Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Ματσούκας Νικόλαος: Η ενότητα του σύμπαντος και της ζωής - Μέρος 2ο.

2. Αισθητά και νοητά

H θεολογία του Μάξιμου, περισσότερο από κάθε άλλη, τόνισε και ξεκαθάρισε την ενότητα και τη σχέση αισθητού και νοητού κόσμου. Η διάκριση ανάμεσα στο αισθητό και το νοητό, το υλικό και το πνευματικό, είναι κυρίως διδασκαλία ή κατάκτηση κάθε φιλοσοφικής σκέψεως.

Μόνο προχωρημένη και αφαιρετική σκέψη μπόρεσε να κάνει αυτή τη διάκριση, δίνοντας στην καθεμιά περιοχή και ένα ανάλογο περιεχόμενο. Οι παραστάσεις του αισθητού και του νοητού κόσμου κατ' αρχήν είναι σχηματικές και βοηθητικές για τη σκέψη που θέτει ως έργο την προσπέλαση της πραγματικότητας.

Έτσι ανάλογα με την πρόοδο και την καλλιέργεια των ανθρώπων και σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος παίρνουν ένα ιδιαίτερο χρωματισμό και πολλές φορές καθορίζουν και την ποιότητα της πολιτιστικής ζωής.

Είναι αλήθεια ότι η ζωή, από τις πιο πρωτόγονες εμπειρικές καταστάσεις ως τις πιο εκλεπτυσμένες εκδηλώσεις της, δεν ξεχωρίζει με σαφή και στεγανά όρια αισθητή και νοητή πραγματικότητα.

Τελικά η σκέψη, με την αφαιρετική λειτουργία, έρχεται και ξεχωρίζει το αισθητό στοιχείο, σαν κάτι το απτό, βαρύ, δυσκίνητο και δύσκαμπτο, και το νοητό στοιχείο σαν κάτι το πραγματικό αλλά αιθέριο, αόρατο, ευκίνητο και εύκαμπτο σε κάθε του εκδήλωση.

Έτσι το αισθητό είναι σύνθετο, διαλυτό και φθαρτό κατά τη μεταβολή, ενώ το νοητό απλό, αδιάλυτο και ανθεκτικό στις αλλαγές της φθοράς. Μπορεί να πει κανείς άνετα ότι αυτές είναι οι παραστάσεις για τα δυο στοιχεία, με μια μεγάλη ποικιλία αποχρώσεων, στις εκδηλώσεις της θρησκευτικής ζωής, στον τρόπο ζωής της υπάρξεως σε κάθε της εκδήλωση, και στις συλλήψεις της σκέψεως.

Ακόμη και ο σύγχρονος υλισμός (οποιασδήποτε μορφής, ο μηχανικός, ο φυσιοκρατικός και ο ιστορικός) ενώ πολεμά κάθε τέτοια διάκριση, δεν μπορεί να απαλλαγεί απ' αυτήν με κανένα τρόπο, όχι μόνο στην πολεμική που κάνει, αλλά και στη δική του περιοχή ζωής και σκέψεως, την οποία θέλει να καθιερώσει σαν αυθεντική.

Η διάκριση αυτή οδήγησε και στον καθορισμό του θνητού και του αθάνατου στοιχείου. Ο καθορισμός αυτός διαφοροποιείται από την περιοχή της πίστεως ως τις πιο λεπτές συλλήψεις του φιλοσοφικού στοχασμού.

Το αθάνατο στοιχείο είναι άυλο, νοητό, προσωπικό ή απρόσωπο, ευκίνητο και αδιάλυτο. Έτσι η νοσταλγία του ανθρώπου για μια ζωή, μακριά από το βάρος της ύλης και της πολύμορφης φθοράς, αποτελεί κατά καιρούς το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα σχεδόν κάθε θρησκευτικής ζωής.

