ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Η προσευχή του Αγίου Όρους χθές και σήμερον




(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

Κανείς μας δεν αγνοεί, ότι η προσευχή είναι πρωταρχική ανάγκη κάθε ψυχής, δένδρον ζωής, το οποίον τρέφει τον άνθρωπον και τον αφθαρτοποιεί, διότι τον καθιστά κοινωνόν του αϊδίου και αφθάρτου Θεού. Όπως δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ψυχήν, έτσι και δεν νοείται τις ζωντανός εν Χριστώ άνευ προσευχής.

Η νοερά προσευχή είναι αδιάλειπτος ενέργεια των αγγελικών ταγμάτων, ο άρτος, η ζωή και η γλώσσα των αΰλων αυτών όντων, είναι έκφρασις της αγάπης των προς τον Θεόν. Ούτω και οι μοναχοί, εν σαρκί μιμούμενοι και αγωνιζόμενοι βιούν την αγγελικήν πολιτείαν, ζωπυρούν τον θεϊκόν αυτών έρωτα διά της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής.

Διά τούτο, πάλιν και πολλάκις, και μέσα εις την ιστορίαν, βλέπομεν μοναχούς που λησμονούν ακόμη και επί ώρας και ημέρας να φάγουν, ξεχνούν και τον εαυτό τους, αφωσιωμένοι εις την νοεράν ενατένισιν του Κυρίου. Πόσες φορές κτυπούσαν την θύραν αγίων ή ελάλει ο πετεινός και εκείνοι δεν αντελαμβάνοντο τίποτε, διότι ο νους των ευρίσκετο εις μετάρσιον κοινωνίαν μετά του Θεού! Η προσευχή είναι δι’ αυτούς η πνευματικωτέρα άθλησις, που γίνεται αναφορά εις τον Πατέρα και Κτίστην του κόσμου, είναι θαλπωρή της καρδίας των, ανέβασμα εις τα ουράνια. είναι αγκάλιασμα και τρυφερός ασπασμός του μοναχού προς τον Νυμφίον και Σωτήρα των ψυχών μας.

Η Εκκλησία μας ζη με την προσευχήν. ζη με τας προσευχάς των τέκνων της. Βεβαίως υπάρχουν πολλά είδη προσευχής. Αν όμως θελήσωμεν να ίδωμεν ποία είναι η κατ’ εξοχήν προσευχή της Εκκλησίας, που αειρρύτως συντηρεί την πνευματικότητά της «εν παντί καιρώ και πάση ώρα», τότε θα πρέπη να ανατρέξωμεν εις τα φωτοφόρα τέκνα της, τα αποτελούντα την μοναχικήν πολιτείαν. Διότι, όπως λέγει ένας Πατήρ της Εκκλησίας, ο άγιος Ισαάκ, αύτη αποτελεί το «καύχημα της Χριστού Εκκλησίας»1 και εκφράζει το σαρκωμένον και βιωμένον Ευαγγέλιον. Είναι ο μοναχισμός το ιερώτατον θησαυροφυλάκιόν της, εις το οποίον διατηρούνται αλώβητα τα δόγματά της, αληθής η ευσέβεια, ακέραιον το μαρτυρικόν φρόνημα, ανόθευτος η πνευματική παράδοσις, δραστική και σωτήριος η αποστολή της, συνεχές το ηδύμολπον τραγούδι της, με το οποίον προκαλεί και εξυπνά τον ηγαπημένον Χριστόν της και θηρεύει την ολόφωτον περιστεράν, το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον εκ του Πατρός εκπορεύεται.

Διά να γνωρίσωμεν δε πώς διατηρεί η Εκκλησία μέσα εις τον μοναχισμόν την προσευχήν της, την θεοπρεπή ταύτην φωνήν της, δεν χρειάζεται να τρέξωμεν μακρυά εις την Ανατολήν και Δύσιν. Εδώ, εις την γειτονιά μας, έχομεν το Άγιον Όρος, την πνευματέμφορον ιεροθήκην των παραδόσεών μας, την θεόρριπτον σανίδα, διά της οποίας διαρκώς σώζονται από τον κλύδωνα της αμαρτίας πολλοί και γεμίζουν την βασιλείαν του Θεού.

Την προσευχήν του Αγίου Όρους ποιος δεν την γνωρίζει; Αποτελείται από μίαν φράσιν μικράν, από μετρημένας τας λέξεις.

Με την βοεράν κραυγήν «Κύριε», δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγαλειότητά Του, τον βασιλέα του Ισραήλ, τον δημιουργόν της ορατής και αοράτου κτίσεως, ον φρίττουσι τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ.

Με την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν «Ιησού», μαρτυρούμεν, ότι είναι παρών ο Χριστός, ο σωτήρ ημών, και ευγνωμόνως τον ευχαριστούμεν, διότι μας ητοίμασε ζωήν αιώνιον. Με την τρίτην λέξιν «Χριστέ», θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Χριστός είναι αυτός ο Υιός του Θεού και Θεός. Δεν μας έσωσε κάποιος άνθρωπος, ούτε άγγελος, αλλά ο Ιησούς Χριστός, ο αληθινός Θεός.

Εν συνεχεία, με την ενδόμυχον αίτησιν «ελέησόν με», προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνη ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας. Και εκείνο το «με», τί εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου. είναι άπαντες οι πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Χριστού, εις την αγίαν Εκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος.

Και, τέλος, διά να είναι πληρεστάτη η προσευχή μας, κατακλείομεν με την λέ­ξιν «τον αμαρτωλόν», εξομολογούμενοι — πάντες γαρ αμαρτωλοί εσμεν — καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι Άγιοι και εγίνοντο διά ταύτης της φωνής υιοί φωτός και ημέρας.
Εξ αυτών αντιλαμβανόμεθα, ότι η ευχή εμπεριέχει δοξολογίαν, ευχαριστίαν, θεολογίαν, παράκλησιν και εξομολόγησιν.

Τί να είπωμεν, λοιπόν, αγαπητοί μου, τώρα διά την νοεράν προσευχήν, αφού εις την εποχήν μας, δόξα σοι ο Θεός, παντού γίνεται λόγος περί αυτής και απειράριθμα βιβλία εκδίδονται αναφερόμενα εις την «ευχήν»; Και τα μικρά παιδάκια πλέον την γνωρίζουν και την λέγουν. μικροί και μεγάλοι σώζονται με αυτήν.

Και είναι καλόν τούτο, ακόμη και διά το γεγονός ότι εις την Ανατολήν τα ψευδώνυμα θρησκεύματα και αι απατηλαί «ιεραποστολαί» των επιδεικνύουν την ιδικήν των δήθεν προσευχήν, που είναι όμως ψυχική, ψευδής και δαιμονική. Είμεθα χρεώσται να ανακαλύπτωμεν τον ιδικόν μας αληθή θησαυρόν, την νοεράν προσευχήν, την μνήμην του θείου ονόματος. Ορθώς λέγει ο ψαλμωδός2, ότι το όνομα του Θεού μας δίδει ζωήν. Και τί ωραία που λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης ότι η προσευχή είναι «ως πυρ ευφροσύνης, ως φως ευωδιάζον, Αποστόλων κήρυγμα, ευαγγέλιον Θεού, πληροφορία καρδίας, Θεού επίγνωσις, το του Ιησού αγαλλίαμα, ευφροσύνη ψυχής, έλεος Θεού, ακτίς νοητού ηλίου, χάρις Θεού. Προσευχή εστιν ο Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι»3.

Ναι, μέσα εις τους αιώνας η Εκκλησία διά της ευχής, αφ’ ενός μεν ομιλεί εις τον Θεόν, αφ’ ετέρου δε με αυτήν ενθουσιάζει τα τέκνα της και τα θεοποιεί. Ο απόηχός της γεμίζει ολόκληρον την κτίσιν και η ενέργειά της συνεργεί εις την ανακαίνισιν του κόσμου.
Και τώρα, λοιπόν, τί να είπωμεν διά το θαυμαστόν τούτο δώρημα της θείας Χάριτος, το οποίον έδωσε και εις ημάς;

Δι’ αυτό ας ερμηνεύσωμεν την έννοιαν της ευχής, να ρίψωμεν και μια ματιά εις την ιστορίαν της, να ίδωμεν και μερικάς πνευματικάς προϋποθέσεις αυτής και ωρισμένας κοινωνικάς υποχρεώσεις μας, αναγκαίας διά την προσευχήν.
* * *
Εις την Πάλαιαν Διαθήκην ο Θεός απαιτεί από τους Ισραηλίτας να αγιάζουν το όνομά Του. π.χ. εις τον Ησαΐαν αναφέρει ότι, «δι’ εμέ αγιάσουσι το όνομά μου»4. Οκτακόσια χρόνια προ του Χριστού ο Θεός διά του Προφήτου αυτού λέγει: Θα μου αποδίδουν δόξαν και θα με ομολογούν ως μόνον Άγιον, επικαλούμενοι το άστεκτον και υπερύμνητον όνομά μου. Η θεϊκή αυτή προσφώνησις είναι προσευχή, αγιασμός, δόξα και προσκύνησις του Θεού.

Ακόμη λέγει η Παλαιά Διαθήκη, ότι εν ονόματι αυτού καυχώμεθα5, εξομολογούμεθα Αύτώ6, δι’ Αυτού λυτρούμεθα7, δι’ Αυτού σωζόμεθα8, εν Αυτώ αγαλλιώμεθα9, διότι όπου το όνομα του Κυρίου εκεί και η παρουσία Του.

Και εις την Καινήν Διαθήκην, ο Κύριος εζήτει να κάνωμεν τας αιτήσεις μας προς τον Θεόν εν τω ονόματι Αυτού, του Χριστού10. Ο δε Απόστολος Παύλος, όπως ενθυμείσθε, λέγει, ότι ο Θεός εχάρισεν εις τον Υιόν Του όνομα, το υπέρ παν όνομα, ώστε εν τω ονόματί Του να Τον προσκυνώμεν προσευχόμενοι11. Την δε προ­σευχήν μας την θέλει αδιάλειπτον12.

Ο αποστολικός Πατήρ Ερμάς, θέλων τόσο πολύ να είναι εις τον νουν και εις την καρδίαν μας το όνομα του Ιησού, λέγει, ότι πρέπει να δεθώμεν με το όνομα του Χριστού, ωσάν να το έχωμε φορέσει επάνω μας και δεν το βγάζομε ποτέ13.

Ο Μέγας Βασίλειος εγνώριζε και ωμιλούσε διά την νοεράν προσευχήν, διά των αυτών λέξεων που χρησιμοποιούμεν και σήμερα. και, έλεγεν, ότι είναι η καθολική προσευχή της Εκκλησίας. Και ο ιερός Χρυσόστομος φέρεται λέγων «βοάτε από πρωί έως εσπέρας το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς»14.

Ας μνημονεύσωμεν τώρα σποράδην μερικούς ασκητικούς Πατέρας, οι οποίοι δεν τονίζουν τίποτε άλλο τόσον, όσον συνιστούν μοναδικώς την ευχήν.

Πολύ γνωστή μας είναι η τριάς των αγίων Ιωάννου του της Κλίμακος του ισαγγέλου, Ισαάκ του Σύρου που σε συνεπαίρνει, και του Συμεών του Νέου Θεολόγου του πνευματοδύτου. Αναλύουν την προσευχήν, και δι’ αυτούς που ζουν εις την έρημον και δι’ εκείνους που είναι εις μοναστήρια και δι’ αυτούς που είναι εις τον κόσμον.

Να ενθυμηθώμεν και τους άλλους αετούς, τον όσιον Νείλον τον υπερβάμονα, τους οσίους Βαρσανούφιον και Ιωάννην τους διακριτικωτάτους, τον Διάδοχον Φωτικής τον θαυμάσιον.

Τί να είπωμεν και διά τον Γρηγόριον τον Σιναΐτην, ο οποίος μετέφερε από τα μέρη του Σινά την προσευχήν, την εζωοποίησε και την ανέπτυξεν εις το Άγιον Όρος τον ΙΔ’ αιώνα; Ασφαλώς δε, η προσευχή του Ιησού υπήρχε και προηγουμένως εις το Όρος. αλλ’ αυτός εγύρισε γην και ουρανόν, εις το Όρος και παντού διά να την διαδώση και την κατέστησε προσευχήν καθημερινήν. Βεβαίως, το Όρος και πριν ουδέποτε εστερείτο αθλητών της ευχής, κατά πρώτον ζώντων απομεμονωμένως, διότι ο ησυχασμός προεβλήθη ως η τελειοτέρα οδός πνευματικής ζωής.

Και ποιος δεν γνωρίζει ακόμη τον περίφημον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην, τον Γρηγόριον τον Παλαμάν τον παμμέγιστον, όστις συνέθεσεν άριστα την δογματικήν και πρακτικήν περί νοεράς προσευχής ορθόδοξον διδασκαλίαν, τον άγιον Κάλλιστον, τον Ισίδωρον και τον Φιλόθεον τους Πατριάρχας, και άλλους πολλούς, όπως οι Θεόληπτος Φιλαδελφείας, Κάλλιστος και Ιγνάτιος Ξανθόπουλοι κ.ά., οι οποίοι και θεωρητικώς και πρακτικώς έζησαν, εφήρμοσαν και έγραψαν περί της προσευχής;

Ω, τί να ξεχωρίσωμεν από τα τόσα που έγραψε και έζησεν ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο νέος αυτός μυσταγωγός εις την προσευχήν και εις το πατερικόν φρόνημα των ανθρώπων και του κόσμου; Το Εγχειρίδιον του και η Φιλοκαλία είναι πλέον κλασσικοί οδηγοί εις όλον τον κόσμον.

Ας υπάγωμεν τώρα και εις μίαν Μονήν.

Γνωρίζομεν ότι εις το Μοναστήρι είναι μία αδιάλειπτος σύναξις της αδελφότητος και ολοκλήρου της καθολικής Εκκλησίας. Δεν θα υπήρχε λόγος να υπήρχαν Μοναστήρια, αν δεν ήσαν, όντως, μία καθ’ ημέραν και κατά νύκτα σύναξις. Δι’ αυτό και το κέντρον της μοναχικής ζωής είναι η καθημερινή λατρευτική ζωή, και μάλιστα η Θεία Λειτουργία.

Εκεί ο μοναχός προσοικειούται και αφομοιώνει το μαρτυρικόν, ασκητικόν και λειτουργικόν φρόνημα της Εκκλησίας μας. Τα λειτουργικά κείμενα τον διαποτίζουν και γίνονται προσωπικά του βιώματα.

Συναθροίζονται οι μοναχοί εις τον Ναόν γνωρίζοντες, ότι δεν είναι μόνοι, αλλά μεθ’ όλων των αγγέλων και των αγίων, δοξάζοντες τον Θεόν και τιμώντες τον Άγιον ή την εορτήν. Η Θεία Ευχαριστία και η όλη λατρευτική συναγωγή τους προσφέρει μίαν βαθείαν αίσθησιν, ότι ο Θεός είναι παρών και αυτοί κοινωνοί Αυτού μυστηριακώς κατά Θείαν ενέργειαν. Και όσον αόρατος είναι ο Θεός, κατ’ αναλογίαν και τόσον αληθεστέρα είναι η μυστική κοινωνία και η εντρύφησις.

Η του Θεού αύτη κοινωνία, εν τη λατρεία, που είναι πρωταρχική, συνεχίζεται εν τω κελλίω και όπου αλλαχού διά της ευχής. Διότι η ευχή δεν είναι απλώς μία προσευχή. Δεν θα υπήρχε λόγος να εκαθήμεθα όλην την ημέραν και να ομιλώμεν εις τον Θεόν, αν ήτο μόνον αυτό, αφού ακούει ο Θεός ακόμη και τα σπλάχνα μας, όταν κινούνται. Καλόν αυτό, αλλ' έτι πλέον είναι η ευχή βρώσις του Χριστού, του αμνού του Θεού του παρόντος εν τη μνήμη και επικλήσει του Θείου και φρικτού και γλυκυτάτου ονόματός Του. Είναι και πόσις μεθυστικού γλεύκους της Χάριτος, που καθιστά τον άνθρωπον μετάρσιον. Όλος ο Χριστός προσλαμβάνεται και ευρισκόμεθα ημείς αντανακλώντες τας ιδιότητας του Θεού, θεοί εκ Θεού θεούμενοι, φωτιζόμενοι και μυστικώς ενεργούμενοι.

Ο μοναχός διά της νοεράς αυτής «λειτουργίας», ως λέγουν οι όσιοι Πατέρες, «αληθώς μάννα διά παντός εσθίει πνευματικόν»15. Τούτο είναι πλήρωσις, «πλείον ώδε» από το «μάννα», που συμβολικώς και προτυπωτικώς έρριχνε ο Θεός εις τους Ισραηλίτας διά να ζήσουν με αυτό. Το ωνόμασαν «μάννα», που σημαίνει: Δεν καταλαβαίνω τί πράγμα είναι αυτό. Έτσι και ημείς ημπορούμεν να λέγωμεν: Τί μεγάλο γεγονός είναι αυτή η ευχή, η μνήμη του Ιησού, αυτή η μυστική μετάληψις του Χριστού μας ανά πάσαν στιγμήν, όπως τότε έπιπτον εξ ουρανού αι νιφάδες του «μάννα» και ο λαός ήσθιε και ηυφραίνετο.

Επομένως βασική προϋπόθεσις νοεράς προσευχής είναι η πίστις ότι αύτη είναι αληθής Θεού κοινωνία και βάθρον θεώσεως διά των θείων ενεργημάτων του απροσλήπτου Κυρίου, όστις δι’ αυτών κατέρχεται εφ’ ημάς και ενούται μεθ’ ημών των αμαρτωλών. Ο ίδιος ο σαρκωθείς Λόγος, ο βασιλεύς των ουρανών, Αυτός που εις το εν δακτυλάκι του ημπορεί να κρατάη όλον τον ντουνιά, Αυτός κρατείται από ημάς! Και εισέρχεται εν ημίν και συνδιατρίβει και εμπεριπατεί μέσα μας. Όπως εις την θάλασσαν της Τιβεριάδος, όταν ήγρευσαν οι Μαθηταί πλήθος ιχθύων, είπεν ο Ιωάννης εις τον Πέτρον «ο Κύριος εστιν», ούτω και ημείς, όταν απλώνωμεν τα δίκτυα της προσευχής, ημπορούμεν να επαναλαμβάνωμεν «ο Κύριος εστι» μετά πλήρους πεποιθήσεως, διότι μας το βεβαιοί η Εκκλησία μας, ότι εκεί υπάρχει Αυτός. Νάτος! Παρών, ο ίδιος ο Θεός!

