτελείται από κάποιο διάβασμα, από προσευχή και από άλλα παρόμοια. 

 

Οι Πατέρες λέγουν: Μην καταφρονήσης ποτέ τον κανόνα σου, διότι, εάν κάνης κάτι τέτοιο, θα εξουθενωθής μόνος σου και θα γελοιοποιηθής μπροστά στους ανθρώπους. Όταν κάποιου του κλείσης την μύτη και το στόμα, δεν μπορεί να αναπνεύση και αρχίζει να πνίγεται. Το ίδιο παθαίνει και ο άνθρωπος που δεν έχει μόνιμο κανόνα. Η εγκατάλειψις της «λειτουργίας» του που τον ενώνει με τον Θεόν, είναι εγκατάλειψις της ιδίας της ζωής του. Είναι επομένως ο κανόνας σαν το λάδι που βάζομε στην καντήλα και αυτή ανάβει. Η καντήλα είναι η ζωή μας. 

 

Το άναμμά της είναι η σχέσις μας με τον Θεόν. Εάν δεν ρίξω κάποια ημέρα λάδι, εάν δεν κάνω τον κανόνα μου, την ημέρα εκείνη σβήνει η καντήλα, η σχέσις μου δηλαδή με τον Θεόν μαραίνεται και εξαφανίζεται. Και όταν μια καντήλα είναι σβησμένη, μυρίζεται το ποντίκι το λιγοστό λάδι που απομένει, και πηγαίνει και τρώγει και την καντηλήθρα. Και τότε τι γίνεται; Ρίχνει κάτω και την καντήλα και την σπάει. Έτσι θρυμματίζεται και η ζωή μας, εάν δεν αναπνέωμε τον Θεόν. Πρέπει λοιπόν ο καθένα ςμας, εν συνεννοήσει με τον πνευματικό του, να έχη κάποιον κανόνα καθημερινό, που θα είναι η σχέσις του με τον Θεόν. Θα ξέρη ότι τώρα μιλάω στον Θεόν, τώρα αναπνέω Χριστόν. Τώρα περιπατώ και εγώ μαζί του, όπως πάλαι ποτέ ο Αδάμ στον παράδεισο. Αυτός δε ο κανόνας, αυτή μου δηλαδή η διάθεσις της απαθείας, για να πραγματοποιηθή, χρειάζεται να είναι έντονος ο θείος πόθος μου και μεγάλη η χαρά της καρδιάς μου. Χωρίς αυτές τις δύο προϋποθέσεις, δεν υπάρχει Χριστός στην ανθρώπινη ζωή. Εάν δήτε κάποιον που ο πόθος του είναι μαραμένος, και που είναι ωσεί νεκρός, που είναι μελαγχολικός, στενοχωρημένος, κατσούφης, που δεν ξέρει να γελάση, που δεν ξέρη να χαρή, μην πιστεύετε ότι αναπνέει Θεόν. Η ψυχή είναι ανάγκη να δεθή με τον θείο πόθο για να φθάση μέχρι τον κτίστη της, να είναι δε και περιχαρής, εύθυμη και μάλιστα να έχη την χαρά και στις περιπτώσεις που οι άλλοι την χάνουν. Αρρωσταίνει παραδείγματος χάριν κάποιος, και τον βλέπεις ότι αμέσως στενοχωρείται. Εγώ οφείλω να μάθω να χαίρωμαι πάντοτε. Ότι και αν μου συμβή, ο Θεός ζη για μένα και εγώ για τον Θεόν. Άρα, ότι και αν θα γίνη, δεν μπορεί ποτέ να με χωρίση από τον Θεόν. 

 

Επομένως, εάν σταματήση η χαρά ή ο πόθος της απαθείας, σταματάει αμέσως και η δυνατότητα της απαθείας η δυνατότητα να έχωμε τον Θεόν ολοσχερώς δικό μας. Η χαρά είναι ο απαράβατος νόμος του πνευματικού αγώνος και της καρδιακής λειτουργίας. Δεν λειτουργεί δηλαδή η χαρά, αλλά ασφυκτιά και πνίγεται, όταν δεν την βουτάμε μέσα στις καθημερινές μας χαρές. Μόνον αγαλλιώμενοι άνθρωποι μπορούν να φθάνουν στον Θεόν. Γι’ αυτό, ναι μεν θα κάνωμε τον κανόνα μας, θα έχωμε όμως και τον πόθο μας και την απερίγραπτη χαρά την οποία δίνει ο Χριστός. 

 

Αλλά, για να μην είναι αμφίβολη αυτή η αγωνιστικότητά μου, για να είναι βεβαία η επιτυχία μου, εκτός από την χαρά, χρειάζονται τρία ακόμη πράγματα, τα οποία θα σας παρακαλέσω να τα προσέξετε, διότι είναι πολύ κοινά και δυστυχώς τα ξεχνάμε. Ποια είναι αυτά τα τρία τα οποία είναι αναγκαία, για να απαλλαγούμε από τα πάθη μας; 

 

Το πρώτο είναι η μετάνοια. Τι εννοώ με την λέξι μετάνοια; Εννοώ τούτο: να νοιώσω, να πιστέψω ότι εγώ είμαι αμαρτωλός και ότι θέλω να αλλάξω. Εάν δεν πιστεύωμε ότι είμεθα οι χειρότεροι άνθρωποι του κόσμου, δεν είναι δυνατόν να οδηγηθούμε στην απάθεια. Εάν δεν καταλάβω ότι, όσο με αγαπάει ο Θεός τόσο εγώ δουλεύω στο εγώ μου, πώς θα κράξω μέσα από τον πόνο της αμαρτίας μου για να με ακούση ο Θεός; Διότι ο Θεός σκύβει με αγάπη στους αμαρτωλούς. Ο Θεός δεν πήγε στους δικαίους, αλλά στον τελώνη, στην πόρνη, στην χαμένη δραχμή, στο χαμένο πρόβατο. Ο Θεός απάλλαξε από τα πάθη αυτούς που ήταν μολυσμένοι. Πρέπει λοιπόν κι εγώ να ζω με την αίσθηση του μολυσμένου, και να θέλω να πάψω να είμαι τέτοιος, για να με απαλλάξη ο Θεός. 

