Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου: Το Προπατορικόν Αμάρτημα - Εισαγωγή (β. Θεολογική μέθοδος)

Επί του υπό έρευναν θέματος είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσει τις την αφετηρίαν των αντιθέτων προς αλλήλας θεολογικών παρατάξεων, εκάστη των οποίων προσπαθεί να ερμηνεύσει τας πρώτας περί πτώσεως βιβλικάς και πατερικάς μαρτυρίας κατ’ ιδίαν αντίληψιν. Η μία εξ αυτών προσπαθεί να αποδείξει, ότι η ανθρωπότης πράγματι έπεσε και ετιμωρήθη υπό του Θεού δια την του ενός παράβασιν. Η άλλη ισχυρίζεται ότι η τοιαύτη αντίληψις είναι παντελώς ξένη προς την γνησίαν περί θρησκείας ιουδαϊκήν και χριστιανικήν παράδοσιν.
Παρά την αντίθεσή των όμως και αι δύο απόψεις ομοιάζουν ως προς ορισμένας προϋποθέσεις. ούτω δε εξηγείται το γεγονός, ότι αφορμώνται εκ της αυτής σχεδόν αφετηρίας. Την βάσιν της μεταξύ των ομοιότητος αποτελεί η κοινή αντίληψις, ότι ο θάνατος είναι εκ Θεού, η δε μεταξύ των διαφορά συνίσταται μόνον εις τον καθορισμόν του κτίσαντος τον θάνατον θείου ελατηρίου. Και αι δύο παρατάξεις κλίνουν να δεχθούν ότι εις την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην δεν υπάρχει σαφής διδασκαλία περί κληρονομικής ενοχής, ότι πρώτος ο Απόστολος Παύλος κάμνει πενιχράν μνείαν αυτής, και μετ’ αυτόν ο Αυγουστίνος την αναπτύσσει εις θεωρίαν, ήτις, ενώ εγένετο εις την Δύσιν γενικώς παραδεκτή, παρέμεινεν ξένη εις τους Έλληνας Πατέρας.

Το βασικόν επιχείρημα των οπαδών της περί ενοχής θεωρίας του Αυγουστίνου είναι ο ισχυρισμός ότι, όπου εν τη Βίβλω και εν τοις έργοις των Πατέρων παρουσιάζεται διδασκαλία περί θανάτου, ασθενειών, κακουχιών και ταλαιπωριών, ως αποτελεσμάτων της πτώσεως, προϋποτίθεται αντίστοιχος διδασκαλία περί ενοχής του τιμωρουμένου, εφ’ όσον ο Θεός είναι δίκαιος και δεν δύναται να τιμωρεί αδίκως. Το γεγονός, λοιπόν, ότι η ιουδαιοχριστιανική παράδοσις παραδέχεται πτώσιν του ανθρώπου μετ’ ασθενειών, ταλαιπωριών και θανάτου, αποτελεί απόδειξην ότι όλη η ανθρωπότης είναι ένοχος μιας τοιαύτης αμαρτίας, ήτις δικαίως τιμωρείται υπό της θείας δικαιοσύνης. Η διδασκαλία περί κληρονομικής ενοχής, λοιπόν, αν και δεν αναφέρεται ρητώς και κατά τρόπον σαφή μέχρι του Αυγουστίνου, πρέπει αν τούτοις να θεωρηθεί ως προϋποτιθεμένη. άλλως δεν ικανοποιούνται αι απαιτήσεις της περί θείας δικαιοσύνης αντιλήψεως.

