Σελίδες

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

"Κεφάλαια"


 
 (Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας)
 
1. Ὅταν ὁ νοῦς φεύγει ἀπό τά ἔξω πράγματα καί συνάγεται πρός τά ἔσω, τότε ἐπιστρέφει στόν ἑαυτό του· ἑνώνεται δηλαδή φυσικῶς μέ τόν κατά διάνοια λόγο καί, μέ τό λόγο πού ἐνυπάρχει οὐσιωδῶς μέσα του, ἑνώνεται μέ τήν προσευχή. Καί διά μέσου τῆς προσευχῆς ἀνεβαίνει στή γνώση τοῦ Θεοῦ μέ ὅλη τήν ἀγαπητική του δύναμη καί διάθεση. Τότε ἡ σαρκική ἐπιθυμία ἀναχωρεῖ, κάθε ἡδονική αἴσθηση μένει ἀργή καί τά ὡραῖα τῆς γῆς φαίνονται ἀηδή. Γιατί ἡ ψυχή, ἀφοῦ ἔριξε πίσω της ὅλα ὅσα ἀνήκουν στό σῶμα ἤ σχετίζονται μέ αὐτό, τρέχει πίσω ἀπό τήν ὡραιότητα τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας Τον ὑπάκουα μέ τά ἔργα τῆς σεμνῆς πολιτείας καί τῆς ἁγνείας τῆς διάνοιας καί ψάλλοντας: «Παρθένες θ’ ἀκολουθήσουν πίσω ἀπό τόν βασιλιά»(Ψαλμ. 24, 15). Φαντάζεται καί βλέπει ἐμπρός της τό Χριστό, καί λέει: «Βλέπω πάντοτε τόν Κύριο ἐμπρός μου, γιατί στέκεται στά δεξιά μου»(Ψαλμ. 15, 8). Στό Χριστό προσκολλᾶται μέ τήν ἀγάπη καί Τοῦ λέει: «Κύριε, σ’ ἐσένα στρέφεται ὅλη ἡ ἐπιθυμία μου»(Ψαλμ. 37, 10). Στό Χριστό ἀτενίζει διαρκῶς καί ἀναφωνεῖ: «Τά μάτια μου εἶναι διαρκῶς στραμμένα πρός τόν Κύριο»(Ψαλμ. 24, 15). Μέ τό Χριστό συνομιλεῖ μέσω τῆς καθαρῆς προσευχῆς προξενώντας εὐχαρίστηση σ’ Αὐτόν καί εὐφροσύνη στόν ἑαυτό της, κατά τό ψαλμικό: «Εἴθε νά εὐχαριστήσει τόν Κύριο ἡ συνομιλία μου μέ Αὐτόν, κι ἐγώ θά εὐφρανθῶ ἀπό τήν ἐπικοινωνία μου μαζί Του»(Ψαλμ. 103, 34). Γιατί ὁ Θεός δέχεται τή συνομιλία τῆς προσευχῆς ἐπειδή Αὐτός εἶναι πού ἡ ψυχή ἀγαπᾶ καί ἐπικαλεῖται καί ζητᾶ τή βοήθειά Του, καί χαρίζει στήν δεόμενη ψυχή τήν ἀνέκφραστη χαρά. Καθώς δηλαδή αὐτή μνημονεύει τό Θεό κατά τή συνομιλία τῆς προσευχῆς, εὐφραίνε¬ται ἀπό τόν Κύριο, ὅπως λέει ὁ Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα τό Θεό καί εὐφράνθηκα»(Ψαλμ. 76, 4). 
 
2. Ν’ ἀποφεύγεις τίς αἰσθήσεις, καί θά ἀδρανοποιήσεις τήν ἡδονή τῶν αἰσθητῶν. Ν’ ἀποφεύγεις τίς φαντασίες τῶν εὐχαρίστων πραγμάτων κατά τή διάνοια, καί θά καταργήσεις τήν ἡδυπάθεια τῶν λογισμῶν. Κι ὅταν ὁ νοῦς μένει χωρίς φαντασίες, γιατί δέν ἐπιτρέπει οὔτε στούς τρόπους τῆς ἡδονῆς, οὔτε στούς λογισμούς τῆς ἐπιθυμίας νά τοῦ ἀποθέτουν τό ἐκτύπωμα καί τή σφραγίδα τους, τότε βρίσκεται στήν καθαρότητα. Καί ἀφοῦ ἀνεβεῖ πάνω απ’ ὅλα τά αἰσθητά καί τά νοητά, ἀνεβάζει τήν ἔννοια στό Θεό. Καί μέ τή συνεχή μνήμη, φωνάζει ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί τίποτε ἄλλο, ὅπως τό βρέφος φωνάζει τό ὄνομα τοῦ πατέρα του. «Θά καλέσω, λέει στή Γραφή, μέ τό ὄνομά μου τόν Κύριο ἐνώπιον σου»(Ψαλμ. 33, 19). Κι ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ πλάστηκε ἀπό χῶμα μέ τό χέρι τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ψυχή ζῶσα μέ τό θεῖο ἐμφύσημα(Γέν. 2, 7), ἔτσι κι ὁ νοῦς, ἀφοῦ διαπλαστεῖ μέ τίς ἀρετές, προφέροντας ἀδιάκοπα τήν ἐπίκληση τοῦ Κυρίου μέ καθαρή διάνοια καί θερμή διάθεση, ὑφίσταται τή θεία ἀλλοίωση, καθώς ζωογονεῖται καί θεοποιεῖται, ἐπειδή γνωρίζει καί ἀγαπᾶ τό Θεό. 
 
