Σελίδες

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

«Ἡ ὑπακοή μᾶς ἔχει πάει πολύ πίσω θεολογικά»!

 


(Περιοδικό "ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ")

Ἕνα μεῖζον πρόβλημα καί μία μεγάλη πρόκληση γιά τήν ἐκκλησιαστική μας ζωή τά τελευταῖα χρόνια εἶναι καί ἡ «γυμνῆ τῇ κεφαλῇ» διακήρυξη φρικτῶν αἱρέσεων ἀπό «μοντέρνους» θεολόγους καί ψυχολόγους, οἱ ὁποῖοι μάλιστα εἶναι ἐπιφορτισμένοι μέ τήν ἐπιμόρφωση (διάβαζε: παραμόρφωση) κληρικῶν καί λαϊκῶν συνεργατῶν στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καί σέ κάποιες ἄλλες Μητροπόλεις.

Οἱ ἐξωφρενικές τους ἀπόψεις διαδίδονται καί μέσῳ βιβλίων, κυρίως κάποιων συγκεκριμένων ἐκδοτικῶν οἴκων. Οἱ «μοντέρνοι» αὐτοί ἐκδοτικοί οἶκοι ἐμφανίσθηκαν κυρίως τήν τελευταία δεκαετία.

Τό πιό ἐπικίνδυνο εἶναι ὅτι τά πρόσωπα αὐτά εἶναι σέ θέσεις κλειδιά.

Γιά νά μήν ὑπάρχει καμμιά ἀμφισβήτηση, ὅτι τά ἐδῶ καταγραφόμενα ἐξωφρενικά ὄντως ἐλέχθησαν ἔτσι ἀκριβῶς, παραθέτουμε τό ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο ἀπό τήν παρουσίαση συγκεκριμένου βιβλίου στήν Ἀθήνα, σημειώνοντας στήν ἀρχή κάθε ἐπίμαχης φράσεως τόν ἀκριβῆ χρόνο (λεπτό τῆς ὥρας), ὅπως ἔχει καταγραφεῖ στό σχετικό βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=CwqKBnAfQX0. Πρόκειται γιά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου «Χριστιανική Ζωή & Σεξουαλικές σχέσεις» τῶν ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ».

Τό βιβλίο αὐτό εἶναι προβληματικότατο σχεδόν στό σύνολό του. Παραθέτουμε, πρός τό παρόν αὐτά πού ἀκολουθοῦν καί ἐπιφυλασσόμεθα νά ἐπανέλθουμε. Ἐδῶ ὁμιλεῖ ὁ αὐτοπροσδιοριζόμενος ὡς χριστιανός παιδοψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής κ. Δημήτριος Καραγιάννης, ἕνας ἐκ τῶν συγγραφέων τοῦ συλλογικοῦ τόμου «Χριστιανική ζωή καί σεξουαλικές σχέσεις» τῶν ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ». Τό κείμενό του στόν συλλογικό τόμο ἐπιγράφεται: «Σεξουαλικότητα καί Χριστιανική ζωή. Ἀπό τήν καταστολή στήν ἀνάδειξη. Μιά συζήτηση μέ τόν Β. Ἀργυριάδη».

Ἐλπίζουμε ὅτι ὅσα φρικτά ἐλέχθησαν κάποιους θά εὐαισθητοποιήσουν γιά νά πράξουν τά δέοντα.

Ἰδού ἡ ἀπομαγνητοφώνηση:
47:30 «Ἡ ἐπιλογή τοῦ ἐπισκόπου ἔχει μόνο ἕνα προαπαιτούμενο: νά μήν εἶναι νόμιμα νυμφευμένος μέ γυναίκα. Ἄν ὑπάρχει κρυφή σεξουαλική ζωή ἤ ἰδιαίτερες σεξουαλικές προτιμήσεις (ἡ ὁμοφυλοφιλία μπορεῖ νά εἶναι καί προσόν) δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα».

49:00 «Ὑπακοή... εἶναι τό μόνο στοιχεῖο πού ἔχει ἐπικρατήσει τά τελευταῖα 30 χρόνια καί μᾶς ἔχει πάει πολύ πίσω θεολογικά. Ποῦ τή βρήκαμε; Γιατί ὑπακοή; Γιατί νά εἴμαστε πνευματικά παιδιά κάποιων; Γιατί οἱ πνευματικοί πατέρες νά μᾶς συμβουλεύουν σά νά εἴμαστε παιδάκια καί νά μᾶς λένε τί νά κάνουμε; Τόσος κομπλεξισμός;»

50:20 «Γιατί ἡ ἄσκηση στήν Ἐκκλησία νά ἔχει ἐγκράτεια καί στέρηση; Γιατί νά μή βιώσω τή χαρά σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς μου;»

50:50 «Στούς Χαιρετισμούς λέει “Πᾶν γεῶδες καί ὑλικόν ἡμῶν φρόνημα κοίμισον”. Τί ἐννοεῖ; Τή σεξουαλικότητα; Δηλαδή τίς Παρασκευές, μετά τούς Χαιρετισμούς, δέν μπορεῖ νά γίνει ἡ σεξουαλική πράξη;»

51:40 «Αὐτοί πού ζητοῦν τήν ἐγκράτεια ἀπό τούς ἄλλους βιώνουν τόν πιό δυνατό ὀργασμό μέ τό νά χαίρονται νά βλέπουν τούς ἄλλους γύρω τους νά πικραίνονται ὅταν ἐγκρατεύονται καί ἀσκοῦνται.»

53:00 «Τό ἐξομολογητήριο διαλύει τούς ἀνθρώπους καί θά πρέπει ἐγώ, μέ ψυχολογικές μεθόδους, νά τούς γιατρέψω καί νά λειάνω τά τραύματά τους ἀπό τήν Ἐκκλησία».

54:20 «Οἱ μοναχοί θέλουν νά ὁρίζουν τή ζωή ἄλλων ἀνθρώπων καί τό μόνο πού τούς νοιάζει εἶναι νά ρωτοῦν γιά τή σεξουαλική ζωή τῶν ζευγαριῶν, προφανῶς ὡς προβληματικότητα στή δική τους σεξουαλική ζωή».

55:10 «Γιά νά γίνει κάποιος ἔγγαμος στήν Ἐκκλησία μας ἅγιος, ἔπρεπε νά ἔχει παρατήσει τό γάμο του, νά ἔχει ἀφήσει τή σχέση του καί νά ἔχει γίνει ἀπό ἔγγαμος μοναχός. Εἶναι διαστροφή αὐτό τό πράγμα σέ ἐπίπεδο ψυχολογικό, καί σέ ἐπίπεδο θεολογικό εἶναι αἵρεση».

58:10 «Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία σήμερα ἔχει ἁμαρτήσει καί ἀρνεῖται τή φυσιολογία τοῦ γάμου καί θά ἔπρεπε νά ἔχουν καθαιρεθεῖ καί νά ἔχουν ἀποσχηματισθεῖ, ἐπειδή ὑπάρχει ἕνας κανόνας τῆς Καρθαγένης, πού λέει ὅτι δέν πρέπει νά μιλᾶμε περιφρονητικά γιά τό γάμο».


Σημ. «Παρακαταθήκης»: Ἐπαναλαμβάνουμε, ὅτι τά ἀνωτέρω φρικτά τά εἶπε κατά τήν παρουσίαση τοῦ συλλογικοῦ τόμoυ «Χριστιανική ζωή καί σεξουαλικές σχέσεις» τῶν ἐκδόσεων «Ἐν πλῷ» ὁ αὐτοπροσδιοριζόμενος ὡς χριστιανός παιδοψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής κ. Δημήτριος Καραγιάννης, ἐπιμορφωτής κληρικῶν καί λαϊκῶν συνεργατῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν! Ἀκούει κανείς;





----------------------------------------------------------
πηγή: imglyfadas.gr
 

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Η Θεοτόκος στην ζωή των μοναχών

(Κατήχησις στην I. Μονή Σίμωνος Πέτρας, 8.8.1983)


(Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Η Θεοτόκος, έχοντας παρρησία ενώπιον του Θεού ως μητέρα του, είναι η μοναδική που μπορεί να χαρίση στον μοναχό την μετά παρρησίας κοινωνία με τον Θεόν. Αυτή διά μέσου αγίων, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και άλλοι, ανάγει το πνεύμα του μοναχού στον ουρανό, διανοίγει την καρδιά του και τον καθιστά ικανό να χωρή τον Θεόν. Αυτή τον φωτίζει, αυτή του μαθαίνει και του εμπνέει την ευχή και τον πληροφορεί για τον Υιόν της και Θεόν της. Ο μοναχός διά της Θεοτόκου γίνεται πρόσλημμα του Χριστού.

Αυτό συνέβη κατ’ αρχάς στην Θεοτόκο. Όταν ο Μωυσής είδε την φλεγομένη και μη καιομένη βάτο, τον τύπο της Θεοτόκου και της σαρκώσεως του Κυρίου, δεν ήταν δυνατόν να κατανοήση ότι εκεί ήταν ο Θεός. Γι' αυτό ο Θεός τού είπε: Βγάλε το υπόδημά σου, «ὁ τόπος οὗτος γῆ ἁγία ἐστί»(1). Ο Μωυσής έπρεπε να μυηθή στα μυστήρια της καινής βασιλείας, για να καταλάβη τι συνέβαινε. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, κατά την μεταμόρφωσι του Κυρίου.

Εν συνεχεία, στην έρημο, ο Θεός κρυβόταν από τον λαό του Ισραήλ, πότε με την μορφή του πύρινου στύλου και πότε με την μορφή της φωτεινής ή γνοφώδους νεφέλης. Στις δύσκολες στιγμές τους οι άνθρωποι τα βάζουν συνήθως με εκείνον που αγαπούν, στις στιγμές δε του εγωισμού τους ή των πεποιθήσεών τους ή των επιθυμιών τους τα βάζουν με τον Θεόν. Αν ο Θεός δεν κρυβόταν, θα ήμασταν πρόθυμοι να τον διώκωμε και να τον οδηγούμε πότε στο πτερύγιο του ναού(2) και πότε στην άκρη του βράχου(3), για να τον φονεύσωμε. Αν δεν κρυβόταν, κάθε φορά θα χρειαζόταν να διαφεύγη της προσοχής μας και των οφθαλμών μας, για να διασώζη τον εαυτό του.

Ιδιαίτερα όμως ο Θεός έπρεπε να κρύβεται από την μανία των ανθρώπων, όταν προσέλαβε την ανθρωπίνη φύσι και την εθέωσε. Η ευεργεσία που έκανε στο ανθρώπινο γένος με την ενσάρκωσί του ήταν υψίστη, αλλά όλοι εκείνοι που ένοιωθαν ότι η θεότητά τους -η υψουμένη με λογισμούς και επιθυμίες- ήθελε να διεκδικήση τα δικαιώματά της, ήταν φυσικό να στραφούν εναντίον τού κατελθόντος Θεού, ο οποίος ύψωσε και υπερύψωσε το ανθρώπινο γένος τόσο, ώστε να δημιουργήση την απορία των αγγέλων.

Κατά την ανάληψι του Κυρίου, όταν ο Κύριος επανήλθε στην αρχική του θέσι -που οπωσδήποτε ουδέποτε την είχε εγκαταλείψει, μόνον οικονομικώς είχε κατέλθει στην γη—, οι άγγελοι αναγκάσθηκαν να πληροφορήσουν τα ανώτερα τάγματα ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν»(4), για να περισώσουν τον Χριστόν από την έκπληξί τους.

Η επί γης ζωή του Κυρίου ήταν το δυσκολώτερο χρονικό διάστημα του αχρόνου Υιού και Λόγου του Θεού. Ο Κύριος έπρεπε να κρυφθή, για να μην αχρηστευθή το έργο του. Κρύφθηκε μέσα στα σπλάγχνα της Θεοτόκου, και έτσι η Θεοτόκος έγινε νεφέλη, γνόφος, βάτος, κατοικητήριο του συγκαταβάντος Θεού. Το ουσιαστικό «συγκατάβασις», κατά την θεολογική του έννοια, σημαίνει κρύψιμο του Θεού, για να μπορή ανενόχλητα να ενεργή και να αγιάζη τον άνθρωπο, ώστε να μην προκαλή την αντίδρασι του ανθρωπίνου εγώ. Δεν υπάρχει ισχυρότερο εμπόδιο στο έργο του Κυρίου και στην οικονομία του, από το ανθρώπινο εγώ. Είναι το μόνο που αντιστέκεται. Μία φορά αντιστάθηκε ο ασώματος άγγελος και όλο το τάγμα του έπεσε. Οι άνθρωποι συνεχώς επιπίπτουν εναντίον του Θεού. Με την λέξι λοιπόν συγκατάβασις, εννοούμε ότι ο Χριστός διαλέγει κάποιον οίκο, για να κρύψη την θεότητά του, και από εκεί στέλνει κάπου κάπου μία ακτίνα της θεότητός του, για να μη λησμονή το ανθρώπινο γένος ότι «οὗτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν», ο αληθινός Θεός. Ἔτσι, οι καρδιές που τον ποθούν και τον αναζητούν, μπορούν να τον αναγνωρίζουν και να του αφιερώνωνται.