 

Το πρώτο λοιπόν είναι η μετάνοια, δηλαδή το νοιώσιμο της αμαρτίας μου, διότι τημ μετάνοια την πραγματική θα μου την δώση ο Θεός. 

 

Το δεύτερο είναι η αγάπη. Γιατί η αγάπη; Τι χρειάζεται η αγάπη; Όταν ο άνθρωπος δεν αγαπά πλατειά, ξέρετε τι παθαίνει; Όταν δεν αγαπά μέσα από την ψυχή του, τότε ενοποιούνται οι αντιδραστικές δυνάμεις του και στρέφεται εναντίον των άλλων. Εάν πη ο άλλος «πάμε από εκεί», αυτός θα πη «πάμε από εδώ». Εάν πη ο άλλος «πετάει ο γάιδαρος», αυτός θα πη «δεν πετάει». Ερχόμεθα δηλαδή σε αντίθεσι με τον πρώτο τυχόντα. Γι’ αυτό χρειάζεται η αγάπη. Άρα, αγάπη σημαίνει, το δίκαιο το έχει πάντοτε ο άλλος, το σωστό είναι πάντοτε με τον άλλον. Και πώς θα καταλάβω εγώ τι θέλει ο άλλος; Με το να τον κοιτάζω στα μάτια. Τότε μπορώ να πω ότι έχω αγάπη. Αγάπη δεν εννοούμε τρυφερότητες, δεν εννοούμε λόγια, δεν εννοούνε αισθήματα, αλλά το να προηγήται ο άλλος. 

 

Η έλλειψις λοιπόν αυτού του είδους της αγάπης δημιουργεί μέσα μας αντίδρασι, που μας αποκλείει, μας ξεμοναχιάζει, μας κάνει απομονωμένους ανθρώπους. Και ο απομονωμένος άνθρωπος δεν είναι παρά ένας άρρωστος. Η δε αρρώστια της απομονώσεως θεραπεύεται πρωταρχικά με αυτόν τον τρόπο του προηγήσθαι, του να προηγήται ο άλλος. 

 

Συνεπώς, χρειάζεται το νοιώσιμο της αμαρτίας και η αγάπη, αλλά και τρίτον, μία σχετική ησυχία, ηρεμία. Ταραγμένος άνθρωπος δεν μπορεί να κάνη τίποτε. Εάν δης τον ανδρα σου ταραγμένο και του ζητήσης κάτι, αυτός θα σε υβρίση. Εάν η γυναίκα σου είναι κουρασμένη από το παιδί και συ της πης, γιατί δεν έχεις έτοιμο το φαγητό, εκείνη θα πάει να χύση και αυτό που έχει ετοιμάσει. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Δεν έχομε αντοχή πολλή, Έχομε νεύρα, έχομε καρδιές, έχομε σπλάχνα, και αλλάζομε από ώρα σε ώρα. Έρχομαι και εγώ και σου λέγω, έλα, σε παρακαλώ, να με βοηθήσης, αλλά εσύ την ώρα εκείνη έχεις τον δικό σου πόνο, τον δικό σου αγώνα, έχεις την αμαρτία σου. Ή έρχομαι εγώ και σου ζητάω κάτι για τον εαυτό μου, αλλά προηγουμένως εσύ έμαθες ότι πέθανε η μητέρα σου. Τι σκύψιμο έχει τώρα η καρδιά σου μέσα στην θλίψι! 

 

Δεν μπορώ να ξέρω τι κρύβεται στου άλλου την καρδιά. Οι άνθρωποι είμαστε πολύ εύκολοι στο να σπάμε, είμαστε έτοιμοι να πέσωμε, να κατρακυλίσωμε. Δεν βλέπετε πώς αλλάζουν οι ψυχές; Βγαίνεις με κάποιον περίπατο για να χαρής, και στην μέση του δρόμου αυτός θυμάται κάτι και αλλάζει και μουτρώνει. Του λες εσύ μία φράσι, την παρεξηγεί και από την ημέρα εκείνη φεύγει μακριά σου. Βλέπεις τον σύζυγο και την σύζυγο, ημέρα και νύκτα είναι μαζί, και πόσες φορές δεν μπορούν να ανταλλάξουν μια καλή κουβέντα. Τέτοιοι είμαστε όλοι οι άνθρωποι. Τα νεύρα μας δεν αντέχουν, οι καρδιές μας είναι πολύ ευαίσθητες και πρέπει να ενωθούμε με τον Θεόν, για να αποκτήσωμε δύναμι. 