Το αθάνατο στοιχείο είναι καθαρό, μόνιμο και αναλλοίωτο· το θνητό έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά που κατά κάποιο τρόπο αποτελούν και την αφετηρία, για να φτάσει η πίστη ή ο νους στη σύλληψη του καθαρού και μόνιμου στοιχείου.

Στη διεργασία αυτή είναι γνωστό ότι τον πρωταρχικό ρόλο διαδραμάτισαν οι εκδηλώσεις της ψυχής και της σκέψεως, που δεν μπορούν να νοηθούν σαν κάτι υλικό και συγκεκριμένο, και η γύρω πραγματικότητα που παρ' όλη την ακαμψία της αλλοιώνεται με γοργό ρυθμό, φθείρεται και στα μάτια του ανθρώπου παρουσιάζεται σαν ένα σύνολο φευγαλέων αλλαγών.

Από την πρώτη στιγμή της διαμορφώσεως κάποιας προχωρημένης και εκλεπτυσμένης σκέψεως, που ανακάλυψε την «πραγματικότητα» της άυλης και πνευματικής διαστάσεως, το θνητό, σωματικό και κατώτερο στοιχείο συνδέθηκε με τη διάλυση και την κίνηση, ενώ το αθάνατο, ασώματο και πνευματικό με τη μόνιμη ταυτότητά του και την ακινησία.

Το διαλυτό και κινούμενο στοιχείο είναι πάντοτε βαρύ, σύνθετο και υλικό, ενώ το αναλλοίωτο και ακίνητο είναι ανάλαφρο, απλό και αιθέριο που φτάνει ως την κατάσταση της άυλης πραγματικότητας.

Έτσι πολύ εύκολα το αισθητό στοιχείο ταυτίστηκε με το γήινο και θνητό, ενώ το νοητό με το θείο και ουράνιο. Η ελληνική φιλοσοφία, που προσδιόρισε και περιέγραψε εξονυχιστικά τη φύση και το ρόλο αυτών των δυό στοιχείων, δεν κάνει κανένα λόγο για τη δημιουργία τους.

Πρόκειται για δυό αυθύπαρκτες και ριζικά διαφορετικές ουσίες. Πουθενά δεν γίνεται λόγος για τη δημιουργία μιας ουσίας, αισθητής ή νοητής. Η δημιουργία, όπως λόγου χάρη συμβαίνει στον Τίμαιο του Πλάτωνα, είναι μια μορφοποιητική λειτουργία ή μια ποιοτική διακόσμηση του αισθητού κόσμου από το νοητό.

Έτσι η πλατωνική διαρχία, λόγου χάρη, παρουσιάζει τα δυό αυτά στοιχεία ριζικώς αντίθετα και ασυμβίβαστα, όπως γίνεται στην περίπτωση της σχέσεως σώματος και ψυχής. Η ψυχή ως αδημιούργητη προϋπάρχει και κατά μια περιπέτεια εμπλέκεται στο σώμα.

Η αισθητή ουσία του σώματος είναι το μη Ον, το φθειρόμενο με τη γένεση, τη μεταβολή και την αποσύνθεση· η ψυχή ανήκει στο νοητό κόσμο των ιδεών και μόνο σαν γίνει νοερή βρίσκει την αληθινή της πατρίδα.

Έτσι, μολονότι συνυπάρχουν σώμα και ψυχή κατά τη γήινη περιπέτεια της δεύτερης, αναπτύσσεται και εντείνεται διαρκώς μια αμείλικτη διαλεκτική ανάμεσα στο αισθητό και το νοητό, το σωματικό και το ψυχικό, το φθαρτό και το άφθαρτο, το θνητό και το αθάνατο.

Εδώ η αθανασία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ακινησία και η αμετάβλητη κατάσταση· όπου δεν υπάρχει γίγνεσθαι, εκεί υπάρχει αθανασία, μια και ισχύει η αρχή της ταυτότητας για πάντοτε και σε οποιαδήποτε κατάσταση.