Τέτοια συγκατάβασις ήταν η σάρκωσις του Κυρίου, και τέτοιο όργανο της συγκαταβάσεώς του, τέτοιο κατοικητήριο έγινε η Θεοτόκος. Αυτή η αμώμητος δέχθηκε τον μώμο των ανθρώπων, τις συνέπειες του ανθρωπίνου εγωισμού, την φυγή στην Αίγυπτο, τον κατατρεγμό εκείνων που την θεωρούσαν κοινή γυναίκα, και όλες τις ρομφαίες μέχρι την υστάτη, της σταυρώσεως του Υιού της. Δέχθηκε ακόμη και την τελευταία συγκατάβασι του Κυρίου, το ότι ουδαμού σχεδόν αναφέρεται το όνομά της.

Βεβαίως, διεισδύοντας στα μυστήρια, διαπιστώνομε ότι υποφώσκει και κατανοείται ο σεβασμός του Υιού και Λόγου προς την Μητέρα του, αλλά κατά το ανθρώπινο φαινόταν η διαφοροπoίησίς του προς αυτήν. «Τί ἐμοί καί σοί, γύναι;»(5), της είχε πει στον γάμο της Κανά. Σαν να της έλεγε, «κάθισε στ’ αὐγά σου». Ἔτσι, κρατούσε τον εαυτό του σε έναν κρυψώνα και σε ουδέτερη θέσι απέναντί της, ακόμη και μετά την ανάστασι, ώστε τις πληροφορίες που λείπουν να τις αναπληρώνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτοί μας λέγουν ότι ο Κύριος εμφανίσθηκε πρώτα στην Παναγία και ότι η Παναγία ήταν η πρώτη ανάμεσα στους αποστόλους και τους υπολοίπους πιστούς κατά την Ανάληψι και την Πεντηκοστή. Κρυβόταν ακόμη και ο οίκος του Κυρίου, όχι μόνον ο Κύριος εν τω οίκω. Σκεφθήτε μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φθάση η μανία της ανθρώπινης ψυχής· τολμά να τα βάζη με τον σωτήρα και λυτρωτή της!

Η Θεοτόκος έκρυψε και κρύβει μέσα της τον συγκαταβάντα Θεόν, γίνεται το όργανο που μας ανοίγει «οπές», διά των οποίων εισέρχεται το άκτιστο φως στην καρδιά μας και στον νου μας. Έτσι, μας χαρίζει ουράνια δωρήματα και βιώματα και μας κάνει μετάρσιους, ώστε να έχωμε την δύναμι να πορευώμεθα στην ζωή. Στο έργο της όμως συναντά την ανθρώπινη βούλησι, καρδιά και αίσθησι, τον ατελή και επισφαλή ανθρώπινο παράγοντα. Σήμερα ίσταμαι και αύριο πίπτω· σήμερα συγκλονίζομαι από έναν θάνατο και λέγω θα μετανοήσω, και μετά από δύο ημέρες δεν θυμάμαι τίποτε και συνεχίζω τα ίδια. Σήμερα τα μάτια μου δακρύζουν μπροστά στον Χριστόν, ο οποίος σταυρούται ή ανίσταται ή αναλαμβάνεται ή αποστέλλει το Πνεύμα το Άγιον, μεθαύριο όμως, μόλις χρειασθή να έλθωμε εγώ και Εκείνος σε αντίθεσι, ευθύς αμέσως υψώνω το δικό μου ανάστημα. Εμείς οι άνθρωποι αυτό κάνομε ημέρα και νύκτα. Τι κάνομε όταν φιλονικούμε; Τι κάνομε όταν ραθυμούμε; Τι κάνομε όταν την νύκτα δεν αγρυπνούμε; Υψώνομε τον εαυτό μας μειώνοντας το ύψος του Κυρίου και Θεού μας.

Παρ’ όλα αυτά, η Παναγία καταφέρνει να χαρίζη φως στις ψυχές μας και βαθύτατα βιώματα στο σώμα της Εκκλησίας. Διά της αγάπης του Υιού της καθαγιάζει προφήτες και ασκητές στην καθημερινή ζωή, και γενικώς καθιστά όλη την Εκκλησία ένα πλήρωμα. Οι άγιοί της, η ιστορία της, ο μοναχισμός της, οι δογματικοί αγώνες της, τα σπήλαιά της, τα πάντα είναι γεμάτα από τέτοια βιώματα, από καθόδους του Θεού στην ανθρώπινη κοινωνία. Με τον τρόπο αυτό και αυτή η ανθρώπινη συσκηνία γίνεται τόπος συγκαταβάσεως, κρυψώνας του Κυρίου.

Αλλά και το μαφόριο της Παναγίας μας, ο μανδύας της, έκρυβε την θεότητα, την οποία προηγουμένως είχε κρύψει στα σπλάγχνα της, και τώρα κρύβεται μέσα στα δικά μας ιμάτια. Γι' αυτό ο κάθε μοναχός έχει άμεση σχέσι με την Παναγία, είναι ένα αποδεικτικό της θεότητος, ότι «ὁ Θεός ἔστη ἐν συναγωγῇ ἁγίων»(6), ο Θεός ίσταται όπου ιστάμεθα όλοι εμείς.
Οι μοναχοί, όταν ψάλλουν το «Ἄξιόν ἐστι», έχουν την αίσθησι ότι μοιάζουν με τους αγγέλους, τους παρεστώτας ενώπιον του ουρανίου θρόνου. Στέκονται δε ακίνητοι και ασκεπείς, για να αποδώσουν την οφειλόμενη τιμή στην Παναγία, η οποία, και όταν ομιλή και όταν σιωπά, και όταν κυοφορή και όταν τίκτη, και όταν περιπατή στον Άθωνα ή μεταβιβάζη στον ουρανό τα αιτήματά μας, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά μας ανεβάζει και μάς κατεβάζει τον Θεόν· καταφέρνει να τον κάνη μόνιμο κάτοικο των καρδιών μας.

Η Θεοτόκος μας, η Μητέρα μας, είναι το προσφιλέστερο πρόσωπο όλων των Αγιορειτών, θα έλεγα και όλων των μοναχών. Χωρίς αυτήν ο μοναχός δεν είναι δυνατόν να κάνη έστω και ένα βήμα στην πνευματική ζωή του· δεν μπορεί να ψελλίζη το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» ούτε να μάθη την σημασία του. Με την βοήθεια της Παναγίας όλα αυτά γίνονται αληθινά βιώματα του κάθε ανθρώπου, προ πάντων όμως της Εκκλησίας, η οποία είναι πιο αυθεντική, ασφαλής και αληθής από εμάς.

Κάποιος μοναχός συνεχώς προσπαθούσε να κάνη περιεχόμενο του νου και της καρδιάς του το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ἐλέησόν με τον αμαρτωλόν». Επειδή δεν το πετύχαινε, παρεκάλεσε την Θεοτόκο να εγκαταστήση τον Κύριον μέσα στην καρδιά του δι’ αυτών των λέξεων. Εν τω μεταξύ, ο Γέροντάς του δεν του επέτρεπε να λογίζεται τα νοήματα της κάθε λέξεως, αλλά μόνον να παρακολουθή τις λέξεις, διότι, πολλές φορές, όταν ασχολούμαστε με τα νοήματα των λέξεων, συμβαίνει να περιπίπτωμε σε αγωνία, σε περισπασμό της διανοίας, σε καθυστέρησι ή σε συναισθηματικές καταστάσεις· άλλοτε συγχέομε τα ανθρώπινα αισθήματα και βιώματά μας με τα θεϊκά δωρήματα. Για να τον απαλλάξη ο Γέροντάς του από τέτοια περιπέτεια, του είχε επιβάλει να παρακολουθή μόνον τις λέξεις.

Βεβαίως, εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβη την σημασία των λόγων τού Γέροντός του, αλλά έκανε υπακοή. Μία νύκτα, όπως ήταν τόσο πολύ επηρεασμένος από το δίλημμα αυτό, θυμήθηκε την Θεοτόκο και της λέγει: Υπεραγία μου Θεοτόκε, ο Γέροντάς μου μου λέγει να παρακολουθώ μόνον τις λέξεις της ευχής. Η καρδιά μου όμως δεν μπορεί να το καταλάβη αυτό. Σε αφήνω εσένα να με βοηθήσης, και εγώ θα λέγω μόνον τις λέξεις, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Συνέχισε την ευχή, καθισμένος στο σκαμνάκι του ταπεινά και υποτακτικά, με ψυχρότητα στην καρδιά του, κάπως κουρασμένος και λίγο απογοητευμένος διότι, του καιρού παρερχομένου και απερχομένου, εκείνος δεν μπορούσε να έχη την πρόοδο που ήθελε. Ενώ όμως καθόταν, αιφνιδίως αντιλήφθηκε ότι τα χείλη του δεν ψέλλιζαν τίποτε, μόνον η καρδιά του έλεγε διαρκώς την γνωστή λειτουργική μας φράσι, «ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς»(7). Καί αυτό το κατάλαβε από τα μουσκεμένα του μάτια και από την συντετριμμένη του καρδιά. Δεν ήξευρε αν κοιμόταν ή αν είχε ξυπνήσει, ήξευρε μόνον ότι είχε συλλάβει τον χώρο όπου συγκαταβαίνει ο Θεός, ότι ο Θεός είναι οικτιρμοί και έλεος. Ο Θεός, ο απρόσιτος μέχρι την ώρα εκείνη, ο Θεός ο ακατανόητος, ο υπερβατικός, ο αναφής έγινε προσιτός μέσα στην καρδιά του ως έλεος και οικτιρμοί.

Το έλεος μοιάζει με θάλασσα, στην οποία πέφτει κανείς και νοιώθει την άπλα της. Μόλις χαλαρώση τον εαυτό του και τον παραδώση στα κύματά της, αμέσως βλέπει ότι δεν βουλιάζει· αντίθετα επιπλέει. Οι οικτιρμοί δηλώνουν ότι αυτή η θάλασσα δεν είναι απλώς κάτι στο οποίο παραδίδεσαι, αλλά και κάτι που σου προσφέρεται· διότι οικτιρμοί είναι οι κινήσεις της θεότητος προς εμάς, είναι η έξοδος του Θεού από τον εαυτό του, οι θείες του ενέργειες, οι οποίες, εισχωρώντας στην καρδιά μας και στην ζωή μας, γίνονται ένα μαζί μας. Δηλαδή το κτιστό, που περιφέρομε στην σάρκα μας και στην ψυχή μας, ενώνεται με το άκτιστο και θεούται.

Ο προσευχόμενος λοιπόν μοναχός μπήκε μέσα στην θάλασσα, είδε πόσο μεγάλο είναι το έλεος του Θεού, κατάλαβε ότι οι οικτιρμοί του είναι μία αδιάλειπτος φωτοβολία, μία αδιάλειπτος μετάδοσις θεότητος, ενώθηκε με τον Θεόν εκείνη την ημέρα. Έκτοτε ουδέποτε, και αν ακόμη ήθελε, δεν κατόρθωσε να αντιστρατευθή στο θέλημά του. Η Θεοτόκος τού χάρισε αυτό το μεγάλο δώρο· το ίδιο θα κάνη και σε μας.

Πολλές φορές οι άνθρωποι λέμε ότι δώσαμε ό,τι μπορούσαμε στον Θεόν. Αλλά, ό,τι και αν δώσαμε, είναι ένα μηδέν, διότι τι έχομε που δεν το λάβαμε από τον Θεόν(8); Κανείς μας δεν έδωσε κάτι στον Θεόν, παρά μόνον ό,τι μας έχει χαρίσει Εκείνος. Επομένως, ό,τι του δίνομε του ανήκει. Ό,τι μας μεταδίδει διά των οικτιρμών του, διά των ενεργειών του, αυτό γίνεται δικό μας κτήμα. Ο Θεός δεν αναιρεί τον λόγο του, παραμένει πιστός. Μας χαρίζει αμεταμελήτως τα χαρίσματά του και τα κάνει κτήμα μας, χρήσι μας, νομή μας.

Ας ευχαριστήσωμε την Υπεραγία Θεοτόκο για όλες τις δωρεές της.

Παραπομπές 
*Κατήχησις στην I. Μονή Σίμωνος Πέτρας, 8.8.1983.
1. Έξ. 3, 2-5.
2. Βλ. Ματθ. 4, 5· Λουκ. 4, 9.
3. Λουκ. 4, 29.
4. Εσπερινός Αναλήψεως του Κυρίου, β' απόστιχον.
5. Ιω. 2, 4.
6. Ψαλμ. 81, 1.
7. Όρθρος, εκφώνησις μετά την τάξιν του Ευαγγελίου.
8. Α' Κορ. 4, 7.

πηγή: Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι Εόρτιοι Μυσταγωγικοί, Ίνδικτος 2014.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

ΜΙΛΟΥΣΕ ΑΠΛΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ;

 
(Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου)

Όταν ακούγεται ένα θεολογικό κήρυγμα αμέσως γίνεται σχετική κριτική με την αιτιολογία ότι ο Χριστός μιλούσε πολύ απλά, δεν ανέπτυσσε τέτοια δύσκολα κηρύγματα. Κατηγορείται η Εκκλησία, καθώς επίσης και οι άγιοι Πατέρες, γιατί μίλησαν με φιλοσοφική ορολογία για να απαντήσουν στα προβλήματα της εποχής εκείνης. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι: Μιλούσε πράγματι ο Χριστός απλά; Μήπως με την κατηγορία αυτή εναντίον του συγχρόνου θεολογικού κηρύγματος ουσιαστικά εκφράζουμε την δική μας άγνοια να εισχωρήσουμε στα πραγματικά προβλήματα του ανθρώπου ή ακόμη εκφράζουμε την αδυναμία κατανοήσεως αυτών των προβλημάτων; Πιστεύω, όπως θα αναπτύξω πιο κάτω, ότι ο Χριστός δεν μιλούσε απλά και ότι η αδυναμία κατανοήσεως του θεολογικού κηρύγματος είναι ουσιαστικά αδυναμία του ίδιου του κήρυκος, αδυναμία κατανοήσεως των αληθινών προβλημάτων που απασχολούν τους σύγχρονους ανθρώπους. Σήμερα, παρά τον πληθωρικό λόγο, ουσιαστικά υπάρχει πείνα θεολογικού ζωντανού λόγου, που μπορεί να δώση λύσεις στα καυτά μας προβλήματα. Η απουσία του θεολογικού λόγου είναι συνάρτηση της παρουσίας του ηθικολογικού, συναισθηματικού και λογικού λόγου. Κάπου εκεί εντοπίζω το αληθινό πρόβλημα.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα το ερώτημα, αν μιλούσε απλά ο Χριστός.