Το επιχείρημα τούτο ουδόλως ισχύει δια τους θεωρούντας τον θάνατον ως εν απλούν φυσικόν φαινόμενον και την αθάνατον ψυχήν ως τον κυρίως άνθρωπον. Δι’ ορισμένους εξ αυτών τα λόγια της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, περί της εν τω κόσμω τούτω ταλαιπωρίας του Ισραήλ και της επικείμενης λυτρώσεως της Παλαιάς και Νέας Σιών δια της αναστάσεως των νεκρών, δύνανται να ερμηνευθούν μόνον εξ απόψεως των ενδοκοσμικών, πολιτικό-εσχατολογικών πόθων των Εβραίων και εκ της αναμίξεως αυτών των πόθων μεθ’ ελληνιστικών υπερβατικών φιλοσοφικών στοιχείων, ίνα δικαιολογηθούν αι ενδοκοσμικαί απογοητεύσεις των εις Χριστόν ως εις Μεσσίαν πιστευόντων. Την ευαγγελικήν και πατερικήν πίστιν θεωρούν ούτοι ως κράμα της ιουδαϊκής μονοθεΐας και της ελληνικής φιλοσοφίας. Κατά τας θεωρίας ταύτας οι Εβραίοι και οι πρώτοι Χριστιανοί ουδέν εγνώριζον περί της αυγουστινείου αντιλήψεως περί θείας δικαιοσύνης και κληρονομικής ενοχής. Εις όλην την Π. Διαθήκην ουδεμία σχεδόν σημασία αποδίδεται εις τον κατ’ αυτούς μύθον περί πτώσεως και ενοχής. Επομένως, ισχυρίζονται ούτοι, η αμαρτία του Αδάμ δεν κατέχει ουσιαστικήν θέσιν εις την εβραϊκήν σκέψιν. Ο J. Turmell φθάνει μέχρι σημείου να θεωρεί τα κεφ. 5-8 της προς Ρωμαίους επιστολής, τα αναφερόμενα εις την πεπτωκυίαν κατάστασιν του ανθρώπου, ως προσθήκην Γνωστικού τινός αιρετικού. Απόδειξις τούτου είναι η εν αυτοίς ανιχνευομένη αντίθεσις μεταξύ ύλης και πνεύματος, μεταξύ σαρκός και πνεύματος, μεταξύ του Θεού του φωτός και του Θεού του σκότους – στοιχεία εντελώς ξένα προς τον αγνόν και αυστηρόν μονοθεϊσμόν των προφητών.

Αμφότεραι αι απόψεις ως κυρίαν προϋπόθεσιν έχουν την αντίληψιν, καθ’ ην μόνον η μετάδοσις της ενοχής του Αδάμ εις όλην την ανθρωπότητα δύναται να θεωρείται ως προπατορικόν αμάρτημα. Αι κοσμολογικαί αυτών προϋποθέσεις δεν επιτρέπουν να ληφθεί σοβαρώς υπ’ όψιν μήπως ο θάνατος και η φθορά δεν είναι εκ Θεού. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν αμφότεραι αι παρατάξεις δέχονται αδικαιολογήτως ότι το θέμα αυτό περί ενοχής, το οποίον προβάλλει δήθεν τόσον σαφώς εις το χωρίον 5, 12 της προς Ρωμαίους επιστολής, δεν αναπτύσσεται εις την λοιπήν Αγίαν Γραφήν και εις τα συγγράμματα των Πατέρων μέχρις ότου ησχολήθη με αυτό ο ιερός Αυγουστίνος. Ο ανήρ ούτος θεωρείται δια τούτο ως ο πρώτος, όστις ενεβάθυνε εις την σκέψιν του αποστόλου Παύλου και κατενόησε ταύτην. Ουδόλως παράδοξος, λοιπόν, ο υπαινιγμός θεολόγων τινών, καθ’ ους η περί ενοχής διδασκαλία είναι ίσως μία ειδική προς τον Παύλον θεία αποκάλυψις.