 

Μας χρειάζεται λοιπόν η ησυχία, η αταραξία, το αντίθετο της κοπώσεως, για να μπορούμε να μετανοούμε και να μπορούμε να αγαπάμε. Όταν είσαι κουρασμένος τι μπορείς να κάνης; 

 

Είπε κάποτε ένας πνευματικός στον άνθρωπο που πήγε να εξομολογηθή: Λέγε, παιδί μου. Τι έχεις; Αυτός ήταν σοβαρός, ευσεβέστατος, εξωμολογείτο πολύ συχνά, και τότε δεν είχε τίποτε να εξομολογηθή. Πάτερ, του λέγει, δεν έχω τίποτε να σας πω. Τι έπρεπε να κάνη ο πνευματικός; Να χαρή; Ξέρετε τι του είπε; Πήγαινε σε παρακαλώ να αμαρτήσης και έπειτα έλα να μου εξομολογηθής την αμαρτία σου. Καταλάβατε τι βαθύ νόημα έχει η απάντησις του Γέροντα; Δηλαδή, πολύ περισσότερο μας οδηγεί η αμαρτία μας στον παράδεισο – επειδή μας ωθεί προς την μετάνοια-, παρά η καλωσύνη μας και η δικαιοσύνη μας, διότι οι αρετές μας κάνουν να μη νοιώθωμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, ενώ και εμείς είμαστε αμαρτωλοί, όπως όλοι οι άλλοι. 

 

Και τώρα, πριν σας δώσω την απάντησι στο ερώτημα τι να κάνετε, και τι να κάνωμε όλοι μας για να γίνωμε απαθείς, επιτρέψτε μου να τονίσω δύο πράγματα. 

 

Λέμε ότι θέλομε να κόψωμε τα πάθη. Για να μπορέσωμε όμως να τα κόψωμε, πρέπει να έχωμε ακριβέστερη γνώσι περί των παθών. Είπαμε προηγουμένως ότι η ουσία του πάθους είναι η αμαρτία της απομακρύνσεώς μας από τον Θεόν και η ετεροκρατία που μπαίνει μέσα μας. Αλλά δεν αρκεί να γνωρίζωμε μόνον αυτό. Πρέπει να ξέρωμε επί πλέον ότι τα πάθη και οι πειρασμοί, όσο και αν μας εκφοβίζουν, εν τούτοις, πολλάκις μας ταπεινώνουν. Βλέπεις κάποιον μέθυσο που, όταν πάη στον πνευματικό, του λέγει: Γέροντα, εγώ έχω μέσα μου τον διάβολο, είμαι μέθυσος. Εάν δεν έπινε, θα έλεγε: Είμαι πολύ καλός. 

 

Τα πάθη μας και οι πειρασμοί μας επομένως είναι κακά, εν τούτοις είναι και καλά. Είναι δρόμοι που μας οδηγούν προς τον Θεόν. Μας χαρίζουν μία εμπειρία της ζωής. Μας βοηθούν να ανιχνεύσωμε και να καταλάβωμε τα έγκατά μας. Μας βοηθούν να αναγνωρίσωμε τον εαυτό μας, τις αδυναμίες μας. Γι’ αυτό και ο Μέγας Αντώνιος έλεγε: «Έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος». Αν πάρωμε όλους τους πειρασμούς από τους ανθρώπους και σκοτώσωμε τον διάβολο, δεν θα σωθή κανένας. Γιατί; Διότι, πώς αλλοιώς θα ταπεινωθή ο άνθρωπος; Είμαστε τόσο υπερήφανοι, ώστε πρέπει να μας κτυπήση η βαριοπούλα της αμαρτίας, για να πούμε: Ωχ! πονώ, Θεέ μου, βοήθησέ με. 

 

Το πάθος είναι τρομερό, ο πειρασμός είναι επικίνδυνος, παρά ταύτα, ολόκληρηη αμαρτία μας μη νομίζετε ότι είναι τόσο δύσκολη και μεγάλη για να την αποφύγωμε. Η αμαρτία μας χωρίζει από τον Θεόν. Αλλά η αμαρτία δεν είναι ένας γίγαντας ακατανίκητος, επομένως ούτε και τα πάθη. Η αμαρτία είναι πραγματικά ψοφοδεής και ψοφώδης σκιά. Δηλαδή, οπώς ο λαγός φοβάται και κάνει θόρυβο για να νοιώθη κάποια ασφάλεια, έτσι και η αμαρτία με φοβάται. Αλλά την φοβάμαι και εγώ, γι’ αυτό δεν μπορώ να την κόψω. 

 

Αμαρτία ουσιαστικά δεν υπάρχει, υπάρχει αρετή, υπάρχει ο Θεός. Αμαρτία είναι αυτή μου η δειλία, η οποία με οδηγεί μακριά από τον Θεόν. Η αμαρτία είναι ανυπόστατη, δεν μπορεί να επικρατήση στην βούλησι του ανθρώπου. Είναι ένα σκοτεινό σύμπτωμα της μερίμνης, της αγωνίας, του άγχους, της παρρησίας του ανθρώπου, του εγωισμού του. Η αμαρτία είναι, ας το πούμε έτσι, η αναπνοή του αυτοειδώλου. Είπαμε προηγουμένως ποια είναι η αναπνοή του ανθρώπου που συνεργάζεται με τον Θεόν. Όταν όμως ανακηρύσσω θεόν τον εαυτό μου, τότε η αμαρτία είναι η αναπνοή μου. Η αμαρτία απομακρύνεται αμέσως από κοντά μου, όταν εγώ θυμηθώ ότι είμαι αμαρτωλός, διότο με την μνήμη αυτή με πλησιάζει ο Θεός. 