Ο Χριστός δεν ήταν ένας ηθικολόγος, φιλόσοφος, κοινωνικός επαναστάτης, αλλά ο Λόγος του Θεού. Αυτός φανέρωσε την μοναδική αλήθεια που σώζει τον άνθρωπο. Όχι μόνον φανέρωσε την αλήθεια, αλλά Αυτός είναι η Αλήθεια. Ο Χριστός ως Λόγος του Θεού, μας φανέρωσε το θέλημα του ουρανίου Νου, του Πατέρα Του, γι’ αυτό και είναι ο πραγματικός θεολόγος. Αυτό τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Ο Χριστός «θεός ὤν προαιώνιος δι’ ἡμᾶς καί θεολόγος ἐγεγόνει». Ο μεγαλύτερος θεολόγος είναι ο Ίδιος ο Χριστός, και εκείνος που ενώνεται με τον Χριστό και αποκτά τον νουν του Χριστού, λαμβάνει το χάρισμα της θεολογίας και επομένως καθίσταται θεολόγος, μυσταγωγεί τον λόγο του Θεού στους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός δεν ήλθε απλώς για να διδάξη και να μεταδώση αλήθειες, αλλά να προσφέρη τον εαυτό Του, να προσλάβη την ανθρώπινη φύση, ώστε να δώση στους ανθρώπους την δυνατότητα να φθάσουν και αυτοί στην κατά Χάριν θέωση. Όμως με όλη Του την ένσαρκη οικονομία ο Χριστός ανεδείχθη πραγματικός θεολόγος.

Η διδασκαλία του Χριστού είναι προβολή του Παραδείσου πάνω στην γη. Είναι έκφραση της τριαδικής ζωής, της κοινωνίας των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Π.χ. η διδασκαλία περί της αγάπης δεν είναι ηθικολογική και κοινωνική διδασκαλία, αλλά κατ’ εξοχήν θεολογική, αφού η αγάπη είναι ο Θεός ως κοινωνία προσώπων. Επομένως, όταν ο Χριστός μιλούσε για την αγάπη, θεολογούσε. Παρουσίαζε τον τρόπο ζωής των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις διδασκαλίες. Ο Κύριος είπε: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατήρ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε΄, 48). Αυτή λοιπόν η διδασκαλία του Χριστού, ως έκφραση της τριαδικής ζωής, είναι καθαρά θεολογική και εν πολλοίς ακατανόητη για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης. Οι Μαθηταί Του δεν μπορούσαν να την αντιληφθούν. Μόνον όταν έλαβαν το Άγιο Πνεύμα και αλλοιώθηκαν, αντελήφθησαν το κήρυγμα και την διδασκαλία του Χριστού. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης παρατηρεί: «Ταῦτα δέ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταί αὐτοῦ τό πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ' αὐτῷ γεγραμμένα» (Ιω. ιβ', 16). Δεν συναντούμε στα Ευαγγέλια πολλές περιπτώσεις όπου φαίνεται πως οι Μαθηταί δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν και να καταλάβουν τον λόγο του Χριστού; Αυτό γινόταν γιατί ο λόγος του Χριστού δεν είναι ανακάλυψη, αλλά αποκάλυψη του Ίδιου του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Οι Ιουδαίοι της εποχής του Χριστού, ενώ Τον έβλεπαν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας και ενώ Τον άκουγαν δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον λόγο Του. Μάλιστα επεδίωξαν και να Τον φονεύσουν. Γι’ αυτό ο Κύριος τους είπε: «ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμός οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν» (Ιω. η', 37). Πράγματι ο λόγος του Χριστού δεν μπορούσε να χωρέση στην ακάθαρτη καρδιά και στον αμεταμόρφωτο νου των συγχρόνων Του, όπως και των ανθρώπων όλων των εποχών. Για έναν άλλο λόγο ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «οὐ πάντες χωροῦσι τόν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ οἷς δέδοται» (Ματθ. ιθ', 11). Χρειάζεται πράγματι αποκάλυψη και κάθαρση της καρδιάς για να μπορέσουν οι άνθρωποι να καταλάβουν τον λόγο του Θεού. Και αυτό δεν μπορούν να το επιτύχουν στην πληρότητά του, γιατί περιορισμένα είναι τα όρια της ανθρωπίνης φύσεως. Με την Χάρη του Θεού κατανοούμε, κατά το δυνατόν στην ανθρώπινη φύση, τις άπειρες διαστάσεις του λόγου του Θεού. Η συνομιλία του Χριστού με τους δυό Μαθητάς που πορεύονταν προς Εμμαούς δείχνει αυτήν την αλήθεια.

Έπειτα υπάρχει διαφορά μεταξύ των Ευαγγελιστών στην έκφραση. Τα τρία πρώτα Ευαγγέλια, τα λεγόμενα συνοπτικά, είναι πιο εύκολα στην κατανόηση, αλλά το Ευαγγέλιο του Ευαγγελιστού Ιωάννου είναι δυσκολώτερο. Έχει υψηλότερες διδασκαλίες και λίγα θαύματα, γιατί προοριζόταν για Χριστιανούς που είχαν περισσότερη πρόοδο και επομένως ήσαν ικανοί να «μυηθούν» στις βαθύτερες θεολογικές έννοιες του λόγου του Θεού. Πάντως και τα τρία πρώτα Ευαγγέλια θέλουν ιδιαίτερη Χάρη για να κατανοηθούν. Όταν ο άνθρωπος προχωρή με τις δυνάμεις της πεπτωκυίας λογικής, όταν δεν έχη μεταμορφωμένες πνευματικές αισθήσεις, δεν μπορεί να καταλάβη απολύτως τίποτε. Η Αγία Γραφή, ιδιαίτερα η Καινή Διαθήκη, δεν είναι ένα μυθιστόρημα και μια βιογραφία του Χριστού, αλλά αποκάλυψη της νέας ζωής που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, γι’ αυτό μόνον όσοι ζουν εκκλησιαστικά μπορούν να εισδύσουν στο βαθύτερο νόημα, όσο είναι δυνατόν, του λόγου του Θεού. Επίσης διαβάζοντας τους λόγους τού Ευαγγελιστού Ιωάννου και του Αποστόλου Παύλου, βλέπουμε καθαρά ότι ο λόγος τους είναι βαθύτερος. Μήπως αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι Απόστολοι αλλοίωσαν τον λόγο του Χριστού, εξεδίωξαν την απλότητα του λόγου Του;

Υπάρχει το θέμα των παραβολών. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο Χριστός στο κήρυγμά Του χρησιμοποιούσε παραβολές, ώστε να απλοποιήση τον λόγο Του και να τον καταστήση κατανοητό στους ακροατές. Και όμως υπάρχει μια τρομερή παρεξήγηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Γιατί ο Χριστός χρησιμοποιούσε παραβολές όχι για να απλοποιήση τον λόγο, αλλά για να τον κρύψη, ώστε να μη τον κατανοήσουν οι εχθροί Του. Θα ήθελα να αναφέρω δυό χαρακτηριστικές περιπτώσεις για το σημείο αυτό. Παρουσιάζοντας την παραβολή του σπορέως οι Μαθηταί Τον ρώτησαν: «διατί ἐν παραβολαῖς λαλεῖς αὐτοῖς;». Και Εκείνος απάντησε: «ὑμῖν δέδοται γνῶναι τά μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐκείνοις δέ οὐ δέδοται... διά τοῦτο ἐν παραβολαῖς αὐτοῖς λαλῶ, ἵνα βλέποντες μή βλέπωσι καί ἀκούοντες μή ἀκούωσι μηδέ συνῶσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι» (Ματθ. ιγ', 10-14). Φαίνεται εδώ καθαρά ότι οι Μαθηταί ήταν ικανοί να μάθουν τα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών. Από τους άλλους έπρεπε να κρυφτούν γιατί δεν μπορούσαν να τα αντιληφθούν και έτσι θα τους έφεραν σε αντίθεση με το Πρόσωπο της Αλήθειας. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος, εκθέτοντας την παραβολή του σπορέως χρησιμοποιεί την ίδια διδασκαλία. Οι Μαθηταί τον ρωτούν «κατά μόνας» για την επεξήγηση της παραβολής. Και ο Κύριος επεξηγεί: «ὑμῖν δέδοται γνῶναι τά μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· ἐκείνοις δέ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς τά πάντα γίνεται, ἵνα βλέποντες βλέπωσι καί μή ἴδωσι...» (Μαρκ. δ', 9-12). Έτσι ο Κύριος ανέφερε τις παραβολές στον λαό, αλλά την επεξήγηση την πραγματοποιούσε στους Μαθητάς Του. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι οι παραβολές δεν κάνουν απλό τον λόγο του Χριστού. Ο Κύριος χρησιμοποιούσε τις παραβολές όχι για να κάνη κατανοητή και απλή την διδασκαλία Του, αλλά για να την αποκρύψη από αυτούς που δεν ήταν άξιοι να την δεχθούν.

Επομένως ο λόγος του Χριστού δεν είναι απλός. Ο Χριστός δεν μιλούσε απλά. Στον λόγο Του υπάρχει μεγάλο βάθος που δεν μπορεί ο καθένας, αν δεν έχη προσωπική αποκάλυψη, να το διαπιστώση. Δεν μπορούμε με την εξωτερική απλότητα να δικαιολογούμε την δική μας αδυναμία να συλλάβουμε και να εκφράσουμε τον θεολογικό λόγο που είναι λόγος της Εκκλησίας, αφού η Εκκλησία πάντοτε θεολογεί. Δεν είναι άλλο ο Χριστός και άλλο η Εκκλησία. Δυστυχώς είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όμως χρησιμοποιούμε τέτοιες πλανεμένες διδασκαλίες, ότι δηλαδή ενώ ο Χριστός μιλούσε απλά, η Εκκλησία δυσκολεύει τα πράγματα. Αυτός ο χωρισμός Χριστού και Εκκλησίας είναι στην βάση του προτεσταντικός. Εμείς πιστεύουμε ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας. Η ζωή της Κεφαλής είναι και ζωή του Σώματος και των μελών της Εκκλησίας. Γι’ αυτό υπάρχει μια φράση που λέγει: «οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι ἅγιοι Πατέρες». Η Εκκλησία δεν αλλοίωσε τον λόγο του Χριστού, αλλά τον προσαρμόζει στις συνθήκες ζωής. Οι Έλληνες προ Χριστού είχαν θέσει διάφορα οντολογικά προβλήματα στα οποία οι ίδιοι δεν είχαν δώσει απαντήσεις, αλλά ούτε και η Εβραϊκή σκέψη μπορούσε να απαντήση. Ο Χριστιανισμός με την αποκάλυψη απάντησε σ’ αυτά τα οντολογικά προβλήματα. Έτσι κάπως νοιώθουμε την συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό. Αυτό όμως δεν είναι αλλοίωση της διδασκαλίας του Χριστού, αλλά έκφρασή της σε διαφόρους τόπους και χρόνους.

Πάντως εκείνο που θέλω να γίνη συνείδηση είναι ότι η διδαχή του Χριστού δεν διακρίνεται για την απλότητα, όπως εμείς την εννοούμε. Δεν μπορεί να κρύψη την πνευματική μας ένδεια και την απουσία του θεολογικού λόγου, δηλαδή του λόγου εκείνου που μπορεί να σώση και να θεώση τον άνθρωπο. Γι’ αυτούς που έχουν πνευματική ενότητα με τον Χριστό και τους αγίους, ο λόγος του Χριστού, παρά τα εξωτερικά δύσκολα νοήματα, είναι απλός, ενώ γι’ αυτούς που δεν έχουν κοινωνία με τον Χριστό και τους αγίους ο λόγος του Χριστού, παρά την φαινομενική απλότητα, είναι δυσνόητος. Είναι σφραγισμένος με επτά σφραγίδες.










"Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες οἱ ὑπό λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες"

Άγιοι Είκοσι Έξι Οσιομάρτυρες Ζωγραφίτες

Τό Ἅγιον Ὄρος, ἐκτός ἀπό Ὁσίους καί ἀσκητές Ἁγίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνέδειξε καί πλῆθος Ὁσιομαρτύρων καί Νεομαρτύρων. Ἡ ὑπεράσπιση μέχρι θανάτου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, χωρίς καμμία ὑποχώρηση καί παραχώρηση, συνόδευε πάντοτε τούς ἀσκητικούς καί νηπτικούς ἀγώνες τους, ἀφοῦ «οὐδέν ὠφελεῖ βίος ὀρθός δογμάτων διεστραμμένων» ( Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος).