Κατά τον Α΄ Κανόνα της εν Τριδέντω Συνόδου του 1546 αναγινώσκομεν τα εξής: «Εάν τις μη ομολογήσει ότι ο πρώτος άνθρωπος ο Αδάμ... επέφερε δια της παραβάσεως αυτού, την οργήν και την αγανάκτησιν του Θεού, και δια τούτο τον θάνατον, μεθ’ ου πρότερον ηπείλησεν αυτόν ο Θεός... ανάθεμα». Δύο σχεδόν αιώνας ενωρίτερον είχε γράψει ο αντι-σχολαστικός άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ότι «η μεν του κατά ψυχήν θανάτου απόφασις, ην εις έργον ήγαγεν ημίν η παράβασις κατά δικαιοσύνην του κτίσαντος. εγκαταλιπόντας γαρ κατέλιπεν ως αυτοβούλως γεγονότας μη βιασάμενος. η μεν ουν απόφασις εκείνη προαναπεφώνηται παρά του Θεού φιλανθρώπως, καθ’ ας αιτίας ειρήκαμεν. ανέσχε δε και υπερέθετο την απόφασιν του κατά σώμα θανάτου πρότερον, και ηνίκα ταύτην εξήνεγκε βάθει σοφίας και φιλανθρωπίας υπερβολή προς το μέλλον την εις έργον έκβασιν ταύτης εταμιεύσατο, μη προς τον Αδάμ ειπών. επιστράφηθι όθεν ελήφθης. αλλά γη ει, και εις γην υποστρέψεις. Ένι δε τοις συνετώς ακούουσι και των τοιούτων λόγων ιδείν, ως ο Θεός, ου ψυχής, ου σώματος εποίησε θάνατον. Ούτε γαρ πρότερον είπε προτάσσων, θάνετε ην αν ημέραν φάγητε. αλλ’ αποθανείσθε ην αν ημέραν φάγητε. Ούτε νυν, εις γην επίστρεψον, είπε, αλλ’ υποστρέψεις, προαναγγέλων και εφιείς και μη κωλύων συν δίκην το εκβυσόμενον». Ούτως και ο Μέγας Βασίλειος λέγει: «Όσον γαρ αφίστατο της ζωής, τοσούτον προσήγγιζε τω θανάτω. Ζωή γαρ ο Θεός. στέρησις δε της ζωής θάνατος. Ώστε εαυτώ τον θάνατον ο Αδάμ δια της αναχωρήσεως του Θεού κατεσκεύασε, κατά το γεγραμμένον, ότι Ιδού οι μακρύνοντες εαυτούς από σου απολούνται. Ούτως ουχί Θεός έκτισε θάνατον, αλλ’ ημείς εαυτοίς εκ πονηράς γνώμης επεσπασάμεθα. Ου μην ουδέ εκώλυσε την διάλυσιν δια τας προειρημένας αιτίας, ίνα μη αθάνατον ημίν την αρρωστίαν διατηρήση». Ο Μέγας Αθανάσιος γράφει: «οι δε άνθρωποι, αποστραφέντες τα αιώνια και συμβουλία του διαβόλου εις τα της φθοράς επιστραφέντες, εαυτοίς αίτιοι της εν τω θανάτω φθοράς γεγόνασι». Περί της κατασκευής και πτώσεως του ανθρώπου ο Αντιοχείας Θεόφιλος γράφει: «Ει γαρ αθάνατον αυτόν απ’ αρχής πεποιήκει, Θεόν αυτόν πεποιήκει. Πάλιν, ει θνητόν αυτόν πεποιήκει, εδόκει αν ο Θεός αίτιος είναι του θανάτου αυτού. Ούτε ουν αθάνατον αυτόν εποίησεν, ούτε μην θνητόν, αλλά, καθώς επάνω προειρήκαμεν, δεκτικόν αμφοτέρων. ίνα ει ρέψη επί τα της αθανασίας, τηρήσας την εντολήν του Θεού, μισθόν κομίσηται παρ’ αυτού την αθανασίαν και γένηται Θεός. ει δ’ αυτραπή επί τα του θανάτου πράγματα, παρακούσας του Θεού, αυτός εαυτώ αίτιος η του θανάτου. Ελεύθερον γαρ και αυτεξούσιον εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον». Την ιδίαν αποφυγήν της αποδόσεως του θανάτου εις τον Θεόν παρατηρούμεν εις τον άγιον Ειρηναίον, όστις τονίζει ότι ο αίτιος του θανάτου είναι ο σατανάς. Ο δε Απόστολος Παύλος ουδαμού διδάσκει ότι ο θάνατος είναι εκ Θεού τιμωρία όλων των ανθρώπων. Ο Θεός δεν τιμωρεί αμέσως αλλά εμμέσως, επιτρέπων εις τον άνθρωπον, εάν ούτος θελήσει, να απομακρυνθεί απ’ Αυτού και ούτω στερηθή της ζωής. Ο Θεός επέτρεψε την διάλυση του ανθρώπου, ίνα μη εν αμαρτία γένηται αθάνατος. Ο Θεόφιλος ισχυρίζεται ότι «τούτο δε ο Θεός μεγάλην ευεργεσίαν παρέσχεν τω ανθρώπω, το μη διαμείναι αυτόν εις τον αιώνα εν αμαρτία όντα».

Εκ των αναφερθέντων χωρίων εξάγονται δύο πολύ ενδιαφέροντα σημεία: 1) ότι ο Θεός δεν έκτισε τον θάνατον, και 2) ότι ο θάνατος των δικαίων επετράπη, ουχί ένεκα θείας τινός οργής, αλλ’ ένεκα της θείας ευσπλαγχνίας.