 

Ας γνωρίζωμε ότι κακό δεν είναι ότι μας περιτριγυρίζει. Ούτε οι αμαρτωλοί και οι θηριώδεις άνθρωποι, που είναι γύρω μας, μπορούν να μας βλάψουν, ούτε και ο ίδιος ο διάβολος μπορεί, έαν εγώ θέλω να νικήσω με την χάρι του Θεού. Αλλά και οι άλλοι και εγώ πρέπει να καταλάβωμε ότι συζούμε με τα πάθη μας μέσα στην ζωή. Διότι πολλάκις, βλέποντας να παλεύωμε μια, δυο, τρεις, πέντε, δέκα,φορές και να μη νικάμε τα πάθη μας, απογοητευόμεθα. Βλέποντας τους πειρασμούς, μας πιάνει μία τραγική δειλία. Όμως όχι! Χίλια χρόνια να παιδεύεσαι μέσα στην αμαρτία να την νικήσης, θα πας στον παράδεισο, επειδή ο αγώνας σου δείχνει ότι θέλεις τον παράδεισο, και ο Θεός μας δίνει αυτό που θέλομε. Άρα, το πρόβλημα είναι όχι τι κάνω, αλλά τι θέλω ή τι αγωνίζομαι να επιτύχω. 

 

Μη φοβάσαι λοιπόν και μην ανησυχής, εάν βλέπης ότι σήμερα είσαι αμαρτωλός. Σήμερα ναι, είμαι αμαρτωλός, όμως δεν εγκαταλείπω τον Θεόν μου και αυτόν παρακαλώ να με βοηθήση. Όσο και να θέλωμε, μέσα στην εκκλησία μας θα ζούμε πλάι πλάι δίκαιοι και αμαρτωλοί. Θα συζούμε άγιοι και εμπαθείς. Αλλά οι άγιοι μπορεί να πέσουν αύριο, ενώ ο εμπαθής προσελκύει την προσοχή του Θεού και αύριο πιθανόν να γίνη άγιος. 

 

Θυμάστε τι ωραία που λέγει ο προφήτης Ησαΐας: «Συμβοσκηθήσετε λύκος μετά αρνός και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω». 

 

Να, λέγει, πως είναι η Εκκλησία. Πλάι πλάι ζούμε, εσύ που είσαι λύκος και εγώ που είμαι αρνί. Δεν καταλαβαίνω εγώ τι είσαι εσύ, ούτε εσύ ξέρεις τι είμαι εγώ. Μόνον ο Θεός γνωρίζει ποιος είναι λύκος και ποιος είναι αμνός. Εμείς είθισται να δικαιώνωμε τον εαυτό μας. Αλλά ο Χριστός λέγει: «Αφήστε τα ζιζάνια να μεγαλώσουν μαζί με το σιτάρι μέσα στο χωράφι μου, εώς τον θερισμο». Εάν ο Χριστός λέγη να αφήσωμε τα ζιζάνια, μη τυχόν κάψωμε και το άψυχο σιτάρι, πόσο μάλλον ο Θεός δεν θέλει να κάψη τις ψυχές μας, και μας αφήνει να ζούμε αμαρτωλοί και δίκαιοι μαζί, χωρίς να ξέρωμε ακριβώς τι μας συμβαίνει. Τόση είναι η πατρική αγάπη του Θεού! 

 

Και προχωράει εν συνεχεία ο Προφήτης: «Και μοσχάριον και ταύρος και λέων άμα βοσκηθήσονται». Και ταύρος και μοσχάρι , λέγει, και λιοντάρι – που θα έπρεπε να χυμούσαν το ένα εναντίον του άλλου και να κατασπαράζονταν – μέσα στην Εκκλησία ζουν μαζί. Εννοεί τους ανθρώπους που είναι τόσο άγριοι, τόσο θηριώδεις, σαν αυτά τα ζώα. Και συνεχίζει: «Λέων ως βους φάγεται άχυρα». Ο λέων, λέγει που βρυχάται, και τρέμει τότε ολόκληρο το δάσος και κρύβονται όλα τα θηρία, εξημερώνεται μέσα στην Εκκλησία, χάνει την εμπάθειά του και γίνεται ήμερο ζώο, του δίνει ο άνθρπωπος άχυρο όπως το βόδι, και το λιοντάρι το τρώει. Τόσο κοντά μας έχει τοποθετημένους ο Θεός πλούσιους και πτωχούς ως προς την πνευματική ζωή, για να μην έχωμε πεποίθησι πουθενά αλλού παρά μόνον εις τον Θεόν. Ουδεμία πεποίθησις χωράει στην δικαιοσύνη μας και καμία απογοήτευσις από την αμαρτία μας. 

 

Πηγαίνεις σε κάποιον που τον ήξερες πως είναι αμαρτωλός και τον βρίσκεις τώρα άγιο. Αυτή η σοφία του Θεού είναι πραγματική οικονομία. Ξέρει ο Θεός το παιδάκι του που το έπλασε. Όπως ξέρεις το σπλάχνο σου εσύ, έτσι ξέρει και ο Θεός τον άνθρωπο. Και καταφέρνει με την οικονομία του να μεταβάλλη τις διαθέσεις μας, ώστε να γινώμαστε πρόβατα ειρηνικά της ποίμνης του Κυρίου. 

 

Τα πάθη, αγαπητοί μου, μας περιλούζουν, μας κατακλύζουν, πέφτουν επάνω μας ως όμβρος ατελείωτος. Όμως, δεν έχει αυτό σημασία. Σημασία έχει το αμέτρητο έλεος του Θεού. 