Η ψυχή είναι πάντοτε η ίδια ψυχή, χωρίς κανένα γίγνεσθαι. Η αθανασία είναι η ίδια πάντοτε ταυτότητα. Το θνητό του σώματος ή οποιουδήποτε υλικού στοιχείου δεν είναι ο εξαφανισμός ή ο εκμηδενισμός της ουσίας του (τέτοια παράσταση είναι αδιανόητη αφού δεν υπάρχει παράσταση για δημιουργία μιας ουσίας από το μη ον), αλλά ο συνεχής μετασχηματισμός, η απώλεια της ταυτότητας στο γίγνεσθαι μιας πραγματικότητας.

Η ψυχή λοιπόν, ως μόνιμο και αναλλοίωτο στοιχείο, είναι πάντοτε η ίδια και γι' αυτό θεωρείται αθάνατη. Η ζωή της είναι έξω από την αισθητή περιοχή· διανύεται στο χώρο των ιδεών.

Έτσι η γνώση και η ανάμνηση του εαυτού της είναι η μοναδική αυθεντική λειτουργία, όταν βρίσκεται κλεισμένη στο σώμα. Η ζωή της μέσα στα γήινα πλαίσια δεν είναι η αληθινή πλευρά της υπάρξεώς της.

Η αυθεντική ύπαρξη θεμελιώνεται μόνο στην ανάμνηση του κόσμου των ιδεών. Η πλατωνική αυτή άποψη, μια προχωρημένη και εκλεπτυσμένη σκέψη της φιλοσοφίας των ορφικών και των πυθαγορείων, επισημαίνει το γεγονός της ριζικής διαφοράς και αντιθέσεως ανάμεσα στον αισθητό και το νοητό κόσμο.

Ακόμη και μονιστικά συστήματα, με διαφορετική βέβαια θεώρηση, επισημαίνουν τη ριζική διαφορά ανάμεσα στο αισθητό και το νοητό στοιχείο. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, λόγου χάρη, την πρώτη «υλική» αρχή τη θεωρούν σαν μια εκλεπτυσμένη μορφή που διαφέρει από τον απατηλό, δύσκαμπτο και δυσκίνητο κόσμο της αισθητής πραγματικότητας.

Αλλά στην προκειμένη περίπτωση ενδιαφέρουσα είναι η «τριαδική» πραγματικότητα της φιλοσοφίας του Πλωτίνου. Η πραγματικότητα είναι μία και ενιαία, η νοητή διάσταση του φωτός· πηγή είναι το Εν που έχει σαν άμεση και μοναδική προέκταση το νου και αυτός έχει εικόνα την ψυχή.

Πρόκειται όμως για μια μοναδική ενιαία φωτοχυσία της μιας πηγής που είναι το Εν. Το νοητό φώς απλώνεται και όσο απομακρύνεται από την πηγή, ενώ είναι το ίδιο, εξασθενίζει. Έτσι η ψυχή που κάνει τη φύση, μορφοποιώντας τη σκοτεινή ύλη, είναι η μια και μοναδική παρουσία του θείου φωτός στην αισθητή διάσταση.

Ο κόσμος φωταγωγείται από το φώς της ψυχής που μερίζεται κατ' ανάγκη στη μεριστή πραγματικότητα, δημιουργώντας πολλές ψυχές. Αλλά αυτές είναι τα αποτυπώματα της μιας ψυχής πάνω στην αισθητή πραγματικότητα.

Ολόκληρη λοιπόν η πραγματικότητα είναι το μοναδικό φως της μιας πηγής, όπου και αν αυτό βρίσκεται. Στην αισθητή περιοχή απλώς καταυγάζει τον κόσμο και δίνει τις μορφές των ειδώλων.

Τελικά μόνο αυτή η αρχή υπάρχει, όπου επιστρέφει κάθε κίνηση φωτός και κάθε φωτοχυσία. Αυτή είναι η μόνη και μοναδική νοητή πραγματικότητα σε αντίθεση προς την αισθητή διάσταση της κενής ύλης.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρατηρούμε δυό βασικά σημεία : 1) τα δυό στοιχεία, αισθητό και νοητό, είναι αυθύπαρκτα και ριζικώς αντίθετα κατά την ουσία και 2) επιδιώκεται με κάθε τρόπο και θεωρείται ως ύψιστος σκοπός της ζωής η απομάκρυνση του νοητού στοιχείου από το αισθητό.