Διά να φωταγωγήται όμως και να λαμπρύνεται διά της παρουσίας του Κυρίου ο πιστός με την ευχήν, πρέπει να προσέχη ο ίδιος να είναι ο βίος του ανάλογος με την ζωήν που αρμόζει εις τον Θεόν. Αφού θέλει τον Θεόν, πρέπει να ζη θεοπρεπώς. Να επιδιώκη να ξεφύγη μέσα από την ανθρωπίνην μιζέρια και την κακομοιριά, να ενδυναμώνη τον εαυτό του διά της θείας δυνάμεως, να ασκήται, να γίνεται σκεύος χωρητικόν των θείων χαρισμάτων. Ακόμη, να επιθυμή την κάθαρσίν του από πάσης αμαρτίας, πληροφορούμενος από τον λόγον της αληθείας, ότι αυτό είναι κατορθωτόν. Με την έμπρακτον θέλησίν του και την ευδοκίαν του Θεού να φέρεται προς την δυνατήν απάθειαν ο ίδιος, και μάλιστα γινόμενος ολονέν θεοειδέστερος.
* * *
Τώρα έχομεν εν πρόβλημα, προκειμένου να αφιερωθώμεν εις την ευχήν. Είμεθα κεκλεισμένοι μέσα εις τας απασχολήσεις μας, βιαζόμεθα, κουραζόμεθα, απογοητευόμεθα, ζώμεν με το άγχος, δεν κατορθώνομεν να είμεθα ελεύθεροι από λογισμούς, από πάθη, από τρικυμίας. Διά να υπνώσωμεν ταλαιπωρούμεθα, διά να είμεθα χαρούμενοι πρέπει να παίζωμεν κιθάρα ή να εύρωμεν μίαν διασκέδασιν. Δεν είναι ζωή αυτή! Μας κουράζει και δεν μας αφήνει να προσευχώμεθα όσον και όπως θέλομεν.

Δι’ αυτό βεβαιούν οι Πατέρες, ότι οι λόγοι του Θεού είναι που δροσίζουν την ψυχήν16 και ο λόγος του Θεού «ρώννυσι την ψυχήν, καθώς ο οίνος το σώμα»17.

Ο λόγος του Θεού υπάρχει εις την Γραφήν και εις τους αγίους Πατέρας. Όταν μελετώμεν τοιαύτα βιβλία, και μάλιστα, ασκητικών Πατέρων, όταν είμεθα εις την εργασίαν μας προσεκτικοί, όταν κοπιάζωμεν εις την ζωήν μη σπαταλώντες τας δυνάμεις μας, αλλά δίδοντες αυτά εις το καθημερινόν μας καθήκον, όταν ούτω πως η ζωή ημών είναι μία άσκησις καθημερινή, τότε αυτή η άσκησις και η μελέτη προλειαίνουν το έδαφος της ψυχής, ώστε να καθίσταται ικανή να αναβαίνη προς τα άνω.

Διά να προσεύχεσαι, πρέπει να έχης εν στοιχείον, το οποίον είναι ανάγκη να το καλλιεργής. Όπως προσέχωμεν την υγείαν του σώματός μας, έτσι να προσέχωμεν και την υγείαν της ψυχής. Είναι ανάγκη να είμεθα χαρούμενοι. Όταν συνηθίζωμεν να προσευχώμεθα, μας χαρίζεται η χαρά του Χριστού και περισσότερον ακόμη. Αν προσευχόμενος θλίβεσαι, αν βαρυθυμής, κάτι μέσα σου δεν πηγαίνει καλά. Να το κυττάξης, να δώσης προσοχήν, διότι ο χαρακτήρ του ανθρώπου επιδρά πολύ.

Ίδετε τί ωραία που λέγεται περί του αγίου Σάββα του Βατοπαιδινού, όστις υπέστη τα πάνδεινα. ότι ούτος «ην την έντευξιν ιλαρώτατος και την όψιν ήδιστος και χαριέστατος». Εις τας συναναστροφάς του το χαμόγελόν του ήτο φαιδρότατον, γλυκύτατον το πρόσωπόν του και ολόκληρος πλήρης χάριτος. Πόσον μάλλον ήτο εις την αναστροφήν του με τον Θεόν, εις την προσευχήν του ως ήλιος φωτεινός!

Ένας άλλος δε ασκητικός Πατήρ, ο όσιος Νείλος, σημειώνει πολύ όμορφα: «Προσευχή εστι χαράς και ευχαριστίας πρόβλημα»18. Θέλεις να γνωρίσης, εάν η προσευχή σου είναι αληθινή και ταπεινή; Παρατήρησε. προβάλλει η αγαλλίασις, αναδίδεται ευχαριστία εκ καρδίας; Και «όταν παριστάμενος εις προσευχήν, υπέρ πάσαν άλλην χαράν γενήση, τότε αληθώς εύρηκας προσευχήν»19.

Η προσευχή, επομένως, είναι χαροποιός. Οπωσδήποτε όμως θα έχωμεν και τον αγώνα μας κατά της αμαρτίας, κατά των παθών. Ούτε αυτό να μας καταθλίβη, αφού παρεδώσαμεν εις τον Ιησούν Χριστόν την ζωήν μας. Όμως ο άγων είναι αναγκαίος, διά να ευλογήται η ζωή μας. Αν θέλωμεν να το επιτύχωμεν, να μη κρατώμεν εντός ημών καμμίαν πικρίαν εναντίον ετέρου, να μη αναμειγνυώμεθα εις την ζωήν κανενός ανθρώπου, να μη εξαναγκάζωμεν κανένα, να μη πληγώνωμεν, να μη τον στενοχωρώμεν, ούτε να στενοχωρούμεθα από τον άλλον. Να είναι αι κοινωνικαί σχέσεις μας φυσικαί και απλαί. Να νιώθωμεν ότι οι άλλοι, πάντες και εγώ, είμεθα εν και το αυτό, θεωρούντες «ένα εαυτόν μετά πάντων»20, χωρίς, βεβαίως, να αλλοιούμεθα εις το φρόνημα ή να εκτρεπώμεθα εις την ζωήν μας και τας αναστροφάς. Τότε η προσευχή είναι εύκολος. Αρκεί να αφήσωμεν τον Θεόν να εργάζεται μέσα μας, όπως ο χωρικός που σπέρνει και περιμένει την βροχούλα του Θεού.

Ημείς θα ενεργώμεν το ιδικόν μας αγώνισμα, θα μνημονεύωμεν το όνομα του Ιησού, άλλοι με το στόμα, άλλοι με τον νουν, άλλοι με τον νουν εις την καρδίαν, άλλοι όπως τους δίδει η θεία Χάρις, όταν τους επισκέπτεται, οπότε αστράπτει το πνεύμα τους και κραυγάζοντας συναντάει τον Θεόν.

Ασφαλώς αξίζει να δίδωμεν χρόνον πολύν, όσον δυνάμεθα, ώστε να εφαρμόζωμεν το πατερικόν λόγιον «ανάγκασον εαυτόν ευχάς πολλάς ποιήσαι»21, αφήνοντας τα πάντα εις τον Κύριον. Αλλ’ έστω και μίαν ευχήν αν είπωμεν, και τούτο έχει αξίαν μεγάλην. Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ «πάσα ευχή, ην προσφέρεις εν τη νυκτί, πασών των της ημέρας πράξεων έστω εν οφθαλμοίς σου τιμιωτέρα»22. Και γίνεται ακόμη αποδοτικωτέρα, εάν την προσφέρωμεν κατά τας νυκτερινάς ώρας.

Άφησε τα πάντα εις τον Θεόν, μας λέγει ο ίδιος εις κάθε ένα. Κάνε το έργον σου και ο νους σου εις την ευχήν! Και διάλεξε καλόν οδηγόν, χειραγωγόν εις Χριστόν.

Πρέπει όμως να υπογραμμίσωμεν, ότι εις το θέμα της πνευματικής ζωής τα πάντα ενεργεί η Χάρις του Θεού, και, επομένως, ημπορούμεν να είμεθα ήσυχοι.

Το όνομα του Ιησού, η νοερά προσευχή είναι, λέγουν οι άγιοι Πατέρες, μυροδοχείον. Το ανοίγεις, το γέρνεις και χύνεται το μύρον, πληρούται ευοσμίας ο τόπος. Βοάς το «Κύριε Ιησού Χριστέ» και αναδίδεται η ευωδία του Αγίου Πνεύματος, λαμβάνεις «αρραβώνα Θείου Πνεύματος». Διότι «το άγιον Πνεύμα συμπάσχον ημίν επιφοιτά» και «προτρέπεται εις έρωτα πνευματικής προσευχής»23. Και, μάλιστα, προσεύχεται και αυτό, αντί δι’ ημάς που ξεχνούμεθα και αναλαμβάνει τα υστερήματά μας, τας ακαθαρσίας ημών, την πτωχείαν της υπάρξεώς μας. Διότι είμεθα έκαστος ναός του Θεού και όταν προσευχώμεθα γινόμεθα ιερουργοί του μεγάλου μυστηρίου. Δι’ αυτό λέγει πολύ-πολύ όμορφα ένας Πατήρ της Εκκλησίας: «Πάρε ένα θυμιατό να θυμιάσης, διότι ο Χριστός είναι εδώ εις την καρδίαν σου, από την οποίαν ανατέλλει το "Κύριε Ιησού Χριστέ"». Και πάλιν αλλαχού λέγει. «όταν ακούωμεν κανένα θυμιατό να κτυπάη, ας ενθυμούμεθα ότι ναός είμεθα ημείς, και ας νιώθωμεν νοερώς ότι θυμιάζομεν τον Χριστόν, που είναι μέσα εις ημάς, και, έτσι, να προσκυνώμεν ταύτην την σκηνήν του Αγίου Πνεύματος»24.

Σκεφθήτε, μέσα μας είναι η βασιλεία του Θεού, η κατοικία Του, όπου «τον ασώματον εν σώματι περιορίζομεν», δι’ ο και μέσα μας επιτελείται μία «των επουρανίων προσκύνησις»25. Μαζί Του είναι και όλοι οι ομογάλακτοί μας Άγιοι, που εθήλασαν από τον μαστόν του Αγίου Πνεύματος. Είναι ιδικοί μας αδελφοί και φίλοι, που μας περιμένουν, μας αγαπούν και μας καθιστούν μακαρίους, όπως λέγει ο Προφήτης Ησαΐας. «μακάριος ος έχει οικείους εν Ιερουσαλήμ»26, εις τον ουρανόν. Ενθυμείσθαι αυτό που έλεγεν ο Χριστός; «Εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει»27. Αυτό εφαρμόζεται και εις ημάς. Το Πνεύμα μας αξιώνει, όταν προσευχώμεθα, να κατανοώμεν τον Θεόν και να ζώμεν τα μυστήρια αυτά. Και φθάνουν οι Άγιοι να γνωρίζουν τον Χριστόν, Αυτόν διά τον οποίον λέγουν, ότι κανείς δεν Τον βλέπει και κανείς δεν Τον ηξεύρει. Και όμως! Διά της προσευχής κατανοούμεν «το απερινόητον και το υπερφαές περιεχόμενον του Θεού μας», αφού η του Πνεύματος Χάρις πάσης πηγής αναβλύζει, δι’ ης και το άρρητον κάλλος του Θεού μας διδάσκει.

Και αν ημείς δεν φθάσωμεν εκεί, πάλιν θα μας φέρη η ευχή ευλογίας, παρηγορίαν, ευχαρίστησιν, συγχώρησιν, σωτηρίαν, «εκάστω ως συμφέρει».
* * *
Τέλος, ας ίδωμεν και πώς βιούται εν Αγίω Όρει η προσευχή.

Λέγει ένας ασκητής αγιορείτης (δεν λέγω το όνομά του, διότι ζη): «Αχ! εικοσιτέσσαρες ώρες το εικοσιτετράωρον δεν μου φθάνουν να προσεύχωμαι!» Νιώθετε, τί προσευχή κάνει αυτός ο άνθρωπος; Αντιλαμβάνεσθε πόσον έχει ηδύτητα, εφ’ όσον τα μάτια του και η καρδιά του νοερώς στρέφονται ολονέν προς τον Θεόν; Όποιος δοκιμάση την γλυκύτητα του Θεού, έτσι θα λέγη και αυτός.

Ναι, προσεύχονται εις το Άγιον Όρος, μέσα εις τα Μοναστήρια και έξω από τα Μοναστήρια. Μορφαί μεγάλαι ανεδείχθησαν τα τελευταία χρόνια, όπως ο Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, ο Καλλίνικος ο Ησυχαστής και τόσοι άλλοι.

Ένας ιδικός μας μοναχός, που εκοιμήθη εδώ και ολίγα χρόνια, ο γέρο-Αρσένιος, ο ευλογημένος, ούτε να κοιμηθή δεν ήθελε, αλλά εκρέματο από κάτι σχοινιά — κρεμαστήρας — και προσηύχετο ακουμβών εις εν ξύλον διά να προσεύχεται, όπως και πάμπολλοι μοναχοί έπραττον. Όταν προσηύχετο και έκαμε μετανοίας, κτυπούσε το κεφάλι του εις το πάτωμα. Έλεγεν: «Είμαι αμαρτωλός και δεν θ’ ακούη την προσευχήν μου ο Θεός. ν’ ακούη τουλάχιστον τα κτυπήματα της κεφαλής μου. Η αμαρτία μου είναι τόση, που δεν βγαίνει η ευχή από το λαρύγγι μου». Και είχε μίαν χαράν! Συνεχώς προσηύχετο. Να εβλέπατε το πρόσωπόν του. Αν εβλέπατε πώς εκοιμήθη, θα ελέγατε: «Αλήθεια, μακάριος ο θάνατος ενός οσίου».

Ένας άλλος μοναχός, προσευχόμενος μίαν νύκτα, μέσα εις την ακολουθίαν, ο νους του ξέφυγε και επέταξεν επάνω εις την θάλασσαν, επήγεν εις τα βουνά και εις τα λαγκάδια, αγνάντεψε τα δένδρα, τα λουλούδια, τα ψάρια της θαλάσσης, τα βουνά, τα νησιά, επεσκόπευσε την γην και τον ουρανόν, και είδε και ήκουσεν, ότι όλα δοξολογούν τον Θεόν. Από την ημέραν εκείνην δεν ημπορούσε να σταθή καθόλου. και από τους οξυδρόμους οφθαλμούς του δεν εσταμάτησαν τα δάκρυα. είδε και έλεγεν ότι η άψυχος κτίσις εκχέει τα δάκρυά της με την δοξολογίαν «και εγώ, που έχω ψυχήν, είμαι μέσα εις την αμαρτίαν».

Εις το Άγιον Όρος δεν έλειψαν ποτέ οι ησυχαστικοί και νηπτικοί μοναχοί, αδιακόπως έως σήμερα. Ας μνημονεύσωμεν εδώ και τον άγιον Σιλουανόν, που η ζωή του ήτο διαρκής και αστείρευτος προσευχή.

Τα τελευταία χρόνια ένας άλλος ασκητής, ο Γερο-Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης, αφιέρωσε την ζωήν του εις την ευχήν, την οποίαν ερρόφησε βαθειά, την έκανε ισχύν αυτού και την έζησε με εν βίωμα γλυκείας εντρυφήσεως του Παραδείσου. Πολλοί και τώρα είναι πνευματικά του έγγονα.

Από το Όρος μετεδόθη πανταχού η νοερά προσευχή. Απ’ εδώ διέδωσεν ο αγιορείτης Παΐσιος Βελιτσκόφσκι την ευχήν εις τους Σλαύους. Ωσαύτως ο π. Σωφρόνιος, αγιορείτης και αυτός, εις την Ευρώπην.

Επέδρασεν ο Άθως και εις τον Άγιον Αθανάσιον των Μετεώρων, εις τον Ά­γιον Διονύσιον Ολύμπου, που ενέπνευσαν πολλούς άλλους. Δεν αριθμούνται. Συμεών Μονοχίτων, Ιάκωβος ο Γέρων, άγιος Θεωνάς, Κολυβάδες... Η ευχή έτρεξεν εις όλον τον κόσμον. Έτσι εις την Ρωσίαν έχομεν Άγια Όρη! Και εις την Σερβίαν έχομεν Άγια Όρη! Όπου και αν πάη κανείς. Σήμερον έχομεν και εις την Ευρώπην Μοναστήρια από αγιορείτας, οι οποίοι τί άλλο κάνουν, από το να διαδίδουν την νοεράν προσευχήν όσον δύνανται.
* * *
Τί θα ήτο, αγαπητοί μου, η ζωή μας χωρίς την προσευχήν αυτήν;

Και τί είναι ολόκληρος ο κόσμος χωρίς την ευχήν;

Μία καρδιά που δεν έχει την προσευχήν αυτήν, μου φαίνεται, ότι ομοιάζει με μίαν νάυλον σακκούλα, που βάζεις τώρα κάτι μέσα, αλλά που θα σχισθή γρήγορα και θα την πετάξης.

Εκείνο που νοηματίζει την ζωήν όλην και την ύπαρξίν μας, διότι δίδει τον Θεόν, είναι η προσευχή μας.

Λέγουν, ότι θα έλθη η συντέλεια της ζωής, όταν σταματήσουν να προσεύχωνται οι άνθρωποι. Αλλά είναι δυνατόν να σταματήσουν ποτέ να προσεύχωνται; Όχι, διότι πάντοτε θα υπάρχουν οι αγαπώντες τον Κύριον. Και όσον τοιαύται ψυχαί υπάρχουν, δεν θα χαθή ο κόσμος. Η προσευχή η αδιάλειπτος τον ποτίζει μυστικά.

Αντιθέτως κάποτε θα ανακαινισθή ο κόσμος και, όπως έως τώρα συνώδινε και συνωδίνει μετά του ανθρώπου διά την φθοράν της φύσεως, τότε που θα γίνη καινή γη και καινοί ουρανοί, θα συναγάλλεται επί τη αιωνίω ευφροσύνη και δόξη του ανθρωπίνου γένους μέσα εις την θεϊκήν φωτοχυσίαν.