 

Ένας άγιος της Εκκλησίας μας προσπάθησε να μετρήση και να καταγράψη όσα αμαρτήματα μπορούσε. Μέτρησε κσι κατέγραψε τριακόσια πάθη. Τριακόσια πάθη! είναι να σου φεύγη το μυαλό. Αλλ΄, εν πάση περιπτώσει, τα πάθη μετριούνται. Το έλεος του Θεού όμως δεν μετριέται. Πολεμούνται και νικώνται αυτά, διότι ο άνθρωπος από την αφύσικη κατάσταση του πάθους επιστρέφει πολύ εύκολα στην φυσική κατάστασι της απαθείας. 

 

Και επί τέλους, ας μην ξεχνάμε ότι το πάθος δεν θα το νικήσωμε εμείς. 

 

Μπορείς εσύ να βάλεις το χέρι σου μέσα στην καρδιά σου; Δεν μπορείς. Μόνον ο Θεός μπορεί. Μπορείς να βάλεις το χέρι σου στην ψυχή σου και να την κάνεις διαφορετική; Δεν μπορείς. Τα πάθη διώχνονται από τον Θεόν. Καμιά φορά λέμε: Ωχ, Θεέ μου, πώς θα μπορέσω να κόψω αυτό το πάθος; Μα, δεν έχεις να κόψεις τίποτε εσύ, θα σου το κόψη ο Θεός. Όσο και αν θέλης και αν τρέχης, δεν θα κάνης εσύ τίποτε. «Το εκριζώσαι την αμαρτίαν και το συνόν κακόν, λέγει ένας άγιος, τούτο τη θεία δυνάμει μόνο δυνατόν εστι κατορθώσαι». Λοιπόν, ειρήνευε, έχε θάρρος εσύ! Μα, δεν μπορεί ο Θεός να σου κόψη το πάθος; Βεβαίως μπορεί. Και αφού σε κάλεσε για την αρετή, θα το κάνη ο Θεός. Εσύ πάλεψε όσο θέλεις, αγωνίζου μέσα στην ζωή, όχι για να κόψης το πάθος σου, αλλά για να δείξης την αγάπη σου στον Θεόν. 

 

Εμείς είναι εύκολο να κρατούμε μπροστά μας την αίσθησι της παρουσίας του αοράτου Θεού, και εκείνος θα μας κάνη όλα τα θαύματα που χρειζόμαστε. Δικά μας είναι τα αμαρτήματα και δικά του τα θαύματα. Μπορούμε όμως, από τα αποτελέσματα, να παρακολουθούμε την χάρι του Θεού πόσο εξαπλώνεται μέσα στην καρδιά μας. Και εάν ένα πάθος φύγη και ξαναέλθη, τότε φταίμε εμείς. Φεύγει με το θαύμα του Θεού, αλλά επανέχεται πάλι από την δική μας αμέλεια. 

 

Όταν κράξουμε στον Θεόν, αδελφοί μου, δεν μας χαρίζει μόνον την απαλλαγή από το πάθος – αυτό δεν είναι τίποτε -, μας χαρίζει ακόμη σοβαρότερα πράγματα, μας βοηθάει να φθάσωμε σε μεγαλύτερη τελειότητα. Κράζοντας δε εις τον Θεόν, πολλάκις έχομε την εντύπωσι ότι ο Θεός δεν μας ακούει, και λέμε: Πού είσαι, Θεέ, κρυμμένος; Έχομε την εντύπωσι πως δεν μας βλέπει, πως μας έχει ξεχασμένους, διότι εμείς οι άνθρωποι βιαζόμαστε συνήθως. Ο Θεός ξέρει όμως. Όταν δεν σε ακούη, όταν νομίζης πως δεν σε αγαπά, όταν νομίζης πως δεν προστρέχει για να σου γλυκάνη την καρδιά, να ξέρης ότι κοιμάται μπροστά στην πρύμνη, όπως κοιμόταν τότε με τους μαθητάς. Και όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, είπε στην θάλασσα: «Σιώπα, πεφίμωσο». Όταν έρθη και για σένα η κατάλληλη στιγμή, που θα είναι το συμφέρον σου, θα έρθη ο Θεός και θα πη στο πάθος σου, «σιώπα», και τότε θα σιωπήση το πάθος. 

 

Και δεν θα σταματήση μόνον το πάθος σου, αλλά θα σε βοηθήση και να αποκτήσης συμπαθή και ελεήμονα καρδία και θα σου εξασφαλίση την κάθαρσι, ακόμη και την μετουσία του Θεού. Θα σε βοηθήση να γίνης και συ ότι είναι ο Θεός. Θα σου καταργήση την σκλαβιά της αμαρτίας. Τον τύραννο του πάθους θα σου τον πετάξη μακριά. Και όπως έρχεται η άνοιξις και πίσω της ακολουθεί το καλοκαίρι με τα φρούτα και με τα σιτηρά, έτσι, σαν ωραιότατη άνοιξις, έρχεται και η κάθαρσις, η θέωσις, η απάθεια, η εν Χριστώ ζωή. Τα ελπιζόμενα και τα προσδοκώμενα αγαθά θα γίνουν μία πραγματική συντροφιά της καρδιάς σου. 

 

 Γ΄ 

 

Και τώρα αγαπητοί μου, αφού σας είπα όλα αυτά σαν εισαγωγικά, θα τελειώσω. Όπως καταλαβαίνετε, δεν σας είπα ακόμη τι να κάνετε για να κόψετε τα πάθη σας, και τι να κάνω και εγώ για να τα κόψω. Είπαμε μερικά, για να γνωρίσωμε πως ξεδιαλύνεται ο χώρος της ψυχής μας, πως είναι δυνατόν να δουλέψη μέσα μας ο Θεός. Όλα αυτά είναι πολύ απλά και πολύ φυσικά. Τι θα κάνωμε λοιπόν εμείς για να κόψωμε τα πάθη μας, δηλαδή για να ελκύσωμε τον Θεόν, και να τα κόψη εκείνος; Θα σας πω μόνον τρία πραγματάκια. 