Με την απομάκρυνση και ανεξαρτοποίηση αυτή συνδέεται και η διδασκαλία για την αθανασία της ψυχής κατά την πλατωνική γραμμή. Κατά βάση λοιπόν και κατά φύση πρόκειται για δυό ανόμοιους και εχθρικούς πέρα για πέρα κόσμους.

Ο αισθητός κόσμος εμψυχώνεται, κινείται και κοσμείται βέβαια από το νοητό, αλλά τελικά η ομορφιά και η αρμονία του δεν είναι ουσιαστικό συστατικό της δικής του δομής και διαρθρώσεως. Ανήκουν μόνο στο νοητό κόσμο και διαρκώς σ' αυτόν επιστρέφουν.

Προσωρινή είναι, λόγου χάρη, η εμψύχωση του σώματος από την ψυχή. Μετά την αποχώρησή της από το σώμα, αυτό δεν έχει «προσωπικότητα» και καμιά ταυτότητα προς τον αθάνατο κόσμο. Ποτέ δεν έχει τη δυνατότητα να γίνει πάλι αυτό το ίδιο που έζησε με την ψυχή.

Το ίδιο συμβαίνει και με ολόκληρη την αισθητή πραγματικότητα. Υπάρχει λοιπόν ριζική ανομοιότητα και εχθρότητα ανάμεσα στον αισθητό και το νοητό κόσμο. Κατά τη θεολογία όμως του Μάξιμου δεν υπάρχει καμιά τέτοια αξιολόγηση και διαλεκτική ανάμεσα στους δυό κόσμους.

Πρώτα πρώτα τόσο ο αισθητός όσο και ο νοητός κόσμος είναι κτίσματα του Θεού. Έτσι αισθητά και νοητά, σώμα, ψυχή, νους, λόγος, άγγελος δημιουργήθηκαν από το μηδέν. Η κτιστότητα της ουσίας αυτών των δημιουργημάτων θέτει μια βασική προϋπόθεση, που στην ανομοιότητά τους παρέχει μια κοινή βάση για το συνταίριασμα και την αρμονική τους σύνδεση.

Με αλλά λόγια η ανομοιότητα αισθητών και νοητών δεν είναι ριζική, αλλά περιορίζεται κατά τη δεκτικότητά τους σε σχέση με το δημιουργό. Λογικό όν είναι εκείνο που έχει δεκτικότητα να μετέχει στον άκτιστο Λόγο.

Δεν έχει όμως τέτοια φύση που να διαφέρει ριζικά από την άλογη και απρόσωπη πραγματικότητα. Και αυτό συμβαίνει, γιατί αισθητά και νοητά είναι κτίσματα του Θεού. Έτσι η ψυχή, όπως και ο άγγελος, ενώ έχει ασώματη νοητή φύση, συγκρινόμενη με το Θεό είναι σωματική.

Η ασώματη φύση αποτελεί ιδιότητα σε σχέση με το αισθητό σώμα, ενώ είναι σωματική σε σχέση με τον άκτιστο και ασώματο Θεό. Αυτή ακριβώς η σχετικότητα των όντων επιβάλλει την ομοιότητα μέσα στην ανομοιότητά τους και μετά την ενοποίησή τους με το Θεό, από τον οποίο, ως κτιστά δημιουργήματα από το μηδέν, είναι απόλυτα εξαρτημένα.

Πέρα λοιπόν από την κτιστότητα και τη σχετικότητα των όντων, είναι και η εξάρτησή τους από το δημιουργό Θεό, που εξασφαλίζει την ενότητα και τη συνοχή ανάμεσα στα αισθητά και τα νοητά.