* Ομιλία που εκφωνήθηκε στην αίθουσα της Ι. Μητροπόλεως  Δράμας στις 24-4-1983

1.     Ισαάκ Σύρου, Ασκητικά, Λόγος Ι’
2. Ψαλμ. ρμβ’ 11
3. Γρηγορίου Σιναΐτου, Κεφάλαια πάνυ ωφέλιμα, P.G.150, 1277 και Φιλοκαλία Δ’, κεφ. ριγ’, σελ. 51
4. Ησ. κθ’ 23
5. Σοφ. Σειρ. ν’ 20
6. Σοφ. Σειρ. να’ 1
7. Σοφ. Σειρ. να’ 3
8. Ιωήλ γ’ 5
9. Ψαλμ. πη’ 17
10. Ιωάν. ιε’ 16
11. Φιλιπ. β’ 9-11
12. Α’ Θεσ. ε’ 17
13.    Ερμά, Ποιμήν XVI, 10 (ΒΕΠΕΣ, τόμος 3, σελ. 96)
14.    Αγίου Χρυσοστόμου, Επιστολή προς μοναχούς, P.G. 60, 752
15. Καλλίστου Καταφυγιώτου, Περί βίου θεωρητικού, κεφ. οθ’, P.G. 147, 913 C
16. Αγίου Εφραίμ (Ευεργετινός Β’, υπόθ. ΙΑ', ΣΤ’, σελ. 172)
17. Ιωάννου Δαμασκηνού, Ιερά Παράλληλα, στοιχείον Ο, τίτλ. Ζ’, P.G. 96, 217 Β
18. Οσίου Νείλου Ασκητού, Λόγος περί προσευχής, κεφ. ιε’ (Φιλοκαλία Α’, σελ. 178)
19. ένθ’ ανωτ., κεφ. ρνγ’, σελ. 189
20. ένθ' ανωτ., κεφ. ρκε’, σελ. 187
21. Αββά Ησαΐου, Λόγος Δ’ (έκδοσις Σχοινά 1962, σελ. 48)
22. Αββά Ισαάκ, Λόγος λδ’ Περί μετανοιών (έκδοσις Σπανού, σελ. 147)
23. Οσίου Νείλου Ασκητού, Λόγος περί προσευχής, κεφ. ξγ’ (Φιλοκαλία Α’, σελ. 182)
24. Γρηγορίου Νύσσης, Εις τον βίον του Μωυσέως, (JAEGER τόμ. VII, I, σελ. 94)
25. ένθ’ ανωτ.
26. Ησ. λα’ 9
27. Μάρκ. θ’ 1

ΠΗΓΗ:  “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ” 1989

πηγη ψηφιακού κειμένου:  impantokratoros

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Σταυρός και το βίωμά του εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία


(Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Αισθάνομαι ιδιαιτέραν συγκίνησιν, διότι έχω ενώπιόν μου ανθρώπους, οι οποίοι φροντίζουν δια τον ουρανόν και όχι δια την γην, ανθρώπους οι οποίοι καθ’ ημέραν περιμένουν λόγον Θεού, δια να τον εφαρμόζουν και όχι απλώς να τον ακούουν.

Όσοι έχετε έλθει εις το Άγιον Όρος θα έχετε παρατηρήσει ότι παντού δεσπόζει ο σταυρός. Τα καθολικά των μονών είδατε ότι είναι σταυροειδή, οι τρούλλοι στολισμένοι με ποικίλοι μορφών ιερούς σταυρούς, οι πτέρυγες των κελλιών πεποικιλμένες με σταυροειδή κοσμήματα, οι οδοδείκται των σταυροδρομίων σταυρόσχημοι και αυτοί, τα οροθέσια των μονών σημειωμένα δια σταυρού, οι βρυσούλες των σκιερών μονοπατιών και αυτές σταυρωτές. Κάθε μονή είναι αδύνατον να μη δώση εις προσκύνησιν το τιμαλφέστερον κειμήλιον, το τίμιον Ξύλον του Σταυρού του Κυρίου.

Έκαστος μοναχός, όταν φορή ολόκληρον την αμφίεσίν του, την μοναχικήν του πανοπλίαν, φέρει συνολικώς εκατόν τριάκοντα τέσσερις σταυρούς. Εις την χείρα του κρατεί το τριακοσάρι κομβοσχοίνι, το οποίον αποτελείται από δύο χιλιάδες επτακοσίους σταυρούς. Ούτως έκαστος μοναχός ανά πάσαν στιγμήν είναι περικυκλωμένος υπό χιλιάδων σταυρών, συνηρμοσμένος και αυτός εις τον σταυρόν του Κυρίου. Βίωμά του ο σταυρός, παρηγορία του ο σταυρός, όπλον του ο σταυρός, χαρά του, κλήρος του, πλούτος του ο σταυρός, και η ζωή του ένας σταυρός.

Μήπως όμως και ολόκληρος η Εκκλησία μας, οι ιεροί μας ναοί, τα άγια σκεύη και καλύμματα, δέν φέρουν σταυρούς; Οι χριστιανοί εις την καρδίαν και εις το στήθος δεν φέρουν τον σταυρόν και αι χείρες των δεν διαγράφουν επί του σώματος ημέρας και νυκτός τον σταυρόν;

Είναι φυσικόν, διότι ο σταυρός είναι βίωμα και κτήμα και σημαία τής Εκκλησίας. Έξω από την Εκκλησίαν οι άνθρωποι, οι οποίοι δεν αναγνωρίζουν την Εκκλησίαν ως μητέρα, νοιώθουν τον σταυρόν ως μωρίαν, ως θρησκόληπτον σημάδι, ως κατάραν ή αξιοβλασφήμητον πράγμα. Μόνον ένας πιστός κατανοεί την μοναδικήν του σημασίαν και δύναται να βιώση την δυναμικήν του ενέργειαν.

Δι' αυτό, ας ίδωμεν τι είναι ο σταυρός ο οποίος καθ’ ημέραν μας περικυκλώνει και μας αγιάζει και διατί τοσαύτη η χρήσις του ιερού αυτού συμβόλου και τύπου.

Χρειάζεται όμως να σας το είπω; Και ο τελευταίος εξ ημών γνωρίζει το εξαποστειλάριον της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού (ιδ΄ Σεπτεμβρίου), το οποίον λέγει ότι ο Σταυρός είναι η ωραιότης της Εκκλησίας, το στήριγμα των πιστών, της οικουμένης ο φύλαξ, των αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα.

Ο Χριστός, αφού κατετρόπωσε τον εχθρόν διάβολον και ηχρήστευσε την δύναμίν του και συνέτριψε την στρατιάν του, αφού ετελείωσε το έργον της σωτηρίας μας και μας ήνοιξε τον παράδεισον, μας άφησεν ως ιεράν παρακαταθήκην επί της γης ένα αόρατον στοιχείον, το Άγιον Πνεύμα, και ένα ορατόν, τον τίμιον Σταυρόν. Αυτή η σημαία του ουρανού, αυτό το τίμιον Ξύλον, το οποίον χαράσσομεν και ασπαζόμεθα, είναι απτόν σημάδι του ιδίου του Θεού.

Όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, ο σταυρός είναι η δόξα και η τιμή του Χριστού, επειδή μύρια αγαθά δια του σταυρού εγένετο· ο θάνατος κατεπατήθη, η κατάρα εξωστρακίσθη, ο άδης εσκυλεύθη, η αμαρτία ηφανίσθη, η ανάστασις έγινε δικαίωμα όλων, οι άνθρωποι επανέκτησαν την ελευθερίαν από την δουλείαν των παθών, η σωτηρία εφυτεύθη, η αληθινή ζωή εξεπήγασεν από τον σταυρόν. Ο σταυρός έγινε η καθημερινή μας χαρά, πόσις και ευφροσύνη.

Δικαίως λοιπόν ο σταυρός είναι από τα πλέον σεβαστά εις τους πιστούς ιερά αντικείμενα και είναι πολύ δύσκολον να εύρης χριστιανόν, ο οποίος δεν έχει σταυρόν και δεν τον τιμά και αγαπά με όλην του την καρδίαν.

Ένας καθηγητής ηναγκάσθη να αλλάξη κατοικίαν, διορισθείς εις άλλην πόλιν. Μετεκόμισεν, ετακτοποίησε την οικίαν του και επέστρεψεν εις την προηγουμένην, δια να λάβη ό,τι απέμεινε. Επανελθών την παραμονήν της ενάρξεως των μαθημάτων, βλέπει την νέαν οικίαν του ληστευθείσαν. Έπιασε την κεφαλήν του στενοχωρημένος χωρίς να είπη λέξιν. Έχων όμως μίαν βαθείαν ελπίδα, ήρχισε να ψάχνη τα εγκαταλελειμμένα αντικείμενα, τα οποία ως άχρηστα οι λησταί εκλώτσησαν και επέταξαν εις το δάπεδον. Μετ’ ου πολύ εχαμογέλασε· εν μέσω των ερειπίων, θα ελέγομεν, εν μέσω των λειψάνων των πραγμάτων του, οι οφθαλμοί του εγέμισαν φως και το στόμα του επληρώθη δοξολογίας. Εύρεν αυτό το οποίον εζήτει, αυτό το οποίον του ήρκει, δια να αρχίση εκ νεου την ζωήν του, αυτό το οποίον οι εργάται της ματαιότητος, οι κλέπται, το εκλώτσησαν ως περιττόν. Ήτο ο βαπτιστικός του σταυρός, ξύλινος αλλά σταυρός, τον οποίον είχε συνηθίσει από μικράς ηλικίας κάθε βράδυ να φιλή και να ψάλλη το αλληλούια της καρδίας του ενώπιον του Κυρίου του τυπουμένου εν τω σταυρώ. Σήμερον αυτός ο προσκυνητής του ιερού συμβόλου δεν είναι πλέον καθηγητής· είναι καθηγητής της ερήμου ή μάλλον ένας ένσαρκος άγγελος, ο οποίος ζη την βασιλείαν του Θεού, διότι το κλειδί της βασιλείας είναι ο σταυρός. Τόσον βαθέως είναι εις τας καρδίας των ανθρώπων ο σταυρός· δια τον λόγον αυτόν δεν του τον εστέρησεν ο Θεός. Εάν τον έχανε, δεν θα ήτο δυνατόν να αρχίση και πάλιν τόσον απλά την ζωήν του.

Πώς όμως ο σταυρός συνεδέθη τόσον βαθέως μετά της ψυχής των χριστιανών και τοσον αναποσπάστως και αναφαιρέτως μετά της ζωής όλης της Εκκλησίας; Πώς αι ψυχαί καταφέρουν και οικειοποιούνται τον σταυρόν;

Ο άνθρωπος, καθώς γνωρίζετε, επλαστουργήθη εξ αγάπης από τας παναγίας και αχράντους και θεοπρεπείς χείρας τού μόνου και αληθινού Θεού, του κτίσαντος τον ουρανόν και την γην. Δι’ αυτό και ανεγνώρισε τον Κύριον και Θεόν και πλάστην του, ο οποίος μέσα εις τον παράδεισον ήτο δια τον άνθρωπον αναντικατάστατος φίλος και του προσέφερε διαρκώς συντροφιάν μεθυστικήν. Πόσας αποκαλυπτικάς συζητήσεις δεν είχε μετά του Θεού! Εκάστη τούτων ήτο πνευματική ευωχία, θεία εντρύφησις, μυσταγωγία οδηγούσα τον άνθρωπον εις τελειοτέραν γνώσιν του Θεού και ακριβεστέραν μίμησίν του, εις ολοσχερεστέραν κοινωνίαν θείας ζωής και βαθυτέραν απορρόφησιν του ακτίστου και παντέρπνου φωτός του θεαρχικού προσώπου. Πανηγυρική και πανευδαίμων ήτο η συμβίωσίς του μετά της τρισηλίου θεότητος. Πολλάκις ο καθείς μας λαμβάνων την θέσιν του Αδάμ, του περιπατούντος εν τω παραδείσω, αισθάνεται και ζη αυτά προσωπικώς. Εις τον παράδεισον τα πρωινά ο Θεός προελάμβανε τον άνθρωπον, δια να τον εγείρη εις αίνον δοξολογίας και απόλαυσιν αθανάτου βιοτής. Και εκείνος, ανταπαντώντας το δειλινόν, έσπευδε να προσκυνήση τον πλάστην του και να υμνήση την τρισυπόστατον μεγαλειότητά του.

Αλλά φθόνω του αρχεκάκου όφεως, του ανθρωποκτόνου διαβόλου, υπερηφανευθείς ο Αδάμ από την αγλαΐαν της δόξης του, ηθέλησε να γίνη θεός. Ήρε την θεοσκεπή κεφαλήν του κατά του σκέποντος αυτόν Θεού, διανοούμενος μυστικώς και φανταστικώς ότι θα ηδύνατο να γίνη αυτός Θεός. Δέν ήτο δυνατόν όμως να γίνη Θεός. Εις ο Θεός, ημείς δε γένος αυτού.

Έγινε λοιπόν είδωλον και ελάτρευσε το αυτοείδωλόν του. Η πτώσις αυτή του προπάτορος διέκοψεν ευθύς αμέσως την κοινωνίαν του μετά του Θεού, διέσπασε την ομόνοιαν, διότι δεν ήτο δυνατόν να συμβιβασθή ένας Θεός με ένα είδωλον. Εσαλεύθησαν αι φρένες του ανθρώπου. Η κτίσις τον εμίσησεν, επανεστάτησεν εναντίον του και ο άνθρωπος έμεινε μονώτατος κλεισμένος εις την αβάστακτη μοναξιάν του, «στένων και τρέμων» προ του Θεού, καυτηριαζόμενος από την συνείδησίν του, διωκόμενος ακόμη και από τα θηρία της γης, τους κεραυνούς του ουρανού, τα μουγκρητά της αβύσσου, απελπιζόμενος καθημερινώς από τα αδιέξοδα της λογικής του και τους φρικώδεις βραχνάδες της ψυχής του. Δεν εχωρίσθη μόνον από του Θεού· εχωρίσθη και από των κτισμάτων του. Εξεδιώχθη από τού παραδείσου, εξεδιώκετο εν συνεχεία πανταχόθεν φεύγουν από τόπου εις τόπον. Τα δελεάσματα της ψευδοθεώσεώς του τον επέταξαν εις τα σκοτεινά και βασανιστικά μπουντρούμια, τα οποία ήνοιξαν μέσα εις την ιδίαν του ύπαρξιν τα αμαρτωλά νοήματά του. Η προπατορική αυτή αμαρτία κατετραυμάτισεν όχι μόνον αυτόν αλλά την ανθρωπίνην φύσιν, την ανθρωπίνην καρδίαν· μετεδόθη εις άπαν το γένος, και αι προσωπικαί εκάστου ανθρώπου αμαρτίαι αποτελειώνουν ό,τι τυχόν απέμεινεν από την πτώσιν του Αδάμ. Ο θάνατος επελθών κατά του Αδάμ εσάρωσε κυριολεκτικώς εις το χώμα την αξιοπρέπειαν του ανθρώπου και έγινε το αδιάλειπτον φόβητρόν του.

Αλλά «ευλογητός ο Θεός», ο οποίος, «ἰδών ὀλλύμενον, τόν ἄνθρωπον χερσίν, ὅν ἐποίησε, κλίνας οὐρανούς κατέρχεται ... ἀληθείᾳ σαρκωθείς» και σταυρωθείς υπέρ ημών, ταφείς και αναστάς, εδημιούργησε τας προϋποθέσεις της σωτηρίας, της κοινής αναστάσεως και της μετ’ αυτού αιωνίου κοινωνίας και μακαριότητος, της εξικνουμένης από του σταυρού και διερχομένης δια του τάφου και ανερχομένης μέχρι των κόλπων του ουρανίου Πατρός.

Έκτοτε πας άνθρωπος αποκτά δια του βαπτίσματος δικαιώματα εις την ζωήν του Θεού, συμμετέχει εις τον σταυρόν, τον θάνατον και την ανάστασίν του. Ο ίδιος ο Χριστός έπαθεν «ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν», δια να ακολουθώμεν τα ίχνη του, δηλαδή να συμμετέχωμεν εις τον θάνατον αυτού. Έτσι ο σταυρός του Κυρίου έγινε το μέσον και ο τρόπος μιμήσεως αυτού, ο δρόμος ο μοναδικός, δια να φθάσωμεν εις την θείαν δόξαν και κατάπαυσιν.

Την οδόν του σταυρού εβάδισαν όλοι οι άγιοι και δι' αυτής ηγιάσθησαν. Είναι μεγάλη ευλογία του Θεού, την οποίαν εκατομμύρια ανθρώπων εδέχθησαν, εβίωσαν και επέτυχον όλων των επαγγελιών του Θεού, συναγαλλόμενοι μετ’ αυτού εν ουρανοίς. Είναι βίωμα όλων εκείνων, οι οποίοι επλήρωσαν τον παράδεισον και οι οποίοι, καθ’ ημέραν βιούντες μυστικώς μεθ’ ημών, μας μεταδίδουν την αγάπην και την βιωματικήν σχέσιν των με τον σταυρόν.

Ενεφυτεύθη εις την καρδίαν του ανθρώπου ο σταυρός, διότι μετ’ αυτού συνάπτεται κάθε ψυχή. Η Εκκλησία μεταδίδει αυτό το βίωμά της εις έκαστον εξ ημών, ακόμη και εις τον τελευταίον αμαρτωλόν. Ο σταυρός του Κυρίου υπεισέρχεται εις το είναι μας ως βρώσις και γνωρίζομεν την γεύσίν του εις την καρδίαν μας.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αδελφοί μου, πώς ημπορούμεν ημείς να βιώσωμεν εις την προσωπικήν μας ζωήν τον σταυρόν; Τί σημαίνει δι’ ημάς ο λόγος του Θεού, «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι»; Βεβαίως, γνωρίζομεν, όπως μας πιστοποιούν όλοι οι Πατέρες, ότι «εἰ φιλεῖς τόν Δεσπότην σου, τόν θάνατον ἀπόθανε τόν ἐκείνου». Αλλά πώς θα αποθάνωμεν και ημείς τον θάνατον του Κυρίου;

Κατ' αρχάς, ποιος δεν αισθάνεται βαθύτατα ότι ζω τον σταυρόν σημαίνει ότι εγκαταλείπω την ζωήν της αμαρτίας και ακολουθώ τον Κύριον κατά την ευδοκίαν και το ακριβές θέλημα αυτού, ότι ο Κύριος είναι ο κυβερνήτης της ζωής μου και ότι ο λόγος του αποτελεί την βασικήν τροφήν της ψυχής μου, τον κανόνα της ζωής μου και τον λόγον της υπάρξεώς μου; Σταυρός είναι το ξύλον επί του οποίου ο Κύριος εσταυρώθη αναπεσών. Σταυρός είναι η εγκατάλειψίς μου επάνω εις το ξύλον, η πλήρης απώλεια του αυτεξουσίου μου, η αδυναμία μου από τώρα και εις το εξής να κατευθύνω τον εαυτόν μου. Σταυρός είναι η ζωή της αρετής και της ευσεβείας, η απελευθέρωσις της ψυχής και της σαρκός από τα πάθη και τας επιθυμίας, η μέχρι θανάτου ετοιμότης του αγώνος υπέρ της Εκκλησίας και της αληθείας των θείων δογμάτων είναι το «ἀνενέργητον τοῦ ἀνθρώπου πρός πᾶν τό ἀπαρέσκον τῷ Θεῷ», συναπτόμενον μετά της προθυμίας της ευαρεστήσεως τω Κυρίω.

Όταν ο πιστός σκέπτεται ούτω θεοφιλώς, τότε το Πνεύμα το Άγιον τον ενισχύει εις την εσταυρωμένην ζωήν και επιτυγχάνει την κατάργησιν πάσης αμαρτίας και ταυτοχρόνως την απόκτησιν πάσης αρετής. Το Πνεύμα το Άγιον έρχεται και τον στηρίζει, όταν ευρίσκεται επί του σταυρού, και αυτό το οποίον είναι αδύνατον να επιτύχη αυτός, το ενεργεί εκείνο.