Ἔτσι, ὅταν τό 1274, στή Σύνοδο τῆς Λυών ὁ Αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1261-1282) ὑπέγραψε ψευδοένωση μέ τούς Λατίνους, προκειμένου νά ἐξασφαλίσει τήν πολιτική ὑποστήριξη τοῦ Πάπα καί νά μπορέσει νά ἀνασυγκροτήσει τήν ἀποδιοργανωμένη ἀπό τήν λατινική κατοχή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, οἱ Ἁγιορεῖτες ἀντέδρασαν, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ πλειοψηφία τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ.

Κατ' ἀρχήν ἔστειλαν γενναία ὁμολογιακή ἐπιστολή πρός τόν Αὐτοκράτορα καί τήν Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν, ἀφοῦ εἶχε, ἐν τῷ μεταξύ, ἐξοριστεῖ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Ἰωσήφ. Σ' αὐτήν ἐπικρίνουν μέ παρρησία τίς παπικές καινοτομίες, χαρακτηρίζουν τόν πάπα «αἰρετικό» καί «ἀπόστολο τοῦ σατανᾶ», τούς δέ Λατίνους «ἄθεους», ἐνῶ ἐκδηλώνουν τήν ἀπορία τους «πῶς ἄρα καί προσδεκτέοι καί ἑνωτέοι τῷ ἀμωμήτῳ καί ὀρθοδόξῳ σώματι τῆς ἁγίας καθολικῦς καί ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, 'Ἅγιον Ὄρος, 2003).

Ταυτόχρονα διέκοψαν κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους ἑνώθηκαν καί ἀποδέχτηκαν τούς Λατίνους.

Ὁ Μιχαήλ Η', ἀποφασισμένος νά ἐπιβάλει τήν ἕνωση μέ κάθε τρόπο, σέ συνεργασία μέ τόν Λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ' Βέκκο (1275-1282) στράφηκε μέ μανία ἐναντίον τῶν Ἁγιορειτῶν. Οἱ δύο λατινόφρονες ἡγέτες Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μετέβησαν στό Ἅγιον Ὄρος μέ παπική ἐπικουρία γιά νά ἀναγκάσουν τούς Ἁγιορεῖτες νά δεχθοῦν τήν ἕνωση.

Οἱ Μονές Μεγίστης Λαύρας καί Ξηροποτάμου ὑπέκυψαν πρός στιγμήν στήν βία τῶν Λατινοφρόνων καί ἀποδέχτηκαν τήν βδελυρή ψευδοένωση.

Οἱ Μοναχοί, τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων ἀντιστάθηκαν μέ ἄκαμπτο καί ἀδιάλλακτο φρόνημα. Ἤλεγξαν μέ αὐστηρότητα καί παρρησία τόν δυσσεβῆ βασιλέα καί τούς ὁμόφρονές του ὡς αἰρετικούς καί παράνομους. Ὁ Μιχαήλ ἐξοργισμένος ἔδωσε ἐντολή στούς στρατιώτες του νά βάλουν σ' ἕνα πλοῖο τούς μοναχούς πού κατάγονταν ἀπό τήν Ἰβηρία καί ἀφοῦ ξανοιχτοῦν στό πέλαγος νά τό βυθίσουν μαζί μέ τούς ἐπιβάτες του. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες ἔλαβαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἐπισφραγίζοντας μέ τή θυσία τους τήν ὅλη ὁσιακή βιωτή τους. Τούς Ἅγίους Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες ἑορτάζουμε στίς 13 Μαΐου.

Οἱ λατινόφρονες συνεχίζοντας τήν καταστροφική ἐπιδρομή τους ἔφθασαν στή Μονή Βατοπαιδίου, ἀλλά καί ἐκεῖ ἀντιμετώπισαν ἰσχυρή ἀντίδραση. Ἀφοῦ κατάλαβαν πώς δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά λυγίσουν τούς μοναχούς πού ἀντίκρυσαν ὡς ἀκλόνητους βράχους τῆς Πίστεως, ἄρχισαν νά τούς κακοποιοῦν. Τέλος ἔσυραν ἔξω τόν ἁγιώτατο προηγούμενο Ὅσιο Εὐθύμιο καί δώδεκα ἀπό τούς μοναχούς καί τούς ἀπηγχόνισαν. Ἡ μνήμη αὐτῶν τῶν Βατοπαιδινῶν ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 4 Ἰανουαρίου.

Ἔπειτα ἀπό ὅλα αὐτά καί ἐνῶ οἱ Λατινόφρονες συνέχιζαν νά λεηλατοῦν τά πάντα στό πέρσμά τους, ἔφθασαν στή Μονή τοῦ Ζωγράφου.

Οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς Ζωγράφου, εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἀπό ὅραμα τῆς Παναγίας γιά τόν ἐπερχόμενο κίνδυνο. Ἕνας μοναχός πού ἀσκήτευε σέ κοντινό κελλί, τήν ὥρα πού διάβαζε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας, ἄκουσε τή φωνή τῆς Θεομήτορος ἐπιτακτική: «Ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί τόν Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις λοιπόν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ ἄς κρυφθῇ, ἕως ὅτου παρέλθει ὁ πειρασμός. Οἱ δέ ἐπιθυμοῦντες μαρτυρικούς στεφάνους ἄς παραμείνωσιν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε λοιπόν ταχέως».

Κάποιοι ἀπό τούς μοναχούς φοβισμένοι κατέφυγαν στά γύρω βουνά. Οἱ ὑπόλοιποι κλείσθηκαν μέσα στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἀπό ἐκεῖ ἤλεγξαν μέ παρρησία τούς Λατινόφρονες ὡς αἱρετικούς καί παράνομους. Τότε ὁ βασιλέας ἐξοργισμένος διέταξε καί τούς ἔκαψαν ζωντανούς μαζί μέ τόν πύργο πού χρησίμεψε σάν ὀχυρό τους. Ἔτσι κέρδισαν καί αὐτοί τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τά ὀνόματά τους εἶναι Θωμᾶς, ἡγούμενος τῆς Μονῆς, Βαρσανούφιος, Κύριλλος, Μιχαήλ, Σίμων, Ἰλαρίων, Ἰώβ, Κυπριανός, Σάββας, Ἰάκωβος, Μαρτινιανός, Κοσμᾶς, Σέργιος, Μηνᾶς, Ἰωάσαφ, Ἰωαννίκιος, Παῦλος, Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Δομετιανός, Παρθένιος. Μαζί τους μαρτύρησαν καί τέσσερεις λαϊκοί, τῶν ὁποίων δέν διεσώθηκαν τά ὀνόματα. Ἡ μνήμη τῶν Ζωγραφιτῶν Ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 22 Σεπτεμβρίου.

Ἀφοῦ ὁ Μιχαήλ ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἔφθασε στήν κελλιώτικη Λαύρα τῶν Καρεῶν, στήν ὁποία εἶναι ἐγκατεστημένη καί ἡ ἔδρα τοῦ Πρῶτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ δέ Πρῶτος, ὁ Κοσμᾶς καί οἱ συνασκητές του ἐναντιώθηκαν στόν βασιλέα μέ γενναιότητα, ἐλέγχοντάς τον ὅπως καί οἱ προηγούμενοι Πατέρες. Ὁ βασιλέας ἔκανε ἐπίμονες προσπάθειες νά τούς μεταπείσει. Ὅλες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες καθώς καί ἐδῶ οἱ μοναχοί ἀποδείχθηκαν σταθεροί, καί ἀμετάπειστοι. Τά βασανιστήρια πήραν τή θέση τῶν λόγων ἀλλά οἱ εὐλογημένοι μοναχοί μέ ὅλο καί περισσότερη δύναμη ὁμολογοῦσαν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη ὡς μόνη ἀληθινή καί σωτήρια.

Ἔτσι διατάχθηκε καί γι' αὐτούς ὁ θάνατος. Ἀγχόνη γιά τόν Πρῶτο Ὅσιο Κοσμᾶ καί σφαγή γιά τούς μοναχούς. Τό αἷμα τῶν Ἁγίων σφράγισε καί ἐδῶ τήν ὁμολογία τους καί μαζί μέ τις ψυχές τους ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ὡς ἡ ὕστατη αἱματηρή θυσία τους.

Ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου ἔγινε στίς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1981. Τότε ἑορτάστηκε καί γιά πρώτη φορά ἡ μνήμη τῶν Καρεωτῶν Ὁσιομαρτύρων καί ἔκτοτε καθιερώθηκε.

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες πού μαρτύρησαν ὑπό τῶν Λατινοφρόνων ἀποτελοῦν μιά συνέχεια στήν ἁλυσίδα τοῦ μαρτυρικοῦ καί ἀσκητικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὁμολογία καί μαρτυρία ὑπέρ τῆς πίστεως εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένα μέ τό μοναδικό ἀγγελικό πολίτευμα καί ἀποδεικνύουν τήν εἰλικρίνεια τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων καί τήν πιστότητα στήν Ὀρθοδοξία καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ θυσία τῶν Ὁσιομαρτύρων ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά τήν πορεία τῶν ἀνά τούς αἰῶνες μοναχῶν καί κυρίως τῶν Ἁγιορειτῶν, πού ὀφείλουν νά μή συμβιβαστοῦν ποτέ μέ ὁποιαδήποτε ἔκπτωση ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ἐάν θέλουν νά εἶναι πραγματικά συνεχιστές τῆς Παραδόσεώς τους.



Κοντάκιον τῶν Ὁσιομαρτύρων
Ἀνωνύμου μοναχοῦ. Ἦχος πλ.δ'. Τῇ 'Ὑπερμάχῳ.
Λατινοφρόνων καθαιρέτας εὐφημήσωμεν, Κοσμᾶν τόν «Πρῶτον», Ὄρους Ἄθω τό προτείχισμα, πυρικαύστους τε Ζωγράφου Χριστοῦ ὁπλίτας, Βατοπαιδίου συνοδίαν τήν ἀήττητον, καί Ἰβήρων οὐρανόσθενον ὁμήγυριν· τούτοις κράζοντες· χαίρετε στῦλοι τῆς πίστεως.

--------------------------------------------------------------------------
πηγή: Ἀπό τό περιοδικό "Ἅγιον Ὄρος, Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς πίστεως", ἔκδ. Ἁγιορειτῶν Πατέρων - Ἅγιον Ὄρος 2014

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

" Ἡ τραγικότητα τῶν αἱρετικῶν"


(Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ)

Στὶς αἱρέσεις καὶ τοὺς αἱρετικοὺς στρέφει τὴν προσοχή µας τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς (Τίτ. 3, 8-15). Πολλὲς ἑρµηνεῖες ἔχει λάβει ὁ Ὅρος «αἱρετικὸς» ἀπὸ τοὺς ἑρµηνευτές, καὶ µάλιστα τοὺς νεωτέρους, στὸ χῶρο τῆς Κ. ∆ιαθήκης.

Ὑπάρχει ὅµως καὶ ἡ συγκεκριµένη σηµασία, ποὺ ἔλαβε ὁ Ὅρος στὴ γλώσσα τῶν Ἁγίων Πατέρων, στὴ γλώσσα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γιὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας µας «αἱρετικὸς» σηµαίνει: διαστρεβλωτὴς τῆς πίστεως, τῆς ἀποκεκαλυµµένης Ἀληθείας, τοῦ θεόθεν δεδοµένου τρόπου σωτηρίας. Αἵρεση δέ, εἶναι ἀλλοτριωµένη ἐκδοχὴ τοῦ Προσώπου τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ποὺ δὲν µπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία, στὴ θέωση, τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ λυτρώσει ἀπὸ τὸ κακὸ τὸν κόσµο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς ἐν Χαλκηδόνι ∆´ Οἰκουµενικῆς Συνόδου (451), ποὺ τιµᾶ τὴν προσεχῆ Κυριακὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία σ᾽ ὅλο τὸν κόσµο, αὐτὴ τὴ σηµασία τοῦ ὅρου ἐπιβάλλουν νὰ κρατήσουµε καὶ µεῖς στὶς παρακάτω σκέψεις.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, γνήσιοι θεολόγοι
Γιὰ νὰ κατανοήσουµε τὴν τραγικότητα, µέσα στὴν ὁποία ζοῦν καὶ κινοῦνται οἱ αἱρετικοί, πρέπει νὰ δοῦµε τὸ διαµετρικὰ ἀντίθετό τους µέγεθος, δηλαδὴ τοὺς ἁγίους Πατέρες, στὸ κύριο ἔργο τους, τὴν θεολογία. Βέβαια ὁ ἐγκλωβισµένος στὰ κοινωνιολογικὰ σχήµατα τῶν καιρῶν µας θὰ σπεύσει ἐδῶ νὰ διαµαρτυρηθεῖ, µὴ µπορώντας νὰ ἐννοήσει, ὅτι ὅλο τὸ ἔργο τῶν Πατέρων, σὲ κάθε ἐποχή, εἶναι θεολογία. Γιατί ἑνωµένοι µὲ τὸ Θεὸ ἀντιµετωπίζουν οἱ Πατέρες ὄχι µόνο τὰ προβλήµατα τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ζωῆς. Θεὸ – Ἀλήθεια προσφέρουν, ἀντιµετωπίζοντας κρίσεις δογµατικές, ἀλλὰ Θεὸ – Ἀλήθεια προσφέρουν ποιµαίνοντας τὰ πνευµατικά τους τέκνα καὶ ὁδηγώντας τα στὸ πλαίσιο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ἁγιοπνευµατικὴ κοινωνία.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦν πάντα µὲ τὸν φωτισµὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Γίνονται πρῶτα δοχεῖα καὶ Ναοὶ τοῦ Πνεύµατος, µὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πνευµατικό τους ἀγώνα, καὶ καταξιώνονται νὰ γίνουν Πνευµατοκίνητοι, Θεοκίνητα στόµατα τοῦ Λόγου καὶ χεῖρες τοῦ Πνεύµατος. Ἡ θεολογία τους εἶναι, ἔτσι, ἔκφραση τῶν µυστικῶν ἐµπειριῶν τους. Ἐκφράζουν αὐτό, ποὺ τὸ Πνεῦµα ἀποκαλύπτει µέσα τους, σκορπίζουν γύρω τὸ φῶς Του.Λέγουν αὐτό, ποὺ βλέπουν, στὴ φωτισµένη καὶ θεοφόρο καρδιά τους. ∆ὲν εἶναι, λοιπόν, οἱ στοχαστὲς καὶ φιλόσοφοι τοῦ κόσµου, οἱ διανοητὲς – ὅπως λέµε. Ὁ στοχασµός µας δὲν µπορεῖ ποτὲ νὰ γίνει Θεολογία. Μένει φιλοσοφία, µεταφυσική, ἀναζήτηση ἀνθρώπινη.