Τόσο η προέλευση τους όσο και η παραπέρα διατήρηση, συνοχή, πορεία και πρόοδος είναι έργο της θείας ενέργειας. Μια τέτοια σχέση και εξάρτηση επιβάλλει αυτόματα και τη σχετική ομοιότητα και ενότητα μεταξύ αισθητής και νοητής πραγματικότητας.

Η ενοποιητική δύναμη της θείας ενέργειας συνάγει όλα τα όντα σε μια ενότητα, ώστε τίποτε κατ' αρχήν να μη είναι αντίθετο προς ένα άλλο και έπειτα να εξασφαλίζεται η μια φύση των αισθητών και η «μία φύση των γεγονότων» κατά την ένωση αισθητών και νοητών.

Τελικά η πραγματικότητα αυτής της ενώσεως επεκτείνεται ως τη σχέση κτιστής και άκτιστης φύσεως. Ολόκληρη η κτιστή ενότητα αισθητών και νοητών είναι εξαρτημένη από μια άλλη ενότητα με τον άκτιστο Θεό.

Η συνολική αυτή ενότητα είναι η έκφραση των μυστηρίων της Εκκλησίας. Τα μυστήρια δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα μέσα που ανάγουν και συνάγουν τα λογικά όντα στην ενότητα αισθητών και νοητών σε σχέση με την ενότητα προς τον άκτιστο Θεό.

Η ενότητα αισθητών και νοητών μέσα στη συνεκτική θεία ενέργεια αποτελεί τη θέση κλειδί για την κατανόηση, από άποψη θεολογική, του δυναμικού και ενιαίου χαρακτήρα της κοσμολογίας και της ανθρωπολογίας.

Με αλλά λόγια δεν είναι δυνατή και επιτρεπτή η εξέταση του αισθητού και του νοητού στοιχείου της δημιουργίας στατικά και ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους σχέση. Γιατί η σχέση αυτή συνεπάγεται μια τέτοια δόμηση ανάμεσα στον αισθητό και το νοητό κόσμο, ώστε να είναι ανέφικτη και αδιανόητη η πρόοδος του νου χωρίς το πέρασμα από την αισθητή πραγματικότητα.

Ή καλύτερα, το πέρασμα αυτό σημαίνει αλλαγή, πρόοδο και μεταμόρφωση των αισθήσεων, ώστε αυτές να μη λειτουργούν αυτοτελώς και μόνο για τα αισθητά πράγματα, αλλά να βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τις νοητικές λειτουργίες.

Μόνο με αυτό το πρίσμα μπορούμε να εξηγήσουμε τις εκφράσεις εκείνες του Μάξιμου και των λοιπών μυστικών θεολόγων, οι οποίες κάνουν λόγο για υποδούλωση του νου ή της ψυχής στη δύναμη των αισθήσεων και της ύλης και για την ανάγκη απελευθερώσεως του ανθρώπου από τις αισθήσεις και την ύλη.

Στο σημείο αυτό, αν δούμε τα πράγματα επιπόλαια, παρερμηνεύουμε όλο το θεολογικό οικοδόμημα της μυστικής θεολογίας που έχει ως βάση την ενότητα αισθητών και νοητών. Καταλήγουμε μοιραία στην ερμηνεία, κατά την αντίληψη της φιλοσοφίας, που διαχωρίζει αισθητά και νοητά.

Με άλλα λόγια η υποδούλωση στις αισθήσεις συνεπάγεται την ανακοπή κάθε προόδου στην πραγμάτωση της ενότητας αισθητού και νοητού στοιχείου και στην αναφορά της προς τον τριαδικό Θεό. Η στασιμότητα αυτή χαλκεύει τη δουλεία του ανθρώπου στις αισθήσεις.

Εξαιτίας αυτής της δουλείας ούτε οι αισθήσεις μπορούν να μεταμορφωθούν μέσα στη θεία ζωή ούτε η λειτουργία του νου πραγματώνει την ολοκληρωτική πορεία προς το Θεό διαμέσου της αισθητής πραγματικότητας.