Το Πνεύμα το Άγιον μας μεταδίδει την «σταυροφόρον δύναμιν», όπως θα έλεγε ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος, η οποία αχρηστεύει όχι μόνον τας μαγγανείας του πονηρού δαίμονος, αλλά και ο,τιδήποτε θα ήτο δυνατόν να χωρίση ημάς από του σταυρού. Τα ορμέμφυτα της βασανισμένης ψυχής μου, της κουρασμένης εκ των αμαρτιών όλης της ανθρώπινης φύσεως, τα αντιστρατευόμενα τω Θεώ και απωθούντα εμέ από του σταυρού, αποκαλύπτονται, εξέρχονται, ερεύγονται, και ημπορώ να αναγνωρίζω την απατηλότητά των. Αι δικαιολογίαι καταισχύνονται. Η βούλησις του ανθρώπου μένει ελευθέρα, δια να δύναται να ακολουθή αβιάστως και μετά ζεούσης καρδίας τον Θεόν. Αναθάλλει ο άνθρωπος ο εγκαταλείπων εαυτόν εις την δύναμιν του σταυρού. Αποκτά μίαν ζωήν εύρωστον. Δεν φοβείται να αντιμετωπίση πάντα ακούσιον πειρασμόν και να υποστή προς τούτο πάντα εκούσιον πειρασμόν, πάσαν άσκησιν και κακουχίαν, ζων ακόμη και ως σαρκοφόρος άγγελος. Αναλαμβάνει ο πιστός τα μεγαλύτερα κατορθώματα, διότι ο σταυρός είναι ο ενεργών. Το σώμα του, το κατοικητήριον αυτό του Θεού, φθάνει εις το σημείον να αναδίδη ωραιοτάτην, άγνωστον φυσικώς, πνευματικήν ευωδίαν, η ψυχή του να κελαηδή, οι οφθαλμοί του να αστράπτουν φωτοειδείς.

Βεβαίως, δεν είναι μόνον τα εκούσια ταύτα κατορθώματα της εσταυρωμένης ζωής· δεν είναι όσα συνειδητά καθ' ημέραν πραγματοποιούμεν· δεν είναι το κατόρθωμα της αλλοιώσεώς μου, της καινούργιας μου ζωής εις την πνευματικήν μου πορείαν. Ο σταυρός είναι κάτι επί πλέον είναι η προετοιμασία δια να προχωρήσω έτι περαιτέρω και υψηλότερον· είναι εκείνο το οποίον μου χαρίζει την αγόγγυστον και φαιδροποιόν υπομονήν των ακουσίων θλίψεων, τας οποίας όλως απροσδοκήτως συναντώμεν εις την καθημερινήν μας πορείαν. Πόσες φορές θα παρέλυον οι πόδες μας, θα ελύγιζον αι καρδίαι μας, αν ο σταυρός δεν προελάμβανε να εμφυτεύση, εις ημάς υπομονήν!

Τόσα τα εμπόδια τα οποία παρεμπίπτουν και καθιστούν σκληράν την ζωήν του ανθρώπου και οδυνηράς τας ημέρας του! Θα ελέγομεν ότι αυτό το οποίον ζη ο άνθρωπος είναι ό,τι οράται, ήτοι το εμπόδιον, το πρόβλημα, η αγωνία, ο πόνος. Τα εμπόδια όμως αυτά σκληραγωγούν το σώμα του ανθρώπου ως αθλητικά επιτεύγματα και δι' αυτό δεν τα αίρει ο Θεός. Ωριμάζουν και παιδαγωγούν το πνεύμα του, το ξεκαρφώνουν από τα χοϊκά και κοσμικά και το συνηθίζουν να ανέρχεται πρός τον «Θεόν τόν ζῶντα». Θα ηδύνατο ο άνθρωπος, τρεφόμενος από τον λόγον του Θεού και εμπνεόμενος από αυτόν, να ωριμάζη, να «ἀνακαινοῦται ἡμέρα τῇ ἡμέρα» και να εγγίζη δια της γνώσεως περισσότερον τον Θεόν. Αλλά είναι σκληραί αι καρδίαι μας και σκληρά πράγματα ημπορούν να μας υποχρεώνουν να αλλάζωμεν τρόπον σκέψεως και ζωής. Και αυτά είναι τα εμπόδια, αι δυσκολίαι, αι θλίψεις, τα οποία, ενώ εμείς μισούμεν, εν τούτοις γίνονται πρωταρχικά βήματα πρός τον Θεόν. Μας ενδυναμώνουν και μας διδάσκουν να ακολουθή η ψυχή μας τον εσταυρωμένον Χριστόν.

Έτσι η δύναμις του σταυρού μετατρέπει τα εμπόδια εις ευεργετήματα, τα αναδεικνύει θείας δωρεάς, εφόδια πνευματικά, αφορμάς δοξολογίας του Θεού. Παρά ταύτα εμείς δεν φοβούμεθα τίποτε περισσότερον όσον τας θλίψεις και τας δυσχερείας. Αυτό όμως το καθημερινόν βίωμα των δυσχερειών και των πόνων, το οποίον μπροστά στα πόδια μας συνεχώς κατρακυλά, ο πάνσοφος Θεός και οικονόμος Πατήρ το κάμνει μεταγωγικόν εις ουρανόν. Μας δίδει την δυνατότητα όχι να υπεραρθώμεν των εμποδίων, αλλά να υπομένωμεν αυτά, δια να μη χάσωμεν την βασιλείαν. Ο σταυρός λοιπόν δια μέσου των εμποδίων μας μεταβιβάζει το φρόνημα και τον νουν από της γης εις τον ουρανόν και ούτως αποκτώμεν θεϊκήν σκέψιν.

Πόσα βάρη δεν μας δημιουργούν καθ’ ημέραν, ακόμη και αυτό το επάγγελμα, το κοινωνικόν περιβάλλον, αι επιδιώξεις μας, αι αποτυχίαι μας, αι ασθένειαί μας αι ψυχικαί και σωματικαί! Πόσες φορές τις νύκτες αι ψυχαί μας δεν ημπορούν να ησυχάσουν και τα μάτια μας να κλείσουν! Ο σαρκικός άνθρωπος ενώπιον των δυσκολιών αυτών κάμπτεται, κουράζεται, αγανακτεί. Ο φοβούμενος, επί παραδείγματι την ασθένειαν και επιθυμών οπωσδήποτε να γίνη καλά, να αποφύγη τον πόνον, να απομακρύνη τον θάνατον, ή ο επιθυμών να ξεπεράση το πρόβλημα του επαγγέλματός του, όταν όλα πηγαίνουν στραβά, ή να αλλοιωθή το κοινωνικόν του περιβάλλον, δια να μη γίνεται εμπόδιον εις την χριστιανικήν του ζωήν, περιπίπτει εις δίνην χείρονα της οδύνης, καθιστά μαύρην την ζωήν του, τρεμοσβήνει διαρκώς το χαμόγελόν του και μόνον ο θάνατος θα τον αναπαύση. Όλα αυτά τα εμπόδια λαμβάνουν μίαν άλλην διάστασιν υπό το πρίσμα του σταυρού και ευθύς αμέσως τα γύρω μας, τα αντίθετα προς τον Θεόν, χρησιμοποιούνται ως σύμμαχα και φίλα, διότι παύω να ζητώ την αλλαγήν των και αλλάζω εγώ.

Μόχθος και ιδρώς και αίμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι είναι η ζωή του ανθρώπου, και εις τον οίκον του και εις την καρδίαν του και εις περιβάλλον του, μετά την προπατορικήν αμαρτίαν. Καθημερινόν μας φαγοπότι είναι αυτά τα βιώματα. Τί έπρεπε να κάνη ο Θεός δια να κερδήση ημάς τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν προσκολλώμεθα εις αυτόν αλλά φροντίζομεν δι' αυτά; Αυτά ο Θεός τα προσλαμβάνει φιλανθρώπως και οικονομικώς, δια να τα χρησιμοποιήση ως γλώσσαν του προσκλητικήν· τα προσδέχεται ως συνάλλαγμα ιερόν, το οποίον διευκολύνει τον πόθον της τελειώσεως και θεώσεως, το ταξίδι προς τον ουρανόν. Τα καταθέτει και τα αποθησαυρίζει εις τον λογαριασμόν μας «ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός του» λέγων· εγώ θα σε κερδήσω δια μέσου αυτών. Αυτά τα οποία είναι όλα μάταια, αλλά εις αυτά σταματά η καρδία σου, θα γίνουν τα μέσα της σωτηρίας σου.

Όταν μάλιστα ο άνθρωπος πάσχη δι' αυτόν τούτον τον Θεόν, τότε αντιλαμβάνεσθε πόσον περισσότερόν αυτός ο πόνος είναι μία μαρτυρία της αγάπης του Θεού και ένα μαρτύριον της αγαπήσεως του Θεού υπό του ανθρώπου. Είναι ένα χάρισμα απ’ ευθείας του Θεού. Δι' αυτό λέγει ο άγιος Αθανάσιος· «ὁ ἔχων ἀνάπαυσιν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τήν αἰώνιον ἀνάπαυσιν μή ἐλπιζέτω λαβεῖν ... ἀλλ’ ἐκείνων ἐστί, ἡ αἰώνιος ἀνάπαυσις, τῶν ἐν θλίψει πολλῇ καί στενοχωρίᾳ διαξάντων τόν βίον τοῦτον». Υπάρχουν μάρτυρες, υπάρχουν όσιοι, υπάρχουν καρδίαι αι οποίαι ενηγκαλίσθησαν τα εκούσια κατορθώματα των οδυνών των, δια να ευαρεστήσουν τον Θεόν. Υπάρχουν τόσοι οι οποίοι ηγίασαν δια μέσου του πόνου, τον οποίον προσέφερον εις τον Θεόν. Αλλ’ ημείς οι πολλοί δεν τολμώμεν να αποφασίσωμεν τον πόνον. Συναντώμεν τον πόνον και εντεύθεν συλλαμβάνει ο Θεός.

Διατί, θα μου είπητε, ενεργεί έτσι ο Θεός; Διατί δεν αλλάζει τα πράγματα; Διατί δεν έκανε εύκολον και άνετον την ζωήν μας, οπότε θα ηδυνάμεθα να απερροφούμεθα περισσότερον από αυτόν; Διατί θέλει να πίπτω; Διατί θέλει τα ιερώτερα πράγματα, ακόμη και τα του οίκου μου και της καρδίας μου, να με τραυματίζουν; Διατί ο Θεός εν τη δυνάμει του και εν τη αγαθότητί του δεν καθιστά την ζωήν μας εύκολον, ώστε απερισπάστως από τοιαύτας οδύνας να δυνάμεθα να αγαπώμεν μόνον Εκείνον;

Δεν θέλει ο Θεός να είναι σκληρά η ζωή τού πιστού αλλά, αντιθέτως, να διάγη ούτος εν τη πληρότητι της χαράς Του. Είναι σκληραί όμως αι καρδίαι ημών από την αμαρτίαν, την οποίαν ημείς εφεύρομεν και εδέχθημεν τη υποβολή τού δαίμονος. Είναι σκληραί από τα θελήματα και τας επιτυχίας μας και δεν θραύονται ευχερώς, δια να αναρρεύσουν αγάπησιν Χριστού και να πληρωθούν υπό της παρουσίας τής εκείνου αγάπης· και επομένως χρειάζεται σκληρόν τι να κτυπήση την καρδίαν όπως ο πόνος, ο οποίος την σαλεύει και την τρικυμίζει. Ποσάκις θα προτιμούσε ο άνθρωπος να αποθάνη παρά να πονά! Αφήνει όμως ο Θεός τον πόνον αυτόν ως αληθινόν ευεργέτημά του λέγων· εδώ είμαι εγώ· εσύ νομίζεις ότι συνήντησες πόνον, κοίταξε, συναντάς εμένα.

Ιδιαιτέρως το νόημα του σταυρού δια τον εν τω κόσμω διαβιούντα άνθρωπον εντοπίζεται εις τας θλίψεις και εις το καθημερινόν μαρτύριον, όχι τόσον εις την κοινωνίαν, όσον μέσα εις αυτήν την οικογένειαν. Ο οίκος μας είναι ιερός. Αγιάζεται από τας εικόνας μας, την αγάπην μας, τον πόθον μας δια την βασιλείαν του Θεού, τον οποίον εκκολάπτομεν καθ’ ημέραν. Εν τούτοις, όπως αποδεικνύεται από την πείραν μας, ο οίκος μας είναι η πλέον τραχεία παλαίστρα. Η ευλογημένη αυτή οικογένεια είναι εν ταυτώ αιματοβρεγμένον κολοσσαίον, το πλέον βαρύ άθλημα, το οποίον δεν θα περίμενε κανείς, και όμως υποχρεούται να το αντιμετωπίση.

Ασφαλώς ο μοναχισμός είναι διαφορετικόν τι. Ο μοναχός εισέρχεται εις την μονήν προτιμών «παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκω τοῦ Κυρίου». Η μονή είναι τόπος, τον οποίον δεν ετοιμάζει ο εκάστοτε μοναχός, αλλά τον οποίον ηυτρέπισεν η ιδία η Εκκλησία με την ιδικήν της πείραν και τον έκανε τοιούτον, ώστε να ημπορή ο άνθρωπος ευχερώς να διαβαίνη τήν ζωήν του. Η Εκκλησία εφρόντισε να απομονώση, κατά το δυνατόν, την μοναχικήν πολιτείαν όλας τας ακουσίους δυσχερείας, αι οποίαι προβληματίζουν τον άνθρωπον και τον κάμνουν να σκοντάφτη και να πίπτη. Εύρε τρίβον πνευματικής ζωής βατήν και ευχερή μέσα εις την νυχθημερόν παρουσίαν του Θεού και την αδιάλειπτον κοινωνίαν Αυτού. Το μοναστήρι είναι τόπος όπου ημπορεί κανείς να ζη απρόσκοπτα. Παραμένει, βεβαίως, και μεταφέρεται και εις αυτό ο σκληροτράχηλος εγωισμός μας, το θηρίον αυτό το οποίον κατασπαράζει τας ψυχάς, αι οποίαι επιμένουν να το ασπάζωνται· αλλ’ όμως αφοπλίζεται και αυτός εντός του ητοιμασμένου υπό της Εκκλησίας και του Κυρίου περιβάλλοντος.

Η μοναχική πολιτεία είναι ευχερής λεωφόρος, όπου δύναται ο μοναχός να τρέχη τάχιον οπίσω του Κυρίου με τα ωκύδρομα μεταγωγικά της ησυχίας, της υπακοής, της καθημερινής λατρείας, της αγρυπνίας, της εν γένει μοναχικής διαίτης.

Η οικογενειακή όμως ζωή ακουμπισμένη εις το μέγα μυστήριον του γάμου είναι, ως εκ της φύσεως αυτού, πλήρης οδυνών. Γνωρίζει η Εκκλησία ότι οι εις γάμου κοινωνίαν προσερχόμενοι «θλῖψιν ἕξουσι τῇ σαρκί», δι' αυτό τούς ευλογεί και προσλαμβάνει τούς πόνους των ως θεοποιητικά στοιχεία. Πηγαίνω στο μοναστήρι, διότι ανά πάσαν στιγμήν είμαι ενώπιον του Θεού. Πηγαίνω εις τον γάμον δια τον Θεόν και συναντώ την θλίψιν. Σκύβει και πάλιν εδώ ο Θεός προσλαμβάνων ως ιδικάς του τας θλίψεις. Τας δέχεται, όπως θα εδέχετο τα κατορθώματα των αγίων.

Εις τον οίκον μας συνωθούνται πολύ περισσότερον από αλλαχού προβλήματα κοινωνικά, οικογενειακά, οικονομικά, συζυγικά, τεκνογονίας και τεκνοτροφίας, θέματα χαρακτήρων. Δεν είναι καθόλου ευχερές επίτευγμα δύο άνθρωποι, ο άνδρας και η γυναίκα, να ζουν ως εις εν αδιαλείπτω αγάπη, στοργή και τρυφερότητι, αμοιβαίω σεβασμώ και υποταγή, με μίαν ενότητα κραταιάν μέχρι θανάτου «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Ο χωρισμός, ακόμη καί η διαφωνία η οποία αντιμετωπίζεται καθ’ ημέραν εις τας οικογενείας, η αψιμαχία έστω των συζύγων, τα κονταροχτυπήματα του εγωισμού και του θελήματος συνιστούν μίαν κόλασιν. Αλλά μήπως και η απόφασις της σταθεράς ομονοίας και αγάπης των συζύγων δεν είναι μαρτυρική; Ούτε το αίμα των δεν δύναται να εξασφαλίση αυτήν την σταθεράν αγάπην εν τη οικογενεία. Εάν θα ηδύνατο, δεν θα έλεγεν ο Απόστολος ότι είναι δύσκολον κανείς να οδηγηθή εις τον γάμον. Πρέπει κάθε ημέραν να χύνωμεν το αίμα μας εις τον ιερόν βωμόν της οικογενείας μας, δια να ημπορούμεν να ζήσωμεν.

Να προσθέσωμεν ακόμη τας απογοητεύσεις από την εξέλιξιν των παιδιών μας; Τους δίδομεν την ζωήν μας, την ψυχήν μας, την αλήθειαν, βγάζομε το ψωμάκι από το στόμα μας και το δίδομεν εις τα σπλάγχνα μας και έρχεται ώρα που μας κρημνίζουν τα όνειρα, τα οποία είχομεν δι' αυτά. Κουρελιάζουν τον εγωισμόν τού πατρός, σχίζουν την καρδίαν της μητρός ή αμαυρώνουν το γόητρον της οικογενείας. Πόσο φαρμάκι πίνουν οι γονείς, όταν βλέπουν τα παιδιά τους να οδεύουν όχι όπως θέλουν εκείνοι! Είναι κάμνωμεν βασιλόπουλο του ουρανού; Ό,τι ημπορούμεν το κάμνομεν, αλλά δεν είναι εκείνο το οποίον επιθυμούμεν. Θα παλαίψωμεν. Μα και εάν παλαίψωμεν;

Αυτό το οποίον περισώζει τελικώς την οικογένειαν και εξαγιάζει τους βασανισμένους εν τω κόσμω ανθρώπους και τους καθιστά περισσότερον συμπαθείς ενώπιον του Θεού είναι ακριβώς αυτά τα μαρτύριά των, ο σταυρός τον οποίον, έστω και ακούσια αλλά ταπεινά, αίρουν ενώπιον του Θεού και λέγουν· αυτά έχω, Θεέ μου, αυτά δέξου ως θυσίαν εύοσμον της καρδίας μου.

Επαληθεύει εδώ κατά γράμμα ο λόγος του αγίου Χρυσοστόμου· «ὁ σταυρός ψυχῆς ἐστι παρατεταγμένης, θανατιώσης, οὐδέν ἄνετον ἐπιζητούσης». Και αυτήν και την επομένην στιγμήν και την μεθεπομένην ζω τον θάνατόν μου μέσα εις αυτό το κυνηγητό του πόνου. Ο σταυρός των θλίψεων, λέγει ο Θεός, είναι δι' εμέ η αναγνώρισίς σου, ο σταυρός ο ιδικός μου. Δια τον λόγον αυτόν ο σταυρός εξαγιάζει και εξαγνίζει τους συζύγους, ωριμάζει την αγάπην των και την παριστά ως θυσίαν ενώπιον του Κυρίου.