Ως κατωτέρω θα ίδωμεν, δεν υφίσταται δια τους Έλληνας Πατέρας το υπό δικανικήν μορφήν τεθέν πρόβλημα περί κληρονομικότητος της ενοχής του Αδάμ και περί της επακολουθησάσης τιμωρίας της ανθρωπότητος λόγω προσβολής της θείας δικαιοσύνης ή φύσεως. Διατί; Απλούστατα διότι ο Θεός δεν είναι αίτιος του θανάτου. Όπως η ελευθερία της ανθρωπίνης βουλήσεως, ούτω και η αναχώρησις του ανθρώπου από του Θεού προς τον θάνατος είναι, κατόπιν ιδίας του Θεού θελήσεως, εκτός της δικαιοδοσίας Αυτού. ‘Ότι ο Θεός θέλει πάντας σωθήναι δεν σημαίνει ότι πάντες σώζονται, διότι ο Θεός σώζει μόνον δια της αγάπης και ελευθερίας. Ακριβώς το σημείον τούτο δεν ηδυνήθησαν οι υπό την επίδρασιν του Αυγουστίνουδιατελούντες δυτικοί θεολόγοι να συλλάβουν. Νομίζοντες ούτοι ότι η θεία ουσία, ενέργεια και βούλησις είναι ταυτόν, δεν ήσαν εις θέσιν ούτε καν να υποπτευθούν, ότι τα εκτός του Θεού ελεύθερα όντα δύνανται να ενεργούν παρά την θείαν θέλησιν. Ουδόλως άρα παράδοξον ότι οι δυτικοί θεολόγοι ευρίσκουν πανταχού εις τους Έλληνας Πατέρας εν είδος κρυπτο-πελαγιανισμού, προβάλλουν δε την δικαιολογίαν ότι δια τινα δήθεν ανεξήγητον λόγον δεν ενδιεφέρθησαν οι ανατολικοί δια τα απασχολήσαντα την Δύσιν μεγάλα προβλήματα περί προπατορικού αμαρτήματος και Θείας Χάριτος. Είναι πολύ φυσικόν να σκέπτωνται κατ’ αυτόν τον τρόπον, διότι έχουν εσφαλμένας προκαταλήψεις περί της σχέσεως Θεού και κόσμου. Επομένως αδυνατούν να δεχθούν σοβαρώς, ότι ο θάνατος υπάρχει εν τω κόσμω ως παράσιτόν τι παρά την θέλησιν του Θεού, και ότι η θεία βούλησις και η σωστική θεία ενέργεια δεν είναι ταυτόν. Ο Θεός δεν θέλει τον θάνατον. Εν τούτοις όμως δεν ενεργεί την καταστροφήν αυτού μέχρις ότου ετοιμάσει τους ανθρώπους προς αποδοχήν της ζωής.

Οι άγιοι Πατέρες της Γ΄ Οικουμενικής εν Εφέσω Συνόδου (431) κατεδίκασαν τον Πελαγιανισμόν και ετόνισαν το αφύσικον του θανάτου και την απόλυτον δια την σωτηρίαν αναγκαιότητα της θείας Χάριτος. Ο κύριος κατά των αιρέσεων πολέμιος και πρόεδρος της Συνόδου ταύτης ήτο, ως γνωστόν, ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, όστις περί του προβλήματος της εις τους απογόνους του Αδάμ διαδόσεως του προαπατορικού αμαρτήματος γράφει ως εξής: «Αλλ’ είποι τις αν. Ναι παρώλισθεν ο Αδάμ, και της θείας αλογήσας εντολής, φθορά και θανάτω κατεδικάζετο. είτα πώς αμαρτωλοί δι’ αυτόν κατεστάθησαν οι πολλοί; Τι προς ημάς τα εκείνου πταίσματα; Πώς δε όλως οι μήπω γεγενημένοι καταδεδικάσμεθα συν αυτώ, καίτοι Θεού λέγοντος. Ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, ούτε τέκνα υπέρ πατέρων, ψυχή η αμαρτάνουσα αυτή αποθανείται; Ουκούν ψυχήν μεν η αμαρτάνουσα αυτή αποθανειται. Αμαρτωλοί δε γεγόναμεν δια της παρακοής του Αδάμ δια τοιόνδε τρόπον. Πεποίητο μεν γαρ επί αφθαρσία και ζωή, ην δε αυτώ και ο βίος αγιοπρεπής εν τω παραδείσω της τρυφής, όλον ην και δια παντός εν θεοπτίαις ο νους, εν ευδεία δε και γαλήνη το σώμα, κατηρεμούσης απάσης αισχράς ηδονής. ου γαρ ην εκτόπων κινημάτων θόρυβος εν αυτώ. Επειδή δε πέπτωκεν υφ’ αμαρτίαν, και κατώλισθεν εις φθοράν, εντεύθεν εισέδραμον την της σαρκός φύσιν ηδοναί τε και ακαθαρσίαι, ανέφυ δε και ο εν τοις μέλεσιν ημών αγριαίνων νόμος. Νενόσηκεν ουν η φύσις της αμαρτίαν δια της παρακοής του ενός, τουτέστιν Αδάμ. ούτως αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ουχ ως τω Αδάμ συμπαραβεβηκότες, ου γαρ ήσαν πώποτε, αλλ’ ως της εκείνου φύσεως όντες της υπό νόμον πεσούσης τον της αμαρτίας.... ηρώστησεν η ανθρωπίνη φύσις εν Αδάμ δια της παρακοής την φθοράν, εισέδυ τε ούτως αυτήν τα πάθη...».