Η πρόοδος του νου ωστόσο περνάει μέσα από την αισθητή πραγματικότητα και κάνει θεωρία και πράξη να συμβαδίζουν και να συνυφαίνονται. Παρατηρείται μια ευκίνητη μετάβαση από τη μια στην άλλη.

Έτσι η απελευθέρωση του νου από τη δουλεία των αισθήσεων σημαίνει την άρση της στασιμότητας του νου και την ελεύθερη πορεία προς το Θεό. Με άλλα λόγια πηγή της προόδου και της στασιμότητας είναι μόνο το νοητό στοιχείο.

Αν δώσουμε κάποια αρχή ή προτεραιότητα στο αισθητό στοιχείο, θέλοντας να εξηγήσουμε τη δουλεία και την προσκόλληση στις αισθήσεις, αυτόματα ασπαζόμαστε καθαρά πλατωνικές αντιλήψεις.

Η δουλεία λοιπόν στην ύλη γίνεται μια αφόρητη πραγματικότητα, όταν υπάρχει στάσιμη ζωή της ψυχής. Οι αισθήσεις και γενικά το σώμα ή η ύλη κανένα κακό δεν προξενούν.

Η ψυχή, μη αναπτύσσοντας σωστά και ολοκληρωτικά τις δυνάμεις του νου, εγκλωβίζεται στην ύλη και χάνοντας την ευκινησία της, αρχίζει να μοιάζει με τη δυσκίνητη ύλη.

Έτσι δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να την υπηρετεί, χωρίς να μπορεί να την ανεβάσει στη σφαίρα της θείας ζωής. Δεν θα υπήρχε βέβαια το Α ή το Β πάθος χωρίς το αισθητό στοιχείο, αλλά αυτό δεν γεννά αυτοδύναμα το πάθος. Το γεννά η στασιμότητα της ψυχής.

Επειδή η ύλη είναι δυσκίνητη και απρόσωπη, δεν μπορεί να προκαλέσει αυτοδύναμο πάθος· η στασιμότητα όμως της ψυχής οδηγεί στη δυσκινησία της και στην προσκόλλησή της στα όρια της δυσκίνητης ύλης.

Έτσι ούτε οι αισθήσεις ούτε η ψυχή μεταμορφώνονται στο φως της θείας ζωής. Κατά συνέπεια ούτε η πρόοδος κατά τα στάδια της τελειώσεως γίνεται μόνο στη νοητή διάσταση ούτε τα πάθη και γενικά η αμαρτία οφείλονται στην επιρροή της ύλης.

Σώμα και ψυχή αποτελούν τον άνθρωπο και έτσι ο όλος άνθρωπος προοδεύει ή καθυστερεί και όχι μόνο η ψυχή ή ο νους. Και τα πάθη γεννιούνται στην ενσώματη κατάσταση της ψυχής, ύστερα από δική της στασιμότητα και όχι από οποιαδήποτε κακή επίδραση της ύλης.

Η αλήθεια αυτή, που είναι θεμελιωμένη στη θεολογία, δεν είναι δυνατό και επιτρεπτό να αποδεικνύεται μόνο με διάφορα χωρία. Στα έργα του Μάξιμου πολλές φορές βλέπουμε να καταδικάζονται οι φιλόυλες κλίσεις του ανθρώπου και γενικά το αισθητό στοιχείο.

Αλλά εδώ η γλώσσα απλώς υπενθυμίζει τη φιλοσοφία χωρίς να υιοθετεί και το περιεχόμενό της. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την ενότητα αισθητών και νοητών, την οποία ο Μάξιμος τονίζει με μεγάλη έμφαση σε όλα του τα έργα; Οπωσδήποτε η απάντηση είναι δύσκολη.