Μέσα εις την ζωήν, και μάλιστα εις την οικογένειαν, δεν χωρεί καμμία ανάπαυσις. Και αν θα έχωμεν κάποιαν διασκέδασιν, θα είναι αρχή μεγαλυτέρας υπομονής. Τα πάντα ζητούν την υπομονήν μας. Καθ’ ημέραν πρέπει να ενώνωμεν τους καημούς μας, τα μαρτύριά μας, τους αγώνας μας με το αίμα του Κυρίου το εκχυθέν επί του Σταυρού και έτσι να συνάπτωμεν τους μικρούς σταυρούς μας με τον ιδικόν του.

Κάποτε, την ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου, έβαλε ο αββάς Παχώμιος ολίγον έλαιον εις το φαγητόν, το οποίον δεν απετελείτο παρα μόνον από «άλας τετριμμένον». Επειδή ήτο Πάσχα, ήθελε να δώση κάποιαν μικράν ανακούφισιν εις τον γέροντά του, τον όσιον Παλάμωνα. Όταν ο γέροντας το αντελήφθη, «ἤρξατο κλαίειν λέγων· ὁ Κύριος ἐσταύρωται, κἀγώ ἔλαιον ἐσθίω;». Βαθέως έζη το μυστήριον του σταυρού και δεν ηδύνατο να δεχθή δι' εαυτόν ούτε ολίγον έλαιον, το οποίον θα του έδιδε κάποιον ανάπαυσιν. Πόσα υπάρχουν γύρω μας δια τα οποία θα ηδυνάμεθα να είπωμεν· «ὁ Κύριός μου ἐσταύρωται, κἀγώ ποιῶ τοῦτο;» Δεν ενθυμούμεθα τον Κύριον τον εσταυρωμένον και αναστημένον, ενθυμούμεθα τα ιδικά μας!

Οι γονείς όμως δια τον σταυρόν του Κυρίου ας υπομένουν πάσαν στενοχωρίαν, έως ότου ευρεθώσιν και αυτοί μετά των αγίων εν ουρανοίς, υποδεχόμενοι και προσκυνούντες τω υποποδίω του Θεού ημών. Πάσα θλίψις την οποίαν φέρομεν δια τον Θεόν, όσον μικρά και αν είναι, λέγει ο άγιος Ισαάκ, είναι ανωτέρα παντός μεγάλου έργου, το οποίον γίνεται άνευ θλίψεως. Το λέγει δια τους μοναχούς, αλλά ισχύει και δι’ υμάς, λόγω της μακροθύμου συγκατανεύσεως και συγκαταβάσεως του Κυρίου μας.

Ας ίδωμεν τώρα πώς απαντά ο Θεός εις τας καθημερινάς μας σταυρώσεις.
Εν πρώτοις ο Κύριος μας παρέχει δύναμιν εις την καταφυγήν μας προς αυτόν. Εις τας θλίψεις μας και τας σταυρώσεις μάς βοηθεί και γινόμεθα λέοντες ισχυροί, ικανοί να αίρωμεν συν τω Χριστώ σταυρόν σωτηρίας. Και όχι μόνον αυτό, αλλά η θεία χάρις μάς εξάγει «εἰς ἀναψυχήν» και χαρίζει μακαρίαν παράκλησιν εις τας καρδίας μας. Η παράκλησις δε αύτη είναι τόσον μεγαλυτέρα, όσον το άθλημα είναι ιδικόν μας, το προσφέρομεν ημείς εις τον Θεόν, δεν το συναντώμεν.

Κατανύσσει επίσης ο Κύριος τας ψυχάς μας και την λύπην την μετατρέπει εις χαρμολύπην, η οποία ως οίνος γλυκύς ευφραίνει την ζωήν μας. Η χαρμολύπη, η οποία δι' ένα άγιον είναι κάτι το εκλεκτόν, κάτι το θεοδώρητον, εις ημάς παρέχεται πολύ προσωπικά, εν τω μέτρω της ιδικής μας ανάγκης και καθ’ ον τρόπον δυνάμεθα ημείς να την ζήσωμεν εις την Εκκλησίαν. Ούτω ζώμεν προγευόμενοι εκείνο το οποίον υπεσχέθη ο Κύριος· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς». Όντως, δεν υπάρχει άνθρωπος θλιβόμενος και στρέφων το βλέμμα εις τον σταυρόν τού Κυρίου μη αποκτών αυτήν την αγαλλίασιν. Εν τη θλίψει πλατύνει την καρδίαν μας, ώστε να ετοιμάζεται δια θείας επισκέψεις. Υπάρχουν βαθύταται επισκέψεις και μυστικώταται, υπάρχουν και εκείναι τας οποίας κάμνει και εις τον πλέον πτωχόν και αμαρτωλόν και εις τον ευρισκόμενον εις λάκκον λεόντων και κάμινον φλεγομένην υπό της αμαρτίας.

Διέρχεσαι, λέγει η αγία Συγκλητική, πειρασμούς, δυσκολίας; Είσαι ωσάν να δοκιμάζεσαι με πυρετόν; Μη ανησυχής. Αι θλίψεις είναι ο προθάλαμος τού άλλου δωματίου. Ποιο είναι αυτό; «Το αναψυκτήριον». Όπως πηγαίνεις εις το αναψυκτήριον, δια να ξεχάσης την κόπωσίν σου και να ημπορέσης να συνεχίσης, ούτω και ο Κύριος πρώτα ετοιμάζει το αναψυκτήριον, τον προθάλαμον της επουρανίου αναψυχής, και κατόπιν μας επιτρέπει να άρωμεν τον σταυρόν μας.

Τίποτε δεν είναι τυχαίον εις τον κόσμον. Την ζωήν μας και όλα τα της ζωής μας τα διοικεί ο Δεσπότης Χριστός. Εις τον πόνον μας τας πικρίας μας έρχεται εις συνάντησιν το Αγιον Πνεύμα και εξάγει χαράν θεοδώρητον. Δεν αντιλαμβανόμεθα πολλάκις την παρουσίαν του, διότι είμεθα απερροφημένοι από την καθημερινότητα των μεριμνών μας. Όμως αυτό, πνέον όπου θέλει, πνέει και εις την καρδίαν μας και την δροσίζει. Ως βάλσαμον χύνεται επάνω μας η θεία παράκλησις. Το έλεος του Θεού κατέρχεται από τον ουρανόν και πλημμυρίζει την ζωήν μας. Όσον πιο πολλαί είναι αι οδύναι μας, τόσον περισσότεραι αι επισκέψεις του Θεού, λέγει ο λόγος του Θεού, τον οποίον διαβάζομεν συνεχώς εις την Εκκλησίαν. Ας προχωρήσωμεν όμως.

Δι' αυτού του τρόπου ο Θεός μάς χειραγωγεί υψηλότερα. Δεν αρκείται εις το να μας χαρίζει απολαύσεις πνευματικάς και ανακουφίσεις ψυχικάς,αλλά μας καθιστά και κοινωνούς των αγίων. Ο μοναχός στο μοναστήρι καθ' ημέραν ασχολείται με τους αγίους και ζη μαζί των· αλλ' υμείς εν τω κόσμω; Καθώς ο Κύριος δια του σταυρού του μίαν ποίμνην εποίησεν, αγγέλων και ανθρώπων, προς αγαλλίασιν ουρανού και γης, έτσι και ημείς δια του σταυρού μας συγκαταριθμούμεθα εν τη κοινή αυτή ποίμνη, τη λαμπρά κοινωνία των αγίων.

Οι άγιοι οι οποίοι έχουν τόσην αγάπην προς τα μέλη του σώματός των είναι εστραμμένοι και σκυμμένοι προς ημάς. Ημείς προσευχόμεθα και τους μνημονεύομεν και αυτοί μνημονεύουν ημάς. Οι άγιοι σκύβουν περισσότερον εις τον οδυνώμενον. Ο πόνος είναι μέσον ενωτικόν με τους αγίους, μας καθιστά κοινωνούς αυτών.

Ο σταυρούμενος φαίνεται ότι ζη εν τη γη· εις την πραγματικότητα ανέστη και συζή μετά του Κυρίου εν ουρανοίς. Η ζωή μας δεν είναι απλώς ό,τι φαίνεται, αλλά ό,τι κρύπτεται, και κατανοείται με τας μυστικάς αισθήσεις μας ή έστω με την πίστιν εις την αγίαν Εκκλησίαν. Επομένως, ο σταυρούμενος συζή με τον Κύριον, διότι ο Κύριος είναι ο τυπούμενος εις τον σταυρόν και εις την θλίψιν μας. Ο Κύριος είναι εις τον ουρανόν, και ημείς «ἀναγόμεθα εἰς οὐρανούς. Γινόμεθα οὐρανοπολῖται». Αποκτώμεν πολλάς εμπειρίας υποτυπώδεις μεν, τας οποίας όμως είχον και οι άγιοι. Εκείνοι με βαρυτέρας θλίψεις, ημείς με ελαφροτέρας, όσας ημπορούμεν να φέρωμεν επί των ώμων μας.

Ο θλιβόμενος πιστός δέχεται θείον φωτισμόν και ελλάμπεται. Άλλως, πώς θα ημπορούσε να μη κάμπτηται και καταρρίπτηται, αν δεν ενισχύετο μυστικώς από τον Θεόν; Πώς θα ημπορούσε να πιστεύη εις τον Θεόν, τον οποίον ξεχνά καθημερινώς; Πώς θα ημπορούσε να πιστεύη εις την Εκκλησίαν, την οποίαν βλέπει μόνον ως ανθρώπινον οργανισμόν; Πώς θα ημπορούσε να πιστεύη εις τον Θεόν, όταν πηγαίνη να κοινωνήση και δεν νοιώθη ούτε δάκρυα εις τους οφθαλμούς του ούτε σταγόνα αντιλήψεως εις την καρδίαν του; Φαινόμεθα τυφλοί, αλλά μέσα μας έρχεται συνεχώς ο Θεός και μεταδίδει κάτι από τον εαυτόν του. Εάν δεν υπήρχε αυτή η μυστική μετάγγισις των θείων ιδιωμάτων εις τας καρδίας του πιστού λαού, αυτός ο λαός δεν ηξεύρομεν εάν θα ημπορούσε ποτέ να επιζήση. Ο πόνος πάντα προσελκύει το βλέμμα του Θεού.

Και ποιος είναι δυνατόν να αρνηθή ότι με τον πόνον συγχωρούνται ακόμη και αι αμαρτίαι του θλιβομένου πιστού, ο οποίος, κατακαμπτόμενος υπό στεναγμών, τελικώς φθάνει ενώπιον του ιερέως και ομολογεί όχι τόσον τας αμαρτίας του, όσον τα δεινά τα οποία καθημερινώς ζη; Εξομολογείται και αναμένεις να σου είπη δια ποίον πράγμα μετανοεί. Και αυτός σου αναλύει τον πόνον του, ο οποίος είναι κάτι το παροδικόν, το ανθρώπινον, το κοινωνικόν. Θα έπρεπε να μη έδιδε σημασίαν, να τον άφηνε εις τον Θεόν, αλλ’ όμως ο πόνος τον απασχολεί, ο πόνος καίει την καρδίαν του.

Με τον πόνον συλλαμβάνει ο Θεός τον άνθρωπον, διότι αυτός εγγίζει την ύπαρξίν του και ο Θεός τον καθιστά άγκιστρον, με το οποίον ανεβάζει την καρδίαν του εις Αυτόν. Έτσι έχει την δυνατότητα, πορευόμενος από θλίψεως εις θλίψιν, να γεύεται αγαλλιάσεις αγαλλιάσεων. Και η ζωή του αγιαζομένη σιγά σιγά προχωρεί, γινομένη αποδεκτή υπό του Θεού ως μία πνευματική ζωή.

Θλιβόμεθα; Στενοχωρούμεθα; Μας ετοιμάζει ο ουρανός τιμήν, μας ανεβάζει ο Κύριος εις μείζον αξίωμα.

Με την σοφίαν του και με την απεριόριστον αγάπην του ο Κύριος, μη ευρίσκων κάτι το οποίον να είναι κατόρθωμα της ιδικής μας δυνάμεως, ώστε να μας αμείψη με την αιώνιον ζωήν του, ταπεινώνει την μεγαλειότητά του με ένα προσέτι τρόπον, δεχόμενος τα ελάχιστα δείγματα των πόνων και θυσιών μας ως άρσιν του σταυρού του. Ο Θεός δέχεται «τό δίλεπτον» του πόνου αντί εκατομμυρίου. Τι να είπωμεν ημείς; Να είπωμεν όπως ο άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος· «Ὁ ἐμός ἔρως ἐσταύρωται». Και εγώ ζω μόνον σταυρούμενος. Αγαπώ μόνον σταυρούμενος.

Ας μη παραπονούμεθα και ας μη εγκαλώμεν τον Θεόν δι' όλας τας δυσχερείας, τας οποίας συναντώμεν εις την καθημερινότητά μας. Έχομεν το βίωμα ότι ο Θεός μάς ξεχνά, δεν μας ακούει, δεν απαντά εις τας προσευχάς μας, μας τα φέρνει στραβά και ανάποδα. Δεν είναι όμως έτσι. Ο Θεός είναι ένας καλός τιμονιέρης, ο οποίος μας παρακολουθεί μυστικώς και παράλληλα μας αφήνει να χειριζώμεθα το τιμόνι της ζωής μας μόνοι μας, διότι ουδέποτε δέχεται να αναιρέση την ιδικήν μας βούλησιν και να αντικαταστήση τον ιδικόν μας ρόλον. Και όταν ίδη το τιμόνι να στραβώνη, το αρπάζει εκείνος, δια να πηδαλιουχήση την ιδικήν μας ψυχήν προς εαυτόν. Βεβαίως, δεν έχομεν δυνατότητας πνευματικάς, έχομεν όμως τας αμαρτίας μας, αι οποίαι μας ταπεινώνουν ενώπιον του Θεού, και, όπως είμεθα σκυμμένοι, κεκυφότες, έρχεται ο Κύριος από την πολλήν του μακροθυμίαν, διότι αι χείρες του, αι απλωθείσαι και σταυρωθείσαι, εποίησαν και έπλασαν ημάς. Ηπλώθησαν και ηνοίχθησαν, δια να ημπορούν να εναγκαλισθούν και να περιβάλουν ημάς τους ρακένδυτους πνευματικώς. Η φωνή του ακούεται μέσα εις τους αιώνας· «ἀνέλαβον ὑμᾶς ὡσεί ἐπί πτερύγων ἀετῶν καί προσηγαγόμην ὑμᾶς πρός ἐμαυτόν». Εγγίζει τους οφθαλμούς του εις τους ιδικούς μας, δι’ αυτό δεν δυνάμεθα να τον ίδωμεν, την πνοήν του παρά την πνοήν μας, το τίμιον σώμα του εν τω σώματι τω αχρείω ημών. Όπως ο προφήτης Ελισαίος εξήπλωσεν επί του νεκρού σώματος και έθεσε μέλος επάνω εις μέλος, ομοίως κάμνει και εις ημάς ο Θεός. Η πράξις του προφήτου ήτο συμβολική τής αδιαλείπτως συνεχιζομένης προς ημάς εγγίσεως και αφής του Θεού.

Πονούμεν και αυτό μας κάμνει εντύπωσιν. Ο πόνος όμως είναι σταυρός και ο σταυρός ο ίδιος ο Θεός.

Προσκυνούμεν ιδιαιτέρως την Μ. Τεσσαρακοστήν το τίμιον Ξύλον· ας το προσκυνώμεν και νοερώς εν τη καρδία ημών, όταν οδυνώμεθα. Την οδύνην μας ας την κάμνωμεν ύψωσιν του οφθαλμού μας και της καρδίας μας προς τον ουρανόν, η δε ύψωσίς μας ας είναι μία μικρά ευχή προς τον Κύριον. Ας του ζητήσωμεν το έλεός του. Ξεύρει ότι το χρειαζόμεθα και ήδη είναι πλησίον μας, αλλ’ ημείς ας παίξωμεν τον ιδικόν μας ρόλον. Ας του ομιλήσωμεν την ώραν εκείνην και ας του είπωμεν όχι, όπως λέγουν οι άλλοι, «ποῦ εἶναι ὁ Θεός», αλλά «Κύριέ μου και Θεέ μου· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ημπορείς να αμφισβητήσης ότι ο Κύριος όχι απλώς εγγύς είναι αλλά εν σοι την στιγμήν κατά την οποίαν εξέρχονται αι λέξεις; Αι λέξεις εξέρχονται και εκείνος εισέρχεται εις την καρδίαν.

Εορτάζομεν σήμερον την οσίαν Μαρίαν την Αιγυπτίαν. Όλη της η ζωή υπήρξε μία μεγάλη άσκησις. Και η άσκησίς της ήτο σταυρός. Μετέβη να προσκυνήση το τίμιον Ξύλον όπως γνωρίζομεν, εις τον πανίερον ναόν της Αναστάσεως και προσελκύσθη υπό του σταυρωθέντος Κυρίου. Δεύτε και ημείς εν τω σώματί μας, τω ποτιζομένω τω τιμίω αίματι του Χριστού μας, να εύρωμεν ψηλαφώντες τα στίγματα Αυτού, του προσελκύσαντος εκείνην και αναστάντος δι' ημάς, και να γευθώμεν τους καρπούς της ενδόξου αναστάσεώς του.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019

Διά τεσσάρων πραγμάτων πληθύνεται ἡ ὀργή




Κείμενο του αββά Ησαΐα
Διά τεσσάρων πραγμάτων ἡ ὀργή πληθύνεται· διά τῆς δοσοληψίας, καί τοῦ κρατῆσαι τό θέλημά σου, καί τοῦ θέλειν διδάσκειν, καί τοῦ λογίζεσθαι ἑαυτόν φρόνιμον.

Ερμηνεία από τον αρχιμ. Αιμιλιανό Σιμωνοπετρίτη
Ἡ ὀργή, δηλαδή ἡ ἀνημπόρια τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ξεσπᾶ λόγῳ ἐλλείψεως ἐσωτερικῆς ἑνότητος, αὐξάνει «διά τῆς δοσοληψίας», μέ τό δοῦναι καί λαβεῖν. Δοσοληψία εἶναι ἡ ἀνταλλαγή πραγμάτων, χρημάτων, σκέψεων, οἱ κοινωνικές ἐπαφές, φανερώνει δέ ὅτι μέσα μας ὑπάρχουν ἐπιθυμίες καί καλλιεργεῖ τό ἐπιθυμητικό τοῦ ἀνθρώπου. Γι' αυτό, ὅταν δέν σοῦ δώσουν κάτι πού ζητᾶς, ἤ ὅταν σοῦ ζητοῦν συνεχῶς, χάνεις τήν ἠρεμία σου, ὀργίζεσαι.