Ἡ Θεολογία τῶν Πατέρων εἶναι τὸ ἀποτέλεσµα τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος µέσα τους. Αὐτὸ ὁµολογεῖ ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους, ποὺ δίκαια πῆραν τὸ ὄνοµα τοῦ Θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «∆ὲν εἶναι τοῦ καθενός, νὰ φιλοσοφεῖ γύρω ἀπὸ τὸ Θεό. ∆ὲν εἶναι τοῦ καθενός. Αὐτὸ τὸ πρᾶγµα δὲν εἶναι τόσο φθηνὸ καὶ ταπεινό… ∆ὲν εἶναι τοῦ καθενός, παρὰ µόνο τῶν δοκιµασµένων καὶ ὅσων ἔχουν προχωρήσει στὴ θεωρία (δηλαδὴ στὴ θέα τοῦ Θεοῦ) καὶ ποὺ προηγουµένως ἔχουν καθαρισθεῖ καὶ στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶµα, ἢ τουλάχιστον καθαρίζονται τώρα». Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν κάθε δικαίωµα νὰ λέγουν: «ἔδοξε τῷ Πνεύµατι τῷ Ἁγίῳ καὶ ἡµῖν» χωρὶς τὸν παραµικρὸ κίνδυνο νὰ κατηγορηθοῦν γιὰ ἔπαρση.

Ὅπως ἐντελῶς φυσικὰ καὶ ἀπροσποίητα διεκήρυξαν οἱ Ἁγιορεῖτες Ἡσυχαστὲς στὸν Τόµο τοῦ 1341: «Ταῦτα ὑπὸ τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθηµεν, ταῦτα παρὰ τῶν ἡµετέρων Πατέρων παρελάβοµεν, ταῦτα διὰ τῆς µικρᾶς ἐγνώκαµεν πείρας…». Ἡ ταπεινοφροσύνη τους φαίνεται στὸ «µικρᾶς»· εἶναι ὅµως ἀναγκασµένοι νὰ µιλήσουν καὶ γιὰ τὴν δική τους θεοπτικὴ ἐµπειρία.

Οἱ Αἱρετικοί, οἱ ἀθεράπευτοι «θεραπευτές»
Ἡ αἵρεση δὲν εἶναι ἁπλὰ λογικὸ λάθος, οὔτε οἱ αἱρετικοὶ ἁπλῶς ἀστοχοῦν στὴν εὕρεση τῆς ἀλήθειας. Στὴν περίπτωσή τους συµβαίνει κάτι βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο. Κατὰ τὸ γράµµα γνωρίζουν τὴν Γραφή, κατὰ τρόπο -πολλὲς φορὲς- ἐκπληκτικό. Τοὺς λείπει ὅµως κάτι οὐσιαστικὸ, καὶ ἡ ἔλλειψή του τοὺς διαφοροποιεῖ ριζικὰ ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Τοὺς λείπει ἡ ἁγιοπνευµατικὴ ἐµπειρία τῶν Πατέρων. Ὁ ἐσωτερικὸς φωτισµὸς τοῦ Πνεύµατος. Γιατί δὲν ἔχουν περάσει τὴν θεραπεία τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ ἠθικὰ νὰ εἶναι (ἐξωτερικὰ) ἀνεπίληπτοι. ∆ὲν ἔχουν ὅµως µέσα τους τὸ Πνεῦµα. ∆ὲν βλέπουν, λοιπόν, ὅσα βλέπουν ἐν Πνεύµατι οἱ Πατέρες. Μπορεῖ διανοητικὰ νὰ εἶναι ἐκπληκτικὰ ἀνεπτυγµένοι. Εἶναι πράγµατι γεγονός, ὅτι ὅλοι οἱ µεγάλοι αἱρετικοὶ ἐντυπωσιάζουν µὲ τὴν πολυγνωσία καὶ «σοφία» τους! Ἀκόµη καὶ σήµερα… ∆ὲν ἔχουν ὅµως καθαρὴ τὴν καρδιά, οὔτε ἔχουν µεταβληθεῖ σὲ ναοὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ αἵρεση προϋποθέτει κακὴ ἢ ἀνύπαρκτη θεραπεία. Γι’ αὐτὸ γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς ἡ Θεολογία εἶναι διανοητικὴ – ἐπιστηµονικὴ ὑπόθεση, λογικὸ καὶ συλλογιστικὸ παιχνίδι. Ἡ ἐµπειρία τῆς θεώσεως, ποὺ καταξιώνει τοὺς Πατέρες, εἶναι αὐτό, ποὺ τοὺς λείπει. Γι’ αὐτὸ ὁ αἱρετικὸς δὲν µπορεῖ νὰ διακρίνει στὸ κρίσιµο σηµεῖο τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Γιατί δὲν βλέπει µέσα του τὴν ἀλήθεια, δὲν τὴν γνωρίζει στὴν καρδιά του. ∆ὲν ἔχει τὸ ὄχηµα τῆς «νοερᾶς προσευχῆς» καὶ γι’ αὐτὸ δὲν µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν «δοξασµό», ποὺ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς «πάσης ἀληθείας» ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦµα.

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἀποκαλύπτεται καὶ ἡ τραγικότητα ὅλων τῶν αἱρετικῶν, καὶ πρὸ πάντων τῶν αἱρεσιαρχῶν. Ἀφώτιστοι οἱ ἴδιοι, ζητοῦν νὰ φωτίσουν. Ἀθεράπευτοι οἱ ἴδιοι, ζητοῦν νὰ θεραπεύσουν. Ἄθεοι οἱ ἴδιοι (δηλαδὴ χωρὶς τὸν ἀληθινὸ Θεό), ζητοῦν νὰ θεολογήσουν. Θὰ µπορούσαµε νὰ παροµοιάσουµε τοὺς αἱρετικοὺς µὲ ψευτογιατροὺς καὶ τσαρλατάνους, ποὺ ἀπατοῦν. Ἀλλ’ εἶναι κάτι χειρότερο: εἶναι γιατροί, ποὺ προσφέρουν δολοφονικὴ θεραπεία, ποὺ σκοτώνει τὸν ἄνθρωπο αἰώνια. Εἶναι φαρµακοποιοί, ποὺ κυκλοφοροῦν φάρµακα δηλητηριασµένα – ἀλλοιωµένα, ποὺ εἶναι ἐπικίνδυνα γιὰ τὴν δηµόσια ὑγεία, καὶ ὄχι τὴν σωµατική, ἀλλὰ τὴν πνευµατικὴ καὶ αἰώνια.

Ἡ διαφορὰ στὰ πράγµατα
Ἀκολουθώντας τὴν πατερικὴ θεώρηση τῆς αἱρέσεως, µποροῦµε νὰ συνειδητοποιήσουµε τὴν φθοροποιὸ δύναµή της στὴν ἱερὴ ὑπόθεση τῆς σωτηρίας µας. Μέσα στὴν ἄµβλυνση τῶν πνευµατικῶν µας αἰσθητηρίων, πολὺ συχνὰ τοποθετοῦµε τὴ διαφορὰ Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεων σὲ ἐπίπεδο λεκτικῶν ἢ τυπικῶν παραλλαγῶν. Αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν ἐλαχιστοποίηση τῆς διαφορᾶς καὶ στὴν ἐντύπωση, ὅτι ἡ διαφωνία εἶναι γιὰ ἀσήµαντα πράγµατα, ποὺ µποροῦν εὔκολα µὲ κάποια καλὴ διάθεση καὶ φραστικὴ βελτίωση νὰ θεραπευθοῦν. Αὐτὸ γίνεται στὸν οἰκουµενι(στι)κὸ διάλογο. Καὶ τοῦτο συµβαίνει, γιατί συνήθως νοοῦµε τοὺς ἑαυτούς µας ὡς Ὀρθοδόξους καὶ παραβάλλουµε τοὺς ἑτεροδόξους πρὸς τοὺς ἑαυτούς µας. ∆ὲν εἶναι περίεργο, λοιπόν, ὅτι διακρίνουµε περισσότερες ὁµοιότητες ἀπὸ διαφορές! Ἂν δοῦµε ὅµως τὶς αἱρέσεις ἀπὸ πλευρᾶς πραγµατικότητος πατερικῆς καὶ ἀντιπαραθέσουµε στὴν ἑτεροδοξία τῆς ἐποχῆς µας τοὺς Ἁγίους µας Πατέρες, τότε θὰ διαπιστώσουµε, ὅτι πρόκειται γιὰ διαφορὰ πραγµάτων καὶ ὄχι λέξεων. Πρόκειται γιὰ διαφορὰ πρωταρχικὰ θεραπευτικῆς µεθόδου. Ἡ πνευµατικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας γεννᾶ Ἁγίους Πατέρες, ἐνῷ ἡ «πνευµατικότητα» τῶν αἱρέσεων σπείρει τὸν ὄλεθρο. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἅγιοι Πατέρες θὰ µένουν πάντα τὰ «πάγχρυσα στόµατα τοῦ Λόγου», ποὺ θὰ καλοῦν ὄχι µόνο τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἑτεροδόξους, ἀλλὰ καὶ µᾶς τοὺς κατ’ ὄνοµα µόνο ὀρθοδόξους, στὴν γνήσια ἐν Χριστῷ θεραπεία, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν δοξασµὸ καὶ τὴν ἀληθινὴ Θεολογία.

Ορθόδοξος Τύπος, 17/7/2015

-----------------------------------------------------

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

" Η ταυτότητα των νεορθοδόξων"

 
(Θεόκλητου Διονυσιάτου Μοναχού)

Ας σχολιάσουμε τώρα το φαινόμενο των νεορθοδόξων. Ερωτώμενος ο κ. Γιανναράς, κατά τη συνέντευξη με το περιοδικό ΕΝΑ, που δημοσιεύθηκε στο αριθ. 8 τεύχος, τί είναι νεορθοδοξία, αφού η Ορθοδοξία είναι μία, απάντησε:

—Γιατί ο χώρος κυρίως της Αριστεράς ήξερε ως ορθοδοξία κάτι στατικό, ολίγον παλαιολιθικό, συντηρητικό. Και όταν άκουσαν —με αφορμή κυρίως το διάλογο με τους μαρξιστές που είχε γίνει από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»— μια άλλη γλώσσα, μια άλλη θεώρηση αυτού του χώρου, ορισμένοι άνθρωποι της Αριστεράς, όπως ο Ζουράρης και ο Μοσκώφ, είπαν ότι αυτό είναι μια νέα ορθοδοξία». Και μας είπαν «νεορθόδοξους». Μόνο μ' αυτή την έννοια που σας είπα. Ότι για τους απέξω είναι κάτι νέο σε σχέση με ό,τι είχαν συνηθίσει να αποκαλούν ορθοδοξία.

Αυτή η απάντηση, σε συνδυασμό με όσα γράφει ο κ. Γιανναράς στα βιβλία του για έρωτες και διάφορα δογματικά θέματα, που νοθεύει, διαφωτίζει την νοοτροπία των νεορθοδόξων.

Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι νεορθόδοξοι, ποιά είναι η «άλλη γλώσσα» καί πού την έμαθαν; Είναι κάποιοι επώνυμοι θεολόγοι, οι γνωστοί είναι ελάχιστοι, οι κρυπτόμενοι περισσότεροι. Η «άλλη γλώσσα» δεν είναι παρά μια αυθαίρετη κατασκευή τρόπου ζωής, τον οποίο μορφώνουν με νοθευόμενα στοιχεία ορθοδοξίας, που εκβιάζουν να υπηρετήσουν τις αμαρτωλές προθέσεις τους. Και πού έμαθαν αυτή τη γλώσσα; Πού αλλού από τον σκοτεινό χώρο τής εμπάθειάς τους;

Πρώτα η Ορθοδοξία ήταν «κάτι στατικό, ολίγον παλαιολιθικό, συντηρητικό». Και ήλθαν οι διανοούμενοι αυτοί θεολόγοι, ύστερα από είκοσι αιώνων δογματική και πνευματική παράδοση, που θεμελίωσε και ενέπνευσε το άγιο Πνεύμα, να δώσουν κίνηση στη στάση, να ειπούν νέα αντί των παλαιών, να απαλλάξουν από τη συντήρηση και να δείξουν «μιά άλλη θεώρηση αυτού του χώρου», δηλαδή της Εκκλησίας. Πράγμα που σημαίνει, ότι τόσους αιώνες η Εκκλησία επλανάτο.