3. Ἄν ἀπομακρυνθεῖς ἀπό τήν ἐπιθυμία τῶν γηίνων μέ τήν συνεχή καί εἰλικρινή προσευχή καί ἀναπαυθεῖς ὄχι μέ ὕπνο, ἀλλά ἀφήνοντας κάθε ἔννοια πού ἀφορᾶ στά κτίσματα καί στηριχτεῖς ἀποκλειστικά σέ μόνη τή μνήμη τοῦ Θεοῦ, θά οἰκοδομηθεῖ μέσα σου, σάν ἄλλη βοηθός, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἡ κραυγή τῆς προσευχῆς πού βγαίνει ἀπό τήν ἐσωτερική διάθεση, κάνει νά βλαστήσει ἡ θεία ἀγάπη· καί ἡ θεία ἀγάπη ἀφυπνίζει τό νοῦ γιά νά τοῦ φανερώσει τά ἀπόκρυφα. Τότε ὁ νοῦς, ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τήν ἀγάπη, καρπώνεται τή σοφία· καί μέ τή σοφία ἐξαγγέλλει τά ἀπόρρητα. Ὁ Θεός Λόγος δηλαδή, ὅταν καλεῖται μέ τήν κραυγή τῆς προσευχῆς πού βγαίνει ἀπό τήν ἐσωτερική διάθεση, παίρνει τή νοητική ἐνέργεια τοῦ νοῦ σάν νά ἦταν ἡ πλευρά τοῦ Ἀδάμ, χαρίζοντας τή γνώση· καί στή θέση της ἀναπληρώνει τήν ἀ-γαθή διάθεση, δωρίζοντας τήν ἀρετή. Στή συνέχεια οἰκοδομεῖ τή φωτοποιό ἀγάπη καί τήν ὁδηγεῖ στό νοῦ πού βρίσκεται σέ ἔκσταση καί ὕπνο καί ἀναπαύεται ἀπό κάθε γήινη ἐπιθυμία. Ἡ ἀγάπη παραστέκεται σάν ἄλλη βοηθός τοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναπαύθηκε ἀπό τήν ἄλογη προσκόλληση στά αἰσθητά, γι’ αὐτό καί τόν ἀφυπνίζει, γιατί εἶναι πιά καθαρός, γιά ν’ ἀκούσει τά λόγια τῆς σοφίας. Τότε ὁ νοῦς, βλέποντας πρός τήν ἀγάπη καί γεμίζοντας ἀπό ἡδονή, φανερώνει στούς ἄλλους τίς κρυφές καταστάσεις τῶν ἀρετῶν καί τίς ἀθέατες ἐνέργειες τῆς γνώσεως, ἀναπτύσσοντάς τις μέ τό λόγο. 
 
4. Ἀποσπάσου ἀπό ὅλα τά αἰσθητά καί ἐγκατάλειψε τό νόμο τῆς σάρκας καί ὁ πνευματικός νόμος θά γραφεῖ στή διάνοιά σου. Ὅπως δηλαδή ἐκεῖνος πού κινεῖται ἀπό τίς ἐμπνεύσεις τοῦ Πνεύματος, δέν ἐκτελεῖ τίς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας, κατά τόν Ἀπόστολο(Γαλ. 5, 16), ἔτσι κι ἐκεῖνος πού βγαίνει ἔξω ἀπό τίς αἰσθήσεις καί τά αἰσθητά, δηλαδή ἔξω ἀπό τή σάρκα καί τόν κόσμο, φτάνει νά κινεῖται ἀπό τό Πνεῦμα καί νά φρονεῖ τά τοῦ Πνεύματος. Καί αὐτό μάθε τό ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔκανε ὁ Θεός στόν Ἀδάμ πρίν ἀπό τήν παρακοή. 
 