Καί διά τοῦ κρατῆσαι, τό θέλημά σου. Ἡ ὀργή ἐπίσης αὐξάνει μέ τό νά θέλης νά ἐπικρατῆ τό θέλημά σου. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη καί βλακωδέστερη ἐνέργεια ἀπό τό νά θέλω νά ἐπικρατῆ τό θέλημά μου. Τό θέλημα εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀντίπαλος τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδή δέ ὁ κάθε ἄνθρωπος πού μέ περιβάλλει ἔχει τό δικό του θέλημα, ἐάν θά θέλω νά ἐπικρατῆ τό θέλημά μου, θά ἔρχωμαι συνεχῶς σέ σύγκρουσι μέ τούς ἄλλους καί δέν θά ἔχω ἀληθινή σχέσι μαζί τους.

Διά τοῦ θέλειν διδάσκειν. Τό νά θέλω νά κάνω διδασκαλία στόν ἄλλον, νά τοῦ δίνω συμβουλές, νά τόν διορθώνω, μέ φέρνει πάντοτε σέ σύγκρουσι μαζί του καί μοῦ ἀναπτύσσει ἕνα ἀλλόκοτο ἐγώ. Ἄλλωστε, αὐτό εἶναι καί συμμερισμός ἰδιότητος τοῦ Θεοῦ, διότι ἡ διδασκαλία δέν εἶναι δικαίωμά μας, καί ὁ ἄλλος δέν μᾶς ἀνήκει γιά νά τόν διδάξωμε.

Καί τοῦ λογίζεσθαι ἑαυτόν φρόνιμον. Καί τό νά νομίζω ὅτι εἶμαι καθ’ ἑαυτόν φρόνιμος, ὅτι ἔχω βαρύτητα στήν σκέψι μου, μοῦ αὐξάνει τήν ὀργή. Αὐτό καί πάλι εἶναι ἀφελές.

----------------------------------------------------------
πηγή: Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ - Ερμηνεία στον αββά Ησαΐα, εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ. 

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Η Οικουμενιστική και αιρετική θεωρία της “Βαπτισματικής θεολογίας”

 
(Του Πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελου Ἀγγελακόπουλου)

Στό νέο ἑνοποιημένο Κείμενο των προσυνοδικών διασκέψεων, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Μεσσηνίας, «β) Ἐτέθησαν τά κανονικά κριτήρια (καν. 7ος τῆς Β΄ καί 95ος τῆς Πενθέκτης) ὡς πρός τήν προοπτικήν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν (§ 20). Διά τῆς παρούσης παραγράφου προσδιορίσθησαν πανορθοδόξως τά ὅρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, δέν ἀμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καί «κατ’ οἰκονομίαν» ἀνεγνωρίσθη, τό συμφώνως πρός τήν κανονικήν παράδοσιν, ὑποστατόν καί ἔγκυρον τοῦ βαπτίσματος. Οὕτως ἐνισχύεται ἡ ἀρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, ὡς ἔκφρασις φιλανθρώπου διαθέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν ἐνῶ ἀτονεῖ ἡ ἀρχή τῆς ἀκριβείας».

Ἐδῶ εἶναι ἐμφανές ὅτι γίνεται λόγος γιά τήν οἰκουμενιστική καί αἱρετική θεωρία τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τόν Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο, «ἐρευνᾶ τό Βάπτισμα τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν ἑτεροδόξων, γιά νά βρεθοῦν τά κοινά σημεῖα μεταξύ τους. Οἱ οἰκουμενιστές προσπαθοῦν νά προσδιορίσουν τήν ἑνότητα μεταξύ τοῦ Χριστιανισμοῦ μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», πού σημαίνει ὅτι θέτουν ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τό Βάπτισμα. Οὐσιαστικά, αὐτό εἶναι «ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητας», γιατί προσπαθοῦν νά δοῦν τά κοινά σημεῖα τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν αἱρέσεων καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μ' αὐτόν τόν τρόπο δέν θέτουν ὡς βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας τήν πίστη, συνδυασμένη μέ τά Μυστήρια, ἀλλά θέτουν ὡς βάση τό Βάπτισμα, τό ὁποῖο ἀποδεσμεύουν ἀπό τήν ἀποκεκαλυμμένη πίστη καί ἀπό τά ἄλλα Μυστήρια, ἰδιαίτερα τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Τό γεγονός ὅτι τό Βάπτισμα θεωρεῖται ὡς στοιχεῖο ἑνότητος μεταξύ τῶν Χριστιανῶν, παρ' ὅλο πού διαφέρουν ὡς πρός τήν πίστη, σημαίνει ὅτι ἀλλάζουν τά πατερικά κριτήρια γιά τήν ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε, κατά τήν «βαπτισματική θεολογία», τό αἱρετικό βάπτισμα εἶναι τό ἕνα Βάπτισμα, δηλ. ἡ μυστηριακή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐντοπίζεται πλέον σέ μιά ταυτότητα, βασισμένη στήν ἑνότητα τῆς πίστεως, ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἱερωσύνης καί μυστηρίων. Ὁπότε, μπορεῖ κάποιος, λόγῳ τοῦ βαπτίσματος, πού γίνεται ἀπό αἱρετικούς, σχισματικούς, ἀκόμη καί μή βαπτισμένους, νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν πίστη, τήν ἀποστολική διαδοχή καί τά Μυστήρια, πράγμα πού ἀντιβαίνει στήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἡ ὁποία συνδέει στενά τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν θεία Εὐχαριστία. Ἑπομένως, διακρίνεται «ὁ Χριστός τῶν Μυστηρίων» (τοῦ Βαπτίσματος) ἀπό «τόν Χριστό τῆς δογματικῆς ἀληθείας».

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑφίσταται σοβαρό θεολογικό ζήτημα, ἀφοῦ, ὅπου δέν ὑπάρχει πίστη-δόγμα, δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά Μυστήρια. Τό δόγμα δέν χωρίζεται ἀπό τήν «πνευματικότητα». Ἡ ἐκκλησιαστική αὐθεντικότητα ἔχει σχέση μέ τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τά Μυστήρια, πού βρίσκονται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει σαφέστατη ἑνότητα μεταξύ τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς ἑνότητας τῆς πίστεως, καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει διάσπαση μεταξύ «τοῦ Χριστοῦ τῶν Μυστηρίων καί τοῦ Χριστοῦ τῆς δογματικῆς Ἀλήθειας». Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τους Πατέρες, συνίσταται ἀπό τά κοινά Μυστήρια, τήν κοινή πίστη καί τόν Ἐπίσκοπο.
Τό ψεῦδος τῆς «βαπτισματικῆς ἑνότητας» συνιστᾶ μιά ἐκδοχή τῆς προτεσταντικῆς «θεωρίας τῶν κλάδων», γι' αὐτό καί εἶναι ἀσύμβατη μέ τήν ἐκκλησιολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων».

----------------------------------------------------------------- 

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

«Ἡ ὑπακοή μᾶς ἔχει πάει πολύ πίσω θεολογικά»!

 


(Περιοδικό "ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ")

Ἕνα μεῖζον πρόβλημα καί μία μεγάλη πρόκληση γιά τήν ἐκκλησιαστική μας ζωή τά τελευταῖα χρόνια εἶναι καί ἡ «γυμνῆ τῇ κεφαλῇ» διακήρυξη φρικτῶν αἱρέσεων ἀπό «μοντέρνους» θεολόγους καί ψυχολόγους, οἱ ὁποῖοι μάλιστα εἶναι ἐπιφορτισμένοι μέ τήν ἐπιμόρφωση (διάβαζε: παραμόρφωση) κληρικῶν καί λαϊκῶν συνεργατῶν στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί σέ κάποιες ἄλλες Μητροπόλεις.

Οἱ ἐξωφρενικές τους ἀπόψεις διαδίδονται καί μέσῳ βιβλίων, κυρίως κάποιων συγκεκριμένων ἐκδοτικῶν οἴκων. Οἱ «μοντέρνοι» αὐτοί ἐκδοτικοί οἶκοι ἐμφανίσθηκαν κυρίως τήν τελευταία δεκαετία.

Τό πιό ἐπικίνδυνο εἶναι ὅτι τά πρόσωπα αὐτά εἶναι σέ θέσεις κλειδιά.

Γιά νά μήν ὑπάρχει καμμιά ἀμφισβήτηση, ὅτι τά ἐδῶ καταγραφόμενα ἐξωφρενικά ὄντως ἐλέχθησαν ἔτσι ἀκριβῶς, παραθέτουμε τό ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο ἀπό τήν παρουσίαση συγκεκριμένου βιβλίου στήν Ἀθήνα, σημειώνοντας στήν ἀρχή κάθε ἐπίμαχης φράσεως τόν ἀκριβῆ χρόνο (λεπτό τῆς ὥρας), ὅπως ἔχει καταγραφεῖ στό σχετικό βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=CwqKBnAfQX0. Πρόκειται γιά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου «Χριστιανική Ζωή & Σεξουαλικές σχέσεις» τῶν ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ».

Τό βιβλίο αὐτό εἶναι προβληματικότατο σχεδόν στό σύνολό του. Παραθέτουμε, πρός τό παρόν αὐτά πού ἀκολουθοῦν καί ἐπιφυλασσόμεθα νά ἐπανέλθουμε. Ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ αὐτοπροσδιοριζόμενος ὡς χριστιανός παιδοψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής κ. Δημήτριος Καραγιάννης, ἕνας ἐκ τῶν συγγραφέων τοῦ συλλογικοῦ τόμου «Χριστιανική ζωή καί σεξουαλικές σχέσεις» τῶν ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ». Τό κείμενό του στόν συλλογικό τόμο ἐπιγράφεται: «Σεξουαλικότητα καί Χριστιανική ζωή. Ἀπό τήν καταστολή στήν ἀνάδειξη. Μιά συζήτηση μέ τόν Β. Ἀργυριάδη».

Ἐλπίζουμε ὅτι ὅσα φρικτά ἐλέχθησαν κάποιους θά εὐαισθητοποιήσουν γιά νά πράξουν τά δέοντα.

Ἰδού ἡ ἀπομαγνητοφώνηση:
47:30 «Ἡ ἐπιλογή τοῦ ἐπισκόπου ἔχει μόνο ἕνα προαπαιτούμενο: νά μήν εἶναι νόμιμα νυμφευμένος μέ γυναίκα. Ἄν ὑπάρχει κρυφή σεξουαλική ζωή ἤ ἰδιαίτερες σεξουαλικές προτιμήσεις (ἡ ὁμοφυλοφιλία μπορεῖ νά εἶναι καί προσόν) δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα».

49:00 «Ὑπακοή... εἶναι τό μόνο στοιχεῖο πού ἔχει ἐπικρατήσει τά τελευταῖα 30 χρόνια καί μᾶς ἔχει πάει πολύ πίσω θεολογικά. Ποῦ τή βρήκαμε; Γιατί ὑπακοή; Γιατί νά εἴμαστε πνευματικά παιδιά κάποιων; Γιατί οἱ πνευματικοί πατέρες νά μᾶς συμβουλεύουν σά νά εἴμαστε παιδάκια καί νά μᾶς λένε τί νά κάνουμε; Τόσος κομπλεξισμός;»

50:20 «Γιατί ἡ ἄσκηση στήν Ἐκκλησία νά ἔχει ἐγκράτεια καί στέρηση; Γιατί νά μή βιώσω τή χαρά σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς μου;»

50:50 «Στούς Χαιρετισμούς λέει “Πᾶν γεῶδες καί ὑλικόν ἡμῶν φρόνημα κοίμισον”. Τί ἐννοεῖ; Τή σεξουαλικότητα; Δηλαδή τίς Παρασκευές, μετά τούς Χαιρετισμούς, δέν μπορεῖ νά γίνει ἡ σεξουαλική πράξη;»

51:40 «Αὐτοί πού ζητοῦν τήν ἐγκράτεια ἀπό τούς ἄλλους βιώνουν τόν πιό δυνατό ὀργασμό μέ τό νά χαίρονται νά βλέπουν τούς ἄλλους γύρω τους νά πικραίνονται ὅταν ἐγκρατεύονται καί ἀσκοῦνται.»

53:00 «Τό ἐξομολογητήριο διαλύει τούς ἀνθρώπους καί θά πρέπει ἐγώ, μέ ψυχολογικές μεθόδους, νά τούς γιατρέψω καί νά λειάνω τά τραύματά τους ἀπό τήν Ἐκκλησία».

54:20 «Οἱ μοναχοί θέλουν νά ὁρίζουν τή ζωή ἄλλων ἀνθρώπων καί τό μόνο πού τούς νοιάζει εἶναι νά ρωτοῦν γιά τή σεξουαλική ζωή τῶν ζευγαριῶν, προφανῶς ὡς προβληματικότητα στή δική τους σεξουαλική ζωή».

55:10 «Γιά νά γίνει κάποιος ἔγγαμος στήν Ἐκκλησία μας ἅγιος, ἔπρεπε νά ἔχει παρατήσει τό γάμο του, νά ἔχει ἀφήσει τή σχέση του καί νά ἔχει γίνει ἀπό ἔγγαμος μοναχός. Εἶναι διαστροφή αὐτό τό πράγμα σέ ἐπίπεδο ψυχολογικό, καί σέ ἐπίπεδο θεολογικό εἶναι αἵρεση».

58:10 «Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία σήμερα ἔχει ἁμαρτήσει καί ἀρνεῖται τή φυσιολογία τοῦ γάμου καί θά ἔπρεπε νά ἔχουν καθαιρεθεῖ καί νά ἔχουν ἀποσχηματισθεῖ, ἐπειδή ὑπάρχει ἕνας κανόνας τῆς Καρθαγένης, πού λέει ὅτι δέν πρέπει νά μιλᾶμε περιφρονητικά γιά τό γάμο».


Σημ. «Παρακαταθήκης»: Ἐπαναλαμβάνουμε, ὅτι τά ἀνωτέρω φρικτά τά εἶπε κατά τήν παρουσίαση τοῦ συλλογικοῦ τόμoυ «Χριστιανική ζωή καί σεξουαλικές σχέσεις» τῶν ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ» ὁ αὐτοπροσδιοριζόμενος ὡς χριστιανός παιδοψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής κ. Δημήτριος Καραγιάννης, ἐπιμορφωτής κληρικῶν καί λαϊκῶν συνεργατῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν! Ἀκούει κανείς;





----------------------------------------------------------
πηγή: imglyfadas.gr
 

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Η Θεοτόκος στην ζωή των μοναχών

(Κατήχησις στην I. Μονή Σίμωνος Πέτρας, 8.8.1983)


(Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Η Θεοτόκος, έχοντας παρρησία ενώπιον του Θεού ως μητέρα του, είναι η μοναδική που μπορεί να χαρίση στον μοναχό την μετά παρρησίας κοινωνία με τον Θεόν. Αυτή διά μέσου αγίων, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και άλλοι, ανάγει το πνεύμα του μοναχού στον ουρανό, διανοίγει την καρδιά του και τον καθιστά ικανό να χωρή τον Θεόν. Αυτή τον φωτίζει, αυτή του μαθαίνει και του εμπνέει την ευχή και τον πληροφορεί για τον Υιόν της και Θεόν της. Ο μοναχός διά της Θεοτόκου γίνεται πρόσλημμα του Χριστού.

Αυτό συνέβη κατ’ αρχάς στην Θεοτόκο. Όταν ο Μωυσής είδε την φλεγομένη και μη καιομένη βάτο, τον τύπο της Θεοτόκου και της σαρκώσεως του Κυρίου, δεν ήταν δυνατόν να κατανοήση ότι εκεί ήταν ο Θεός. Γι' αυτό ο Θεός τού είπε: Βγάλε το υπόδημά σου, «ὁ τόπος οὗτος γῆ ἁγία ἐστί»(1). Ο Μωυσής έπρεπε να μυηθή στα μυστήρια της καινής βασιλείας, για να καταλάβη τι συνέβαινε. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, κατά την μεταμόρφωσι του Κυρίου.

Εν συνεχεία, στην έρημο, ο Θεός κρυβόταν από τον λαό του Ισραήλ, πότε με την μορφή του πύρινου στύλου και πότε με την μορφή της φωτεινής ή γνοφώδους νεφέλης. Στις δύσκολες στιγμές τους οι άνθρωποι τα βάζουν συνήθως με εκείνον που αγαπούν, στις στιγμές δε του εγωισμού τους ή των πεποιθήσεών τους ή των επιθυμιών τους τα βάζουν με τον Θεόν. Αν ο Θεός δεν κρυβόταν, θα ήμασταν πρόθυμοι να τον διώκωμε και να τον οδηγούμε πότε στο πτερύγιο του ναού(2) και πότε στην άκρη του βράχου(3), για να τον φονεύσωμε. Αν δεν κρυβόταν, κάθε φορά θα χρειαζόταν να διαφεύγη της προσοχής μας και των οφθαλμών μας, για να διασώζη τον εαυτό του.

Ιδιαίτερα όμως ο Θεός έπρεπε να κρύβεται από την μανία των ανθρώπων, όταν προσέλαβε την ανθρωπίνη φύσι και την εθέωσε. Η ευεργεσία που έκανε στο ανθρώπινο γένος με την ενσάρκωσί του ήταν υψίστη, αλλά όλοι εκείνοι που ένοιωθαν ότι η θεότητά τους -η υψουμένη με λογισμούς και επιθυμίες- ήθελε να διεκδικήση τα δικαιώματά της, ήταν φυσικό να στραφούν εναντίον τού κατελθόντος Θεού, ο οποίος ύψωσε και υπερύψωσε το ανθρώπινο γένος τόσο, ώστε να δημιουργήση την απορία των αγγέλων.

Κατά την ανάληψι του Κυρίου, όταν ο Κύριος επανήλθε στην αρχική του θέσι -που οπωσδήποτε ουδέποτε την είχε εγκαταλείψει, μόνον οικονομικώς είχε κατέλθει στην γη—, οι άγγελοι αναγκάσθηκαν να πληροφορήσουν τα ανώτερα τάγματα ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν»(4), για να περισώσουν τον Χριστόν από την έκπληξί τους.

Η επί γης ζωή του Κυρίου ήταν το δυσκολώτερο χρονικό διάστημα του αχρόνου Υιού και Λόγου του Θεού. Ο Κύριος έπρεπε να κρυφθή, για να μην αχρηστευθή το έργο του. Κρύφθηκε μέσα στα σπλάγχνα της Θεοτόκου, και έτσι η Θεοτόκος έγινε νεφέλη, γνόφος, βάτος, κατοικητήριο του συγκαταβάντος Θεού. Το ουσιαστικό «συγκατάβασις», κατά την θεολογική του έννοια, σημαίνει κρύψιμο του Θεού, για να μπορή ανενόχλητα να ενεργή και να αγιάζη τον άνθρωπο, ώστε να μην προκαλή την αντίδρασι του ανθρωπίνου εγώ. Δεν υπάρχει ισχυρότερο εμπόδιο στο έργο του Κυρίου και στην οικονομία του, από το ανθρώπινο εγώ. Είναι το μόνο που αντιστέκεται. Μία φορά αντιστάθηκε ο ασώματος άγγελος και όλο το τάγμα του έπεσε. Οι άνθρωποι συνεχώς επιπίπτουν εναντίον του Θεού. Με την λέξι λοιπόν συγκατάβασις, εννοούμε ότι ο Χριστός διαλέγει κάποιον οίκο, για να κρύψη την θεότητά του, και από εκεί στέλνει κάπου κάπου μία ακτίνα της θεότητός του, για να μη λησμονή το ανθρώπινο γένος ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν», ο αληθινός Θεός. Ἔτσι, οι καρδιές που τον ποθούν και τον αναζητούν, μπορούν να τον αναγνωρίζουν και να του αφιερώνωνται.