Θα έφθανε μόνη αυτή η διατύπωση για ν' αποκαλύψει ψυχική διαφθορά, έρεβος του νου, δαιμονική βούληση. Πρώτον, πώς μπορεί κάνεις πιστός να επιτρέψει στον εαυτό του να ασκήσει κριτική στην εν αγίω Πνεύματι εμπνευσθείσα διδασκαλία της Εκκλησίας, εάν δεν είναι φρενόληπτος; 

Κι' έπειτα πώς τις αλήθειες, που εφανέρωνεν ο Χριστός και επανέλαβαν και ανέπτυξαν οι θεόπνευστοι Απόστολοι, τις αλήθειες που ερμήνευσαν οι θεοφόροι Πατέρες, κατοχύρωσαν Οικουμενικές Σύνοδοι και παρέδωσαν στην Εκκλησία το «μέγα. μυστήριον της θεολογίας», πώς είναι δυνατόν κάθε Γιανναράς, γυμνός από πνευματικές εμπειρίες, με διεφθαρμένον από την οίηση και τη φιληδονία το νοερόν εργαστήριο, με κατατραυματισμένη την καρδιά από σαρκικούς και ακάθαρτους συναισθηματικούς έρωτες και με εμπαθέστατο το παθητικό της ψυχής, να τις χαρακτηρίζει ως «κάτι στατικό, ολίγον παλαιολιθικό, συντηρητικό» και να υποδεικνύει «μια άλλη θεώρηση του χώρου της Εκκλησίας», χωρίς να καταγγέλλεται ως αιρετικός και παράφρων; 

Αλλά και πώς η διοικούσα, ποιμαίνουσα και διδάσκουσα Εκκλησία, δεν κατενόησε τις νοσηρές και αντορθόδοξες διδαχές του και των νεορθοδόξων, για να τις επισημάνει, να τις καταδικάσει, για να διασώσει την αυθεντική διδασκαλία της; Το φαινόμενον είναι ανησυχητικό και μαρτυρεί συσχηματισμό και έλλειψη ευαισθησίας, με αποτέλεσμα να νοθεύεται η Ορθοδοξία και να κολάζονται άπειρες ψυχές.

--------------------------------------------------------
πηγή: ΘΕΌΚΛΗΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, "Περί θείου και ανθρωπίνου έρωτος - Β. Ο Νικολαϊτικός ερωτισμός των νεορθοδόξων", εκδ. Σπηλιώτη, 

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

"H νεορθοδοξία ανατρέπει την Oρθοδοξία"



(Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού)

Τι είναι κατά βάθος η διδασκαλία των νεορθοδόξων; Είναι ένα θεωρητικό σύστημα, που συγκροτείται από στοιχεία παρέχοντα συνεχή και αδιάπτωτη ευδαιμονία, χαρά, ευφορία, αισιοδοξία, ερωτικές απολαύσεις, υποσχόμενες την τελείωση των βιούντων κατά τα πρότυπα των νεορθοδόξων, μέ κατάληξη τον θείον έρωτα και την θέωση. Δηλαδή πρόκειται για ένα τρόπο ζωής, μέσα στην Εκκλησία, που συνίσταται από, κατ' επιλογήν, δογματικές και πνευματικές θέσεις, υφιστάμενες απαραιτήτως προκρούστιες επεξεργασίες και υποτασσόμενες σε αναπλαστικές μεθοδεύσεις, για να υπηρετήσουν προεσχηματισμένα μοντέλα, στη θεωρία και την πράξη. Προσφέρουν έτσι μια dolce vita, αλλά, προπαντός, ορθόδοξη, αφού δεν στερείται ορθοδόξων στοιχείων! Και ακριβώς γι' αυτό και απατηλή.

Ποιος δεν θέλει την ευτυχία του, τη χαρά του και την αιώνια σωτηρία του; Έτσι λοιπόν η ανθολογημένη αυτή διδαχή από την Ορθοδοξία γίνεται αποδεκτή ευχαρίστως, σαν κάτι αντι-στατικό, αντι-παλαιολιθικό, αντι-συντηρητικό, σαν «μια άλλη γλώσσα, μια άλλη θεώρηση αυτού του χώρου». Ο Σταυρός του Χριστού δεν θα αίρεται πλέον, γιατί δεν χρειάζεται, η νέκρωση της σάρκας και των παθών είναι περιττή, αφού την ετοιμάζουμε για ερωτικές απολαύσεις, τηρουμένου, βέβαια, του όρου ότι «προσφέρεται για την ευτυχία του άλλου»

Λόγος περί εντολών δεν γίνεται, για νηστείες και γενικώς άσκηση, για «στενή και τεθλιμμένη» και για πολέμους με τον σατανά και τα πάθη, τελεία σιωπή. Η Πατερική γραμματεία είναι καλή, αλλά ανθολογουμένη και καταλλήλως ερμηνευομένη, για να προβάλλει την χαρούμενη Ορθοδοξία. 

Τα αριστουργήματα της οσιακής εμπειρίας και των θεολογικών ελλάμψεων, που έχουν ενσωματωθεί στα λειτουργικά βιβλία της Παρακλητικής, του Τριωδίου, στα Μηναία, στο Θεοτοκάριον, στο Πεντηκοστάριον, είναι αποδεκτά, χωρίς όμως τους θρήνους της μετανοίας, χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητος, της ενοχής, της ευθύνης, των χρεών από τις αμαρτίες, αφού ο Θεός είναι άπειρο πέλαγος αγαθότητος και βλέπει τις ανθρώπινες αθλιότητες με κατανόηση ως αστοχίες, ατευξίες. 

Λόγος περί θείας δικαιοσύνης και ανταποδόσεως, δεν έχει θέση στην νεορθοδοξία. Επίσης ο τόσον εύσπλαγχνος και φιλάνθρωπος Κύριος, αδύνατον να κολάσει, αφού κάτι σχετικό τάχα λέγει και ο Ισαάκ ο Σύρος. 

Ο φόβος έχει εκτοπισθεί από την αγάπη, το «τρέμω την φοβεράν ημέραν της κρίσεως», είναι άγνωστη γλώσσα, αφού θα μας δικαιώσει ο Κύριος, σαν τον Μαρμελάδωφ(1) μόνο και μόνο γιατί θεωρούσε τον εαυτό του ως χοίρο. Τον εκάλεσε ο Κύριος και χωρίς άλλη μετάνοια, χωρίς αποχή της μέθης και ας έστελνε τη Σόνια να πορνεύει για χάρη του πατρικού ποτού, όπως μας το εγγυάται ο κ. Γιανναράς.


1. Ήρωας του μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι, "Εγκλημα και τιμωρία
  

------------------------------------------------------------
πηγή: ΘΕΌΚΛΗΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, "Περί θείου και ανθρωπίνου έρωτος - Β. Ο Νικολαϊτικός ερωτισμός των νεορθοδόξων", εκδ. Σπηλιώτη, 



Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

"Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιον Ιωάννην Μαξίμοβιτς"


(Ποίημα Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια)

Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:

Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.

Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.


Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.


Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:

Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…


Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τόν ἐξ ἀντλήματος αὐτοῦ τῆς καρδίας πᾶσιν ἐκβλύζοντα κρουνούς ἀειζώους χαρίτων εὐφημήσωμεν ἐκθύμως πιστοί, ἱεράρχην ὅσιον, θεαυγῆ Ἰωάννην, τόν ἀκολουθήσαντα ἀποστόλων ταῖς τρίβοις ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις καί ψυχάς διψώσας ἄρτι τόν Κτίστην ποτίσαντα.


Δόξα. Τό αὐτό. Καί νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.


Εὐθὺς ἀναγινώσκομεν τὸν Ν΄ ψαλμόν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.


Ὁ Κανών τοῦ Ἁγίου, οὗ ἡ ἀκροστιχίς· "Ἰωάννη, χαρᾶς πλῆσον θείας σόν ἱκέτην. Χ."


ᾨδή α'. Ἦχος πλ. δ'. Ὑγράν διοδεύσας.
Ἱλέωσαι Κύριον καί Θεόν ἡμῖν, Ἰωάννη, τοῖς τιμῶσί σε εὐλαβῶς ὡς νέον φωστῆρα Ἐκκλησίας καί ἀποστόλων τῶν θείων ὁμόζηλον.

Ὡράισμα νέον ἱεραρχῶν, σοφέ Ἰωάννη, καθωράισον ἀρεταῖς εὐχαῖς σου θερμαῖς ἡμῶν καρδίας τῶν ἀνυμνούντων τήν πάνσεπτον μνήμην σου.

Ἀξίωσον δόξης τῶν οὐρανῶν ἡμᾶς, Ἰωάννη, τούς προστρέχοντας ἀκλινῶς σῇ χάριτι, ἥν, δεδοξασμένε, ἀφθόνως εὗρες, ὡς σκεῦος τοῦ Πνεύματος.

Θεοτοκίον.
Νικήτορας δεῖξον κατά παθῶν ἡμᾶς χαμαιζήλων μεγαλύνοντας ἐν χορῷ εἰς πάντας σε, Μῆτερ, τούς αἰῶνας. Θεογεννῆτορ ἁγνή, ἀειπάρθενε.


Ώδή γ'. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Νῦν λαμπρῶς, Ἰωάννη, νεοφανές πίστεως ἄστρον ἐκ Ῥωσίας ἐκλάμψαν σέ μεγαλύνοντες βοῶμεν· ἐκδυσωπῶν μή διαλίπῃς φωτίσαι Ἰησοῦν νεότητα φέγγει τοῦ Πνεύματος.

Ἡλιόφωτον σέλας τῆς τοῦ Χριστοῦ πίστεως, τῆς Ὀρθοδοξίας φῶς μέγα πᾶσιν, ἀπλώσαντα ἐν ἀγνωσίας σκιᾷ κειμένοις, σκέδασον τάχος, Ἰωάννη, ζόφωσιν τῶν προστρεχόντων σοι.

Χαριτώνυμε πάτερ, ἱεραρχῶν καύχημα, Ἰωάννη, βράβευε πᾶσι σέ μεγαλύνουσιν ἰσχύν συντρίψαι ἐχθροῦ τοῦ μισοκάλου ἐνέδρας, ὁ αὐτοῦ τήν δύναμιν θραύσας ἀγῶσί σου.

Θεοτοκίον.
Ἀπαθείας με δεῖξον, Μῆτερ Θεοῦ, νήψεως καί εὐχῆς ἀόκνου πυξίον τόν ἀνυμνοῦντά σε ὡς ὑπερόπτιν παθῶν καί ἐγρηγόρσεως λύχνον, πάναγνε Παντάνασσα, κόσμου διάσωσμα.

Χαρίτωσον τούς σούς ἱκέτας πρεσβείαις σου διαθέρμοις, χαριτώνυμε, πρός Θεόν, τόν πᾶσι παρέχοντα ἀφθόνως τά πρόσφορα, Ἰωάννη.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.


Αἴτησις καί τό Κάθισμα. Ἦχος β'. Πρεσβεία θερμή.
Σοφίας Θεοῦ τόν σύνοικον τιμήσωμεν σεπτῶν ἀρετῶν ὡς ὄλβον πολυτίμητον, Ἰωάννην ὅσιον, κεκλημένον ἐν βίῳ Μαξίμοβιτς, καί τάς αὐτοῦ πρεσβείας πρός Θεόν πιστῶς τάς ἐνθέρμους ἐκζητήσωμεν.

Ὠδή δ'. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Ραθυμίαν ἐκδίωξον, Ἰωάννη μάκαρ, τῶν εὐφημούντων σε ὡς λαμπάδα ἐγρηγόρσεως καί διπλῆς ἀγάπης λύχνον πάμφωτον.

Ἀνυμνοῦντες τούς πόνους σου πρός τῶν ὀρθοδόξων ἀρχῶν διάδοσιν, Ἰωάννη, δυσωποῦμέν σε· στήριξον ἡμᾶς ὀρθῷ φρονήματι.

Σκοτομήνην ἀπέλασον τῶν παθῶν ἱκέτας σου κατατρύχουσαν, Ἰωάννη θεοτίμητε, νεαυγές φωστήρ Χριστοῦ τῆς πίστεως.

Θεοτοκίον.
Παναμώμητε Δέσποινα, βεβορβορωμένην ψυχήν τοῦ δούλου σου νάμασί σου ἀποκάθαρον πρεσβειῶν πρός Τόκον σου τόν πάνσεπτον.


ᾨδή ε'. Φώτισον ἡμᾶς.
Λάμπρυνον στολήν τῆς ψυχῆς μου ἱκεσίαις σου, Ἰωάννη, πρός τόν μόνον τάς ψυχάς διασῲζειν τῶν προσφύγων σου δυνάμενον.

Ἤσχυνας ἐχθρόν βροτοκτόνον τῇ ἀμέμπτῳ σου, Ἰωάννη, ἐπί γῆς διαγωγή, πρεσβευτά ἡμῶν θερμότατε πρός Κύριον.

Στῦλος ἀῤῥαγής πεφηνώς ὀρθοῦ φρονήματος, Ἰωάννη, κλονουμένων τάς ψυχάς ἱκετῶν στηρίζεις χάριτος τῆς θείας σου.

Θεοτοκίον.
Ὄμβρισον ἡμῖν ὑετόν τῆς προστασίας σου, Θεοτόκε, δροσοβόλοις προσευχαῖς Ἰωάννου, ἱεράρχου τοῦ οἰκτίρμονος.