 

Το πρώτο, που το αναφέραμε και προηγουμένως, είναι η ησυχία. Μα, η ησυχία, θα έλεγε κάποιος, είναι για τον μοναχό. Εγώ που είμαι κοσμικός άνθρωπος, που είμαι επιστήμονας, που είμαι νοικοκυρά, που έχω τόσες ανάγκες και φουρτούνες στην ζωή μου, που θα βρω την ησυχία; που να πάω; Ασφαλώς, όπου και αν είμαι, ακόμη και μέσα στην κόλασι, μπορώ να βρίσκω κάποιον χώρο και χρόνο μιας σχετικής ησυχίας. Όπως αγαπάς την γυναίκα σου ή τον άνδρα σου, έτσι αγάπησε και την ησυχία και την ηρεμία, και τότε θα αγαπάς πολύ περισσότερο και τον Θεόν και όλους. Πολυάσχολος και κουρασμένος άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπά Θεόν, δεν μπορεί να κάνη τίποτε. 

 

Άνθρωπος που διαλύει την ζωή του σε χίλιες περιπέτειες, σε δουλειές πολλές, σε ενδιαφέροντα, σε φροντίδες, άνθρωπος που του αρέσουν όλα και σε όλα θέλει να έχη λόγο, δεν θα είναι για τίποτε ο ειδικός και κατάλληλος. Γι’ αυτό, αδελφέ μου, ας βρίσκης κάποιον χρόνο, έστω και στις δέκα ή στις ένδεκα το βράδυ, όταν θα έχης κοιμίσει τα παιδάκια σου, μόνος σου ή με την σύζυγό σου ή και ο καθένας χωριστά, και κάθισε εκεί, «σύνες τη καρδία σου». Βάλε το μυαλό σου μέσα σου, κοίταξε λίγο τον εαυτό σου. Όταν κανείς επισκέπτεται τον εαυτό του – δυστυχώς, όλους τους επισκεπτόμεθα, τον εαυτό μας όμως τον ξεχνάμε -, όταν επισκέπτεται την καρδιά του και μένη λίγο μόνος του και ξεκουράζεται το σώμα και η ψυχή του, τότε αντιμετωπίζει μπροστά του την αυγή του Αγίου Πνεύματος. 

 

Μα, θα μου πήτε, τι να κάνω; Θα αφήσω την δουλειά μου; Βεβαίως όχι. Εάν αποτύχης στην δουλειά σου, αποτυγχάνεις και στην χριστιανική σου ζωή. Δεν μπορείς να αποτυγχάνης, θα κάνης το κάθε τι για να επιτύχης. Αυτή είναι δική σου υποχρέωσις, την οποία οφείλεις να εκπληρώνης. Θα εγκαταλείψω το παιδί μου; Όχι. Του οφείλεις χρόνον. Μήπως την γυναίκα μου; Όχι. Ακόμη και η καρδιά σου της ανήκει. 

 

Δεν θα αφήσης τίποτε, θα βρης όμως τον χρόνο που θα είσαι ήσυχος, μόνος σου με τον Θεόν.Όπως πηγαίνεις στην τηλεόρασι και απορροφιέσαι και τα ξεχνάς όλα, έτσι βρες και κάτι που θα είναι η τηλεόρασις του ουρανού, που θα σε κάνη να σκεφθής τους αγγέλους και να θυμηθής τους αγίους, οι οποίοι ανά πάσαν στιγμή είναι τριγύρω μας. 

 

Στο σημείο αυτό ας αναφέρωμε ένα αληθινό περιστατικό. Ένα σπίτι πολύ αγαπητό μου περνούσε κρίσι και κόντευε να διαλυθή. Είχαν κουρασθή και οι δυο σύζυγοι από τις πολλές φουρτούνες, ώστε δεν είχαν ούτε πέντε λεπτά για να ξεκουρασθούν και να κουβεντιάσουν την αγάπη τους και τα όνειρά τους, που έκαναν όταν είχαν ξεκινήσει την ζωή τους. Το έμαθα και προσπάθησα τηλεφωνικώς να βοηθήσω, διότι ήταν μακριά μου, αλλά μου έλεγαν πως δεν υπάρχει χρόνος. Λέγω και εγώ, θα σας κανονίσω τώρα. Ερωτώ λοιπόν την γυναίκα: Μήπως έχεις δόντια που σου πονάνε και χρειάζονται φτιάξιμο; Ναι, λέγει, έχω. Τότε να πας σε έναν οδοντίατρο. Και της συνέστησα κάποιον γνωστό μου. Συνεννοούμαι εν τω μεταξύ με τον οδοντίατρο και του λέγω: Βάλε την στην καρέκλα και κράτησέ την όσες ώρες μπορείς. 

 

Πήγε η σύζυγος και κάθισε έξι ολόκληρες ώρες. Της έβαλε εκείνος τροχούς, της έκανε σφραγίσματα, ότι είχε και δεν είχε προσπάθησε να της τα φτιάξη. Όταν τελείωσε, επέστρεψε στο σπίτι της και, παρακαλώ, αγκάλιασε και ασπάσθηκε τον σύζυγό της για πρώτη φορά, μετά από έξι μήνες! Γιατί; Διότι επί έξι ώρες κάθισε στην πολυθρόνα και ξεκουράσθηκε. Ο τροχός, ο φόβος, η αγωνία που είχε στην αρχή για τα δόντια, την έκαναν να τα ξεχάση όλα, και ύστερα από μισή, από μία ώρα, συνήθισε και δεν φοβόταν τίποτε. Αφέθηκε λοιπόν στον οδοντίατρο, χαλάρωσαν τα νεύρα της ηγαλλιάσατο η ψυχή της και θυμήθηκε τον σύζυγό της. Θυμήθηκε την μοναξιά της, τα μάτια της έβγαλαν δάκρυα, ενώ τα δόντια της δεν πονούσαν πια και οι σύζυγοι αγαπήθηκαν ακόμη μια φορά. 