Έτσι όσες εκφράσεις στα έργα του Μάξιμου κάνουν λόγο για καθαρό νου και για απαλλαγή του από τις αισθήσεις σημαίνουν την πρόοδο του νου και την πορεία του προς την τελείωση, μετά την απελευθέρωση από τη δουλεία στην ύλη εξαιτίας της προηγούμενης στασιμότητάς του.

Με κανένα τρόπο δεν σημαίνουν το διαχωρισμό αισθητής και νοητής πραγματικότητας, γιατί αυτός ο διαχωρισμός είναι η πηγή της αμαρτίας και η ενότητα αυτών είναι έργο του Θεού. Φιλοσοφικές όμως αντιλήψεις, που κατά βάση στηρίζονται στον Πλάτωνα, δέχονται την απάθεια του νου και της ψυχής σαν μια κατάσταση έξω από το σώμα.

Και οι απόψεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνευθούν διαφορετικά, γιατί το αισθητό και το νοητό στοιχείο βρίσκονται σε μια ασυμβίβαστη εχθρότητα, ενώ δεν υπάρχει δημιουργός, για να συγκροτεί την ένωσή τους.

Αντίθετα, εκφράσεις της θεολογίας του Μάξιμου, που παρέχουν την εντύπωση παρόμοιων φιλοσοφικών αντιλήψεων, πρέπει να ερμηνεύονται με τη γενική θεώρηση της κτίσεως ως δημιουργήματος του Θεού.

Υπό το πρίσμα επίσης της ενότητας αισθητών και νοητών πρέπει να εξετάζεται η ενότητα σώματος και ψυχής και να περιγράφεται η φύση του καθενός στοιχείου με τις ιδιότητες και τον προορισμό του.

Κατά τον Μάξιμο η ψυχή κινεί και ζωοποιεί το σώμα. Η ύπαρξή της αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το σώμα δεν κινείται από μια εξωτερική δύναμη ούτε μπορεί να κινείται μόνο του, γιατί, αν είχε μια τέτοια φυσική ιδιότητα, έπρεπε να κινείται πάντοτε και όταν είναι νεκρό, όπως η φωτιά, όσο υπάρχει, κινείται μόνη της.

Κατά συνέπεια πρέπει να το κινεί μια άλλη δύναμη που είναι η ψυχή. Η ενότητα βέβαια με το σώμα είναι δεδομένη και θεμελιωμένη στη δημιουργική θέληση του Θεού. Η ψυχή είναι ασώματη ουσία· δεν είναι συμβεβηκός και έτσι δεν θα μπορούσε κανείς να τη θεωρήσει σαν μια ποιότητα.

Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι η έννοια της ψυχής επιδέχεται ενάντια γνωρίσματα. Έτσι η ψυχή είναι καλή και κακή, δίκαιη και άδικη. Πέρα από αυτά η ψυχή είναι ασύνθετη και αδιάλυτη, γι' αυτό είναι άφθαρτη και αθάνατη, ενώ το σώμα είναι θνητό.

Η διάκριση αυτή βέβαια ανάμεσα στην ψυχή, ως αθάνατη, και το σώμα, ως θνητό, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να νοηθεί πλατωνικά. Σώμα και ψυχή, ως κτίσματα από το μηδέν, δεν είναι φύσει αθάνατα, αλλά γίνονται κατά χάρη μόνο με τη θεία ζωοποιητική ενέργεια του Θεού.

Η ψυχή όμως καλείται αθάνατη, ενώ το σώμα θνητό, γιατί ανήκει στο νοητό κόσμο και έτσι είναι αδιάλυτη. Το σώμα φθείρεται και διαφθείρεται μετά την απομάκρυνση της ψυχής. Η διαφθορά αυτή γίνεται κατά θεία παραχώρηση ως την ανάσταση που θα αποκαταστήσει πλήρως την ανθρωπολογική ενότητα.

Κατά συνέπεια η ιδιότητα της ψυχής ως αθάνατης, σε σχέση πάντοτε προς το θνητό σώμα, δεν αναφέρεται στο γεγονός της αφθαρτοποιήσεως και του απαθανατισμού της ανθρώπινης υπάρξεως από τη θεία χάρη.