Εις την ελληνικήν πατερικήν παράδοσιν ελλείπουν τα χαρακτηρίζοντα την λατινικήν θεολογικήν σκέψιν έντονα δικανικά σχήματα, τα οδηγήσαντα τελικώς την Δύσιν εις την περί ικανοποιήσεως θεωρίαν του Ανσέλμου. Ενώ εις την Ανατολήν η πτώσις νοείται ως αποτέλεσμα της απομακρύνσεως του ιδίου του ανθρώπου από της θείας ζωής και της επακολουθησάσης ασθενείας και αρρωστίας της ανθρωπίνης φύσεως, αίτιος δε πάντων θεωρείται ο ίδιος ο εις συνεργασίαν μετά του διαβόλου προελθών άνθρωπος, εις την Δύσιν όλα τα εν τω κόσμω κακά προέρχονται εκ του τιμωρού θείου θελήματος, αυτός δε ούτος ο σατανάς θεωρείται απλούν τιμωρόν όργανον Αυτού. Επειδή οι Έλληνες Πατέρες θεωρούν βιβλικώς την σωτηρίαν ως λύτρωσιν εκ θανάτου και φθοράς και ως θεραπείαν της προσβληθείσης υπό του σατανά ανθρωπίνης φύσεως, έθεσαν ως βάσιν της χριστολογικής των διδασκαλίας «το απρόσληπτον αθεράπευτον». Αντιθέτως εις την Δύσιν η σωτηρία δεν είναι πρωτίστως και κυρίως εκ του θανάτου και της φθοράς, αλλά μάλλον εκ της θείας οργής, η δε κατάργησις της ποινής του θανάτου και των ασθενειών ακολουθεί απλώς ως αποτέλεσμα της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης. Τούτο είναι πολύ φυσικόν, εφ’ όσον ο Θεός θεωρείται ως ο δια του θανάτου τιμωρών πάντας τους ανθρώπους, ο δε άνθρωπος ως ο δια της κληρονομικής ενοχής προκαλών τον θάνατον. Επομένως, κατά την δυτικήν άποψιν, ο Θεός δεν έγινεν άνθρωπος, «ίνα καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου», αφού ο ίδιος ο Θεός είναι ο έχων το κράτος αυτό, αλλά μάλλον δια να ικανοποιήσει εαυτόν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε να ίδη τους ανθρώπους με ευμενεστέραν πως διάθεσιν και ούτω κατά την δευτέραν παρουσίαν άρη την επ’ αυτών εξαγγελθείσαν ποινήν του θανάτου.

Η μέθοδος αντιμετωπίσεως των θεολογικών προβλημάτων ως προς τας προϋποθέσεις αυτών είναι εντελώς διάφορος μεταξύ Δύσεως και Ανατολής. Η Δύσις έχει πεπλανημένας κοσμολογικάς αντιλήψεις, αίτινες επιτρέπουν εις αυτήν την εξέτασιν της θείας ουσίας δια της ταυτίσεως αυτής μετά της θείας ενεργείας. Η Δύσις έχει προϋπόθεσιν της θεολογίας της την analogia entis και την analogia fidei. Τα πάντα εν τω κόσμω είναι απλώς αι εν χρόνω εικόνες των αιωνίων εν τη ουσία του Ενός υπαρχόντων αρχετύπων. Τοιουτοτρόπως το κατά την Αγίαν Γραφήν έργον του σατανά αναλαμβάνει εν τινι εννοία κατά την δυτικήν άποψιν αυτός ούτος ο Θεός τιμωρών τους ανθρώπους δια του θανάτου, της φθοράς, και επομένως δια πάσης των ανθρώπων ταλαιπωρίας. Είναι όμως φανερόν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θείαι και σατανικαί ενέργειαι επικινδύνως συγχέονται. Επειδή ακριβώς οι Δυτικοί εκλαμβάνουν τον κόσμον ως εικόνα της θείας ουσίας, δύνανται όχι μόνον να διαστρέφουν την βιβλική διδασκαλίαν περί θανάτου και σατανά, αλλά και να προσαρμόζουν την analogia entis και την analogia fidei και εις αυτό ακόμη το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, εισάγοντες την διδασκαλίαν του Filioque.