Τέτοια συγκατάβασις ήταν η σάρκωσις του Κυρίου, και τέτοιο όργανο της συγκαταβάσεώς του, τέτοιο κατοικητήριο έγινε η Θεοτόκος. Αυτή η αμώμητος δέχθηκε τον μώμο των ανθρώπων, τις συνέπειες του ανθρωπίνου εγωισμού, την φυγή στην Αίγυπτο, τον κατατρεγμό εκείνων που την θεωρούσαν κοινή γυναίκα, και όλες τις ρομφαίες μέχρι την υστάτη, της σταυρώσεως του Υιού της. Δέχθηκε ακόμη και την τελευταία συγκατάβασι του Κυρίου, το ότι ουδαμού σχεδόν αναφέρεται το όνομά της.

Βεβαίως, διεισδύοντας στα μυστήρια, διαπιστώνομε ότι υποφώσκει και κατανοείται ο σεβασμός του Υιού και Λόγου προς την Μητέρα του, αλλά κατά το ανθρώπινο φαινόταν η διαφοροπoίησίς του προς αυτήν. «Τί ἐμοί καί σοί, γύναι;»(5), της είχε πει στον γάμο της Κανά. Σαν να της έλεγε, «κάθισε στ’ αὐγά σου». Ἔτσι, κρατούσε τον εαυτό του σε έναν κρυψώνα και σε ουδέτερη θέσι απέναντί της, ακόμη και μετά την ανάστασι, ώστε τις πληροφορίες που λείπουν να τις αναπληρώνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτοί μας λέγουν ότι ο Κύριος εμφανίσθηκε πρώτα στην Παναγία και ότι η Παναγία ήταν η πρώτη ανάμεσα στους αποστόλους και τους υπολοίπους πιστούς κατά την Ανάληψι και την Πεντηκοστή. Κρυβόταν ακόμη και ο οίκος του Κυρίου, όχι μόνον ο Κύριος εν τω οίκω. Σκεφθήτε μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φθάση η μανία της ανθρώπινης ψυχής· τολμά να τα βάζη με τον σωτήρα και λυτρωτή της!

Η Θεοτόκος έκρυψε και κρύβει μέσα της τον συγκαταβάντα Θεόν, γίνεται το όργανο που μας ανοίγει «οπές», διά των οποίων εισέρχεται το άκτιστο φως στην καρδιά μας και στον νου μας. Έτσι, μας χαρίζει ουράνια δωρήματα και βιώματα και μας κάνει μετάρσιους, ώστε να έχωμε την δύναμι να πορευώμεθα στην ζωή. Στο έργο της όμως συναντά την ανθρώπινη βούλησι, καρδιά και αίσθησι, τον ατελή και επισφαλή ανθρώπινο παράγοντα. Σήμερα ίσταμαι και αύριο πίπτω· σήμερα συγκλονίζομαι από έναν θάνατο και λέγω θα μετανοήσω, και μετά από δύο ημέρες δεν θυμάμαι τίποτε και συνεχίζω τα ίδια. Σήμερα τα μάτια μου δακρύζουν μπροστά στον Χριστόν, ο οποίος σταυρούται ή ανίσταται ή αναλαμβάνεται ή αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιον, μεθαύριο όμως, μόλις χρειασθή να έλθωμε εγώ και Εκείνος σε αντίθεσι, ευθύς αμέσως υψώνω το δικό μου ανάστημα. Εμείς οι άνθρωποι αυτό κάνομε ημέρα και νύκτα. Τι κάνομε όταν φιλονικούμε; Τι κάνομε όταν ραθυμούμε; Τι κάνομε όταν την νύκτα δεν αγρυπνούμε; Υψώνομε τον εαυτό μας μειώνοντας το ύψος του Κυρίου και Θεού μας.

Παρ’ όλα αυτά, η Παναγία καταφέρνει να χαρίζη φως στις ψυχές μας και βαθύτατα βιώματα στο σώμα της Εκκλησίας. Διά της αγάπης του Υιού της καθαγιάζει προφήτες και ασκητές στην καθημερινή ζωή, και γενικώς καθιστά όλη την Εκκλησία ένα πλήρωμα. Οι άγιοί της, η ιστορία της, ο μοναχισμός της, οι δογματικοί αγώνες της, τα σπήλαιά της, τα πάντα είναι γεμάτα από τέτοια βιώματα, από καθόδους του Θεού στην ανθρώπινη κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό και αυτή η ανθρώπινη συσκηνία γίνεται τόπος συγκαταβάσεως, κρυψώνας του Κυρίου.

Αλλά και το μαφόριο της Παναγίας μας, ο μανδύας της, έκρυβε την θεότητα, την οποία προηγουμένως είχε κρύψει στα σπλάγχνα της, και τώρα κρύβεται μέσα στα δικά μας ιμάτια. Γι' αυτό ο κάθε μοναχός έχει άμεση σχέσι με την Παναγία, είναι ένα αποδεικτικό της θεότητος, ότι «ὁ Θεός ἔστη ἐν συναγωγῇ ἁγίων»(6), ο Θεός ίσταται όπου ιστάμεθα όλοι εμείς.
Οι μοναχοί, όταν ψάλλουν το «Ἄξιόν ἐστι», έχουν την αίσθησι ότι μοιάζουν με τους αγγέλους, τους παρεστώτας ενώπιον του ουρανίου θρόνου. Στέκονται δε ακίνητοι και ασκεπείς, για να αποδώσουν την οφειλόμενη τιμή στην Παναγία, η οποία, και όταν ομιλή και όταν σιωπά, και όταν κυοφορή και όταν τίκτη, και όταν περιπατή στον Άθωνα ή μεταβιβάζη στον ουρανό τα αιτήματά μας, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά μας ανεβάζει και μάς κατεβάζει τον Θεόν· καταφέρνει να τον κάνη μόνιμο κάτοικο των καρδιών μας.

Η Θεοτόκος μας, η Μητέρα μας, είναι το προσφιλέστερο πρόσωπο όλων των Αγιορειτών, θα έλεγα και όλων των μοναχών. Χωρίς αυτήν ο μοναχός δεν είναι δυνατόν να κάνη έστω και ένα βήμα στην πνευματική ζωή του· δεν μπορεί να ψελλίζη το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» ούτε να μάθη την σημασία του. Με την βοήθεια της Παναγίας όλα αυτά γίνονται αληθινά βιώματα του κάθε ανθρώπου, προ πάντων όμως της Εκκλησίας, η οποία είναι πιο αυθεντική, ασφαλής και αληθής από εμάς.

Κάποιος μοναχός συνεχώς προσπαθούσε να κάνη περιεχόμενο του νου και της καρδιάς του το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ἐλέησόν με τον αμαρτωλόν». Επειδή δεν το πετύχαινε, παρεκάλεσε την Θεοτόκο να εγκαταστήση τον Κύριον μέσα στην καρδιά του δι’ αυτών των λέξεων. Εν τω μεταξύ, ο Γέροντάς του δεν του επέτρεπε να λογίζεται τα νοήματα της κάθε λέξεως, αλλά μόνον να παρακολουθή τις λέξεις, διότι, πολλές φορές, όταν ασχολούμαστε με τα νοήματα των λέξεων, συμβαίνει να περιπίπτωμε σε αγωνία, σε περισπασμό της διανοίας, σε καθυστέρησι ή σε συναισθηματικές καταστάσεις· άλλοτε συγχέομε τα ανθρώπινα αισθήματα και βιώματά μας με τα θεϊκά δωρήματα. Για να τον απαλλάξη ο Γέροντάς του από τέτοια περιπέτεια, του είχε επιβάλει να παρακολουθή μόνον τις λέξεις.

Βεβαίως, εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβη την σημασία των λόγων τού Γέροντός του, αλλά έκανε υπακοή. Μία νύκτα, όπως ήταν τόσο πολύ επηρεασμένος από το δίλημμα αυτό, θυμήθηκε την Θεοτόκο και της λέγει: Υπεραγία μου Θεοτόκε, ο Γέροντάς μου μου λέγει να παρακολουθώ μόνον τις λέξεις της ευχής. Η καρδιά μου όμως δεν μπορεί να το καταλάβη αυτό. Σε αφήνω εσένα να με βοηθήσης, και εγώ θα λέγω μόνον τις λέξεις, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Συνέχισε την ευχή, καθισμένος στο σκαμνάκι του ταπεινά και υποτακτικά, με ψυχρότητα στην καρδιά του, κάπως κουρασμένος και λίγο απογοητευμένος διότι, του καιρού παρερχομένου και απερχομένου, εκείνος δεν μπορούσε να έχη την πρόοδο που ήθελε. Ενώ όμως καθόταν, αιφνιδίως αντιλήφθηκε ότι τα χείλη του δεν ψέλλιζαν τίποτε, μόνον η καρδιά του έλεγε διαρκώς την γνωστή λειτουργική μας φράσι, «ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς»(7). Καί αυτό το κατάλαβε από τα μουσκεμένα του μάτια και από την συντετριμμένη του καρδιά. Δεν ήξευρε αν κοιμόταν ή αν είχε ξυπνήσει, ήξευρε μόνον ότι είχε συλλάβει τον χώρο όπου συγκαταβαίνει ο Θεός, ότι ο Θεός είναι οικτιρμοί και έλεος. Ο Θεός, ο απρόσιτος μέχρι την ώρα εκείνη, ο Θεός ο ακατανόητος, ο υπερβατικός, ο αναφής έγινε προσιτός μέσα στην καρδιά του ως έλεος και οικτιρμοί.

Το έλεος μοιάζει με θάλασσα, στην οποία πέφτει κανείς και νοιώθει την άπλα της. Μόλις χαλαρώση τον εαυτό του και τον παραδώση στα κύματά της, αμέσως βλέπει ότι δεν βουλιάζει· αντίθετα επιπλέει. Οι οικτιρμοί δηλώνουν ότι αυτή η θάλασσα δεν είναι απλώς κάτι στο οποίο παραδίδεσαι, αλλά και κάτι που σου προσφέρεται· διότι οικτιρμοί είναι οι κινήσεις της θεότητος προς εμάς, είναι η έξοδος του Θεού από τον εαυτό του, οι θείες του ενέργειες, οι οποίες, εισχωρώντας στην καρδιά μας και στην ζωή μας, γίνονται ένα μαζί μας. Δηλαδή το κτιστό, που περιφέρομε στην σάρκα μας και στην ψυχή μας, ενώνεται με το άκτιστο και θεούται.

Ο προσευχόμενος λοιπόν μοναχός μπήκε μέσα στην θάλασσα, είδε πόσο μεγάλο είναι το έλεος του Θεού, κατάλαβε ότι οι οικτιρμοί του είναι μία αδιάλειπτος φωτοβολία, μία αδιάλειπτος μετάδοσις θεότητος, ενώθηκε με τον Θεόν εκείνη την ημέρα. Έκτοτε ουδέποτε, και αν ακόμη ήθελε, δεν κατόρθωσε να αντιστρατευθή στο θέλημά του. Η Θεοτόκος τού χάρισε αυτό το μεγάλο δώρο· το ίδιο θα κάνη και σε μας.

Πολλές φορές οι άνθρωποι λέμε ότι δώσαμε ό,τι μπορούσαμε στον Θεόν. Αλλά, ό,τι και αν δώσαμε, είναι ένα μηδέν, διότι τι έχομε που δεν το λάβαμε από τον Θεόν(8); Κανείς μας δεν έδωσε κάτι στον Θεόν, παρά μόνον ό,τι μας έχει χαρίσει Εκείνος. Επομένως, ό,τι του δίνομε του ανήκει. Ό,τι μας μεταδίδει διά των οικτιρμών του, διά των ενεργειών του, αυτό γίνεται δικό μας κτήμα. Ο Θεός δεν αναιρεί τον λόγο του, παραμένει πιστός. Μας χαρίζει αμεταμελήτως τα χαρίσματά του και τα κάνει κτήμα μας, χρήσι μας, νομή μας.

Ας ευχαριστήσωμε την Υπεραγία Θεοτόκο για όλες τις δωρεές της.

Παραπομπές 
*Κατήχησις στην I. Μονή Σίμωνος Πέτρας, 8.8.1983.
1. Έξ. 3, 2-5.
2. Βλ. Ματθ. 4, 5· Λουκ. 4, 9.
3. Λουκ. 4, 29.
4. Εσπερινός Αναλήψεως του Κυρίου, β' απόστιχον.
5. Ιω. 2, 4.
6. Ψαλμ. 81, 1.
7. Όρθρος, εκφώνησις μετά την τάξιν του Ευαγγελίου.
8. Α' Κορ. 4, 7.

πηγή: Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι Εόρτιοι Μυσταγωγικοί, Ίνδικτος 2014.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

ΜΙΛΟΥΣΕ ΑΠΛΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ;

 
(Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου)

Όταν ακούγεται ένα θεολογικό κήρυγμα αμέσως γίνεται σχετική κριτική με την αιτιολογία ότι ο Χριστός μιλούσε πολύ απλά, δεν ανέπτυσσε τέτοια δύσκολα κηρύγματα. Κατηγορείται η Εκκλησία, καθώς επίσης και οι άγιοι Πατέρες, γιατί μίλησαν με φιλοσοφική ορολογία για να απαντήσουν στα προβλήματα της εποχής εκείνης. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: Μιλούσε πράγματι ο Χριστός απλά; Μήπως με την κατηγορία αυτή εναντίον του συγχρόνου θεολογικού κηρύγματος ουσιαστικά εκφράζουμε την δική μας άγνοια να εισχωρήσουμε στα πραγματικά προβλήματα του ανθρώπου ή ακόμη εκφράζουμε την αδυναμία κατανοήσεως αυτών των προβλημάτων; Πιστεύω, όπως θα αναπτύξω πιο κάτω, ότι ο Χριστός δεν μιλούσε απλά και ότι η αδυναμία κατανοήσεως του θεολογικού κηρύγματος είναι ουσιαστικά αδυναμία του ίδιου του κήρυκος, αδυναμία κατανοήσεως των αληθινών προβλημάτων που απασχολούν τους σύγχρονους ανθρώπους. Σήμερα, παρά τον πληθωρικό λόγο, ουσιαστικά υπάρχει πείνα θεολογικού ζωντανού λόγου, που μπορεί να δώση λύσεις στα καυτά μας προβλήματα. Η απουσία του θεολογικού λόγου είναι συνάρτηση της παρουσίας του ηθικολογικού, συναισθηματικού και λογικού λόγου. Κάπου εκεί εντοπίζω το αληθινό πρόβλημα.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα το ερώτημα, αν μιλούσε απλά ο Χριστός.

Ο Χριστός δεν ήταν ένας ηθικολόγος, φιλόσοφος, κοινωνικός επαναστάτης, αλλά ο Λόγος του Θεού. Αυτός φανέρωσε την μοναδική αλήθεια που σώζει τον άνθρωπο. Όχι μόνον φανέρωσε την αλήθεια, αλλά Αυτός είναι η Αλήθεια. Ο Χριστός ως Λόγος του Θεού, μας φανέρωσε το θέλημα του ουρανίου Νου, του Πατέρα Του, γι’ αυτό και είναι ο πραγματικός θεολόγος. Αυτό τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Ο Χριστός «θεός ὤν προαιώνιος δι’ ἡμᾶς καί θεολόγος ἐγεγόνει». Ο μεγαλύτερος θεολόγος είναι ο Ίδιος ο Χριστός, και εκείνος που ενώνεται με τον Χριστό και αποκτά τον νουν του Χριστού, λαμβάνει το χάρισμα της θεολογίας και επομένως καθίσταται θεολόγος, μυσταγωγεί τον λόγο του Θεού στους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός δεν ήλθε απλώς για να διδάξη και να μεταδώση αλήθειες, αλλά να προσφέρη τον εαυτό Του, να προσλάβη την ανθρώπινη φύση, ώστε να δώση στους ανθρώπους την δυνατότητα να φθάσουν και αυτοί στην κατά Χάριν θέωση. Όμως με όλη Του την ένσαρκη οικονομία ο Χριστός ανεδείχθη πραγματικός θεολόγος.

Η διδασκαλία του Χριστού είναι προβολή του Παραδείσου πάνω στην γη. Είναι έκφραση της τριαδικής ζωής, της κοινωνίας των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Π.χ. η διδασκαλία περί της αγάπης δεν είναι ηθικολογική και κοινωνική διδασκαλία, αλλά κατ’ εξοχήν θεολογική, αφού η αγάπη είναι ο Θεός ως κοινωνία προσώπων. Επομένως, όταν ο Χριστός μιλούσε για την αγάπη, θεολογούσε. Παρουσίαζε τον τρόπο ζωής των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις διδασκαλίες. Ο Κύριος είπε: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατήρ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε΄, 48). Αυτή λοιπόν η διδασκαλία του Χριστού, ως έκφραση της τριαδικής ζωής, είναι καθαρά θεολογική και εν πολλοίς ακατανόητη για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης. Οι Μαθηταί Του δεν μπορούσαν να την αντιληφθούν. Μόνον όταν έλαβαν το Άγιο Πνεύμα και αλλοιώθηκαν, αντελήφθησαν το κήρυγμα και την διδασκαλία του Χριστού. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης παρατηρεί: «Ταῦτα δέ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταί αὐτοῦ τό πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ' αὐτῷ γεγραμμένα» (Ιω. ιβ', 16). Δεν συναντούμε στα Ευαγγέλια πολλές περιπτώσεις όπου φαίνεται πως οι Μαθηταί δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν και να καταλάβουν τον λόγο του Χριστού; Αυτό γινόταν γιατί ο λόγος του Χριστού δεν είναι ανακάλυψη, αλλά αποκάλυψη του Ίδιου του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού, ενώ Τον έβλεπαν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας και ενώ Τον άκουγαν δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον λόγο Του. Μάλιστα επεδίωξαν και να Τον φονεύσουν. Γι’ αυτό ο Κύριος τους είπε: «ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμός οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν» (Ιω. η', 37). Πράγματι ο λόγος του Χριστού δεν μπορούσε να χωρέση στην ακάθαρτη καρδιά και στον αμεταμόρφωτο νου των συγχρόνων Του, όπως και των ανθρώπων όλων των εποχών. Για έναν άλλο λόγο ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «οὐ πάντες χωροῦσι τόν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ οἷς δέδοται» (Ματθ. ιθ', 11). Χρειάζεται πράγματι αποκάλυψη και κάθαρση της καρδιάς για να μπορέσουν οι άνθρωποι να καταλάβουν τον λόγο του Θεού. Και αυτό δεν μπορούν να το επιτύχουν στην πληρότητά του, γιατί περιορισμένα είναι τα όρια της ανθρωπίνης φύσεως. Με την Χάρη του Θεού κατανοούμε, κατά το δυνατόν στην ανθρώπινη φύση, τις άπειρες διαστάσεις του λόγου του Θεού. Η συνομιλία του Χριστού με τους δυό Μαθητάς που πορεύονταν προς Εμμαούς δείχνει αυτήν την αλήθεια.