Πρόκειται για την επισήμανση της φύσεως του νοητού και του αισθητού στοιχείου. Το πρώτο είναι απλό, ευκίνητο και αδιάλυτο, ενώ το δεύτερο σύνθετο, δυσκίνητο και διαλυτό. Έτσι ο Μάξιμος δεν μπορεί να δεχτεί ότι σώμα και ψυχή δημιουργούνται κατ' ευθείαν από τους γονείς με το δημιουργικό χάρισμα που έχουν.

Η ψυχή κατά τη σύλληψη του ανθρώπου δημιουργείται «τω βουλήματι του Θεού», γιατί, ως απλή και νοητή, δεν «γίνεται εξ υποκείμενης ύλης, καθάπερ τα σώματα». Στο σημείο αυτό ο Μάξιμος επισημαίνει τη διαφορετική φύση του νοητού στοιχείου σε σχέση με το αισθητό, χωρίς η διαφορά αυτή να έχει επιπτώσεις στην ενότητα αυτών των δυο στοιχείων.

Άλλωστε, όπως τονίσαμε στην αρχή, η θεολογία του Μάξιμου με πολλή έμφαση παρουσιάζει την ενότητα του σύμπαντος και της ζωής έτσι ώστε αισθητά και νοητά να είναι ενωμένα και να διαφοροποιούνται κατά τα συστατικά τους, αλλά να μη διαφέρουν κατά ριζικό τρόπο.

Αποτελεί βέβαια άλλο θέμα το γεγονός ότι η ενότητα αυτή για τα λογικά όντα δεν είναι μια αποτελεσμένη και μηχανοποιημένη κατάσταση· παράλληλα με τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις, που εξασφαλίζει ο τριαδικός Θεός, χρειάζεται και η πραγμάτωση αυτού του στόχου με τη δημιουργική ελευθερία των λογικών όντων.

Πάντως η εικόνα αυτή του ενοποιημένου σύμπαντος, σε σχέση πάντοτε με τον τριαδικό Θεό, μας δείχνει καθαρά και ξάστερα ότι δεν είναι τόσο εύκολη και αυτονόητη η διάσπαση της ενότητας υλικής και πνευματικής πραγματικότητας.

Εδώ δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η μεγάλη και επίμονη διαμάχη υλιστών και ιδεαλιστών, οι οποίοι πάντοτε θέτουν το πρόβλημα κάνοντας οξύτατο διαχωρισμό ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα.

Περισσότερο μάλιστα οι ιδεαλιστές κάθε μορφής θέλουν να παρουσιάζουν έναν κόσμο και μια ζωή που αποτελούνται από δυό διαφορετικά στρώματα. Στη θεολογία του Μάξιμου υπάρχει ένας πόλεμος προς την αισθητή μεριά, όταν επισημαίνεται ο μαρασμός της πνευματικότητας και ο εγκλωβισμός της ψυχής στα όρια μιας δυσκίνητης στασιμότητας.

Τότε το πνεύμα δεν μπορεί να προοδεύσει και να μεταμορφώσει την ύλη. Αυτή είναι η πραγματική έννοια του πολέμου προς τον αισθητό κόσμο. Αλλιώτικα, όταν επισημαίνεται η αρμονική σχέση αισθητού και νοητού κόσμου, τότε υπάρχει ο πιο υψηλός και δημιουργικός τόνος μιας ανώτερης ζωής, που έχει ισορροπημένες τις τάσεις της και τις επιδιώξεις της.

Πνευματικότητα και αισθαντικότητα βρίσκουν μια τέλεια σχέση και μια γόνιμη έκφραση.


πηγή: Νίκου Ματσούκα, Κόσμος Άνθρωπος Κοινωνία κατά τον Μάξιμο Ομολογητή 

Εδώ θα βρείτε το 1ο μέρος: Η ενότητα του σύμπαντος και της ζωής - 1. Θεός και κόσμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......