Ο καθορισμός του περί πτώσεως δόγματος δεν είναι απλώς ζήτημα ανευρέσεως εις την Αγίαν Γραφήν και εις τους Πατέρας σχετικών μαρτυριών προς απόδειξιν προσφιλών εις έκαστον ερευνητήν περί προπατορικού αμαρτήματος θεωριών. Πρέπει να καθορισθεί πρώτον κατά την βιβλικήν και πατερικήν μαρτυρίαν ποία η σχέσις μεταξύ Θεού και δημιουργίας. Είναι πράγματι ο κόσμος, ως εδέχοντο οι νεοπλατωνικοί, μία κατ’ αναλογίαν αντιγραφή των αιωνίως εν τη θεία ουσία υπαρχουσών ιδεών; Άλλαις λέξεσι, δυνάμεθα να παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Αυγουστίνου και των Σχολαστικών, καθ’ ην ο Θεός είναι κατ’ ουσίαν δημιουργός, προνοητής και δίκαιος, διότι δήθεν συλλαμβάνει τα αρχέτυπα της δημιουργίας και την μεταξύ των τάξιν, ήτις είναι ο αιώνιος θείος νόμος, κατ’ ουσίαν και αγεννήτως; Δυνάμεθα να παραδεχθώμεν ότι η εκ του μηδενός δημιουργία είναι απλώς εν χρόνω απεικόνισμα των αγεννήτων της θείας ουσίας αρχετύπων; και ότι η αμαρτία και η πτώσις είναι μία εν χρόνω παραβίασις της εν τη θεία ουσία τάξεως των ιδεών; Δυνάμεθα να παραδεχθώμεν την σχολαστικήν ταύτισιν της θείας ουσίας και ενεργείας, μετά δε τούτο να αρνηθώμεν τον πασιφανή πανθεϊσμόν, όπως κάμνουν οι δυτικοί, με το σόφισμα ότι ο Θεός λεχει ουχί άμεσον και πραγματικήν προς τον κόσμον σχέσιν, διότι τούτο θα εσήμαινε ουσιαστικήν εκ του κόσμου εξάρτησιν της θείας ουσίας, αλλ’ έχει έμμεσον μόνον σχέσιν, υπό την έννοιαν ότι ο Θεός γνωρίζει και αγαπά τον κόσμον εν τοις αρχετύποις αυτού; Δυνάμεθα να δεχθώμεν ότι η αγάπη του Θεού προς τον κόσμον τούτον καταβαίνει ως κτίσμα, δηλαδή εν μορφή κτιστής θείας χάριτος, διότι μία πραγματική προς τον κόσμον τούτον θεία αγάπη θα εσήμαινε ότι ο Θεός έχει την ανάγκην του κόσμου;

Αλλ’ εάν κατ’ ουσίαν και κατ’ ενέργειαν, εφ’ όσον ταύτα ταυτίζονται, ο Θεός γνωρίζει τα αρχέτυπα και πραγματικώς αγαπά αμέσως αυτά μόνον, πώς λαμβάνει γνώσιν του κακού, ή, τουλάχιστον, της ανάγκης να στείλει τον Υιόν Του δια την σωτηρίαν της πεπτωκυίας ανθρωπότητος; Εάν του Θεού η ουσία, η ενέργεια, η ύπαρξις, η βούλησις, η γνώσις και η παντοδυναμία είναι όλα ταυτόν, τότε ποίαν θέσιν έχει εντός του σχήματος αυτού η εκ του μηδενός δημιουργία, ποίαν θέσιν έχει η Αγία Τριάς, και τι έλαβε σάρκα εκ της Παρθένου, η θεία ουσία; Εάν ο Θεός είναι πράγματι actus purus, δύναται όμως να λάβει γνώσιν του κακού ή της ανάγκης της των ανθρώπων σωτηρίας, τότε η ιδέα περί κακού, ή περί ανάγκης, ή περί πτώσεως, ή περί μη όντος, πρέπει επίσης να είναι μεταξύ των αρχετύπων της θείας ουσίας. Κατά συνέπειαν η ιδέα περί κακού πρέπει κατά την άποψιν αυτήν να είναι της ουσίας του αγαθού, διότι, εάν ειναι ανεξάρτητος αυτού, τότε πλέον η σχολαστική θεωρία περί θείας παντογνωσίας καταρρέει. εκτός εάν παραδεχθώμεν ότι το κακόν είναι ανύπαρκτον, οπότε η ανάγκη μιας πραγματικής εκ του κακού σωτηρίας καθίσταται πλέον εις κενός μύθος.