 

Άραγε, μας χρειάζεται οδοντιατρείο, για να μένωμε μόνοι μας και να έχωμε λίγη ησυχία; Όχι, αδελφοί μου. Ας μάθωμε να έχωμε τον προσωπικό μας χρόνο, που θα ανήκη στον Θεόν, και θα δήτε ότι αυτό θα είναι ανάστασις της ζωής μας. Το δεύτερο, για να ελκύσωμε το βλέμμα του Θεού, είναι ο αγώνας. Αλλά μη φοβάσθε, δεν θα κάνωμε εμείς κόπο, για να κόψωμε τα πάθη μας, αυτό είναι του Θεού. Πρέπει όμως να του δείξουμε ότι τον αγαπούμε και ότι είμαστε αμαρτωλοί. Πώς θα δείξωμε στον Θεόν ότι είμαστε αμαρτωλοί και ότι επιθυμούμε την κάθαρσί μας; Με το κατάλληλο μέσο που η Εκκλησία μας ονομάζει άσκησι. 

 

Οι μοναχοί, το γνωρίζετε, κάνουν άσκησι. Πόσοι μοναχοί κοιμούνται μόνον τρεις ή δύο ή μία ώρα την ημέρα! Πόσοι μοναχοί αρκούνται στο να τρώγουν μία φορά στις δύο ή στις τρεις ημέρες! Πόσοι μοναχοί γίνονται ορατοί άγγελοι μέσα στην κοινωνία! Έχουν ευκολία στην άσκησι, θα μου πήτε. Ας βρούμε και εμείς έναν τρόπο ασκήσεως. 

 

Όποιος και αν είμαι, μπορώ να κάνω άσκησι. Αν έχω την διάθεσι, μπορώ να κάνω κάποια νηστεία. Θα δω τότε ότι, όσο θα νηστεύω και θα πεινάω, τόσο θα γίνομαι υγιέστερος και ομορφότερος. Ας κάνω λοιπόν λίγη άσκησι, λίγη προσευχή, λίγη αγρυπνία. Ας αφιερώσω κάποια ημέρα ή κάποια νύκτα τον μήνα ή την εβδομάδα ή έστω και στους τρεις μήνες, για να πάρω την βιογραφία ενός αγίου και να πω: Απόψε θα διαβάσω τον βίο του αγίου Δημητρίου ή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας ή του Μεγάλου Αντωνίου, για να λουσθώ μέσα στην αγάπη του που είχε για τον Θεόν, να λουσθώ μέσα στο Άγιον Πνεύμα που είχε πέσει ποταμηδόν στην ζωή του, ώστε να έρθη και στην δική μου ζωή. Ας στενώσωμε, αγαπητοί μου, και εμείς λίγο την ζωή μας, όπως κάνουν οι μοναχοί. 

 

Γίνεσαι αμέσως θεός, όταν κάνης άσκησι, διότι η άσκησις δεν αποβλέπει στο να μαράνω το σώμα, αλλά, όπως είπαμε, στο να εκφράσω στον Θεόν τον πόθο της αιωνιότητος, τον πόθο της αγνείας και της καθαρότητος, και να του πω: Θεέ μου, είμαι αμαρτωλός. Η άσκησις είναι η γλώσσα με την οποία μιλάμε στον Θεόν. Έχομε βάρη μέσα στις καρδιές μας, έχομε ο καθένας τα προβλήματά μας, τις δυσκολίες μας, τους λογισμούς μας. Αυτά ας τα αφήσωμε, θα μας τα βγάλη ο Θεός. Εάν καταφέρωμε λίγο να ασκηθούμε και εμείς, τότε θα ιδήτε, «ως εκλείπει καπνός», θα εκλείψουν και τα προβλήματά μας και οι αγωνίες μας και τα πάθη μας και όλα. 

 

Δύο πράγματα μόνο σας είπα, μη μου πήτε πως τα ξεχάσατε. Είναι τόσο εύκολα και τόσο απλά: λίγη ησυχία και λίγη άσκησι που θα πρέπει να κάνωμε, και που θα είναι ο κανόνας μας, όπως είπαμε προηγουμένως. 

 

Και τώρα το τρίτο: Αγαπήστε αυτό που λέμε ευχή του Ιησού. Αγαπήστε αυτή την προσευχή που μας γεμίζει από τον Θεόν. Αγαπήστε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», διότι είναι η πληρέστερη προσευχή. Τι σημαίνει; 

 

Με το «Κύριε» ομολογούμε ότι ο Χριστός είναι ο Κύριος των κυριευόντων, ο βασιλεύς του ουρανού και της γης και ο βασιλεύς της καρδιάς μας. Είμαι αμαρτωλός, και όμως τον αποκαλώ «Κύριο», που σημαίνει ότι αναγνωρίζω τον Θεόν μου και τον δοξολογώ. Είναι η ωραιότερη δοξολογία. 