Ὠδή ς'. Τήν δέησιν ἐκχεῶ.
Ναμάτων σε ἀειῤῥύτων χείμαῤῥον, Ἰωάννη, σωστικῆς ἀπαθείας γιγνώσκοντές σε πιστῶν αἱ χορεῖαι ἀποζητοῦμεν πιεῖν ὕδωρ χάριτος τῆς σῆς πλουσίας οἱ κακῶς ἐν τοῖς πάθεσι κατατρυχόμενοι.

Θεόσοφε ἱεράρχα, σπεύδοντες, Ἰωάννη, σαῖς ἐνθέρμοις πρεσβείαις ἀναβοῶμεν· σοφίας ἐνθέου ἡμᾶς ἀσόφους ἀνάδειξον τάχιστα, ὁ ἐποφθείς τοῦ πανσθενοῦς Παρακλήτου ταμεῖον ασύλητον.

Ἐπίβλεψον, Ἰωάννη ὅσιε, ἐφ' ἡμᾶς τούς ἀνυμνοῦντας σήν μνήμην καί πέμψον πᾶσιν ἐξ ὕψους σῆς δόξης ἡμῖν ἀφθόνως ἐν βίῳ τά πρόσφορα, ὁ διαλάμψας ὡς ἀστήρ ἀγαθῶν τῶν ἐνύλων στερήσεως.

Θεοτοκίον.
Ἰάτρευσον τῆς ψυχῆς μου τραύματα καί οὐλάς τοῦ σώματός μου, Παρθένε, φαρμάκῳ σῆς ἀκλινοῦς προστασίας καί ἀρωγῆς, Μῆτερ Θεογεννήτρια, τόν μόνον πάντων ἰατρόν, Ἰησοῦν, ἡ ἀφράστως κυήσασα.

Χαρίτωσον τούς σούς ἱκέτας πρεσβείαις σου διαθέρμοις, χαριτώνυμε, πρός Θεόν, τόν πᾶσι παρέχοντα ἀφθόνως τά πρόσφορα, Ἰωάννη.

Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.


Αἴτησις και το Κοντάκιον

Ἦχος β'. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τόν ταπεινόν, ἀγαθόν καί ἡσύχιον νῦν εὐλαβῆ ἱεράρχην τιμήσωμεν ὡς ἀπλανῆ τῶν πιστῶν κατευθύντορα πρός οὐρανούς, Ἰωάννην Μαξίμοβιτς, ἡμῶν ἐν δεινοῖς ἀντιλήπτορα.

Προκείμενον: Τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν.

Στ.: Ἀκούσατε ταῦτα, πάντα τὰ ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην.


Εὐαγγέλιον· Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην ι΄ 9 - 16
Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾽ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσιν. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός· ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ ἔστιν τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησιν τὰ πρόβατα καὶ φεύγει καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει ὅτι μισθωτός ἐστιν καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. ᾽Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα· καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνα δεῖ με ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσιν, καὶ γενήσονται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.


Δόξα. Ταῖς τοῦ Ἰεράρχου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Στ.: Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός...

Ἰωάννη ὅσιε, νεολαμπές ἀρχιθῦτα Ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς Ρωσίας βλάστημα ἱερώτατον καί τερπνόν λείριον καθαρᾶς καρδίας καί ἀγάπης πρός τόν Κύριον, Οὗ ὡμολόγησας κλῆσιν πάσης κτίσεως πέρασι, Μαξίμοβιτς θειότατε, ῥύου ἐμπηρείας τοῦ ὄφεως σέ τούς ἀνυμνοῦντας ὡς ἄφθονον θαυμάτων ποταμόν καί ἰαμάτων ἀκένωτον κρήνην, θεοστήρικτε.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου...


Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾠδὰς τοῦ κανόνος.


ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Άρχιθῦτα θεόφρον, θαυμαστέ Ἰωάννη, ὁ τήν σκοτόμαιναν ἀγέλης σοι λαχούσης σκεδάσας διδαγμάτων ἀστραπαῖς σου, διάλυσον καί πάντων σῶν ὑμνητῶν ἀνομημάτων ζόφον.

Στηριγμός ἀδυνάτων καί καμνόντων ἀκέστωρ ὑπάρχων τάχιστος ἀεί ἐπιστηρίζων μή παύση τούς τιμῶντας τήν σεπτήν πολιτείαν σου, καί φρόνημα τό ὀρθόν, ὅ ἐπεδείκνυς πᾶσι.

Σέ ἀγώνων ἐνθέων μαχητήν τροπαιοῦχον, ἱεροφάντορα σεμνόν καί ποιμενάρχην ἀνύστακτον ἐν ὕμνοις καταστέφομεν πάντοτε καί σάς ἐνθέρμους λιτάς ζητοῦμεν, Ἰωάννη.

Θεοτοκίον.
Οὐ παυόμεθα, Μῆτερ, καθ' ἑκάστην ὑμνοῦντες τά μεγαλεῖα σου καί σπεύδοντες ἐν δίναις τῇ σῇ ἐπιστασία, Θεοτόκε πανύμνητε, καταφυγή εὐσεβῶν καί θεία προστασία.

Ώδή η'. Τόν Βασιλέα.
Νῦν ὡς θαυμάτων, θεοειδές Ἰωάννη, ἀνυμνοῦντες ταμεῖον βοῶμεν· ἀλγηδόνας παῦσον σέ ἐπικαλουμένων.

Ἴσθι ἀκέστωρ καί ἀρωγός, Ἰωάννη, ταχινός τῶν ζητούντων σήν χάριν, ζηλωτά ἁγίων Κυρίου ἀποστόλων.

Κλίμακα θείαν τῶν ἀρετῶν, Ἰωάννη, ἀνελθών σῆς σαρκός ταπεινώσει, ἀρεταῖς με πλῆσον εὐχαῖς σου ἀσιγήτοις.

Θεοτοκίον.
Ἐπάκουσόν μου καί δαψιλῶς τήν σήν χάριν πέμψον πᾶσι σοῖς δούλοις, Παρθένε, μακαρίζουσί σε, Κυρία Θεοτόκε.

Ὠδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.
Τῶν Ὀρθοδόξων δῆμοι νῦν ἀξιοχρέως ἀνευφημοῦντες σήν πάνσεπτον κοίμησιν σάς ἱκεσίας πρός Κτίστην ἀπεκδεχόμεθα.

Ἡμέραν σωτηρίας ἐξανάτειλόν μοι σέ, Ἰωάννη, τῷ νῦν μακαρίζοντι ὡς φωτοπάροχον σέλας Χριστοῦ τῆς πίστεως.

Νικήτορας ἐν μάχαις δεῖξον, Ἰωάννη, κατά τοῦ πλάνου τούς ὕμνοις τιμῶντάς σε ὡς νικηφόρως ἀγῶνα τόν σόν τελέσαντα.

Θεοτοκίον.
Χαρᾶς ἡμῶν καρδίας πλῆσον, Θεοτόκε, τῶν εὐλαβῶς Ἰωάννου τά σκάμματα ὑμνολογούντων καί πόθω μακαριζόντων σε.


Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Χαίροις, ἱεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ἰωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ὁ ἀνύσας οὐρανοδρόμον ἄρτι πορείαν καί θαυμάτων κρήνη γενόμενος.

Τόν βλαστόν Ῥωσίας τόν ἱερόν, τόν ἐν τῇ Ἀσίᾲ, Ἰωάννην, Ἀμερικῇ καί Εὐρώπη ἄρτι, Ὀρθοδοξίας κρίνα ἀνθήσαντα εὐσχήμως ἀνευφημήσωμεν.

Ἔχων παρρησίαν πρός τόν Θεόν, Ὧπερ ὁλοψύχως διηκόνησας καί καλῶς ἄρνας Οὗ πρός πόλον ὡδήγησας, δυσώπει Αὐτόν μοι, Ἰωάννη, πέμψαι ὑγίειαν.

Χαίροις, τῶν Ἑλλήνων τῶν εὐλαβῶς ἐν Μοναστηρίῳ κατοικούντων ὁ λειτουργός, χαίροις, Ἰωάννη, ἐν δυσχειμέροις χρόνοις αὐτῶν παρηγορία καί θεῖον στήριγμα.

Χαίροις κοσμιότης ἱεραρχῶν, ἱεραποστόλων νέον εὖχος καί θησαυρός δωρημάτων θείων, τρισμάκαρ Ἰωάννη, ἀφθόνως ὁ ἑλκύσας χάριν τοῦ Πνεύματος.

Φρούρει, χαριτώνυμε, τούς πιστῶς μέλποντας σῆν μνήμην, Ἰωάννη θεοειδές, τῆς Ῥωσίας γόνε, Μαξίμοβιτς θεόφρον, καί σπεύδοντας λιταῖς σου πρός τόν Θεάνθρωπον.

Πᾶσαι τῶν Άγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.


Τρισάγιoν. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών. Ότι σoυ εστίν.

Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἰωάννη Μαξίμοβιτς, ἀγγελόμορφε, ἱεραρχῶν θεοφόρων καί διδασκάλων σοφῶν ἐκλαμψάντων ἄρτι σάπφειρε πολύτιμε, ὡς Ὀρθοδόξων ἀσκητῶν καλλονήν καί ποταμόν ἀστείρευτον θαυμασίων σέ ἀνυμνοῦντες εὐχάς σου θερμάς πρός Κύριον αἰτούμεθα.

Πάντας, Ἰωάννη, εὐλαβῶς σέ ὑμνοῦντας φρούρει καί σκέπε καί ῥύου βίου δεινῶν, ἱεράρχα ὅσιε, χαρίτων μέλαθρον, ἀποστόλων ὁμόζηλε καί τῆς εὐσεβείας κῆρυξ διαπρύσιε, ἐκδυσωποῦμέν σε καί ἀξίου πόλου βραβείων τούς ὀρθοφρονοῦντας ἱκέτας χάριτός σου, ἄνερ χαριτώνυμε.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.


Δίστιχον.
Χάριτος πλῆσον Μόνικαν, Ἰωάννη,
σύν δήμῳ εὐσεβῶν βοᾷ Χαραλάμπης.



ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑ

Τῼ ΜΟΝῼ

ΑΛΗΘΙΝῼ ΘΕῼ




Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

"Παρακλητικός κανών στους αγίους Κοσμάν και Δαμιανόν"


(Ποίημα Γερασίμου μοναχού Μικραγιαννανίτου)

Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τῶν νοσούντων συμπαθεῖς ἰατῆρες, καί χειρουργοί τῶν χαλεπῶν παθημάτων, καί τῶν πασχόντων θεῖοι ἀντιλήπτορες, ἴασιν καί λύτρωσιν, καί ὑγείαν καί ῥώσιν, ψυχῆς ὁμοῦ καί σώματος χορηγεῖται ἀπαύστως, Κοσμᾶ σοφέ σύν τῷ Δαμιανῷ, τοῖς τῇ πρεσβείᾳ ὑμῶν καταφεύγουσι.

Δόξα Πατρί... Ἦχος πλ. δ'.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καί θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τάς ἀ¬σθενείας ἡμῶν, δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε ἡμῖν.
Καὶ νῦν.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Εὐθὺς ἀναγινώσκομεν τὸν Ν΄ ψαλμόν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Ὁ Κανών τῶν Ἁγίων, οὗ ἡ ἀκροστιχίς. «Θεῖοι ἰατροί ἰάσασθέ με. Γερασίμου»

ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ'. Ὑγράν διοδεύσας ὡσεί ξηράν.
Θεράποντες θεῖοι τοῦ Λυτρωτοῦ, δυάς Ἀναργύρων, θεραπείας με ταχινῆς, τῆς κατά ψυχήν τε καί τό σῶμα, τῇ ἀντιλήψει ὑμῶν ἀξιώσατε.

Ἐπλήγην κακίᾳ τοῦ δυσμενοῦς, καί νόσῳ βαρείᾳ, περιπέπτωκα χαλεπῶς, ἀλλ' ὦ ἰατροί τῶν ἀσθενούντων, τῆς ἐπελθούσης με θλίψεως ρύσασθε.

Ἰάσεις παρέχοντες δωρεάν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σύν τῷ θείῳ Δαμιανῷ, πόνων καί δεινῶν ἀρρωστημάτων, τούς προσιόντας ὑμῖν ἀπαλλάξατε.

Θεοτοκίον.
Ὁλόφωτον σκήνωμα τοῦ Χριστοῦ, Κεχαριτωμένη, Ἀειπάρθενε Μαριάμ, λάμπρυνον τόν ζόφον τῆς ψυχῆς μου, ταῖς φωταυγέσι σου χάρισι δέομαι.

Ώδή γ'. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἰατροί δεδειγμένοι, παρά Θεοῦ ἄμισθοι, τοῖς ὀδυνηρῶς τρυχομένοις, πόνοις καί ἄλγεσι, θεῖοι Ἀνάργυροι, τῆς ταλαιπώρου ζωής μου, τάς ὀδύνας λύσατε, ὡς συμπαθέστατοι.

Ἰαμάτων τά ρεῖθρα, οἷα πηγή δίκρουνος, ἡ τῶν ἱερῶν Ἀναργύρων, δυάς αὐτάδελφος, κόσμῳ πηγάζοντες, ἀσθενειῶν πάντα ρύπον, καί παθῶν τόν βόρβορον, ἀποκαθαίρετε.

Ἀναργύρως τάς νόσους, τάς τῶν βροτῶν παύοντες, ὡς παρά Κυρίου λαβόντες, τήν χάριν Ἅγιοι, παύσατε δέομαι, τό τῆς καρδίας μου ἄλγος, καί πρός σωτηρίας με, τρίβον ἰθύνατε.