Η σύγχυσις θείας ενεργείας και θείας ουσίας δεν δύναται παρά να οδηγήσει εις την εισαγωγήν εντός της χριστιανικής θεολογίας ενός είδους ειμαρμένης, οπως πράγματι συνέβη με τον Αυγουστίνον, με την ανσέλμειον θεωρίαν περί απολυτρώσεως, με τον Καλβινισμόν και τέλος με τον φιλελεύθερον Προτεσταντισμόν, όστις τείνει εν γένει εις την παραδοχήν της ανυπαρξίας του κακού και της τελικής αποκαταστάσεως των πάντων.

Η λεπτομερής εξέτασις της σχολαστικής και προτεσταντικής συγχύσεως ουσίας και ενεργείας του Θεού είναι, βεβαίως, εκτός των ορίων του υπό εξέτασιν θέματος. Είμεθα όμως ηναγκασμένοι να εξετάσωμεν ωρισμένας αυτής απόψεις, σχέσιν εχούσας προς το πρόβλημα περί προπατορικού αμαρτήματος. Τούτο θα γίνει κυρίως εν συναρτήσει προς την αναγκαίαν εξέτασιν ωρισμένων γενικών χαρακτηριστικών της ελληνικής φιλοσοφίας, άτινα έχουν άμεσον σχέσιν προς το θέμα μας και προς την υπό εξέτασιν περίοδον. Κατά τον τρόπο αυτόν θα φανεί η καθόλου επί του θέματος περί σχέσεως Θεού και κόσμου ομοιότης απόψεων μεταξύ αφ’ ενός μεν της δυτικής σκέψεως, αφ’ ετέρου δε της ελληνικής φιλοσοφίας εν γένει. ούτω θα έλθει εις φως έτι περισσότερον το μεγαλείον των Ελλήνων Πατέρων, ιδίως εκ της ικανότητος αυτών να μεταφέρουν από της ειδωλολατρίας εις τον Χριστιανισμόν την λεπτήν και αναλυτικήν σκέψιν των προγόνων αυτών, όχι εις ανατροπήν της ευαγγελικής πίστεως, ως εγένετο εις την Δύσιν, αλλ’ εις κατοχύρωσιν αυτής.

Αφού καθορίσωμεν την μεταξύ Θεού και κόσμου σχέσιν εις την σκέψιν των θεολόγων της υπό εξέτασιν περιόδου, και εκ της σχέσεως ταύτης λάβωμεν υπ’ όψιν ωρισμένας περί Θεού αντιλήψεις των Πατέρων, τότε θα είμεθα εις θέσιν να εξετάσωμεν αντικειμενικώς την βιβλικήν και πατερικήν διδασκαλίαν περί σατανά, προορισμού του ανθρώπου, δικαιοσύνης και πτώσεως. Δια να γίνει αντιληπτόν το δυνατόν της προσωρινής αλλά πραγματικής υπάρξεως του κακού παρά την θέλησιν του Θεού, πρέπει να ανατρέξωμεν εις την περί απολύτου ελευθερίας του Θεού αντίληψιν της Βίβλου και των Ελλήνων Πατέρων. Το βασικόν ερώτημα της μελέτης ταύτης είναι: Πώς δύναται να υπάρχει προσωρινώς παρά την θέλησιν του Θεού πραγματικόν εν τω κόσμω κακόν και πραγματική αδικία, και συνάμα να μένει άθικτος η θεία ουσία και παντοδύναμος ο Θεός;