 

Το «Ιησού» σημαίνει, Σωτήρα μου, δείχνει δηλαδή την ελπίδα μου, την πίστι μου, την αγάπη μου, την ευγνωμοσύνη μου. Είναι σαν να τον αγκαλιάζω και να του λέγω, τα πάντα τα οφείλω σε σένα, Ιησού μου. 

 

Το «Χριστέ» δείχνει ότι πιστεύω εις την θεότητά του. Πιστεύω ότι ο Χριστός είναι άνθρωπος αλλά και Θεός. Δεν τον βλέπω βέβαια, δεν τον ακούω, πολλές φορές αμφιβάλλω, μου περνάνε ακόμη και λογισμοί. Έρχονται στιγμές που ο πόνος, η σκληρότης της της καρδίας μου, η αμαρτία μου με κάνουν να πω: Αχ! να μην υπήρχες, Θεέ. Όμως λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ», ομολογώ ότι είναι ο Θεός μου και του το εκφράζω. 

 

Το «ελέησόν με» δείχνει όλες τις ανάγκες μου. Του ομιλώ για την απάθεια, του αναφέρω την φτώχεια μου, την υγεία μου, τα πάθη μου, που μαραίνουν την ζωτικότητά μου, του ομιλώ για τον ουρανό που πρέπει να πάω, του λέγω τα πάντα με μία φράσι: «Ελέησόν με τον αμαρτωλόν», ο Θεός από την αγάπη του θα λάβη υπ’ όψιν του αυτό που λέγω με το στόμα μου, και όχι αυτό που έχω στην καρδιά μου, δηλαδή την υπερηφάνεια, και θα δεχθή την μετάνοιά μου. Τόσο καλός είναι. Η ευχή του Ιησού είναι πλήρης, με ενώνει με τον Θεόν. 

 

Την λέγω δε σε δεύτερο πρόσωπο, «Κύριε Ιησού Χριστέ», σαν να τον βλέπω, σαν να τον ακούω, σαν να τον έχω μπροστά μου, σαν να του λέγω, «Κύριε Ιησού Χριστέ», έλα. Δεν τον βλέπω, αλλά η πράξις μου δείχνει ότι ολόκληρο το είναι μου στρέφεται προς αυτόν και πέφτει επάνω του. Λέγοντας την ευχή, είναι σαν να προσκυνώ τον Θεόν, σαν να τον εναγκαλίζωμε, σαν να του εμπιστεύωμαι τον εαυτόν μου. Είναι σαν να ξαναμπαίνω μέσα στη κολυμβήθρα, όπως το παιδάκι που νοιώθει πως πνίγεται και βουλιάζει μέσα στο νερό. Έτσι μπαίνω και εγώ μέσα στον Θεόν και βγαίνω μετά θεός αληθινός, όπως είναι και εκείνος, εκείνος μεν κατά φύσιν, εγώ δε κατά χάριν, κατ’ οικονομίαν. Η ευχή λοιπόν είναι το τρίτο και τελευταίο που μας χρειάζεται. 

 

Τρία μόνο απλά πραγματάκια είπαμε. Εάν τα εφαρμόσετε, τότε θα δήτε πως εξαλείφονται τα πάθη μας. Να θυμάστε μόνον ότι, όταν έχωμε πάθη, αδικούμε τον Θεόν. Διότι είναι σαν να πιστεύω ότι ο Θεός δεν μπορεί να νικήση τα πάθθη μου. Όχι. Μπορεί ο Θεός. Αφήστε τα στα χέρια του με τον τρισσόν αυτόν τρόπο, και τότε θα γίνετε μία δεκάχορδη κιθάρα, που θα κτυπάη χαρούμενα και θα κελαϊδάη την χαρά της ψυχής σας και θα ψάλη την δόξα του ουρανού και θα μεγαλύνη τον τρισήλιον Θεόν, ο οποίος επικάθηται επί των χερουβίμ και επί των σεραφίμ. 

 

Αυτό είναι, αγαπητοί μου, το αγώνισμα για την κάθαρσι των παθών, και είναι τόσο απλό. 

 

Παρά ταύτα, αδελφέ μου, εάν σου φαίνεται δύσκολο, βαρύ, κουραστικό, εάν σου κοστίζη, τότε ξέρεις τι γίνεται; Ένα από τα προφητικά ονόματα που έχει ο Χριστός μέσα στην Αγία Γραφή είναι το «εν αίματι νυμφίος». Νυμφίος δικός μας είναι ο Χριστός, διότι με το βάπτισμα μας υπάνδρευσε με Εκείνον. Έτσι λέγει ο απόστολος Παύλος, έτσι πιστεύουν οι Πατέρες. Έτσι ζουν και οι καρδιές μας, με την βεβαιότητα ότι είμαστε αναπόσπαστα δεμένοι με τον Χριστόν. Είναι ο νυμφίος της ψυχής μας, αλλά τον ονομάζει η Αγία Γραφή «νυμφίον εν αίματι». Ο νυμφίος είναι στολισμένος με το στεφάνι του, και το στεφάνι του Κυρίου είναι το αίμα του. Εάν ο Κύριος είναι «εν αίματι νυμφίος», γιατί να μη γίνωμε και εμείς, οι ψυχές μας δηλαδή, εν αίματι νύμφες του Κυρίου; 

 

--------------------------------------------------------------

πηγή ψηφιακού κειμένου

Στηρίξτε......

  • Η σαλάτα του Νεοέλληνα - Δεν θέλω να μπω στο γαϊτανάκι του πολέμου που (για ακόμα μια φορά σε αυτή τη χώρα) έχει ξεσπάσει σχετικά με την επικείμενη συμφωνία των Πρεσπών, μα δεν μπο...
    Πριν από 2 χρόνια