5. Ἐκεῖνον πού ἀγωνίζεται νά φυλάει τίς ἐντολές καί καρτερεῖ μέσα στόν παράδεισο τῆς προσευχῆς καί μένει κοντά στό Θεό μέ τήν ἀδιάκοπη μνήμη Του, ὁ Θεός τόν ἀποσπᾶ ἀπό τίς φιλήδονες ἐνέργειες τῆς σάρκας, ἀπ’ ὅλα τά κινήματα τῆς αἰσθήσεως καί απ’ ὅλα τά ἐμπαθή σχήματα τῆς διάνοιας. Καί κάνοντάς τον νεκρό γιά τά πάθη καί τήν ἁμαρτία, τόν καθιστᾶ μέτοχο τῆς θείας ζωῆς. Ὅπως δηλαδή ἐκεῖνος πού κοιμᾶται, καί μέ νεκρό μοιάζει, καί ζωντανός εἶναι, τό πρῶτο κατά τήν ἐνέργεια τοῦ σώματος, τό δεύτερο μέ τή συνέργεια τῆς ψυχῆς, ἔτσι κι ἐκεῖνος πού μένει κοντά στό Πνεῦμα· γίνεται νεκρός γιά τή σάρκα καί τόν κόσμο, ζεῖ ὅμως κατά τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος. 
 
6. Ἄν κατανοεῖς ἐκεῖνα πού ψάλλεις, ἀποκτᾶς τήν ἐπίγνωσή τους. Ἀπό τήν ἐπίγνωση ἀποκτᾶς σύνεση. Ἀπό τή σύνεση βλαστάνει ἡ πράξη ἐκεῖνων πού κατανόησες. Ἀπό τήν πράξη καρπώνεσαι τήν γνώση πού ἀποτελεῖ ἕξη. Ἡ γνώση πού συνοδεύεται ἀπό τήν πείρα, πηγάζει τήν ἀληθινή θεωρία. Ἀπό αὐτήν ἀνατέλλει ἡ σοφία καί γεμίζει μέ τά φωτοβόλα λόγια τῆς χάρης τόν ἀέρα τῆς διάνοιας καί ἐξηγεῖ καί στούς ἄλλους τά ἀπόκρυφα. 
 
7. Πρῶτα ὁ νοῦς ζητᾶ καί βρίσκει, καί κατόπιν ἑνώνεται μ’ ἐκεῖνο πού βρῆκε. Τήν ἀναζήτηση τήν κάνει μέ τό λογικό, ἐνῶ τήν ἕνωση μέ τήν ἀγάπη. Καί ἡ μέν ἀναζήτηση μέσω τοῦ λογικοῦ γίνεται γιά τήν ἀλήθεια, ἡ δέ ἕνωση τῆς ἀγάπης γιά τό ἀγαθό. 
 
8. Ἐκεῖνος πού ξεπερνᾶ τή ρευστή φύση τῶν παρόντων καί παραβλέπει τήν ἐπιθυμία τῶν προσκαίρων, δέ βλέπει κάτω, δέν ἐπιθυμεῖ τά ὡραῖα τῆς γῆς· ἀλλά τοῦ ἀνοίγονται τά ἄνω θεάματα καί κατοπτεύει τά κάλλη τῶν οὐρανῶν καί τή μακαριότητα τῶν ἀμόλυντων πραγμάτων. Ὅπως δηλαδή γιά κεῖνον, πού χάσκει ἐμπρός στά ὑλικά πράγματα καί εἶναι σκυμμένος στίς ἡδονές τῆς σάρκας, εἶναι κλειστοί οἱ οὐρανοί, ἀφοῦ εἶναι σκοτισμένα τά νοερά μάτια του, ἔτσι κι ἐκεῖνος πού περιφρονεῖ τά κάτω καί τ’ ἀποστρέφεται, ἔχει ὑψωμένο ἐπάνω τό νοῦ του καί βλέπει τή δόξα τῶν αἰωνίων, καί ἀντικρύζει τή λαμπρότητα πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά τούς Ἁγίους. Αὐτός δέχεται καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού κατέρχεται σ’ αὐτόν ἀπό τόν οὐρανό καί γίνεται ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ποθεῖ τά θελήματα τοῦ Θεοῦ καί ὁδηγεῖται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἀξιώνεται τήν υἱοθεσία καί ὁ Θεός εὐαρεστεῖται καί ἱκανοποιεῖται ἀπό αὐτόν. Γιατί ὅσοι ὁδηγοῦνται ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, αὐτοί εἶναι υἱοί τοῦ Θεοῦ. 
 
9. Ὅσο ἀναπνέεις, μήν ἀφήσεις ἐξαιτίας ἀσθένειας τήν προσευχή οὔτε μία ἡμέρα, ἀκούγοντας τόν Ἀπόστολο πού λέει: «Ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός»(Β΄ Κορ. 12, 10). Ὅταν κάνεις ἔτσι, θά ὠφεληθεῖς πολύ, καί ἡ προσευχή θά σέ σηκώσει γρήγορα ἐπάνω, μέ τή βοήθεια τῆς χάρης. Γιατί ὅπου ὑπάρχει ἡ παρηγορία τοῦ Πνεύματος, δέν ἐπιμένει ἡ ἀσθένεια ἤ ἡ ἀκηδία. 
 
------------------------------------------------------------------ 
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, δ΄τόμος, σελ. 155-157).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.