Θεοτοκίον.
Τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, ὑπερφυῶς τέξασα, τήν ἐκ τῆς ἀρχαίας κατάρας, πληγήν ἰώμενον, ἡμῶν Πανύμνητε, τῆς ἀσθενούσης ψυχῆς μου, ἴασαι τόν καύσωνα, τῇ σῇ χρηστότητι.

Διάσωσον τῶν εὐκλεῶν Ἀναργύρων δυάς ἁγία, πάσης νόσου καί ἀσθενείας καί θλίψεως, τους καταφεύγοντας πίστει ὑμῶν τῇ σκέπῃ.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β'. Πρεσβεία θερμή.
Παθῶν χαλεπῶν, ἀκέστορες ὀξύτατοι, καί πάσης ψυχῆς, πασχούσης ἀνακούφισις, Δαμιανέ μακάριε, καί Κοσμᾶ θεοφόροι Ἀνάργυροι, ἐν ὑγείᾳ ἡμῶν τήν ζωήν, ἀπτώτω τηρήσατε δεόμεθα.

Ὠδή δ'. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Ρῶσιν θείαν καί ἴασιν, καί ἁμαρτημάτων θεόθεν ἄφεσιν, ἐξαιτήσασθε Ἀνάργυροι, ταῖς συνεχομένοις ἀρρωστήμασι.

Ὀδυνώμενος πάθεσιν, ὑμῶν τῇ πρεσβείᾳ προστρέχω Ἅγιοι• μή παρίδητε Ἀνάργυροι, τόν ταῖς ἁμαρτίαις ἀπολλύμενον.

Ἰατροί συμπαθέστατοι, μυστικοῖς φαρμάκοις ὑμῶν τῆς χάριτος, τήν ἀφόρητόν μου ἄλγησιν, τήν μαστίζουσάν με θεραπεύσατε.

Θεοτοκίον.
Ἰατῆρα κυήσασα, τόν τῶν ὅλων Κτίστην κόσμον ἰώμενον, ἴασαί μου τά ἀλγήματα, Κεχαριτωμένη Μητροπάρθενε.

Ὠδή ε'. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἴαμα ἀεί, ἀναβλύζει θείῳ Πνεύματι, ὁ ναός ὑμῶν Ἀνάργυροι κλεινοί, καί ἰᾶται πᾶσαν νόσον καί πᾶν οἴδημα.

Ἄνωθεν ἡμᾶς, ἐποπτεύοιτε Ἀνάργυροι, ἐξ ἡμῶν ἀποδιώκοντες ἀεί, τήν μανίαν τοῦ δολίου πολεμήτορος.

Σῶμα καί ψυχήν, ἀσινῆ ἡμῶν τηρήσατε, ἐκ δεινῶν ἀσθενειῶν καί συμφορῶν, τῶν προστάτας κεκτημένων ἡμᾶς Ἅγιοι.

Θεοτοκίον.
Ἄχραντε Ἁγνή, τήν χρονθεῖσάν μου διάνοιαν, μανιώδεσι τοῦ πλάνου προσβολαῖς, ἀποκάθαρον τοῖς ρείθροις τοῦ ἐλέους σου.

Ὠδή ς'. Τήν δέησιν ἐκχεῶ.
Συντρίμματα, τῶν ψυχῶν ἰάσασθε, καί τοῦ σώματος δεινάς καχεξίας, ὡς δεδεγμένοι πλουσίαν τήν χάριν, τοῦ θεραπεύειν τάς νόσους Ἀνάργυροι, τῶν προσφωνούντων εὐλαβῶς, τήν σεπτήν ὑμῶν κλήσιν ἑκάστοτε.

Θηρεύσας με, ἡδονῆς δελέατι, ἠχμαλώτευσεν ὁ δόλιος δράκων· ἔνθεν ὀδύναι καί νόσοι καί πόνοι, κρίσει δικαία ἐπῆλθόν μοι Ἅγιοι· ὦν τῆς βαρείας συνοχῆς, ρύσασθέ με Ἀνάργυροι δέομαι.

Ἐκλάμποντες, ὡς φωστῆρες ἄδυτοι, ἰαμάτων τάς ἀκτῖνας τῇ κτίσει, τῶν νοσημάτων διώκετε ζόφον, καί τῆς ὑγείας τό φώς διαυγάζετε, Ἀνάργυροι θαυματουργοί, τοῖς τῇ σκέπη ὑμῶν καταφεύγουσι.

Θεοτοκίον
Μητράνανδρε, Μαριάμ Θεόνυμφε, ἡ Θεόν ἀνερμηνεύτως τεκοῦσα, τήν χαλεπήν τοῦ νοός μου σκοτίαν, τῇ φωταυγεῖ σου διάλυσον χάριτι, καί ἴθυνόν με πρός τό φῶς, τῶν σεπτῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Διάσωσον τῶν εὐκλεῶν Ἀναργύρων δυάς ἁγία, πάσης νόσου καί ἀσθενείας καί θλίψεως, τούς καταφεύγοντας πίστει ὑμῶν τῇ σκέπῃ.

Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αἴτησις και το Κοντάκιον

Ἦχος β'. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἰαμάτων τήν χάριν δεξάμενοι, τούς ἀνιάτως νοσοῦντας ἰάσασθε. Κοσμᾶ καί Δαμιανέ ἔνδοξοι, ἁμαρτημάτων τήν λύσιν αἰτούμενοι, τοῖς πίστει ὑμῖν καταφεύγουσι.

Προκείμενον. Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ..
Στίχ. Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος

Εὐαγγέλιον (Ματθ. ι' 1, 5-8)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τούς δώδεκα Μαθητάς αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατά πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καί θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους τούς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς, λέγων· εἰς ὁδόν ἐθνῶν μή ἀπέλθητε, καί εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μή εἰσέλθητε. Πορεύεσθε δέ μᾶλλον πρός τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δέ κηρύσσετε, λέγοντες: Ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε• δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε.

Δόξα. Ταῖς τῶν Ἀναργύρων, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καί νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Ρῶσίν τε καί ἴασιν, τοῖς ἐν ὀδύναις καί λύπαις, συμπαθῶς παρέχοντες, Ἅγιοι Ἀνάργυροι θείῳ Πνεύματι, ἀλγεινῶν ρύσασθε, ἡμᾶς παθημάτων, καί κινδύνων ἀπαλλάξατε, καί πάσης θλίψεως, καί ἀρρωστημάτων δεόμεθα, τούς τήν ὑμῶν ἀντίληψιν, ἐπιβοωμένους ἑκάστοτε, καί πταισμάτων λύσιν, αἰτήσασθε ἡμίν παρά Θεοῦ, ὡς τῶν πιστῶν πρέσβεις ἄριστοι, πρός Χριστόν μακάριοι.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου...

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾠδὰς τοῦ κανόνος.

ᾨδὴ ζ΄. Οἷ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἐκ πηγῶν σωτηρίου, τό γλυκύτατον ὕδωρ τό τῶν ἰάσεων, πηγάζοντες πλουσίως, τῶν νόσων τήν πικρίαν, θεραπεύετε Ἅγιοι, ἀποσβεννῦντες ἀεί, τῶν λυπηρῶν τήν φλόγα.

Γεωργήσας τά πάθη, ἀρρωστήμασι πλείστοις ἤδη ἐτάζομαι• ἀλλ' ὦ δυάς ἁγία, τῶν θείων Ἀναργύρων, τήν ζωήν μου βελτίωσον, καί τῶν πολλῶν μου κακῶν, τήν ἄνεσιν παράσχου.

Ἐν ὀδύνῃ τόν βίον, διά πλῆθος κακίας ἀνύω Ἅγιοι, καί πέπλησμαι μωλώπων, τῶν ἐκ τῆς ἁμαρτίας• ἀλλ' ὑμεῖς θεραπεύσατε, Ἀνάργυροι θαυμαστοί, τήν τάλαιναν ψυχήν μου.

Θεοτοκίον.
Ρώμην θείαν μοι δίδου, Θεοτόκε Παρθένε, καθικετεύω σοι, ὡς ἄν ποιῶ καί πράττω, τό θέλημα τό θεῖον, ἐκ δυνάμεως Ἄχραντε, καί τῷ Υἱῷ σου Ἁγνή, πιστῶς εὐαρεστήσω.

Ώδή η'. Τόν Βασιλέα.
Ἅπασαν βλάβην, τήν καθ' ἡμῶν τοῦ Βελίαρ, ἀποκρούσασθε Ἀνάργυροι ταχέως, καί ἡμῶν τόν βίον, ἀνώδυνον τηρεῖτε.

Σθένος μοι δίδου, κατά παθῶν ὀλεθρίων, ὦ αὐτάδελφε δυάς τῶν Ἀναργύρων, τοῦ πατεῖν ἐπάνω, ὄφεων καί σκορπίων.

Ἴδε τόν πόνον, τῆς ταλαιπώρου ψυχῆς μου, ὦ αὐτάδελφε δυάς τῶν Ἀναργύρων, καί παράσχου ταύτῃ, ὑγείαν οὐρανόθεν.

Θεοτοκίον.
Μή διαλίπῃς, Θεοχαρίτωτε Κόρη, περιέπουσα ὡς Μήτηρ τοῦ Ὑψίστου, τούς ὑπερυψούντας, τήν δόξαν σου τήν θείαν.

Ὠδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.
Οἱ κόσμω τάς ἰάσεις, νέμοντες ἀπαύστως, θεομακάριστοι θείοι Ἀνάργυροι, ἐκ πάσης νόσου ἀτρώτους ἡμᾶς φυλάξατε.

Ὑψώσατε τόν νοῦν μου, ἐννοιῶν ματαίων, καί τήν ζωήν μου τηρήσατε ἄνοσον, ὡς ἀγαθοί μου προστάται θεῖοι Ἀνάργυροι.

Ὑπέρ τῶν ἀνυμνούντων, ὑμᾶς θεοφόροι, διά παντός δυσωπείτε τόν Εὔσπλαχνον, πάσης ἀνάγκης ἐν βίῳ ρύεσθε πάντοτε.

Θεοτοκίον.
Ὑμνοῦμέν σε Παρθένε, ὅτι τῷ σῷ τόκω, ἐκ τῆς ἀρχαίας κατάρας ἐρρύσθημεν, καί τῆς ζωῆς τῆς ἀλήκτου κατηξιώθημεν.

Μεγαλυνάρια.
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Χαίροις Ἀναργύρων ἡ ξυνωρίς, οἱ τῶν ἀσθενούντων, ἰατῆ-ρες θαυματουργοί, Κοσμᾶ θεοφόρε, Δαμιανέ τε θεῖε, τῶν ἀρετῶν τά θεῖα ἐνδιαιτήματα.

Πλούτῳ διαπρέποντες ἀγαθῶν, εὐποιΐας ρεῖθρα, ἀνεδείχθητε συμπαθῶς, καί τάς ἀσθενείας, ἰᾶσθε ἀναργύρως, τῶν χαλεπῶς πασχόντων θεῖοι Ἀνάργυροι.

Χάριν δεδεγμένοι παρά Θεοῦ, δωρεάν τάς νόσους, θεραπε¬ύετε τῶν πιστῶν, καί τῶν βαρυτάτων, παθῶν λυτροῦσθε θᾶττον, τούς ἐπικαλουμένους ὑμᾶς Ἀνάργυροι.

Ὤφθη ἰατρεῖον πνευματικόν, Πνεύματι Ἁγίω, ὁ ναός ὑμών ὁ σεπτός, ἐν αὐτῷ γάρ πᾶς τις, προστρέχων ἐκλυτροῦται, δεινῶν ἀρρωστημάτων θεῖοι Ἀνάργυροι.

Xαίρετε νοσούντων θεραπευταί, καί ρώσεως θείας, καί ὑγείας προμηθευταί, χαίρετε διῶκται, πνευμάτων ἀκαθάρτων, Κοσμᾶ Δαμιανέ τε ἀξιοθαύμαστοι.

Πάσης ἀσθενείας πάσης ὀργῆς, φθορᾶς τε καί βλάβης, καί ἀλγήματος χαλεποῦ, ἀσινεῖς τηρῆτε, ἡμᾶς θαυματοβρῦται τούς προσιόντας πόθω, ὑμῖν Ἀνάργυροι.

Ἴασιν σωμάτων ῥῶσιν ψυχῶν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σύν τῷ θείω Δαμιανῷ, νείματε ὑψόθεν, ἀΰλω χειρουργίᾳ, τοῖς κατατρυχομένοις ποικίλοις πάθεσι.

Οἷά περ θεράποντες ἰατροί, ψυχῶν καί σωμάτων, ἀσθενείας ὀδυνηράς, ἰάσασθε τάχος, ἀῤῤήτῳ ἐπισκέψει, ἡμῶν θαυματοβρῦται, σοφοί Ἀνάργυροι.

Πᾶσαι τῶν Άγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τρισάγιoν. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών. Ότι σoυ εστίν.

Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Αἴτησις καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἢν τὰ ἑξῆς·

Προσόμοιον. Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Ρῦσαι νοσημάτων χαλεπῶν, καί φθοροποιῶν ἀλγηδόνων, τῶν Ἀναργύρων δυάς, τούς θερμῶς προστρέχοντας, τῇ προστασίᾳ ὑμῷν, ἐνεργείᾳ τῆς χάριτος, τῆς ὑμῖν δοθείσης, Κοσμᾶ παναοίδιμε, Δαμιανέ τε σοφέ, ὅπως ἐν ὑγείᾳ τελείᾳ, καί εἰρηνικῇ καταστάσει, τόν ὑμᾶς δοξάσαντα δοξάζομεν.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σοῦ καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φυλάξαν μὲ ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι’ εὐχῶν....