Ως είναι φανερόν, η πτώσις προϋποθέτει μίαν αλλαγήν της καταστάσεως του ανθρώπου. Όθεν τίθεται το ερώτημα: ποία είναι η κλεις της κατανοήσεως της αρχικής αυτής καταστάσεως; Η πτώσις προϋποθέτει την αποτυχίαν του ανθρώπου να φθάσει τον αρχικόν του προορισμόν. Ποία είναι η κλεις της κατανοήσεως του αρχικού τούτου προορισμού; Είναι άραγε δυνατόν να εύρωμεν την απάντησιν των ερωτημάτων επί τη βάσει φιλοσοφικής τινός θεωρήσεως του πεπτωκότος ανθρώπου, ως κάμνουν κατά γενικόν κανόνα οι Δυτικοί, ή πρέπει να προσφύγωμεν εις την αμιγή θείαν αποκάλυψιν εν τη ενσαρκώσει του Υιού του Θεού; Ως θα ίδωμεν, η ορθή αντίληψις περί του ανθρωπίνου προορισμού εξαρτάται κατ’ ουσίαν εκ της ορθής αντιλήψεως περί Θεού. Δια να εννοήσωμεν τι προϋποθέτουν οι Έλληνες Πατέρες, όταν λέγουν ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού, πρέπει να έχωμεν υπ’ όψιν μας την περί Θεού αντίληψιν αυτών. Άλλως ακθίσταται ακατανόητος η ευαγγελική και πατερική διδασκαλία, ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι να γίνει τέλειος, ως ο Θεός τέλειός εστι. Εις το σημείον τούτον υπάρχει διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, διότι άλλως πως εκλαμβάνουν τον Θεόν οι Έλληνες Πατέρες και άλλως οι μετά τον Αυγουστίνον Λατίνοι. Εκ τούτου κυρίως προκύπτουν αι μεταξύ Ανατολής και Δύσεως διαφοραί αντιλήψεων περί ανθρωπίνου προορισμού, πτώσεως και σωτηρίας.

Ο σκοπός της παρούσας μελέτης, ο εις την διάθεσίν μας χρόνος και τα λοιπά εις την διάθεσιν ημων μέσα, δεν επιτρέπουν την λεπτομερή εξέτασιν της ιστορικής του θέματός μας εξελίξεως εις την Δύσιν. Ούτε δυνάμεθα, ένεκα του εκτεταμένου χαρακτήρος των απασχολούντων ημάς εν τω δοκιμίω τούτω μεθοδολογικών προβλημάτων, να εξετάσωμεν λεπτομερώς την όλην πατερικήν παράδοσιν της Ανατολής. Μία τοιαύτη εργασία υπό τας νυν συνθήκας, επιπολαίως θα ηκολούθει την μεθοδολογίαν των ήδη ασχοληθέντων με το θέμα αυτό θεολόγων και φιλοσόφων, οίτινες έχοντες, όπως παρετηρήσαμεν, ωρισμένας προκαταλήψεις υπερεπήδησαν, χωρίς να λάβουν σοβαρώς υπ’ όψιν, ικανά δια την πατερικήν θεολογίαν ουσιαστικά στοιχεία. Ως εκ τούτου περιορίζομεν το θέμα μας εντός των χρονικών ορίων από της Καινής Διαθήκης μέχρι του αγίου Ειρηναίου, χωρίς να παραλείψωμεν την επικουρικήν μαρτυρίαν μεταγενεστέρων μεγάλων Πατέρων, δια να καλύψωμεν το εν τη ερεύνη του θέματος κατά την περίοδον των δύο πρώτων αιώνων δημιουργηθέν κενόν ένεκα των εσφαλμένων προϋποθέσεων των περί το θέμα μέχρι τούδε ασχοληθέντων, και ένεκα της δια τους μετέπειτα χρόνους μεγάλης σημασίας της περιόδου ταύτης. Δεν εισερχόμεθα εις τας ωριγενιστικάς έριδας του τρίτου και τέταρτου αιώνος, αφού τα κύρια χαρακτηριστικά της ωριγενείου αιρέσως υπάρχουν ήδη εις την διδασκαλίαν των Γνωστικών αντιπάλων του Ειρηναίου. Εξ άλλου οι μετέπειτα Έλληνες Πατέρες ενέμειναν εις τα κύρια και ουσιώδη σημεία των αντιλήψεων περί πτώσεως και σωτηρίας της υπό εξέτασιν περιόδου.

--------------------------
Παραπομπές
Οι παραπομπές θα αναρτηθούν όταν ολοκληρωθεί η ανάρτηση του κυρίως κειμένου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......