Έπειτα υπάρχει διαφορά μεταξύ των Ευαγγελιστών στην έκφραση. Τα τρία πρώτα Ευαγγέλια, τα λεγόμενα συνοπτικά, είναι πιο εύκολα στην κατανόηση, αλλά το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστού Ιωάννου είναι δυσκολώτερο. Έχει υψηλότερες διδασκαλίες και λίγα θαύματα, γιατί προοριζόταν για Χριστιανούς που είχαν περισσότερη πρόοδο και επομένως ήσαν ικανοί να «μυηθούν» στις βαθύτερες θεολογικές έννοιες του λόγου του Θεού. Πάντως και τα τρία πρώτα Ευαγγέλια θέλουν ιδιαίτερη Χάρη για να κατανοηθούν. Όταν ο άνθρωπος προχωρή με τις δυνάμεις της πεπτωκυίας λογικής, όταν δεν έχη μεταμορφωμένες πνευματικές αισθήσεις, δεν μπορεί να καταλάβη απολύτως τίποτε. Η Αγία Γραφή, ιδιαίτερα η Καινή Διαθήκη, δεν είναι ένα μυθιστόρημα και μια βιογραφία του Χριστού, αλλά αποκάλυψη της νέας ζωής που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, γι’ αυτό μόνον όσοι ζουν εκκλησιαστικά μπορούν να εισδύσουν στο βαθύτερο νόημα, όσο είναι δυνατόν, του λόγου του Θεού. Επίσης διαβάζοντας τους λόγους τού Ευαγγελιστού Ιωάννου και του Αποστόλου Παύλου, βλέπουμε καθαρά ότι ο λόγος τους είναι βαθύτερος. Μήπως αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι Απόστολοι αλλοίωσαν τον λόγο του Χριστού, εξεδίωξαν την απλότητα του λόγου Του;

Υπάρχει το θέμα των παραβολών. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Χριστός στο κήρυγμά Του χρησιμοποιούσε παραβολές, ώστε να απλοποιήση τον λόγο Του και να τον καταστήση κατανοητό στους ακροατές. Και όμως υπάρχει μια τρομερή παρεξήγηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Γιατί ο Χριστός χρησιμοποιούσε παραβολές όχι για να απλοποιήση τον λόγο, αλλά για να τον κρύψη, ώστε να μη τον κατανοήσουν οι εχθροί Του. Θα ήθελα να αναφέρω δυό χαρακτηριστικές περιπτώσεις για το σημείο αυτό. Παρουσιάζοντας την παραβολή του σπορέως οι Μαθηταί Τον ρώτησαν: «διατί ἐν παραβολαῖς λαλεῖς αὐτοῖς;». Και Εκείνος απάντησε: «ὑμῖν δέδοται γνῶναι τά μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐκείνοις δέ οὐ δέδοται... διά τοῦτο ἐν παραβολαῖς αὐτοῖς λαλῶ, ἵνα βλέποντες μή βλέπωσι καί ἀκούοντες μή ἀκούωσι μηδέ συνῶσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι» (Ματθ. ιγ', 10-14). Φαίνεται εδώ καθαρά ότι οι Μαθηταί ήταν ικανοί να μάθουν τα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών. Από τους άλλους έπρεπε να κρυφτούν γιατί δεν μπορούσαν να τα αντιληφθούν και έτσι θα τους έφεραν σε αντίθεση με το Πρόσωπο της Αλήθειας. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος, εκθέτοντας την παραβολή του σπορέως χρησιμοποιεί την ίδια διδασκαλία. Οι Μαθηταί τον ρωτούν «κατά μόνας» για την επεξήγηση της παραβολής. Και ο Κύριος επεξηγεί: «ὑμῖν δέδοται γνῶναι τά μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· ἐκείνοις δέ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς τά πάντα γίνεται, ἵνα βλέποντες βλέπωσι καί μή ἴδωσι...» (Μαρκ. δ', 9-12). Έτσι ο Κύριος ανέφερε τις παραβολές στον λαό, αλλά την επεξήγηση την πραγματοποιούσε στους Μαθητάς Του. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι οι παραβολές δεν κάνουν απλό τον λόγο του Χριστού. Ο Κύριος χρησιμοποιούσε τις παραβολές όχι για να κάνη κατανοητή και απλή την διδασκαλία Του, αλλά για να την αποκρύψη από αυτούς που δεν ήταν άξιοι να την δεχθούν.

Επομένως ο λόγος του Χριστού δεν είναι απλός. Ο Χριστός δεν μιλούσε απλά. Στον λόγο Του υπάρχει μεγάλο βάθος που δεν μπορεί ο καθένας, αν δεν έχη προσωπική αποκάλυψη, να το διαπιστώση. Δεν μπορούμε με την εξωτερική απλότητα να δικαιολογούμε την δική μας αδυναμία να συλλάβουμε και να εκφράσουμε τον θεολογικό λόγο που είναι λόγος της Εκκλησίας, αφού η Εκκλησία πάντοτε θεολογεί. Δεν είναι άλλο ο Χριστός και άλλο η Εκκλησία. Δυστυχώς είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όμως χρησιμοποιούμε τέτοιες πλανεμένες διδασκαλίες, ότι δηλαδή ενώ ο Χριστός μιλούσε απλά, η Εκκλησία δυσκολεύει τα πράγματα. Αυτός ο χωρισμός Χριστού και Εκκλησίας είναι στην βάση του προτεσταντικός. Εμείς πιστεύουμε ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας. Η ζωή της Κεφαλής είναι και ζωή του Σώματος και των μελών της Εκκλησίας. Γι’ αυτό υπάρχει μια φράση που λέγει: «οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι ἅγιοι Πατέρες». Η Εκκλησία δεν αλλοίωσε τον λόγο του Χριστού, αλλά τον προσαρμόζει στις συνθήκες ζωής. Οι Έλληνες προ Χριστού είχαν θέσει διάφορα οντολογικά προβλήματα στα οποία οι ίδιοι δεν είχαν δώσει απαντήσεις, αλλά ούτε και η Εβραϊκή σκέψη μπορούσε να απαντήση. Ο Χριστιανισμός με την αποκάλυψη απάντησε σ’ αυτά τα οντολογικά προβλήματα. Έτσι κάπως νοιώθουμε την συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό. Αυτό όμως δεν είναι αλλοίωση της διδασκαλίας του Χριστού, αλλά έκφρασή της σε διαφόρους τόπους και χρόνους.

Πάντως εκείνο που θέλω να γίνη συνείδηση είναι ότι η διδαχή του Χριστού δεν διακρίνεται για την απλότητα, όπως εμείς την εννοούμε. Δεν μπορεί να κρύψη την πνευματική μας ένδεια και την απουσία του θεολογικού λόγου, δηλαδή του λόγου εκείνου που μπορεί να σώση και να θεώση τον άνθρωπο. Γι’ αυτούς που έχουν πνευματική ενότητα με τον Χριστό και τους αγίους, ο λόγος του Χριστού, παρά τα εξωτερικά δύσκολα νοήματα, είναι απλός, ενώ γι’ αυτούς που δεν έχουν κοινωνία με τον Χριστό και τους αγίους ο λόγος του Χριστού, παρά την φαινομενική απλότητα, είναι δυσνόητος. Είναι σφραγισμένος με επτά σφραγίδες.










"Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες οἱ ὑπό λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες"

Άγιοι Είκοσι Έξι Οσιομάρτυρες Ζωγραφίτες

Τό Ἅγιον Ὄρος, ἐκτός ἀπό Ὁσίους καί ἀσκητές Ἁγίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνέδειξε καί πλῆθος Ὁσιομαρτύρων καί Νεομαρτύρων. Ἡ ὑπεράσπιση μέχρι θανάτου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, χωρίς καμμία ὑποχώρηση καί παραχώρηση, συνόδευε πάντοτε τούς ἀσκητικούς καί νηπτικούς ἀγώνες τους, ἀφοῦ «οὐδέν ὠφελεῖ βίος ὀρθός δογμάτων διεστραμμένων» ( Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος).

Ἔτσι, ὅταν τό 1274, στή Σύνοδο τῆς Λυών ὁ Αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1261-1282) ὑπέγραψε ψευδοένωση μέ τούς Λατίνους, προκειμένου νά ἐξασφαλίσει τήν πολιτική ὑποστήριξη τοῦ Πάπα καί νά μπορέσει νά ἀνασυγκροτήσει τήν ἀποδιοργανωμένη ἀπό τήν λατινική κατοχή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, οἱ Ἁγιορεῖτες ἀντέδρασαν, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ πλειοψηφία τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ.

Κατ' ἀρχήν ἔστειλαν γενναία ὁμολογιακή ἐπιστολή πρός τόν Αὐτοκράτορα καί τήν Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν, ἀφοῦ εἶχε, ἐν τῷ μεταξύ, ἐξοριστεῖ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Ἰωσήφ. Σ' αὐτήν ἐπικρίνουν μέ παρρησία τίς παπικές καινοτομίες, χαρακτηρίζουν τόν πάπα «αἰρετικό» καί «ἀπόστολο τοῦ σατανᾶ», τούς δέ Λατίνους «ἄθεους», ἐνῶ ἐκδηλώνουν τήν ἀπορία τους «πῶς ἄρα καί προσδεκτέοι καί ἑνωτέοι τῷ ἀμωμήτῳ καί ὀρθοδόξῳ σώματι τῆς ἁγίας καθολικῦς καί ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, 'Ἅγιον Ὄρος, 2003).

Ταυτόχρονα διέκοψαν κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους ἑνώθηκαν καί ἀποδέχτηκαν τούς Λατίνους.

Ὁ Μιχαήλ Η', ἀποφασισμένος νά ἐπιβάλει τήν ἕνωση μέ κάθε τρόπο, σέ συνεργασία μέ τόν Λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ' Βέκκο (1275-1282) στράφηκε μέ μανία ἐναντίον τῶν Ἁγιορειτῶν. Οἱ δύο λατινόφρονες ἡγέτες Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μετέβησαν στό Ἅγιον Ὄρος μέ παπική ἐπικουρία γιά νά ἀναγκάσουν τούς Ἁγιορεῖτες νά δεχθοῦν τήν ἕνωση.

Οἱ Μονές Μεγίστης Λαύρας καί Ξηροποτάμου ὑπέκυψαν πρός στιγμήν στήν βία τῶν Λατινοφρόνων καί ἀποδέχτηκαν τήν βδελυρή ψευδοένωση.

Οἱ Μοναχοί, τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων ἀντιστάθηκαν μέ ἄκαμπτο καί ἀδιάλλακτο φρόνημα. Ἤλεγξαν μέ αὐστηρότητα καί παρρησία τόν δυσσεβῆ βασιλέα καί τούς ὁμόφρονές του ὡς αἰρετικούς καί παράνομους. Ὁ Μιχαήλ ἐξοργισμένος ἔδωσε ἐντολή στούς στρατιώτες του νά βάλουν σ' ἕνα πλοῖο τούς μοναχούς πού κατάγονταν ἀπό τήν Ἰβηρία καί ἀφοῦ ξανοιχτοῦν στό πέλαγος νά τό βυθίσουν μαζί μέ τούς ἐπιβάτες του. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες ἔλαβαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἐπισφραγίζοντας μέ τή θυσία τους τήν ὅλη ὁσιακή βιωτή τους. Τούς Ἅγίους Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες ἑορτάζουμε στίς 13 Μαΐου.

Οἱ λατινόφρονες συνεχίζοντας τήν καταστροφική ἐπιδρομή τους ἔφθασαν στή Μονή Βατοπαιδίου, ἀλλά καί ἐκεῖ ἀντιμετώπισαν ἰσχυρή ἀντίδραση. Ἀφοῦ κατάλαβαν πώς δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά λυγίσουν τούς μοναχούς πού ἀντίκρυσαν ὡς ἀκλόνητους βράχους τῆς Πίστεως, ἄρχισαν νά τούς κακοποιοῦν. Τέλος ἔσυραν ἔξω τόν ἁγιώτατο προηγούμενο Ὅσιο Εὐθύμιο καί δώδεκα ἀπό τούς μοναχούς καί τούς ἀπηγχόνισαν. Ἡ μνήμη αὐτῶν τῶν Βατοπαιδινῶν ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 4 Ἰανουαρίου.

Ἔπειτα ἀπό ὅλα αὐτά καί ἐνῶ οἱ Λατινόφρονες συνέχιζαν νά λεηλατοῦν τά πάντα στό πέρσμά τους, ἔφθασαν στή Μονή τοῦ Ζωγράφου.

Οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς Ζωγράφου, εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἀπό ὅραμα τῆς Παναγίας γιά τόν ἐπερχόμενο κίνδυνο. Ἕνας μοναχός πού ἀσκήτευε σέ κοντινό κελλί, τήν ὥρα πού διάβαζε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας, ἄκουσε τή φωνή τῆς Θεομήτορος ἐπιτακτική: «Ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί τόν Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις λοιπόν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ ἄς κρυφθῇ, ἕως ὅτου παρέλθει ὁ πειρασμός. Οἱ δέ ἐπιθυμοῦντες μαρτυρικούς στεφάνους ἄς παραμείνωσιν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε λοιπόν ταχέως».

Κάποιοι ἀπό τούς μοναχούς φοβισμένοι κατέφυγαν στά γύρω βουνά. Οἱ ὑπόλοιποι κλείσθηκαν μέσα στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἀπό ἐκεῖ ἤλεγξαν μέ παρρησία τούς Λατινόφρονες ὡς αἱρετικούς καί παράνομους. Τότε ὁ βασιλέας ἐξοργισμένος διέταξε καί τούς ἔκαψαν ζωντανούς μαζί μέ τόν πύργο πού χρησίμεψε σάν ὀχυρό τους. Ἔτσι κέρδισαν καί αὐτοί τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τά ὀνόματά τους εἶναι Θωμᾶς, ἡγούμενος τῆς Μονῆς, Βαρσανούφιος, Κύριλλος, Μιχαήλ, Σίμων, Ἰλαρίων, Ἰώβ, Κυπριανός, Σάββας, Ἰάκωβος, Μαρτινιανός, Κοσμᾶς, Σέργιος, Μηνᾶς, Ἰωάσαφ, Ἰωαννίκιος, Παῦλος, Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Δομετιανός, Παρθένιος. Μαζί τους μαρτύρησαν καί τέσσερεις λαϊκοί, τῶν ὁποίων δέν διεσώθηκαν τά ὀνόματα. Ἡ μνήμη τῶν Ζωγραφιτῶν Ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 22 Σεπτεμβρίου.

Ἀφοῦ ὁ Μιχαήλ ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἔφθασε στήν κελλιώτικη Λαύρα τῶν Καρεῶν, στήν ὁποία εἶναι ἐγκατεστημένη καί ἡ ἔδρα τοῦ Πρῶτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ δέ Πρῶτος, ὁ Κοσμᾶς καί οἱ συνασκητές του ἐναντιώθηκαν στόν βασιλέα μέ γενναιότητα, ἐλέγχοντάς τον ὅπως καί οἱ προηγούμενοι Πατέρες. Ὁ βασιλέας ἔκανε ἐπίμονες προσπάθειες νά τούς μεταπείσει. Ὅλες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες καθώς καί ἐδῶ οἱ μοναχοί ἀποδείχθηκαν σταθεροί, καί ἀμετάπειστοι. Τά βασανιστήρια πήραν τή θέση τῶν λόγων ἀλλά οἱ εὐλογημένοι μοναχοί μέ ὅλο καί περισσότερη δύναμη ὁμολογοῦσαν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη ὡς μόνη ἀληθινή καί σωτήρια.

Ἔτσι διατάχθηκε καί γι' αὐτούς ὁ θάνατος. Ἀγχόνη γιά τόν Πρῶτο Ὅσιο Κοσμᾶ καί σφαγή γιά τούς μοναχούς. Τό αἷμα τῶν Ἁγίων σφράγισε καί ἐδῶ τήν ὁμολογία τους καί μαζί μέ τις ψυχές τους ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ὡς ἡ ὕστατη αἱματηρή θυσία τους.

Ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου ἔγινε στίς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1981. Τότε ἑορτάστηκε καί γιά πρώτη φορά ἡ μνήμη τῶν Καρεωτῶν Ὁσιομαρτύρων καί ἔκτοτε καθιερώθηκε.

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες πού μαρτύρησαν ὑπό τῶν Λατινοφρόνων ἀποτελοῦν μιά συνέχεια στήν ἁλυσίδα τοῦ μαρτυρικοῦ καί ἀσκητικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὁμολογία καί μαρτυρία ὑπέρ τῆς πίστεως εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένα μέ τό μοναδικό ἀγγελικό πολίτευμα καί ἀποδεικνύουν τήν εἰλικρίνεια τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων καί τήν πιστότητα στήν Ὀρθοδοξία καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ θυσία τῶν Ὁσιομαρτύρων ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά τήν πορεία τῶν ἀνά τούς αἰῶνες μοναχῶν καί κυρίως τῶν Ἁγιορειτῶν, πού ὀφείλουν νά μή συμβιβαστοῦν ποτέ μέ ὁποιαδήποτε ἔκπτωση ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ἐάν θέλουν νά εἶναι πραγματικά συνεχιστές τῆς Παραδόσεώς τους.



Κοντάκιον τῶν Ὁσιομαρτύρων
Ἀνωνύμου μοναχοῦ. Ἦχος πλ.δ'. Τῇ 'Ὑπερμάχῳ.
Λατινοφρόνων καθαιρέτας εὐφημήσωμεν, Κοσμᾶν τόν «Πρῶτον», Ὄρους Ἄθω τό προτείχισμα, πυρικαύστους τε Ζωγράφου Χριστοῦ ὁπλίτας, Βατοπαιδίου συνοδίαν τήν ἀήττητον, καί Ἰβήρων οὐρανόσθενον ὁμήγυριν· τούτοις κράζοντες· χαίρετε στῦλοι τῆς πίστεως.

--------------------------------------------------------------------------
πηγή: Ἀπό τό περιοδικό "Ἅγιον Ὄρος, Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς πίστεως", ἔκδ. Ἁγιορειτῶν Πατέρων - Ἅγιον Ὄρος 2014

Στηρίξτε......

  • Ο εύκολος πόλεμος - Κανείς από εμάς δεν ξέρει τι είναι ο πόλεμος. Έχουμε ακούσει ιστορίες, έχουμε δει βίντεο και εικόνες, έχουμε διαβάσει για αυτόν, Οι παππούδες μας, μας με...
    Πριν από 7 χρόνια